393/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Ιανουαρίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated393/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές για την κτήση της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία απαιτείται άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία. Άσκηση νομής, προκειμένου για ακίνητο, συνιστούν οι εμφανείς υλικές ενέργειες επάνω σ' αυτό που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του, με τις οποίες εκδηλώνεται η βούληση του νομέα να το εξουσιάζει.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 393 / 2010 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 393/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Λεωνίδα Ζερβομπεάκο, Μιχαήλ Θεοχαρίδη και Κωνσταντίνο Τσόλα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Ιανουαρίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Χ συζ. Ζ, κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παντελή Μήτση με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.
Του αναιρεσίβλητου: Ψ, κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Κλειτσάκη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-4-1007 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Πάργας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 21/1998 του ίδιου Δικαστηρίου που παρέπεμψε την υπόθεση στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πρέβεζας λόγω αρμοδιότητας, 55/1999 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πρέβεζας και 319/2004 του Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 5-5-2005 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Κωνσταντίνος Τσόλας ανέγνωσε την από 8-1-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι.- Από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 1710 παρ. 1, 1712, 1721, 1724, 1813, 1846, 1193, 1195, 1198 1199 και 1033 ΑΚ, συνάγεται ότι η κυριότητα ακινήτου αποκτάται παραγώγως, με κληρονομική μεν διαδοχή, από το θάνατο του κληρονομουμένου, εφόσον ο κληρονόμος αποδεχθεί την κληρονομία με δημόσιο έγγραφο και μεταγράψει την περί αποδοχής δήλωσή του, με συμφωνία δε, μεταξύ του κυρίου και εκείνου που την αποκτά, ότι μετατίθεται σ` αυτόν η κυριότητα για κάποια νόμιμη αιτία, η οποία γίνεται με συμβολαιογραφικό έγγραφο που υποβάλλεται σε μεταγραφή.
Για τη μεταβίβαση, με τους τρόπους αυτούς, της κυριότητας του ακινήτου, προϋπόθεση είναι ο αποβιώσας ή εκείνος που συμφώνησε τη μεταβίβασή της να ήταν κύριος του ακινήτου. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 1045 ΑΚ, εκείνος που έχει στη νομή του για μία εικοσαετία πράγμα κινητό ή ακίνητο γίνεται κύριος με έκτακτη χρησικτησία, κατά δε το άρθρο 974 του ίδιου Κώδικα όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (κατοχή) είναι νομέας, αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου.
Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές για την κτήση της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία απαιτείται άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία. Άσκηση νομής, προκειμένου για ακίνητο, συνιστούν οι εμφανείς υλικές ενέργειες επάνω σ' αυτό που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του, με τις οποίες εκδηλώνεται η βούληση του νομέα να το εξουσιάζει.
Τέλος κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δε συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.
Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάσθηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αφορά πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις.
Ως ζητήματα, τέλος, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στη θεμελίωση ή την κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του προσκομιζομένου αντιγράφου της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο δέχτηκε με αυτήν, ότι αποδείχθηκαν, από τα κατ' είδος αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα (μάρτυρες και έγγραφα), τα ακόλουθα, κατά τα ουσιώδη στοιχεία τους, πραγματικά περιστατικά:
Η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα Χ σύζ. Χ έγινε κυρία μιας τριώροφης οικίας, που υφίσταται από τα χρόνια της τουρκοκρατίας στην κωμόπολη της ..., εμβαδού 45 τ.μ. περίπου του κάθε ορόφου, και συγκεκριμένα απέκτησε την κυριότητα αυτής: α) Κατά τα 3/8 εξ αδιαιρέτου από κληρονομία του αποκλειστικού κυρίου αυτής πατέρα της ..., που απεβίωσε στις 9-11-1981, την οποία (κληρονομία) αποδέχθηκε δυνάμει της ...δήλωσης αποδοχής του Συμβολαιογράφου Πρέβεζας Ιωάννη Ραβανού, που μεταγράφηκε νόμιμα, β) κατά τα 2/8 εξ αδιαιρέτου από γονική παροχή της μητέρας της δυνάμει του ...
συμβολαίου του ίδιου Συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα και γ) κατά τα υπόλοιπα 3/8 εξ αδιαιρέτου δυνάμει του ... συμβολαίου διανομής του ίδιου Συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα, με το οποίο ο αδελφός της ... της μεταβίβασε κατά κυριότητα το ιδανικό μερίδιό του επί της εν λόγω οικίας. Η ανωτέρω οικοδομή βρίσκεται ειδικότερα στη θέση ...
και επί της δημοτικής οδού ..., όπως περιγράφεται στο από 10-11-1996 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού ..., που επισυνάπτεται στην αγωγή και αποτυπώνεται με τα στοιχεία Α-Β-Γ-Δ-Ε-Ζ-Η-Γ-Δ-Ε-Ζ-Α, μαζί με την περιοχή της. Ο εναγόμενος ... και ήδη αναιρεσίβλητος αγόρασε από αληθινούς κυρίους με το ... συμβόλαιο του Συμβολαιογράφου Αθηνών Αποστολόπουλου, που μεταγράφηκε νόμιμα, οικοπεδική έκταση, που βρίσκεται νοτιοδυτικά και σε επαφή με την παραπάνω ιδιοκτησία της ενάγουσας.
Το επίδικο ακίνητο, εμβαδού 56,49 τ.μ., βρίσκεται ανάμεσα από τις δύο παραπάνω ιδιοκτησίες των αντιδίκων και εκτείνεται νοτιοδυτικά και σε επαφή με την οικία της ενάγουσας, αποτυπώνεται δε στο προαναφερόμενο και συνημμένο στην αγωγή τοπογραφικό σχεδιάγραμμα με τα στοιχεία Γ-Η-Θ-Ι-Ζ'-Ε'-Δ'-Γ. Περαιτέρω το Εφετείο δέχεται, ότι δεν αποδείχθηκε ο περιεχόμενος στην αγωγή ισχυρισμός (της αναιρεσείουσας), ότι ο πατέρας της Θ νεμόταν το επίδικο ακίνητο (των 56,49 τ.μ) για μία εικοσαετία τουλάχιστον πριν από τον θάνατό του και ειδικότερα ότι αυτό αποτελούσε την αυλή της τριώροφης οικοδομής, στο οποίο ασκούσε, με διάνοια κυρίου αυτοπροσώπως και δια μέσου των εκάστοτε μισθωτών της οικίας τις αρμόζουσες διακατοχικές πράξεις και συγκεκριμένα ότι προέβαινε στην φύτευση λουλουδιών και δέντρων και στην εκτροφή (εντός αυτού) κατοικίδιων ζώων.
Ειδικότερα το Εφετείο δέχεται, ότι αποδείχθηκε από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων ανταπόδειξης ..., που περιέχεται στα πρακτικά της εκκαλούμενης απόφασης και ..., που εξετάστηκε στο Ειρηνοδικείο Πάργας, όπου είχε αρχικά εισαχθεί η αγωγή προς συζήτηση και, κυρίως, από την κατάθεση του δευτέρου, ο οποίος έχει όμορο ακίνητο και γνωρίζει την περιοχή, ότι ο ανωτέρω Θς δεν είχε ιδιοκτησία πέρα από τον τοίχο του σπιτιού του, το οποίο μάλιστα ήταν περιφραγμένο με μαντρότοιχο και ότι η ως άνω παλιά τριώροφη οικοδομή δεν είχε ποτέ αυλή στη θέση του επιδίκου, η δε είσοδος της οικίας ήταν πάντοτε από την άλλη πλευρά (τη ΝΑ).
Επίσης, το Εφετείο δέχεται, ότι όταν ο εναγόμενος αγόρασε το δικό του οικόπεδο κατέλαβε και το επίδικο ακίνητο, το καθάρισε, το αναμόρφωσε, τοποθετώντας σ' αυτό πολλά μπάζα και το ισοπέδωσε, δεδομένου ότι ήταν πρανές με πολύ μεγάλη κλίση, ενώ στην συνέχεια και για περισσότερο από δέκα χρόνια προέβαινε σε εργασίες διαμόρφωσης με κλίμακες και πλακόστρωση, κατασκευάζοντας κτίσμα στο οποίο λειτουργεί επιχείρηση καφέ - μπαρ με την επωνυμία "BELLVENTERE", χωρίς να διαμαρτύρεται κανένας, όπως συνομολογεί και η ενάγουσα, η οποία αποδίδει αυτή την αδράνειά της σε ιδιοκτησιακά προβλήματα που είχε με τον αδελφό της, πράγμα όμως που δεν είναι ιδιαίτερα πειστικό κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, δεδομένου ότι ο χρόνος ήταν πολύ μεγάλος (10 -14 έτη) και οι εργασίες γίνονταν φανερά μπροστά στα μάτια όλων.
Τα παραπάνω, όπως δέχεται η προσβαλλόμενη απόφαση, δεν αναιρούνται από τις καταθέσεις του μάρτυρα ανταπόδειξης ., συζύγου της ενάγουσας, οι οποίες περιέχονται στα πρακτικά των παραπάνω Δικαστηρίων (Μονομελούς Πρωτοδικείου Πρέβεζας και Ειρηνοδικείου Πάργας). Και τούτο διότι, ως σύζυγος της ενάγουσας, παρέχει μειωμένη αξιοπιστία, ενώ τα όσα κατέθεσε δεν στηρίζονται σε προσωπική του αντίληψη, αλλά σε διηγήσεις της ενάγουσας, αφού δεν ζούσε ο ίδιος στην ....
Αντίθετα οι σαφείς και κατηγορηματικές καταθέσεις των προαναφερομένων μαρτύρων ανταπόδειξης ενισχύονται όχι μόνο από την παραπάνω αδράνεια της ενάγουσας, η οποία άσκησε την εν λόγω αγωγή μετά από 14 και πλέον έτη από τότε που ο εναγόμενος "κατέλαβε" το επίδικο ακίνητο (1983 - 1987), αλλά και από το γεγονός ότι η ενάγουσα για πρώτη φορά, με την ένδικη έφεσή της και με τις προτάσεις της, ισχυρίζεται ότι στο επίδικο υπήρχαν παραπήγματα που χρησιμοποιούσαν οι ένοικοι του σπιτιού της από πολύ παλιά ως κουζίνα, πλυσταριό και αποχωρητήριο.
Για να γίνει μάλιστα πιστευτή μια τέτοια εκδοχή, ισχυρίζεται περαιτέρω ότι στο ΝΔ τοίχο της τριώροφης οικίας της υπήρχε και είσοδος (πόρτα) που επικοινωνούσε με την αυλή της και τα βοηθητικά αυτά κτίσματα. Όπως όμως προκύπτει από μεγάλη σειρά φωτογραφιών που προσκομίζουν και επικαλούνται αμφότερα τα διάδικα μέρη και οι οποίες απεικονίζουν την περιοχή της οικίας της ενάγουσας και τον επίδικο χώρο σε ανύποπτους χρόνους, ήτοι από το 1909 μέχρι σήμερα, ο ΝΔ τοίχος της οικίας της ενάγουσας δεν είχε ποτέ είσοδο προς την πλευρά του επιδίκου και μόνο δύο παράθυρα άνοιξαν κατά τις τελευταίες 10ετίες του 1900, ένα σε κάθε όροφο.
Εκείνο δε που δεν αφήνει καμιά αμφιβολία στο Δικαστήριο, ότι η ενάγουσα και οι άμεσοι και απώτεροι δικαιοπάροχοι της δεν είχαν καμιά επαφή και επικοινωνία με το επίδικο, είναι η ύπαρξη μαντρότοιχου, ο οποίος ξεκινάει από το ΝΔ τοίχο της οικίας της ενάγουσας και τη ΝΔ γωνία της και, αφού διανύει απόσταση περίπου 4 - 5 μ., αφήνει το επίδικο στην άλλη πλευρά του, κατά τρόπο απόλυτου διαχωριστικού ορίου με την οικία της ενάγουσας.
Πράγματι, όπως διακρίνεται καθαρά στη μεγάλη ασπρόμαυρη φωτογραφία με τον αριθ. 8, που προσκομίζει και επικαλείται ο εναγόμενος, ο υπάρχων εκεί μαντρότοιχος αποκλείει κάθε επικοινωνία της οικίας της ενάγουσας με τον επίδικο χώρο, άσχετα αν ο τοίχος αυτός είναι υπόλειμμα διαχωριστικού τοίχου της ιδιοκτησίας της ενάγουσας με το επίδικο ή υπόλειμμα τοίχου οικίας των δικαιοπαρόχων του εναγομένου, η οποία άρχιζε "από τη μέση σχεδόν του άλλου σπιτιού" (οικίας της ενάγουσας), όπως καταθέτει ο παραπάνω μάρτυρας ανταπόδειξης ..., ο οποίος και κατεδάφισε αυτόν κατά τις εργασίες αναμόρφωσης του χώρου του επιδίκου, ως επιβλέπων μηχανικός των εκεί έργων του εναγομένου.
Ακολούθως το Εφετείο δέχεται, ότι με βάση τα παραπάνω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά οι ανωτέρω κληρονόμοι του Θ (ενάγουσα, η μητέρα της και ο αδελφός της) δεν απέκτησαν το επίδικο ακίνητο (κατά τα προαναφερόμενα ποσοστά εξ αδιαιρέτου ο καθένας) από αληθινό κύριο, αφού ο εν λόγω κληρονομούμενος δεν έγινε κύριος αυτού με έκτακτη χρησικτησία, κατ' άρθρο 1045 ΑΚ, ήτοι κατέχοντας και ασκώντας επ' αυτού τις διακατοχικές πράξεις που προσιδιάζουν στη φύση του κατά τον προορισμό του, με διάνοια κυρίου, για χρονικό διάστημα τουλάχιστον είκοσι (20) ετών και συνακόλουθα δεν ανήκε στην κληρονομιαία περιουσία κατά το χρόνο του θανάτου του(1981).
Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Εφετείο έκρινε ότι η ένδικη διεκδικητική αγωγή της αναιρεσείουσας είναι κατ' ουσίαν αβάσιμη και στην συνέχεια απέρριψε την έφεση της τελευταίας, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση, που είχε κρίνει ομοίως. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο δε στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού, όπως προκύπτει από το προαναπτυχθέν περιεχόμενό της, διέλαβε σ' αυτήν πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες ζήτημα της μη απόκτησης της κυριότητας του επίδικου ακινήτου από τον ανωτέρω δικαιοπάροχο της ενάγουσας Θ με τον επικαλούμενο στην αγωγή πρωτότυπο τρόπο (έκτακτη χρησικτησία), και, συνακόλουθα, της μη απόκτησης κυριότητας από τους κληρονόμους τούτου (και την ενάγουσα) δυνάμει της πιο πάνω κληρονομίας του, οι οποίες (αιτιολογίες) επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εφαρμογή των παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων.
Η αιτίαση της αναιρεσείουσας, που περιέχεται στο αναιρετήριο, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση έχει ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, λόγω μη αναφοράς της έκτασης των ακινήτων που περιήλθαν σε καθένα από τους διαδίκους με τους προαναφερόμενους τίτλους τους και (της μη αναφοράς) αν το επίδικο περιλαμβάνεται στους τίτλους αυτούς, είναι αβάσιμος, αφού κρίσιμο ζήτημα εν προκειμένω ήταν αν ο δικαιοπάροχος της ενάγουσας Θ, την κυριότητα του οποίου είχε αμφισβητήσει ο εναγόμενος- αναιρεσίβλητος, είχε αποκτήσει με έκτακτη χρησικτησία την κυριότητα του επίδικου ακινήτου και το αποδεικτικό πόρισμα του δικαστηρίου ως προς το ουσιώδες αυτό ζήτημα διατυπώνεται με πληρότητα και σαφήνεια στην προσβαλλόμενη απόφαση.
Συνεπώς ο τρίτος λόγος της αναίρεσης, από τον αριθ.19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την έλλειψη νόμιμης βάσης λόγων ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών, είναι αβάσιμος. Με τον ίδιο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια της έλλειψης αιτιολογίας, διότι δεν διευκρινίζεται: 1) Αν ο ανωτέρω μανδρότοιχος θεωρείται τμήμα όμορης προς την οικία αυτής (αναιρεσείουσας) οικίας, (η οποία και δεν υφίσταται ήδη από του έτους 1940), ή όμορης προς την οικία της τοιχοποιϊα, 2) προς ποία κατεύθυνση έβαινε ο μανδρότοιχος αυτός και αν βρισκόταν στο ίδιο επίπεδο με τον εξωτερικό τοίχο και 3) τι λόγο ύπαρξης θα είχαν τα παμπάλαια παράθυρα να είναι προσανατολισμένα προς ένα τοίχο και όχι προς την αυλή της οικίας της.
Οι αιτιάσεις αυτές είναι απαράδεκτες, διότι αναφέρονται σε ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, το οποίο, όπως προαναφέρθηκε, διατυπώνεται σαφώς. Επίσης και οι περιεχόμενες στον ίδιο λόγο αιτιάσεις για την μη παραδοχή του περιεχομένου στην αγωγή της αναιρεσείουσας ισχυρισμού της, ότι το επίδικο ακίνητο αποτελούσε αυλή της οικίας της, παρότι τούτο μαρτυρούσαν τα απεικονιζόμενα στις προσκομιζόμενες φωτογραφίες υπολείμματα βοηθητικών (της οικίας) κατασκευών (πλυσταριού- κουζίνας) καθώς και η ροδιά, που υπήρχε επί πολλά χρόνια στο επίδικο ακίνητο είναι απαράδεκτες, διότι ανάγονται στην εκτίμηση, στάθμιση και αξιολόγηση των αποδείξεων, η σχετική με τις οποίες κρίση του δικαστηρίου είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ).
ΙΙ.- Κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης της απόφασης και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Για την ίδρυση του λόγου αυτού αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, τα οποία ήταν υποχρεωμένο να λάβει υπόψη, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 340 ΚΠολΔ, υπό την προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος προς απόδειξη με το αποδεικτικό μέσο ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 2/2008), επιδρά δηλαδή στο διατακτικό της απόφασης.
Καμία, ωστόσο, διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλ' αρκεί η γενική μνεία των κατ' είδος αποδεικτικών μέσων που λήφθηκαν υπόψη. Μόνο αν από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης, δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο αναιρετικός αυτός λόγος.
Στην προκείμενη περίπτωση η αναιρεσείουσα με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης, από τον αριθ. 11περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προσάπτει στο Εφετείο την αιτίαση, ότι δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που προσκόμισε και επικαλέστηκε, από τα οποία προέκυπταν οι πράξεις νομής επί του επίδικου ακινήτου εκ μέρους του δικαιοπαρόχου- πατέρα της επί τον απαιτούμενο χρόνο της χρησικτησίας και η εκ μέρους του αντιδίκου της (αναιρεσιβλήτου) κατάληψη αυτού, και ειδικότερα:
α) Τις αναφερόμενες φωτογραφίες, οι οποίες απεικονίζουν την κατάσταση του επίδικου ακινήτου για χρονικό διάστημα "ενός σχεδόν αιώνος", β) το υπ' αριθμ. πρωτ.... έγγραφο του Δήμου ... και γ) το υπ'αριθμ. πρωτ. 3108/2000 έγγραφο της 8ης Εφορίας Βυζαντινών Αρχαιοτήτων. Από την επισκόπηση όμως του προσκομιζομένου αντιγράφου της προσβαλλόμενης απόφασης και ειδικότερα από την περιεχόμενη σε αυτήν βεβαίωση ότι λήφθηκαν υπόψη και τα έγγραφα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, είτε προς άμεση είτε προς έμμεση απόδειξη σε συνδυασμό με το παραπάνω περιεχόμενο της απόφασης αυτής και μάλιστα τις σκέψεις της για την κατάσταση του επίδικου ακινήτου και της συνεχόμενης τριώροφης οικοδομής της αναιρεσείουσας, η οποία (κατάσταση) προκύπτει, κατά τα διαλαμβανόμενα στην απόφαση, επί λέξει, "από μεγάλη σειρά φωτογραφιών που προσκομίζουν και επικαλούνται αμφότεροι οι διάδικοι και οι οποίες απεικονίζουν την περιοχή της οικίας της ενάγουσας και τον επίδικο χώρο σε ανύποπτους χώρους, ήτοι από το 1909 μέχρι σήμερα", δε γεννάται καμία απολύτως αμφιβολία, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και τα ως άνω αποδεικτικά μέσα, τα οποία και συνεκτίμησε με τις υπόλοιπες αποδείξεις για την στήριξη του πιο πάνω αναφερόμενου αποδεικτικού πορίσματός του.
ΙΙΙ.- Κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 περ. β' ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης ιδρύεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Πράγματα, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, είναι οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασής τους, αποτελούν την ιστορική βάση και επομένως θεμελιώνουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης.
Πράγμα, επομένως, υπό την έννοια αυτή, είναι και ο λόγος έφεσης που περιέχει παράπονο κατά της κρίσης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου. Δε στοιχειοθετείται όμως ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον λόγο έφεσης και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό. Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 9 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν ή άφησε αίτηση αδίκαστη.
Ως "αίτηση", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοείται κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων, με την οποία ζητείται η παροχή έννομής προστασίας, υπό οποιαδήποτε νόμιμη μορφή αυτής, που δημιουργεί αντίστοιχη εκκρεμότητα της δίκης. Τέτοια αίτηση είναι ιδίως η της αγωγής, της ανταγωγής, της κύριας παρέμβασης, της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, της ανακοπής, της τριτανακοπής και κάθε ένδικου μέσου (ΟλΑΠ 25/2003).
Η αναιρεσείουσα με το δεύτερο λόγο αναίρεσης που, παρά τη ρητή αναφορά του στον αριθ. 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, στηρίζεται, ως εκ του περιεχομένου του, στην πλημμέλεια από τον αριθ. 8 περ. β' του ίδιου άρθρου, προσάπτει στο Εφετείο την αιτίαση, ότι δεν έλαβε υπόψη το λόγο εφέσεώς της για κακή εκτίμηση των αποδείξεων από την εκκαλούμενη απόφαση αναφορικά με την κρίση της, ότι η έκταση της ιδιοκτησίας της περιορίζεται σε 83,19 τ.μ, ενώ από το 42.044/1995, νομίμως μεταγραφέν, συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Πρέβεζας Ι.
Ραβανού προκύπτει ότι το ακίνητό της έχει έκταση 139,68 τ.μ., γεγονός που και η εκκαλούμενη απόφαση δέχθηκε. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι όπως προκύπτει από την παραδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης, "ότι ο άμεσος δικαιοπάροχος της αναιρεσείουσας δεν κατέστη κύριος της επίδικης έκτασης των 56,49 τμ και, συνεπώς, η τελευταία δεν έγινε κυρία αυτής και η ιδιοκτησία της περιορίζεται στα 83,19 (139,68-83,19) τ.μ" ο ανωτέρω λόγος εφέσεως περί κακής εκτιμήσεως των αποδείξεων εξετάστηκε και απορρίφθηκε κατ' ουσίαν.
V .- Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, η οποία δεν περιέχει άλλους λόγους, εκτός από τους παραπάνω, και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα του τελευταίου (ΚΠολΔ 176, 183, 191 παρ.2).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 5-5-2005 αίτηση της Χ συζύγου Ζ το γένος Θ για αναίρεση της 319/2004 απόφασης του Εφετείου Ιωαννίνων.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Φεβρουαρίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 2 Μαρτίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ