Legislator Case Law & Legislation
393/2008 AI generated

393/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 393/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Ιανουαρίου 2008, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22/8/2002 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5649/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 262/2005 οριστική του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 19/12/2005 αίτησή της.

Legislator headnote

AI generated

393/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Αυτός, όμως, κατά τα προκύπτοντα από τα πρακτικά συνεδριάσεως αυτού του Δικαστηρίου, δεν εμφανίστηκε στην παραπάνω δικάσιμο, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε στη σειρά της από το οικείο πινάκιο, ούτε κατέθεσε έγγραφη δήλωση κατά το άρθρο 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. Επομένως, πρέπει να συζητηθεί η υπόθεση, παρά την απουσία του αναιρεσιβλήτου, σαν να ήταν και αυτός παρών (άρθρο 568 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.).

Keywords

AI generated
reduction of salary low pay redundancy termination of benefits pay policy salary recalculation
AI generated
392/2008
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Ιανουαρίου 2008, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24/8/2002 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5652/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 259/2005 οριστική του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 19/12/2005 αίτησή της.
390/2008
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Ιανουαρίου 2008, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24/8/2002 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5651/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 263/2005 οριστική του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 19/12/2005 αίτησή της.
1822/2011
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.
808/2012
Supreme Court dismisses appeal on inadmissibility grounds regarding negative claims and lack of evidence.
1234/2023
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (κωλυομένης της Αντιπροέδρου Μαριάνθης Παγουτέλη), Ελένη Χροναίου, Μαλαματένια Κουράκου, Ελπίδα Σιμιτοπούλου και Μαρία-Μάριον Δερεχάνη, Αρεοπαγίτες.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 393 / 2008 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 393/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο, Ηλία Γιαννακάκη, Χρήστο Αλεξόπουλο, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Βαρβάρα Κριτσωτάκη (κωλυομένου του Αρεοπαγίτη Ζήση Βασιλόπουλου), Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Ιανουαρίου 2008, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΕΚΟ-ΕΛΔΑ Ανώνυμος Βιομηχανική και Εμπορική Εταιρία Πετρελαιοειδών", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Ληξουριώτη, ο οποίος ανακάλεσε την από 14/1/2008 δήλωση του άρθρου 242§2 Κ.Πολ.Δ.

Του αναιρεσίβλητου: ......., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22/8/2002 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5649/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 262/2005 οριστική του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 19/12/2005 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Σπυρίδων Ζιάκας, ανέγνωσε την από 19/1/2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη όλων των λόγων αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη με επίκληση από την αναιρεσείουσα υπ' αριθμ. ..... έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης ........, ακριβές αντίγραφο της από 31-1-2007 κλήσεως, με την κάτω από αυτή πράξη του αρμοδίου Αντιπροέδρου, με την οποία ορίζεται δικάσιμος της από 21-12-2005 αιτήσεως αναιρέσεως η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στον αναιρεσίβλητο.

Αυτός, όμως, κατά τα προκύπτοντα από τα πρακτικά συνεδριάσεως αυτού του Δικαστηρίου, δεν εμφανίστηκε στην παραπάνω δικάσιμο, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε στη σειρά της από το οικείο πινάκιο, ούτε κατέθεσε έγγραφη δήλωση κατά το άρθρο 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. Επομένως, πρέπει να συζητηθεί η υπόθεση, παρά την απουσία του αναιρεσιβλήτου, σαν να ήταν και αυτός παρών (άρθρο 568 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.).

Οι όροι εργασίας ρυθμίζονται σε ατομικό επίπεδο με ατομική σύμβαση ή συμφωνία μεταξύ εργαζομένου και εργοδότη στα πλαίσια της αρχής της συμβατικής ελευθερίας (άρθρο 361 ΑΚ) και σε συλλογικό επίπεδο με την κοινή εργατική νομοθεσία, τις ΣΣΕ-ΔΑ ή τον κανονισμό εργασίας. Στην εργασιακή, συνεπώς, σχέση οι όροι εργασίας διαμορφώνονται από περισσότερες πηγές διαφορετικής ιεραρχικής βαθμίδας, η σύγκρουση των οποίων αποτρέπεται χάριν της ισχύουσας στο εργατικό δίκαιο αρχής της προστασίας, που διασφαλίζει στον εργαζόμενο ένα κατώτατο όριο προστασίας η παραβίαση του οποίου απαγορεύεται.

Ειδική μορφή της εν λόγω αρχής αποτελεί και η αρχή της εύνοιας των μισθωτών η οποία ρυθμίζει τη σχέση συλλογικής και ατομικής συμβάσεως εργασίας. Η αρχή αυτή θεσπίζεται με το άρθρο 680 ΑΚ και τη διάταξη του άρθρου 7 παρ. 2 Ν. 1876/90 κατά την οποία, οι όροι ατομικών συμβάσεων εργασίας, που αποκλίνουν από τους κανονιστικούς όρους συλλογικών συμβάσεων εργασίας, είναι επικρατέστεροι, εφ' όσον παρέχουν μεγαλύτερη προστασία στους εργαζομένους.

Οι όροι εργασίας, όμως, που ρυθμίζονται με ΣΣΕ-ΔΑ, μπορούν να τροποποιούνται με νεώτερη ΣΣΕ του αυτού είδους και πεδίου ισχύος τόσο υπέρ όσο και εις βάρος των εργαζομένων, διότι κατά τη διαδοχή ΣΣΕ δεν ισχύει η αρχή της προστασίας αλλά η αρχή της τάξεως, με εξαίρεση μόνο την περίπτωση κατά την οποία με την ατομική σύμβαση εργασίας έχει γίνει παραπομπή στους κανονιστικούς όρους της ΣΣΕ, οπότε οι όροι αυτοί καθίστανται περιεχόμενο της ατομικής συμβάσεως και εφόσον είναι ευνοϊκότεροι για το μισθωτό, δεν μπορούν, βάσει της αρχής της εύνοιας, να μεταβληθούν με μεταγενέστερη ΣΣΕ, που περιέχει όρους δυσμενέστερους από τους όρους της προηγούμενης, που με συμφωνία εργοδότη και μισθωτού κατέστησαν όροι της ατομικής συμβάσεως εργασίας.

Η αρχή δε της τάξεως ισχύει και στην περίπτωση που οι όροι εργασίας ρυθμίζονται με κανονισμό ο οποίος καταρτίστηκε με ΣΣΕ, δηλαδή μεταξύ του εργοδότη και της συνδικαλιστικής οργανώσεως των εργαζομένων στην επιχείρηση.

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 του Ν. 2112/20, η μεταβολή του προσώπου του εργοδότη, με οποιονδήποτε τρόπο και αν επέρχεται, δεν επηρεάζει την εφαρμογή των υπέρ του υπαλλήλου διατάξεων του νόμου αυτού. Ο ίδιος κανόνας περιέχεται στο άρθρο 9 παρ. 1 του ΒΔ 16/18-7-20 και στο άρθρο 3 παρ. 1 και 2 του ΠΔ 572/88, προκύπτει δε και από το άρθρο 8 του Ν. 3514/28. Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές, η μεταβολή του προσώπου του εργοδότη, εφ' όσον διατηρείται η ταυτότητα της επιχειρήσεως και η οικονομική της δραστηριότητα, συνεπάγεται, ανεξάρτητα από τη νομική αιτία και τη μορφή της μεταβιβάσεως, αυτοδίκαιη υποκατάσταση του νέου εργοδότη στις υφιστάμενες εργασιακές σχέσεις, ακόμη και χωρίς τη συναίνεση του εργαζομένου. Tότε θεωρείται ότι συνεχίζεται με τους ίδιους όρους και συνθήκες η σύμβαση εργασίας με το νέο εργοδότη με το περιεχόμενο που είχε κατά το χρόνο μεταβιβάσεως της επιχειρήσεως, χωρίς καμιά μεταβολή των εκατέρωθεν δικαιωμάτων και υποχρεώσεων. Μεταβιβάζεται δηλαδή το σύνολο των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, ενοχικών και διαπλαστικών, καθώς και των προσδοκιών από τον παλαιό εργοδότη στο νέο.

Συνεπώς, στα μεταβιβαζόμενα δικαιώματα περιλαμβάνονται και αυτά που συνδέονται με την αρχαιότητα και την υπηρεσιακή εξέλιξη και διατηρούνται βαρύνοντα στην ίδια έκταση και το διάδοχο. Έτσι, ο νέος εργοδότης οφείλει να προσμετρήσει το χρόνο προϋπηρεσίας στον προηγούμενο εργοδότη όχι μόνο για τον υπολογισμό της αποζημιώσεως απολύσεως, αλλά σε κάθε περίπτωση που η γένεση ή η έκταση δικαιωμάτων των εργαζομένων εξαρτάται από τη συμπλήρωση ορισμένου χρόνου απασχολήσεως.

Αν οι όροι εργασίας και αμοιβής των εργαζομένων που ανήκαν στη μεταβιβαζόμενη επιχείρηση, ρυθμίζονταν με Κανονισμό, Σ.Σ.Ε. ή Δ.Α., ο νέος εργοδότης δεσμεύεται από τις πηγές αυτές στην έκταση που δεσμευόταν και ο παλαιός εργοδότης. Στην περίπτωση δε που ο νέος εργοδότης απασχολούσε ήδη δικό του προσωπικό πριν από τη μεταβίβαση, οι κανονιστικές διατάξεις των Σ.Σ.Ε και Δ.Α.

που ρυθμίζουν τους όρους εργασίας και αμοιβής του προσωπικού αυτού, δεν επεκτείνονται αυτοδικαίως και στο προσωπικό της επιχειρήσεως που μεταβιβάστηκε, και πολύ περισσότερο οι εν λόγω διατάξεις δεν καθίστανται, χωρίς ρητή συμβατική παραπομπή σ' αυτές, όροι των ατομικών συμβάσεων εργασίας των εν λόγω εργαζομένων.

Ωστόσο, οι όροι εργασίας και αμοιβής των εργαζομένων, που ανήκαν στη μεταβιβασθείσα επιχείρηση, είτε αυτοί θεμελιώνονται στην ατομική σύμβαση εργασίας του καθενός είτε σε Σ.Σ.Ε. ή Δ.Α., μπορούν να τροποποιηθούν μετά τη μεταβίβαση της επιχειρήσεως ακόμη και επί το δυσμενέστερο, με την κατάρτιση νέων ατομικών συμβάσεων εργασίας ή την τροποποίηση των υφισταμένων, αλλά και με την κατάρτιση νέων Σ.Σ.Ε.

ή Δ.Α. όσον αφορά τους όρους αμοιβής και εργασίας που στηρίζονται σ' αυτές. Τέλος, με την από ...... επιχειρησιακή Σ.Σ.Ε., που καταρτίστηκε μεταξύ της αναιρεσείουσας εταιρείας και του σωματείου Π.Ε.Π.ΕΚΟ των εργαζομένων σ' αυτήν (κατάθεση στις 9-7-02), ορίζεται στο άρθρο 10, που έχει τίτλο "Ένταξη/Κατάταξη των εργαζομένων των πρώην Εταιρειών ΕΚΟΛΙΝΑ ΑΕ και ΑΕΕΠ.

Γ. ΜΑΜΙΔΑΚΗΣ & ΣΙΑ", ότι για τον καθορισμό του μισθολογικού κλιμακίου στο οποίο εντάσσεται, με εκκίνηση την 1-1-2001, κάθε εργαζόμενος ελήφθησαν υπόψη: Ι. τα ατομικά δεδομένα με βάση τα προβλεπόμενα στην ΕΣΣΕ και

ΙΙ. από την προϋπηρεσία του στις Εταιρείες ΕΚΟΛΙΝΑ ΑΕ και ΑΕΕΠ. Γ. ΜΑΜΙΔΑΚΗΣ & ΣΙΑ χρονικό διάστημα πέντε ετών συν το ήμισυ του υπολοίπου χρονικού διαστήματος της προϋπηρεσίας αυτής. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχτηκε τα ακόλουθα: Ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος προσλήφθηκε κατά τον αναφερόμενους χρόνο από την ανώνυμη εταιρεία "ΑΕΕΠ Γ.

ΜΑΜΙΔΑΚΗΣ ΚΑΙ ΣΙΑ" με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ως υπάλληλος και εργάστηκε μέχρι την 1-11-2000, που η εν λόγω εταιρεία απορροφήθηκε από την εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα, η οποία υπεισήλθε αυτοδικαίως στα από τις υφιστάμενες συμβάσεις εργασίας δικαιώματα και υποχρεώσεις της αρχικής εταιρείας.

Κατά την ανωτέρω ημερομηνία εντάξεως των μισθωτών της εταιρείας "ΜΑΜΙΔΑΚΗΣ", η αναιρεσείουσα εταιρεία δεν προέβη σε κατάρτιση νέων ατομικών συμβάσεων εργασίας με τους ενταχθέντες υπαλλήλους, καθώς και με τον αναιρεσίβλητο, ούτε κατάρτισε νέα επιχειρησιακή ΣΣΕ, γιατί για μία τριετία ίσχυε ο εσωτερικός κανονισμός εργασίας, που καταρτίστηκε βάσει της από .....

επιχειρησιακής ΣΣΕ και στη συνέχεια η από ..... ΣΣΕ, που διαδέχτηκε την προηγούμενη. Από 1-11-2000 οι κανονιστικοί όροι των ανωτέρω επιχειρησιακών ΣΣΕ της αναιρεσείουσας κατέστησαν όροι της ατομικής συμβάσεως εργασίας του αναιρεσιβλήτου, έστω και αν αυτός δεν ήταν ακόμη μέλος της συμβληθείσας συνδικαλιστικής οργανώσεως.

Η αναιρεσείουσα, αντί να κατατάξει τον αναιρεσίβλητο, σύμφωνα με τον ισχύοντα κανονισμό εργασίας, στο προς τούτο οριζόμενο κλιμάκιο, τον κατέταξε σε διαφορετικό απ' αυτό, κατά παράβαση του εν λόγω κανονισμού και συγκεκριμένα, ενώ αυτός με βάση όλη την προϋπηρεσία του στον προηγούμενο εργοδότη την 1-11-2000, έπρεπε να καταταγεί αρχικά στο 12ο ΜΚ και με τρεις μετατάξεις στον 9ο, η αναιρεσείουσα λαμβάνοντας υπόψη, επικαλούμενη το από .....

πρακτικό συμφωνίας, ως χρόνο προϋπηρεσίας πέντε (5) έτη και επί πλέον το ήμισυ του υπολοίπου χρονικού διαστήματος της συνολικής προϋπηρεσίας, ήτοι μικρότερο του πραγματικού, κατέταξε αυτόν σε μικρότερο κατά ένα μισθολογικό κλιμάκιο. Το εν λόγω πρακτικό συμφωνίας, που καταρτίστηκε μεταξύ της αναιρεσείουσας και του σωματείου των εργαζομένων σ' αυτή, δεν είχε εφαρμογή στην περίπτωση του αναιρεσιβλήτου διότι ήταν συμβατικού χαρακτήρα και δεν το αποδέχτηκε αυτός, η δε μετέπειτα καταρτισθείσα από ....

επιχειρησιακή ΣΣΕ, με την οποία θεσπίστηκε το πρώτον η ανωτέρω δυσμενής ρύθμιση, ως προς τον λαμβανόμενο υπόψη για την κατάταξη των προερχομένων από την απορροφηθείσα ανωτέρω εταιρεία εργαζομένων σε μισθολογικά κλιμάκια, χρόνο υπηρεσίας, δεν ισχύει επίσης, ως προς τη ρύθμιση αυτή διότι είναι, κατά τούτο, δυσμενέστερη από την ατομική σύμβαση εργασίας του ενάγοντος.

Με την κρίση του αυτή το Εφετείο, το οποίο δέχτηκε ακολούθως εν μέρει την αγωγή, αναγνωρίζοντας ότι η αναιρεσείουσα όφειλε να κατατάξει τον αναιρεσίβλητο στο εκτιθέμενο σ' αυτήν μισθολογικό κλιμάκιο, συνυπολογίζοντας προς τούτο το σύνολο της προϋπηρεσίας του στην απορροφηθείσα εταιρεία, παραβίασε τις κανονιστικού χαρακτήρα διατάξεις του Κανονισμού Εργασίας της αναιρεσείουσας και της Σ.Σ.Ε., που ρύθμιζαν έως τη διαδοχή, τους όρους αμοιβής και εργασίας του προσωπικού της που εργαζόταν σ' αυτήν πριν από την ως άνω μεταβίβαση, με το να τις εφαρμόσει, κρίνοντας ότι οι όροι αυτοί κατέστησαν αυτοδικαίως όροι της ατομικής συμβάσεως εργασίας του αναιρεσιβλήτου, ενώ παράλληλα διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του ανεπαρκείς αιτιολογίες, σχετικά με τα μεταβιβασθέντα στη διάδοχο αναιρεσείουσα δικαιώματα των εργαζομένων στην απορροφηθείσα εταιρεία, και ειδικότερα αυτά που αναφέρονται στους όρους και προϋποθέσεις εντάξεως αυτών σε μισθολογικά κλιμάκια, καθόσον δεν διευκρινίζεται αν υπήρχαν τέτοια δικαιώματα και σε καταφατική περίπτωση αν αυτά εδράζονταν στην ατομική σύμβαση του καθενός ή σε κανονιστικού χαρακτήρα διατάξεις Σ.Σ.Ε.

ή Δ.Α. Οι ελλείψεις δε αυτές, σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, καθιστά ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής των διατάξεων του άρθρου 3 παρ. 1 και 2 του π.δ. 572/1988 και 7 παρ. 2 του ν. 1876/1990. Επομένως, οι σχετικοί από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. δεύτερος και τέταρτος λόγοι αναιρέσεως, είναι βάσιμοι.

Με τη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του Συντάγματος, κατά την οποία οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου, ελέγχονται οι κανόνες δικαίου που θεσπίζει ο νομοθέτης ή άλλοι φορείς στους οποίους αναγνωρίζεται κανονιστική εξουσία, και αν κριθεί ότι οι κανόνες αυτοί, που μπορεί να πηγάζουν και από συλλογική σύμβαση εργασίας, εισάγουν αυθαίρετη δυσμενή διάκριση εις βάρος ορισμένης κατηγορίας, τότε, προς αποκατάσταση της συνταγματικής αρχής της ισότητας, η διάταξη που ισχύει για την κατηγορία υπέρ της οποίας θεσπίστηκε η ρύθμιση, εφαρμόζεται και για εκείνους που εξαιρέθηκαν αυθαίρετα από αυτή.

Η αρχή δε της ίσης μεταχειρίσεως, που απορρέει από τις διατάξεις των άρθρων 288 ΑΚ και 22 παρ. 1 εδ. β' του Συντάγματος, απευθύνεται στον εργοδότη και στοχεύει στη δίκαιη μεταχείριση όλων των εργαζομένων ως προς τις χορηγούμενες από αυτόν εκούσιες παροχές. Τόσο, όμως, η συνταγματική αρχή της ισότητας των πολιτών έναντι του νόμου, όσο και η αρχή της ίσης μεταχειρίσεως, ως βασική αρχή του εργατικού δικαίου, ανάγονται στην ίδια βασική ιδέα ότι όμοια πράγματα πρέπει να τύχουν ίσης μεταχειρίσεως.

Εξάλλου, όπως προαναφέρθηκε, από τη διάταξη του άρθρου 3 παρ. 1 και 2 του π.δ. 572/1988 προκύπτει ότι σε περίπτωση μεταβιβάσεως επιχειρήσεως κατά οποιοδήποτε τρόπο, μεταβιβάζεται και η σχέση εργασίας στο νέο εργοδότη με το περιεχόμενο που είχε κατά το χρόνο μεταβιβάσεως της επιχειρήσεως, χωρίς καμία μεταβολή των εκατέρωθεν δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, είτε αυτά πηγάζουν από την ατομική σύμβαση εργασίας είτε απορρέουν από κανονισμό, συλλογική σύμβαση εργασίας ή απόφαση διαιτησίας.

Δηλαδή ο νομοθέτης επιβάλλει στο νέο εργοδότη την υποχρέωση να διατηρήσει για το προσωπικό της μεταβιβαζόμενης επιχειρήσεως τους όρους εργασίας που είχε στον προηγούμενο εργοδότη, χωρίς, όμως, να απαιτεί και την εξομοίωσή τους με τους τυχόν καλύτερους όρους εργασίας του δικού του προσωπικού που είχε πριν από τη μεταβίβαση.

Τέτοια δε υποχρέωση δεν μπορεί να θεμελιωθεί, όσον αφορά τις εκούσιες παροχές και αυτές που απορρέουν από κανονιστικές διατάξεις, στις παραπάνω αρχές της ίσης μεταχειρίσεως και της ισότητας αντίστοιχα, καθόσον πρόκειται για μισθωτούς διαφορετικής προελεύσεως αφού ένα τμήμα προέρχεται από την εξαγορασμένη επιχείρηση, ενώ άλλο τμήμα αποτελεί προσωπικό του νέου εργοδότη.

Επομένως, το Εφετείο, κατά το μέρος που στήριξε το αποδεικτικό του πόρισμα, στην επάλληλη αιτιολογία ότι σε κάθε περίπτωση η ως άνω δυσμενής μεταχείριση του αναιρεσιβλήτου, σε σχέση με το υφιστάμενο κατά τη μεταβίβαση προσωπικό της αναιρεσείουσας, που απορρέει από την από ...... Ε.Σ.Σ.Ε. είναι αντίθετη προς τη συνταγματική αρχή της ισότητας, παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1 και 22 παρ. 1 του Συντάγματος.

Έτσι, ο τρίτος από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται η σχετική αιτίαση, είναι βάσιμος. Μετά από τα παραπάνω, πρέπει, κατά παραδοχή των δεύτερου, τρίτου και τέταρτου λόγων αναιρέσεως, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, του οποίου είναι δυνατή η σύνθεση από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 262/2005 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, με σύνθεση από άλλους δικαστές. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε χίλια πεντακόσια (1500) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 22 Φεβρουαρίου 2008. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 4 Μαρτίου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ