Legislator Case Law & Legislation
392/2024 AI generated

Supreme Court allows appeal against unclear liability findings regarding employer safety inspection duties.

Case Number 392/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court allowed the appeal against the Second Instance Court's decision, finding the lower court's reasoning on liability insufficient. The appellant argued that the employer failed to identify safety violations during inspections, causing the accident, but the court noted the reasoning was vague regarding the timing of these inspections relative to the incident. Consequently, the appeal was accepted, the case remitted for retrial, and the appellant awarded costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 580, 495, 176, 183, 191 of the Code of Civil Procedure; A court decision is remitted for retrial when the reasoning regarding the attribution of liability to a specific party is unclear and fails to establish the necessary causal link between the entity's oversight duties and the occurrence of the accident.

Keywords

AI generated
employer liability safety inspection causal link unclear reasoning remittal for retrial workplace accident Code of Civil Procedure

Cited Legislation

AI generated
Article 1 of Law 98/1.8.1975
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 580 of the Code of Civil Procedure
Article 495 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 191 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 392 / 2024 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 392/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Παναγιώτη Βενιζελέα - Εισηγητή, Κλεόβουλο - Δημήτριο Κοκκορό και Παναγιώτα Γκουδή - Νινέ, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Σεπτεμβρίου 2023, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: αλλοδαπής εταιρείας με την επωνυμία "D. G. S.", η οποία εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Παναγιώτα Σμυρνιού.

Του αναιρεσιβλήτου: Γ. Π. του Ι., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Μπακρατσά, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-4-2017 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1983/2019 του ίδιου Δικαστηρίου και 2860/2021 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 20-12-2021 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με το άρθρο πρώτο του Ν. 98/1.8.1975 κυρώθηκε και ορίστηκε ότι έχει ισχύ νόμου η υπογραφείσα από 14 Ιουνίου 1975 σύμβαση μεταξύ του Ελληνικού Δημοσίου αφ' ενός και των Εταιρειών O. E. C. of G., H. oil C. inc, W. A., W. S. G. oil C., ως αναδόχων, αφ' ετέρου, με αντικείμενο την έρευνα και εκμετάλλευση Υδρογονανθράκων στη θαλάσσια περιοχή του Θρακικού Πελάγους, υπό τους αναφερόμενους στην σύμβαση ειδικότερους όρους, μεταξύ των οποίων (Άρθρο1) "1...2.

Διά της παρούσης παρέχεται εις τον Ανάδοχον κατ' αποκλειστικότητα το δικαίωμα και η άδεια, όπως, υπό τούς εν αυτή όρους και συμφωνίας, διεξαγάγη, διοικήση και εκτελέση απάσας τας Εργασίας Πετρελαίου, σχέσιν εχούσας πρός τους εντός της Συμβατικής Περιοχής Υδρογονάνθρακας. 1.3. Ο Ανάδοχος υποχρεούται όπως διεξάγη τας Εργασίας Πετρελαίου συμφώνως προς τους κανόνας της καλής πρακτικής εν τη παραγωγή πετρελαίου (good oil field practices) και υπόκειται εις τους εν `Ελλάδι ισχύοντας νόμους και κανονισμούς, εξαιρέσει των περιπτώσεων καθ' ας η παρούσα Σύμβασις άλλως ορίζει..." (Άρθρο 2). "Διάρκεια 'Ερευνητικής Περιόδου. 2.1.

Διά τής παρούσης παρέχεται εις τον Ανάδοχον αποκλειστική άδεια ερευνών, καλύπτουσα ολόκληρον την Ερευνητικήν Περιοχήν, διά περίοδον τεσσάρων (4) ετών, αρχομένην από της Ημερομηνίας Ενάρξεως Ισχύος της παρούσης Συμβάσεως", (Άρθρον 6) "Ανακαλύψεις- Άδειαι Εκμεταλλεύσεως. 6.1. Εις ην περίπτωσιν οποτεδήποτε διαρκούσης τής Ερευνητικής Περιόδου περί ης γίνεται μνεία εν τω ανωτέρω Άρθρω 2, λάβη χώραν ανακάλυψις Υδρογονανθράκων, εις οιονδήποτε φρέαρ ανορυχθέν υπό του Αναδόχου εις την Ερευνητικήν Περιοχήν, εις ποσότητας αίτινες κατά την γνώμην του Αναδόχου θα εξησφάλιζον οικονομικώς συμφέρουσαν εκμετάλλευσιν (εμπορικώς εκμεταλλεύσιμον κοίτασμα) ο Ανάδοχος θα δικαιούται νά λάβη αποκλειστικήν άδειαν εκμεταλλεύσεως τής τοιαύτης ανακαλύψεως, της εν λόγω άδειας αποκαλουμένης του λοιπού εν τη παρούση ως "Αδεια Εκμεταλλεύσεως" καί θα τυγχάνη άμα υπόχρεος εις εκμετάλλευσιν της γενομένης ανακαλύψεως, συμφώνως προς τα εν τη παρούση Συμβάσει οριζόμενα", (Άρθρον 7) Διάρκεια Αδειών Εκμεταλλεύσεως.7.1.

Η διάρκεια της Άδειας Εκμεταλλεύσεως ΠΡΙΝΟΣ ορίζεται εις είκοσιν εξ (26) συναπτά έτη, αρχομένη από της Ημερομηνίας Ενάρξεως Ισχύος της παρούσης Συμβάσεως. 7.2. `Η διάρκεια εκάστης ετέρας Άδειας Εκμεταλλεύσεως, δυναμένης να αποκτηθή κατά τα εν τω προηγουμένω Άρθρω σχετικώς εκτιθέμενα, έσται ωσαύτως είκοσιν εξ (26) συναπτών ετών, αρχομένη από της ημερομηνίας της εν τω ανωτέρω Άρθρω 6.3 γνωστοποιήσεως προς το Ελληνικόν Δημόσιον", (Άρθρον 10) "Υποχρεώσεις Ερεύνης και Εκμεταλλεύσεως του Αναδόχου. 10.1.

Προς τον σκοπόν εκτελέσεως των Εργασιών Πετρελαίου τόσον κατά την διάρκειαν της ερευνητικής περιόδου όσον και κατά την διάρκειαν της περιόδου εκμεταλλεύσεως, συμφώνως προς το εν τω ανωτέρω Αρθρω 8 της παρούσης αναφερόμενον Πρόγραμμα Εργασίας, ο Ανάδοχος υποχρεούται όπως : α)...ε) Ανεγείρη, κατασκευάζη, εγκαθιστά καί συντηρή πάσας τας χερσαίας και θαλασσίας κατασκευάς, κτίσματα, εργοστάσια και εγκαταστάσεις, τας οποίας ο Ανάδοχος κρίνει αναγκαίας διά την εφαρμογήν του Ετησίου Προγράμματος Εργασίας, περιλαμβανομένων τών αναγκαιουσών διά την εκμετάλλευσιν, παραγωγήν, μεταφοράν και αποθήκευσιν των Υδρογονανθράκων, ως και διά την Προκαταρκτικήν και τελικήν αυτών επεξεργασίαν, (εξαιρέσει της κατασκευής Διυλιστηρίου) αναφερομένων, ενδεικτικώς, αποχωρισμού αερίων, ύδατος και ιζημάτων πυθμένος, αποθειώσεως, αποχωρισμού φυσικής βενζίνης εκ φυσικών αερίων, παραγωγής πλήρως επεξειργασμένου εμπορευσίμου θείου, παραγώγων θείου και λοιπά.

στ)... 10.2. Άπαντα τα ανωτέρω έργα, κατασκευαί, εργοστάσια και εγκαταστάσεις, δέον να εκτελεσθούν, κατασκευασθούν, ανεγερθούν, τεθούν εις λειτουργίαν καί συντηρώνται, συμφώνως προς τούς κανόνας της τέχνης, τας γενικώς αποδεκτάς μεθόδους και πρότυπα της βιομηχανίας πετρελαίου και μετά της δεούσης προσοχής, διά να εξασφαλισθή η αποφυγή ατυχημάτων και υλικών ζημιών, ή ανά πάσαν στιγμήν ελευθεροπλοΐα ...

η προστασία οδών και δημοσίας χρήσεως εγκαταστάσεων εν γένει, νεκροταφείων και αρχαιολογικών χώρων και της αλιείας, ως και η πρόληψις ρυπάνσεως τής θαλάσσης και του περιβάλλοντος και η προστασία αυτών....". Η ανωτέρω Σύμβαση συμπληρώθηκε και τροποποιήθηκε διαδοχικά με την Σύμβαση της 27/9/1976, η οποία κυρώθηκε με το Ν.539/1977, την τροποποιητική σύμβαση της 9.12.1987, η οποία κυρώθηκε με το Ν. 1769/1988 και τη δεύτερη τροποποιητική σύμβαση της 23.2.1993, η οποία κυρώθηκε με το Ν. 2159/1993.

Ακολούθησε ο Ν. 468/12.11.1976 "Περί αναζητήσεως, ερεύνης και εκμεταλλεύσεως υδρογονανθράκων και ρυθμίσεις συναφών θεμάτων", που καθόρισε το νομικό πλαίσιο για την έρευνα και την εκμετάλλευση υδρογοναναθράκων, ο οποίος καταργήθηκε μεν με την παρ.2 του άρθρου 21 του Ν. 2289/1995, με την επιφύλαξη όμως της παρ.32 του άρθρου 12 του ιδίου ως άνω νόμου, όπου ορίζεται ότι "Παραχωρήσεις του δικαιώματος έρευνας και εκμετάλλευσης, που έχουν γίνει σύμφωνα με την παρ.2 του άρθρου 2 του Ν. 468/1976 δεν θίγονται.

Σε περίπτωση που το ανωτέρω δικαίωμα ασκείται με σύναψη σύμβασης διανομής της παραγωγής ή σύμβασης μίσθωσης, εφαρμόζονται οι διατάξεις του παρόντος νόμου. Μετά την 31.12.1996 με προεδρικά διατάγματα που εκδίδονται με πρόταση του Υπουργού Βιομηχανίας, Ενέργειας και Τεχνολογίας, μετά από γνώμη της Δ.Ε.Π.-Ε.Κ.Υ.

και δημοσιεύονται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, είναι δυνατόν οι ανωτέρω παραχωρήσεις να ανακαλούνται, εφόσον δεν προβλέπεται να διενεργηθεί, στις περιοχές που αφορούν, έρευνα ή εκμετάλλευση, σύμφωνα με τα εγκεκριμένα από τον Υπουργό Βιομηχανίας, Ενέργειας και Τεχνολογίας μεσοπρόθεσμα ή μακροπρόθεσμα προγράμματα ανάπτυξης της Δ.Ε.Π. - Ε.Κ.Υ.".

Ειδικότερα στον Ν. 468/1976 ορίστηκαν και τα ακόλουθα: (Άρθρον 2) "1. Το δικαίωμα αναζητήσεως, ερεύνης και εκμεταλλεύσεως των εις τας χερσαίας περιοχάς της Χώρας και τας κατά το άρθρον 148 παρ. 1 του Μεταλλευτικού Κώδικος υπολιμνίους και υποθαλασσίας περιοχάς υφισταμένων υδρογονανθράκων ανήκει εις το Δημόσιον 2.

Τα κατά την παρ. 1 δικαιώματα ερεύνης και εκμεταλλεύσεως υδρογονανθράκων είναι αναπαλλοτρίωτα. Κατ` εξαίρεσιν δύναται δια προεδρικών διαταγμάτων, εκδιδομένων προτάσει των Υπουργών Συντονισμού και Βιομηχανίας και Ενεργείας, να παρέχεται εις την Δημοσίαν Επιχείρησιν Πετρελαίου (Δ.Ε.Π.) το αποκλειστικόν δικαίωμα ερεύνης και εκμεταλλεύσεως υδρογονανθράκων δι` ίδιον αυτής λογαριασμόν εις ωρισμένας εκάστοτε εκ των κατά την παρ. 1 περιοχών. 3.

Η εκμετάλλευσις των υδρογονανθράκων χαρακτηρίζεται δια την εφαρμογήν των διατάξεων του παρόντος ως δημοσίας ωφελείας". (Άρθρον 5) "Τρόποι ασκήσεως του δικαιώματος του Δημοσίου και της Δ.Ε.Π. επί των υδρογονανθράκων 1. Το κατά το άρθρον 2 του παρόντος δικαίωμα ερεύνης και εκμεταλλεύσεως ασκείται υπό του Δημοσίου:

α) δια συνάψεως συμβάσεως διανομής της παραγωγής, β) δια συνάψεως συμβάσεως μισθώσεως. 2. Η υπό του Δημοσίου επιλογή μεταξύ των κατά τας περιπτ. α και β της προηγουμένης παραγράφου τρόπων ασκήσεως του δικαιώματος ενεργείται εκάστοτε δια κοινής αποφάσεως των Υπουργών Συντονισμού, Οικονομικών και Βιομηχανίας και Ενεργείας, κατόπιν γνώμης της Δ.Ε.Π. 3.

Η άσκησις και διαχείρισις των δικαιωμάτων του Δημοσίου, των απορρεόντων εκ των κατά την παρ. 1 συναπτομένων υπ` αυτού μετά τρίτων συμβάσεων, ανατίθενται εν όλω ή εν μέρει δια συμβάσεως αμίσθου εντολής εις την Δ.Ε.Π. 4...".(Άρθρο 10) "Ανάδοχοι. 1. Ανάδοχοι των κατά τας διατάξεις των άρθρων 6 έως 9 του παρόντος συναπτομένων συμβάσεων δύναται να είναι μόνον ημεδαπά ή αλλοδαπά νομικά πρόσωπα, εν ή και πλείονα εν κοινοπραξία, πλην των προσωπικών εταιριών και των εταιριών περιωρισμένης ευθύνης...".(άρθρο 11) "Σύναψις συμβάσεων.1.

Αι κατά τας διατάξεις των άρθρων 6 έως 9 του παρόντος συμβάσεις του Δημοσίου ή της Δ.Ε.Π. μετά τρίτων καταρτίζονται είτε κατόπιν δημοπρασίας είτε κατόπιν προσκλήσεως περιωρισμένου αριθμού ενδιαφερομένων προς υποβολήν προσφορών... 2. Η διακήρυξις της δημοπρασίας ή η πρόσκλησις προς υποβολήν προσφορών αναφέρονται εις Τύπον Συμβάσεως εκ των προβλεπομένων υπό των άρθρων 6 έως 9 του παρόντος... 3.

Δια της δημοπρασίας ή της προσκλήσεως προς υποβολήν προσφορών επιδιώκεται η ανάδειξις αναδόχου ικανού δια την ταχείαν και αρτίαν εκτέλεσιν των έργων ερεύνης και εκμεταλλεύσεως... 4. Επί συμβάσεων του Δημοσίου η διακήρυξις της δημοπρασίας ή η πρόσκλησις προς υποβολήν προσφορών ως και η κατακύρωσις ή η επιλογή ενεργούνται υπό των Υπουργών Συντονισμού.

Οικονομικών και Βιομηχανίας και Ενεργείας. Εις την Δ.Ε.Π. ανατίθεται δια συμβάσεως αμίσθου εντολής υπό του Δημοσίου, η δια λογαριασμόν αυτού διενέργεια της δημοπρασίας και η αξιολόγησις των προσφορών". (Άρθρο 16) "1)...6.Κατά την εκτέλεσιν των εργασιών ερεύνης ο ανάδοχος υποχρεούται να συμμορφούται προς τας εκάστοτε ισχυούσας διατάξεις περιλαμβανομένων των κατά το άρθρον 39 του παρόντος Κανονισμών, τας αναφερομένας εις την εθνικήν άμυναν και ασφάλειαν, την ασφάλειαν της ναυσιπλοϊάς, την προστασίαν της υγείας και της ζωής των εργαζομένων και των περιοίκων, τας αρχαιότητας εν γένει, τους ιστορικούς τόπους και τους τόπους ιδιαιτέρου φυσικού κάλλους, ως και την αποφυγήν ρυπάνσεως και προστασίαν του περιβάλλαντος, της χλωρίδος, της πανίδος και της θαλάσσης.

Δια της συμβάσεως δύναται να συμφωνήται ότι, μέχρι εκδόσεως των κατά το άρθρον 39 του παρόντος Κανονισμών, αι εργασίαι ερεύνης και εκμεταλλεύσεως θα εκτελούνται συμφώνως προς τας διατάξεις αναλόγων Κανονισμών ετέρων Χωρών" (Άρθρον 36) "1.Μόνιμοι ή προσωριναί θαλάσσιαι εγκαταστάσεις και πλωταί κατασκευαί, ανεξαρτήτως χωρητικότητος ή εκτοπίσματος, προοριζόμεναι εκ κατασκευής ή μετασκευής δι` εργασίας ερεύνης ή εκμεταλλεύσεως υδρογονανθράκων εγχωρίας ή αλλοδαπής παραγωγής, συμπεριλαμβανομένων της διϋλίσεως και αποθηκεύσεως τούτων, δύνανται υπό τους όρους των παρ. 1 και 2 του άρθρου 5 του Κώδικος Δημοσίου Ναυτικού Δικαίου, κατόπιν αιτήσεως του κυρίου αυτών να εγγράφωνται εις ειδικόν νηολόγιον τηρούμενον εις το Κεντρικόν Λιμεναρχείον Περαιώς, μετά προηγούμενον τελωνισμόν τούτων, εάν εισάγωνται εκ της αλλοδαπής. 2.

Επί των κατά την προηγουμένην παράγραφον νηολογουμένων εγκαταστάσεων και πλωτών κατασκευών εφαρμόζονται: α) αι διατάξεις των τίτλων, πρώτου, εβδόμου, ογδόου και δεκάτου του Κώδικος Ιδιωτικού Ναυτικού Δικαίου, ως και αι λοιπαί αφορώσαι εις τα υπό των τίτλων τούτων ρυθμιζόμενα θέματα κείμεναι διατάξεις, β) αι περί πλοίων διατάξεις του Κώδικος Πολιτικής Δικονομίας 3.

Αι ανήκουσαι εις ανάδοχον συμβάσεως μετά του Δημοσίου ή της Δ.Ε.Π., αντικείμενον έχουσης την έρευναν και εκμετάλλευσιν υδρογονανθράκων, εγκαταστάσεις και πλωταί κατασκευαί δύνανται να νηολογούνται κατά τας διατάξεις του παρόντος άρθρου και αν έτι ούτος είναι αλλοδαπός. 3...4. Δια προεδρικών διαταγμάτων εκδιδομένων προτάσει του Υπουργού Εμπορικής Ναυτιλίας καθορίζονται:

α) ο τύπος των εις το ειδικόν νηολόγιον πράξεων και εγγραφών, β) ο τύπος του εγγράφου εθνικότητος, γ) τα της απονομής διακριτικών σημάτων, δ) τα της τηρήσεως ειδικού υποθηκολογίου και ειδικού βιβλίου κατασχέσεων περί των κατά το παρόν άρθρον εγκαταστάσεων και πλωτών κατασκευών, ε) πάσα συναφής προς τα ανωτέρω θέματα λεπτομέρεια. (Άρθρο 39) "1.

Δια προεδρικών διαταγμάτων, εκδιδομένων προτάσει του Υπουργού Βιομηχανίας και Ενεργείας, θεσπίζονται Κανονισμοί εκτελέσεως των πάσης φύσεως εργασιών και έργων αναζητήσεως, ερεύνης και εκμεταλλεύσεως υδρογονανθράκων, περιλαμβανομένης της κατασκευής των πάσης φύσεως εγκαταστάσεων, των δεξαμενών αποθηκεύσεως και των πετρελαιαγωγών, της διενεργείας των γεωτρήσεων και της σφραγίσεως των φρεάτων, προς τον σκοπόν λήψεως πάσης φύσεως μέτρων ασφαλείας προσώπων ή πραγμάτων, παρεμποδίσεως της ρυπάνσεως ή μολύνσεως του περιβάλλοντος, προστασίας της χλωρίδος και της πανίδος, της αλιείας και της ναυσιπλοϊας, της πολτιστικής κληρονομίας, ως και ετέρων δραστηριοτήτων εντός των Περιοχών Εκμεταλλεύσεως".

Κατ' εξουσιοδότηση της παρ. 4 του άρθρου 36 του ανωτέρω Νόμου εκδόθηκε το Π.Δ. 894/7.12.1978 "Περί ειδικού νηολογίου ειδικού υποθηκολογίου, ειδικού βιβλίου κατασχέσεων, τύπου εγγράφου εθνικότητος, απονομής διακριτικών σημάτων και ρυθμίσεως συναφών θεμάτων σχετικών προς τας προβλεπομένας υπό του άρθρου 36 του Ν. 468/1976 εγκαταστάσεις και πλωτάς Κατασκευάς", στα άρθρα 1 και 2 του οποίου ορίστηκαν και τα ακόλουθα: "Αρθρο 1) "1.

Ορίζομεν όπως παρά τω Κεντρικώ Λιμεναρχείω Πειραιώς τηρούνται, ειδικόν νηολόγιον β` κλάσεως, ναυτικόν υποθηκολόγιον και βιβλίον κατασχέσεων διά την καταχώρησιν των εγγραφών των αφορωσών τάς μονίμους ή προσωρινάς θαλασσίας εγκαταστάσεις και πλωτάς κατασκευάς, τας προβλεπομένας υπό του άρθρου 36 του Ν. 468/76, εφαρμοζομένων αναλόγως ως πρός τάς εγγραφάς ταύτας των εκάστοτε ισχυουσών διατάξεων περί τηρήσεως των βιβλίων τούτων". (Αρθρον 2) "1.

Διά να νηολογηθούν μόνιμοι ή προσωριναί θαλάσσαι εγκαταστάσεις και πλωταί κατασκευαί, περί ων το άρθρον 36 του Ν.468/76, απαιτείται: α) Προκειμένου περί της θαλασσίας ασφαλείας αυτών η έκδοσις πιστοποιητικού υπό της Επιθεωρήσεως Εμπορικών Πλοίων του Υπουργείου Εμπορικής Ναυτιλίας, και β) Προκειμένου περί της ασφαλείας και καταλληλότητος των επ` αυτών μηχανημάτων ερεύνης και εκμεταλλεύσεως υδρογονανθράκων και του εν γένει εξοπλισμού λειτουργίας αυτών η έκδοσις πιστοποιητικού υπό του Υπουργείου Βιομηχανίας και Ενεργείας. 2.

α) Διά την έκδοσιν του εν παρ.2 εδ. α` του παρόντος άρθρου πιστοποιητικού της Επιθεωρήσεως Εμπορικών Πλοίων απαιτείται η υποβολή εις αυτήν πιστοποιητικού Οργανισμού εκ των εις την επομένην παράγραφον 3 αναφερομένων, εμφαίνοντος ότι αι εν λόγω κατασκευαί και εγκαταστάσεις είναι εντεταγμέναι εις ειδικήν διά ταύτας κλάσιν και παρακολουθούνται υπ` αυτού ή εάν δεν προβλέπεται ειδική κλάσις, η έκδοσις υπό του ανωτέρω Οργανισμού πιστοποιητικού εγκρίσεως και καταλληλότητος.

β) Προκειμένου περί πλωτών κατασκευών και μονίμων η προσωρινών θαλασσίων εγκαταστάσεων τελουσών υπό κατασκευήν, απαιτείται η υποβολή βεβαιώσεως εμφαινούσης ότι αύται παρακολουθούνται υπό του ανωτέρω οργανισμού και θέλουν ενταχθή εις ειδικήν κατά τα ανωτέρω κλάσιν ή εάν δεν προβλέπεται ειδική κλάσις ότι θα πληρούν τους όρους των οικείων κανονισμών του Οργανισμού.

γ) Η Επιθεώρησις Εμπορικών Πλοίων λαμβάνουσα υπ` όψιν τους οικείους Κανονισμούς του Οργανισμού, δύναται να απαιτήση όπως πλέον των τομέων τους οποίους καλύπτει η κλάσις η το πιστοποιητικόν καταλληλότητος, αναληφθή παρ` αυτού και η εξέτασις και παρακολούθησις ετέρων θεμάτων θαλασσίας ασφαλείας ρητώς κατονομαζομένων. 3.

Διά του παρόντος εξουσιοδοτούνται όπως παρέχουν τα προβλεπόμενα εις την προηγουμένην παράγραφον πιστοποιητικά οι ακόλουθοι οργανισμοί: α) GERMANISCHER LLYOD, β) BUREAU VERITAR, γ) NORSKE VERITAR, δ) LLOYOD`S REGISTER OF SHIPPING, ε) AMERICAN BUREAU OF SHIPPING". Ακολούθησε η ψήφιση του Ν. 2289/1995 "Αναζήτηση, έρευνα και εκμετάλλευση υδρογονανθράκων και άλλες διατάξεις", ο οποίος κατάργησε τον ανωτέρω Ν. 468/1976, όπως προαναφέρθηκε, και ρύθμισε με τον αναφερόμενο σε αυτόν τρόπο τα θέματα έρευνας και εκμετάλλευσης υδρογονανθράκων, στο δε άρθρο 12 παρ. 6 αυτού όρισε ότι "Μόνιμες ή προσωρινές θαλάσσιες εγκαταστάσεις και πλωτές κατασκευές, ανεξαρτήτως χωρητικότητας ή εκτοπίσματος, που προορίζονται από κατασκευής ή μετασκευής για εργασίες έρευνας ή εκμετάλλευσης υδρογονανθράκων εγχώριας ή αλλοδαπής παραγωγής, συμπεριλαμβανομένης της διύλισης και αποθήκευσης αυτών, μπορούν βάσει των όρων των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 5 του Κώδικα Δημοσίου Ναυτικού Δικαίου, μετά από αίτηση του κυρίου αυτών, να εγγράφονται σε ειδικό νηολόγιο, που τηρείται στο Κεντρικό Λιμεναρχείο Πειραιώς, μετά από προηγούμενο τελωνισμό αυτών, εάν εισάγονται από την αλλοδαπή".Κατ' εφαρμογή του άρθρου 12 παρ. 9 του Ν. 2289/1995 εκδόθηκε η ΚΥΑ των Υπουργών Εμπορικής Ναυτιλίας και Βιομηχανίας, Ενέργειας και Τεχνολογίας υπ' αριθ. 4226.121/4/95(ΦΕΚ Β` 1017/1995) "Για ειδικό νηολόγιο, ειδικό υποθηκολόγιο, ειδικό βιβλίο κατασχέσεων, τύπο εγγράφου εθνικότητος, απονομή διακριτικών σημάτων που προβλέπονται από το άρθρο 12 του Ν. 2289/95 για θαλάσσιες εγκαταστάσεις, πλωτές κατασκευές, πλοία και πλοιάρια", στα άρθρα 1,2 και 6 της οποίας αναφέρονται και τα ακόλουθα: (Άρθρο 1) "1.

Στο Κεντρικό Λιμεναρχείο Πειραιά τηρούνται: ειδικό νηολόγιο Β` κλάσης, ναυτικό υποθηκολόγιο και βιβλίο κατασχέσεων για την καταχώρηση των εγγραφών, που αφορούν στις μόνιμες ή προσωρινές θαλάσσιες εγκαταστάσεις και πλωτές κατασκευές, που προβλέπονται από το άρθρο 12 του Ν. 2289/95. Για τις εγγραφές αυτές έχουν εφαρμογή αναλογικά, οι διατάξεις που κάθε φορά ισχύουν για την τήρηση των βιβλίων αυτών. 2.

Η εγγραφή στο ειδικό νηολόγιο μόνιμων ή προσωρινών θαλάσσιων εγκαταστάσεων και πλωτών κατασκευών, εφόσον ανήκουν σε αλλοδαπό ανάδοχο, γίνεται μετά από αίτησή του, η οποία θα πρέπει να συνοδεύεται από βεβαίωση του Υπουργείου Βιομηχανίας, Ενέργειας και Τεχνολογίας, μετά από σχετική Πιστοποίηση της ΔΕΠ - ΕΚΥ, στην οποία να βεβαιώνεται ότι είναι ανάδοχος σύμβασης με το Δημόσια ή τη Δημόσια Επιχείρηση Πετρελαίου, `Ερευνα και Εκμετάλλευση Υδρογονανθράκων (Δ.Ε.Π. - Ε.Κ.Υ.) και έχει αντικείμενο την έρευνα και εκμετάλλευση υδρογονανθράκων.3....", (Άρθρο 2) "1.

Για να νηολογηθούν μόνιμες ή προσωρινές θαλάσσιες εγκαταστάσεις και πλωτές κατασκευές, όπως προβλέπεται στο άρθρο 12 παράγρ. 6 του Ν. 2289/95 απαιτείται: (α) Προκειμένου για τη θαλάσσια ασφάλεια αυτών και την προστασία του θαλασσίου περιβάλλοντος, η έκδοση πιστοποιητικού από τη Διεύθυνση Ελέγχου Εμπορικών Πλοίων του Υπουργείου Εμπορικής Ναυτιλίας. (β) Προκειμένου για την ασφάλεια και καταλληλότητα των πάνω σε αυτές μηχανημάτων έρευνας και εκμετάλλευσης υδρογονανθράκων και για το γενικό εξοπλισμό λειτουργίας των, η έκδοση πιστοποιητικού από το Υπουργείο Βιομηχανίας, Ενέργειας και Τεχνολογίας, για την οποία απαιτείται η υποβολή στο ΥΒΕΤ πιστοποιητικού από αναγνωρισμένο Οίκο ή Γραφείο Ελέγχου, που να βεβαιώνει ότι τα εν λόγω μηχανήματα και ο γενικός εξοπλισμός έχουν κατασκευασθεί σύμφωνα με διεθνείς προδιαγραφές και δύναται να λειτουργήσουν με ασφάλεια. 2. (α) Για την έκδοση του πιο πάνω πιστοποιητικού από τη Διεύθυνση Ελέγχου Εμπορικών Πλοίων σύμφωνα με την παραγρ. 1(α) του παρόντος άρθρου, απαιτείται η υποβολή σ` αυτήν πιστοποιητικού αναγνωρισμένου από τη Χώρα μας Οργανισμού, στο οποίο να φαίνεται ότι οι πιο πάνω κατασκευές και εγκαταστάσεις είναι ενταγμένες σε ειδική γι` αυτές κλάση και παρακολουθούνται απ` αυτόν, η εάν δεν προβλέπεται ειδική κλάση, η έκδοση από τον πιο πάνω Οργανισμό πιστοποιητικού έγκρισης και καταλληλότητος.

Ακόμη, για την έκδοση του πιο πάνω πιστοποιητικού, απαιτείται να υποβληθούν στη Διεύθυνση Ελέγχου Εμπορικών Πλοίων, θεωρημένα από τον Οργανισμό, στην κλάση του οποίου είναι ενταγμένες οι εγκαταστάσεις, η μελέτη ευστάθειας στην άθικτη κατάσταση, η μελέτη ευστάθειας ύστερα από βλάβη, η μελέτη και ο προσδιορισμός ύψους εξάλων καθώς και τα κατασκευαστικά σχέδια, σχέδιο διάταξης, και λοιπά στοιχεία που κρίνονται απαραίτητα για τον έλεγχο ασφαλείας των πλωτών κατασκευών. (β) Προκειμένου για πλωτές κατασκευές και μόνιμες ή προσωρινές θαλάσσιες εγκαταστάσεις που είναι υπό κατασκευή, απαιτείται η υποβολή βεβαίωσης στην οποία να φαίνεται ότι αυτές παρακολουθούνται από τον παραπάνω Οργανισμό και ότι θα ενταχθούν στην ειδική κλάση που αναφέρεται πιο πάνω, ή αν δεν προβλέπεται ειδική κλάση, ότι θα πληρούν τους όρους των αναλόγων κανονισμών του Οργανισμού. (γ) Η Διεύθυνση Ελέγχου Εμπορικών Πλοίων αφού λάβει υπόψη της τους σχετικούς κανονισμούς του Οργανισμού, μπορεί να απαιτήσει, όπως πέρα από τους τομείς τους οποίους καλύπτει η κλάση ή το πιστοποιητικό καταλληλότητος, αναληφθεί από αυτόν και η εξέταση και παρακολούθηση άλλων θεμάτων θαλάσσιας ασφάλειας, που θα κατονομάζονται ρητά. 3...", (Άρθρο 6) "1. `Οσον αφορά τις εγγραφές των πλωτών εξεδρών (Πρίνου), που υπάρχουν και έχουν καταχωρηθεί στα ειδικά Νηολόγια του Κ.Λ.

Πειραιά και τα αντίστοιχα Βιβλία υποθηκών και κατασχέσεων, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 36 παραγρ. 4 του καταργηθέντα Νόμου 468/76, εξακολουθούν να ισχύουν δυνάμει του άρθρου 12 παραγρ. 32 του Ν. 2289/95, διεπόμενες πλέον από τις διατάξεις του Νόμου αυτού. 2. Από τη δημοσίευση της απόφασης αυτής παύουν να ισχύουν οι διατάξεις του Π.Δ. 894/78 που ρύθμιζαν το ίδιο θέμα".

Στην συνέχεια εκδόθηκε ο Ν. 2779/30.12.1999, με τον οποίο κυρώθηκε α) η από 16.11.1999 σύμβαση μεταξύ του Ελληνικού Δημοσίου και της Αναδόχου Κοινοπραξίας του Ν. 98/1975, δια της οποία σύμβασης αποχώρησε από τις εγκαταστάσεις η κοινοπραξία αυτή, υπό τους αναφερόμενους στην σύμβαση όρους και β) η από 23.11.1999 σύμβαση μεταξύ του Ελληνικού Δημοσίου και της "Κ.

O. Α. Ε." καθώς και τα παραρτήματά της, δια των οποίων κυρώθηκε έχουσα ισχύ νόμου η Σύμβαση που υπεγράφη στην Αθήνα την 23η Νοεμβρίου 1999, μεταξύ του Ελληνικού Δημοσίου αφ' ενός και της "Κ. O. Α. Ε." αφ' ετέρου "Περί εκμεταλλεύσεως Υδρογονανθράκων στη θαλάσσια περιοχή του Θρακικού Πελάγους μεταξύ του ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΔΗΜΟΣΙΟΥ και της Α.Ε.

Κ. O.", δια της οποία παραχωρήθηκε δικαίωμα εκμετάλλευσης των κοιτασμάτων στην εταιρεία αυτή. Από τις ανωτέρω, ισχύουσες κατά τον κατωτέρω κρίσιμο χρόνο, διατάξεις συνάγεται ότι το, εις το Ελληνικό Δημόσιο ανήκον, δικαίωμα αναζητήσεως και εκμεταλλεύσεως υδρογονανθράκων χαρακτηρίζεται "ως δημόσιας ωφέλειας" και ασκείται και δια της Δημόσιας Επιχείρησης Πετρελαίου (ΔΕΠ), με την σύναψη συμβάσεων είτε διανομής της παραγωγής είτε μισθώσεως, ότι στα πλαίσια της αρμοδιότητάς του αυτής το Ελληνικό Δημόσιο, για τα κοιτάσματα αργού πετρελαίου της θαλάσσιας περιοχής Πρίνου- Καβάλας, χορήγησε με την από 14/6/1975 σύμβαση, που κατήρτισε με την εκεί αναφερόμενη κοινοπραξία, όπως η σύμβαση αυτή κυρώθηκε με το Ν. 98/1975 και τροποποιήθηκε στην συνέχεια, άδεια έρευνας και εκμετάλλευσης των κοιτασμάτων αυτών, ότι ακολούθως με το Ν. 2779/30.12.1999 κυρώθηκε με ισχύ νόμου, αφενός μεν η λύση της σύμβασης αυτής, αφετέρου δε η σύναψη νέας σύμβασης εκμετάλλευσης του κοιτάσματος αυτού με την ανώνυμη εταιρεία "Κ.

O. ΑΕ", ότι με τις συμβάσεις αυτές οι ανωτέρω εταιρείες ανέλαβαν την υποχρέωση, μεταξύ άλλων, να κατασκευάσουν και συντηρούν όλες τις αναγκαίες θαλάσσιες και χερσαίες εγκαταστάσεις προκειμένου να εξασφαλισθεί, μεταξύ άλλων, η αποφυγή ατυχημάτων και η ρύπανση του περιβάλλοντος, ότι οι μόνιμες ή προσωρινές θαλάσσιες εγκαταστάσεις και πλωτές κατασκευές, που θα δημιουργηθούν, "δύνανται" (άρθρο 36 Ν. 468/1976 και 12 παρ. 6 Ν. 2289/1995) να εγγράφονται σε ειδικό νηολόγιο, που τηρείται στο Κεντρικό Λιμεναρχείο Πειραιά, για δεν την εγγραφή αυτή απαιτείται, προκειμένου περί της θαλασσίας ασφαλείας αυτών η έκδοση πιστοποιητικού υπό την Επιθεώρηση Εμπορικών Πλοίων του Υπουργείου Εμπορικής Ναυτιλίας, και προκειμένου περί της ασφάλειας και καταλληλότητας των επ` αυτών μηχανημάτων έρευνας και εκμεταλλεύσεως των υδρογονανθράκων και του εν γένει εξοπλισμού λειτουργίας αυτών η έκδοση πιστοποιητικού από το Υπουργείο Βιομηχανίας και Ενεργείας, ότι για να εκδοθεί το πιστοποιητικό αυτό απαιτείται η υποβολή στην ανωτέρω επιθεώρηση πιστοποιητικού Οργανισμού, εμφαίνοντος ότι αι εν λόγω κατασκευαί και εγκαταστάσεις είναι ενταγμένες σε ειδική για αυτές κλάση και παρακολουθούνται υπ` αυτού ή εάν δεν προβλέπεται ειδική κλάση, απαιτείται η έκδοση από τον ανωτέρω Οργανισμό πιστοποιητικού εγκρίσεως και καταλληλότητος και ότι τέτοιος εξουσιοδοτούμενος Οργανισμός, κατά την ρητή αναφορά του άρθρου 2 παρ. 3 του ΠΔ 894/1978, είναι και η ήδη αναιρεσίβλητη εταιρεία, και συνεπώς δεν προβλέπεται ως υποχρεωτική από τις ανωτέρω διατάξεις, προκειμένου να χορηγηθεί η άδεια έρευνα και εκμετάλλευσης υδρογονανθράκων, η προηγούμενη πιστοποίηση των θαλάσσιων αλλά και πολύ περισσότερο των χερσαίων εγκαταστάσεων της εκμεταλλεύτριας από νομίμως αναγνωρισμένο νηογνώμονα, όπως η αναιρεσείουσα, (πιστοποίηση η οποία προβλέπεται μόνο για την νηολόγηση των θαλασσίων εγκαταστάσεων και πλωτών κατασκευών, εφόσον υποβληθεί σχετική αίτηση), μη αποκλειομένης όμως της δυνατότητας να επιβληθεί τέτοια υποχρέωση με την σύμβαση εκμετάλλευσης, που θα καταρτίσει η προς ην η άδεια εταιρεία με το Ελληνικό Δημόσιο.

Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, που ορίζει ότι όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 297, 298 και 330 του ίδιου κώδικα, προκύπτει ότι προϋποθέσεις της υποχρέωσης προς αποζημίωση, είναι: 1) ζημιογόνος συμπεριφορά (πράξη ή παράλειψη), 2) παράνομος χαρακτήρας της πράξης ή παράλειψης, 3) υπαιτιότητα, 4) ζημία και 5) πρόσφορος αιτιώδης σύνδεσμος, μεταξύ ζημιογόνου συμπεριφοράς (νόμιμου λόγου ευθύνης) και αποτελέσματος (ζημίας) (ΑΠ 167/2024).

Παράνομη, κατά την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, είναι η συμπεριφορά, η οποία αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας.

Για την κατάφαση της παρανομίας δεν απαιτείται παράβαση συγκεκριμένου κανόνα δικαίου, αλλά αρκεί η αντίθεση της συμπεριφοράς στο γενικότερο πνεύμα του δικαίου ή στις επιταγές της εννόμου τάξεως. Έτσι, παρανομία συνιστά και η παράβαση της γενικής υποχρεώσεως πρόνοιας και ασφάλειας στο πλαίσιο της συναλλακτικής και γενικότερα της κοινωνικής δραστηριότητας των ατόμων, δηλαδή η παράβαση της, κοινωνικώς επιβεβλημένης και εκ της θεμελιώδους δικαιϊκής αρχής της συνεπούς συμπεριφοράς απορρέουσας, υποχρεώσεως λήψεως ορισμένων μέτρων επιμέλειας για την αποφυγή προκλήσεως ζημίας σε έννομα αγαθά τρίτων προσώπων (ΑΠ 167/2024, ΑΠ 10/2021, ΑΠ 1177/2018, ΑΠ 345/2017).

Η παράλειψη ως όρος της αδικοπραξίας συντρέχει, όταν υπήρχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση προφύλαξης του προσβληθέντος δικαιώματος ή συμφέροντος και αποτροπής του ζημιογόνου αποτελέσματος. Η παράλειψη για να οδηγήσει σε υποχρέωση αποζημίωσης, πρέπει να είναι παράνομη. Τούτο συμβαίνει, όταν ο υπαίτιος παραλείπει να προβεί σε ορισμένη θετική ενέργεια έναντι συγκεκριμένου προσώπου ή της ολότητας, στην οποία έχει υποχρέωση να προβεί από το νόμο, από δικαιοπραξία, από την απαγόρευση της καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος ή από τη συναλλακτική καλή πίστη, όπως αυτή διαμορφώνονται κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη, που απορρέει από τα άρθρα 281 και 288 ΑΚ(ΑΠ 167/2024, ΑΠ 895/2019), ή από το γενικό πνεύμα του δικαίου, καθώς και όταν, από προηγούμενη συμπεριφορά του ιδίου, αυτός δημιούργησε πραγματική κατάσταση επικίνδυνη για τα δικαιώματα και τα έννομα συμφέροντα τρίτων (ΑΠ 167/2024, ΑΠ 413/2022, ΑΠ 10/2021, ΑΠ 139/2014).

Καλή πίστη, υπό την αντικειμενική έννοια που απαντάται στα άρθρα 200, 281 και 288 Α.Κ, είναι η συναλλακτική ευθύτητα, την οποία επιδεικνύει ο χρηστός και εχέφρων συναλλασσόμενος. Υπό την έννοια συνεπώς αυτή, η καλή πίστη συνιστά κριτήριο συμπεριφοράς και, άρα, κανόνα δικαίου (ΑΠ 167/2024, ΑΠ 1420/2022, ΑΠ 1116/2019). Υπαίτια είναι η συμπεριφορά που επιτρέπει να αποδοθεί στο δράστη προσωπική μομφή, δηλαδή η υπαιτιότητα βασίζεται στον ψυχικό δεσμό του δράστη με την αδικοπραξία (ΑΠ 1361/2013), σε αυτήν δε περιλαμβάνονται ο δόλος και η αμέλεια του παρανόμως πράξαντος ή παραλείψαντος.

Η υπαιτιότητα ως όρος της αδικοπρακτικής ευθύνης διακρίνεται από τον παράνομο χαρακτήρα της προσβολής δικαιώματος ή έννομου συμφέροντος, ενδέχεται όμως η αμέλεια στη συμπεριφορά να την καθιστά συγχρόνως και παράνομη ή αντιστρόφως η πράξη της παράνομης προσβολής να υποδηλώνει η ίδια και την ύπαρξη υπαιτιότητας με την μορφή ειδικότερα της αμέλειας, που συμβαίνει όταν η προσβολή συνίσταται στην παράβαση του γενικού καθήκοντος επιμέλειας, σύμφωνα με το οποίο αξιώνεται από κάθε κοινωνό να συμπεριφέρεται όπως ο μέσος συνετός συναλλασσόμενος, άσχετα αν κατά τα λοιπά η συμπεριφορά του αποτελεί ή όχι και παράβαση συγκεκριμένου απαγορευτικού ή επιτακτικού κανόνα δικαίου(ΑΠ 322/2018, ΑΠ 1361/2013).

Αμέλεια υπάρχει, κατά την έννοια του άρθρου 330 ΑΚ, όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια, που απαιτείται στις συναλλαγές, αυτή δηλαδή που πρέπει να καταβάλλεται κατά τη συναλλακτική καλή πίστη από το δράστη στον κύκλο της αρμοδιότητάς του, είτε υπάρχει προς τούτο σαφές νομικό καθήκον, είτε όχι, αρκεί να συμπεριφέρθηκε κατά τρόπο αντίθετο από εκείνον, που επιβάλλεται από τις περιστάσεις(ΑΠ 167/2024, ΑΠ 1206/2019).

Εξάλλου, αιτιώδης συνάφεια υπάρχει, όταν ή πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα, επέφερε, δε, πράγματι τούτο στη συγκεκριμένη περίπτωση (ΑΠ 167/2024, ΑΠ 10/2021, ΑΠ 895/2019).

Το ζήτημα τούτο κρίνεται εκ των προτέρων και ποτέ εκ των υστέρων. Δεν εξετάζονται οι ατομικές δυνατότητες και γνώσεις του συγκεκριμένου βλάψαντος, αλλά η δυνατότητα πρόγνωσης του μέσου συνετού ανθρώπου (ΑΠ 167/2024, ΑΠ 2061/2022). Η ανωτέρω έννοια της αιτιώδους συνάφειας είναι αόριστη νομική έννοια και γι` αυτό, η από το δικαστήριο της ουσίας κρίση περί της συνδρομής ή μη αυτής, με την έννοια που προαναφέρθηκε, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, ο οποίος κρίνει το εάν, τα κυριαρχικώς διαπιστωθέντα από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικά περιστατικά, επιτρέπουν το συμπέρασμα ότι ορισμένο γεγονός μπορεί αντικειμενικά, σε συνδυασμό και με τα διδάγματα της κοινής πείρας, να θεωρηθεί ή όχι πρόσφορη αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος, που επήλθε (ΑΠ 210/2023, ΑΠ 693/2020).

Η αθέτηση μιας συμβάσεως, καθ' αυτή, δεν συνιστά αδικοπραξία. Βέβαια, αποτελεί πράξη παράνομη, όμως οι έννομες συνέπειες της παραβάσεως ρυθμίζονται όχι από τις περί αδικοπραξιών διατάξεις, αλλά από τις διατάξεις για τη μη εκπλήρωση της παροχής (αδυναμία παροχής, υπερημερία του οφειλέτη, πλημμελής εκπλήρωση της συμβάσεως κλπ).

Πλην όμως, μερικές φορές είναι δυνατό ένα και το αυτό βιοτικό γεγονός να συγκεντρώνει τις προϋποθέσεις τόσο της αντισυμβατικής συμπεριφοράς, όσο και της αδικοπραξίας. Έτσι, η υπαίτια (από δόλο ή αμέλεια) και ζημιογόνος πράξη ή παράλειψη, με την οποία παραβιάζεται μία σύμβαση και γεννάται ενδοσυμβατική ευθύνη του οφειλέτη, μπορεί, πέρα από την αξίωση που πηγάζει από τη σύμβαση, να θεμελιώσει ευθύνη και από αδικοπραξία, αν, και χωρίς τη συμβατική σχέση διαπραττόμενη, θα ήταν καθαυτή παράνομη, ως αντικείμενη στο γενικό καθήκον που επιβάλλει το άρθρο 914 ΑΚ, να μη ζημιώνει κάποιος υπαιτίως άλλον (ΟλΑΠ 967/1973, ΑΠ 167/2024, ΑΠ 1593/2022, ΑΠ 560/2022, ΑΠ 587/2020).

Κατά το άρθρο 922 ΑΚ, ο κύριος ή ο προστήσας κάποιον άλλο σε μία υπηρεσία ευθύνεται για τη ζημία που ο υπηρέτης ή ο προστηθείς προξένησε σε τρίτον παράνομα κατά την υπηρεσία του. Η εφαρμογή της εν λόγω διατάξεως προϋποθέτει: α) σχέση προστήσεως, η οποία υπάρχει όταν, στο πλαίσιο υφιστάμενης μεταξύ δύο προσώπων (φυσικών ή νομικών) δικαιοπρακτικής ή οποιασδήποτε άλλης βιοτικής σχέσης, διαρκούς ή ευκαιριακής, το ένα από τα πρόσωπα αυτά (προστήσας) αναθέτει στο άλλο (προστηθέντα), με ή χωρίς αμοιβή, την εκτέλεση ορισμένης υπηρεσίας, υλικής ή νομικής φύσης, η οποία αποβλέπει στη διεκπεραίωση υποθέσεων και γενικότερα στην εξυπηρέτηση των επαγγελματικών, οικονομικών, κοινωνικών ή άλλων συμφερόντων του πρώτου και κατά τη οποία ο δεύτερος υπόκειται στον έλεγχο ή έστω στις γενικές οδηγίες και εντολές ή μόνο στην επίβλεψη του πρώτου.

Συνεπώς, για να υπάρχει σχέση πρόστησης, αρκεί να υπάρχει εξάρτηση, έστω και χαλαρή, ανάμεσα στον προστήσαντα και στον προστηθέντα, ώστε ο πρώτος να μπορεί να δίνει στον δεύτερο εντολές ή οδηγίες και να τον ελέγχει ή επιβλέπει κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας που του ανέθεσε (ΑΠ 2030/2022, ΑΠ 1100/2022, ΑΠ 47/2020, Α.Π. 797/2014) και γ) η ενέργεια αυτή του προστηθέντος να έγινε κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας, που του έχει ανατεθεί ή επ`ευκαιρία ή εξ αφορμής της υπηρεσίας του ή ακόμη και κατά κατάχρηση της υπηρεσίας του αυτής (ΑΠ 127/2023, ΑΠ 221/2022).

Η νομική σχέση που συνδέει τον προστήσαντα με τον προστηθέντα είναι αδιάφορη και αρκεί το γεγονός, ότι ο τελευταίος, όταν αδικοπρακτούσε, τελούσε υπό τις οδηγίες και εντολές του προστήσαντος, ως προς τον τρόπο εκπλήρωσης των καθηκόντων του, χωρίς να είναι απαραίτητη και η διαρκής επίβλεψή του, υπό την αυτονόητη προϋπόθεση πάντως ότι ο προστηθείς ενεργούσε προς διεκπεραίωση υποθέσεως και γενικά προς εξυπηρέτηση συμφερόντων του προστήσαντος (ΑΠ 1329/2017, ΑΠ 290/2011).

Τέλος κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ. 19 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζητήματα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου,που εφαρμόσθηκε ή δεν εφαρμόσθηκε.

Ειδικότερα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε,είτε αποκλείουν την εφαρμογή της. Αντίφαση δε στις αιτιολογίες υπάρχει, όταν τα πραγματικά περιστατικά, που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό της πόρισμα για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων, που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι τη κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξ άλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις όμως αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΑΠ 695/2020). Για το ορισμένο του λόγου αυτού πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια ή η αντίφαση των αιτιολογιών, δηλαδή ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση ή πού εντοπίζονται οι αντιφάσεις (Ολ.ΑΠ 20/2005).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε τα ακόλουθα, κρίσιμα για τον αναιρετικό έλεγχο, πραγματικά περιστατικά: "Στις 24 Μαϊου 1981 ολοκληρώθηκε η κατασκευή και η εγκατάσταση του συνόλου των εγκαταστάσεων παραγωγής πετρελαίου και αερίου των κοιτασμάτων Πρίνου και Νότιας Καβάλας και ξεκίνησε σταδιακά η έναρξη λειτουργίας τους, η οποία ολοκληρώθηκε στα τέλη Ιουλίου 1981.

Για τη λειτουργία των εγκαταστάσεων αυτών η τότε εκμεταλλεύτρια των κοιτασμάτων Κοινοπραξία των εταιρειών "D. M. L., H. O. C. I., W. S. G. O. C.,W. A.. και η Εταιρεία Π. Β. Α. Ε..Π..Ε.. (ως εντολοδόχος της Κοινοπραξίας στην Ελλάδα) υπέβαλε προς το τότε Υπουργείο Βιομηχανίας και Ενέργειας τις από 14.06.1980, 28.11.1980, 13.01.1981 και 06.04.1981 αιτήσεις της, οι οποίες συνοδεύονταν από τα απαραίτητα δικαιολογητικά, με τις οποίες ζήτησε να της χορηγηθεί άδεια εγκατάστασης και λειτουργίας των μονάδων, εξεδρών κλπ αξιοποιήσεως του κοιτάσματος Πρίνος και Νότια Καβάλα.

Κατόπιν τούτων εκδόθηκε η με αριθμό πρωτ. 125143/377.8.7.1981 απόφαση του Υπουργείου Βιομηχανίας και Ενέργειας, με την οποία χορηγήθηκε άδεια εγκατάστασης και λειτουργίας διάρκειας 15 ετών των εγκαταστάσεων αξιοποιήσεως κοιτασμάτων ΠΡΙΝΟΣ ΚΑΙ ΝΟΤΙΟΣ ΚΑΒΑΛΑ στην κοινοπραξία των εταιρειών "D. M. L., H. O. C. I., W. S. G. O.

C., W. H. P. S..A..". Η άδεια αυτή χορηγήθηκε για την εγκατάσταση και τη λειτουργία: α) τεσσάρων θαλάσσιων εξεδρών με τις ονομασίες ΑΛΦΑ, ΒΗΤΑ, ΔΕΛΤΑ και ΚΑΠΠΑ, β) θαλασσίων και χερσαίων αγωγών μεταφοράς αργού πετρελαίου και φυσικών αερίων, γ) υποθαλάσσιων ηλεκτρικών καλωδίων, δ) αγκυροβολιού και συστήματος φορτώσεως και ε) χερσαίων εγκαταστάσεων περιοχής ΣΙΓΜΑ, που βρίσκονται στην περιοχή της Νότιας Καρβάλης του Νομού Καβάλας για την επεξεργασία, αποθείωση και διάθεση εμπορεύσιμου αργού πετρελαίου, αερίων και θείου, υποπροϊόντων αυτών, που παράγονται από τα κοιτάσματα ΠΡΙΝΟΥ & ΝΟΤΙΑΣ ΚΑΒΑΛΑΣ.

Η άδεια αυτή χορηγήθηκε, αφού λήφθηκαν υπόψη τα σχεδιαγράμματα, που εγκρίθηκαν και πιστοποιήθηκαν από την εναγόμενη εταιρεία- νηογνώμονα (ήδη αναιρεσείουσα), στην οποία με βάση τα αναγραφόμενα σε αυτή, ανατέθηκε η παρακολούθηση και ο έλεγχος της μελέτης και κατασκευής όλων των θαλάσσιων και χερσαίων εγκαταστάσεων αξιοποιήσεως των κοιτασμάτων ΠΡΙΝΟΣ και NOT.

ΚΑΒΑΛΑ. Χορηγήθηκε δε- μεταξύ άλλων- υπό τον ακόλουθο όρο και προϋπόθεση που όφειλε να τηρεί η εταιρεία σε όλη τη διάρκεια της λειτουργίας των εγκαταστάσεων: "1..2..3..Να εφαρμόζονται με εξαιρετική επιμέλεια οι όροι ασφαλείας που έχουν επιβληθεί από τους μελετητές των Μονάδων αξιοποιήσεως των κοιτασμάτων ΠΡΙΝΟΣ & NOT.

ΚΑΒΑΛΑ και έχουν γίνει αποδεκτοί από τον διεθνή Οίκο GERMANISHCERLLOYD...". Ακολούθως, η ανωτέρω Κοινοπραξία δια της "Ε. Π. Β. Α. Ε." υπέβαλε στο Υπουργείο Βιομηχανίας Ενέργειας και Τεχνολογίας τις από 15.3.1982 και 15.12.1983 αιτήσεις της για την χορήγηση άδειας επέκτασης για την εγκατάσταση μετρικού σταθμού και για άδεια λειτουργίας στις μονάδες εγχύσεως νερού υπό πίεση, απαέρωσης υγρού θείου και σταθμού αεροσυμπιεστών στις εγκαταστάσεις της αξιοποίησης των κοιτασμάτων ΠΡΙΝΟΣ & NOT.ΚΑΒΑΛΑ.

Μετά από έλεγχο των σχετικών πιστοποιητικών εκδόθηκε η υπ'αριθμ. 26556/Φ6.5/19-8-1985 άδεια λειτουργίας διάρκειας έως την 8.7.1996. Στη συνέχεια, η "Ε. Π. Β. Α. Ε." υπέβαλε στο Υπουργείο Ανάπτυξης την από 25.4.1996 αίτησή της για ανανέωση της άδειας λειτουργίας των εγκαταστάσεων της αξιοποίησης των κοιτασμάτων της ΠΡΙΝΟΣ & NOT.ΚΑΒΑΛΑ, η οποία έγινε δεκτή και εκδόθηκε η υπ'αριθμ.

Δ3/Β/3420/14.3.1997 άδεια λειτουργίας διάρκειας πέντε (5) ετών. Τον Μάιο του 1999 αποχώρησε οριστικά η ως άνω Κοινοπραξία των ξένων εταιρειών και οι εγκαταστάσεις, βάσει σχετικής συμφωνίας, περιήλθαν στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου. Στις 23.11.1999 το Ελληνικό Δημόσιο υπέγραψε την από 23.11.1999 σύμβαση εκμετάλλευσης των Περιοχών Εκμετάλλευσης Πρίνου και Νότιας Καβάλας με την "Κ.

O." στην οποία και ανέθεσε την άντληση υδρογονανθράκων, προκειμένου να καταστεί δυνατή η συνέχιση της παραγωγής από τα σχετικά κοιτάσματα μέχρι πλήρους εξάντλησης των απολήψιμων ποσοτήτων υδρογονανθράκων. Η ανωτέρω σύμβαση κυρώθηκε με το ν. 2779/1999. Στη συνέχεια, η "Κ. O." υπέβαλε στο ίδιο ως άνω Υπουργείο την από 4.1.2000 αίτηση για την τροποποίηση της υπ' αριθμ.

Δ3/Β/3420/14.3.1997 άδειας λειτουργίας των εγκαταστάσεων αξιοποιήσεως των κοιτασμάτων ΠΡΙΝΟΣ & NOT.ΚΑΒΑΛΑ ως προς την επωνυμία της εταιρείας. Η αίτηση αυτή έγινε δεκτή και εκδόθηκε η υπ' αριθμ. Δ3/Β/122/23.02.2000 άδεια λειτουργίας με νέα επωνυμία του φορέα "Κ. O. Α.Ε." διάρκειας μέχρι 13.03.2002. Ακολούθως, λόγω λήξης της ανωτέρω άδειας η Κ.

O. υπέβαλε την από 22.02.2002 αίτησή της προς το Υπουργείο για τη χορήγηση προσωρινής άδειας λειτουργίας στις εγκαταστάσεις της αξιοποίησης των κοιτασμάτων ΠΡΙΝΟΣ & NOT. ΚΑΒΑΛΑ διάρκειας 4 μηνών. Η αίτησή της έγινε δεκτή και εκδόθηκε η υπ' αριθμ. Δ3/Β/1553/13.02.2003 απόφαση του ίδιου Υπουργείου, για τη χορήγηση προσωρινής λειτουργίας στις εγκαταστάσεις αξιοποίησης των κοιτασμάτων ΠΡΙΝΟΣ και ΝΟΤΙΑ ΚΑΒΑΛΑ στις θαλάσσιες περιοχές της Νέας Καρβάλης.

Τέλος, εκδόθηκε η υπ'αριθμ. Δ3/Β/11591/15.9.2003 απόφαση του ίδιου Υπουργείου για τη χορήγηση άδειας λειτουργίας στις εγκαταστάσεις αξιοποίησης των κοιτασμάτων ΠΡΙΝΟΣ & NOT.ΚΑΒΑΛΑ στις ίδιες περιοχές, αόριστης διάρκειας. Περαιτέρω, προέκυψε ότι, η αρχική εκμεταλλεύτρια των κοιτασμάτων Κοινοπραξία "D. M. L., H. oil C. inc, W.

S. G. O. C., W.-S. H. P. S..A.." βάσει της συναφθείσας με το Ελληνικό Δημόσιο σύμβασης και των τροποποιήσεων και συμπληρώσεων της (που κυρώθηκαν, αντίστοιχα με τους νόμους 98/1975, 539/1977, 1769/1988 ν.2159/1993) με παραπομπή στο νομοθετικό πλαίσιο του Π.Δ. 894/78 και με ειδική διάταξη νόμου, υποχρεώθηκε να λάβει πιστοποιήσεις ασφαλούς λειτουργίας των εγκαταστάσεων της από αναγνωρισμένο νηογνώμονα.

Προς το σκοπό αυτό συνήφθη μεταξύ αυτής και της εναγόμενης η από 15-12-1978 σύμβαση, βάσει της οποίας η τελευταία ανέλαβε, κατά τη φάση της κατασκευής/οικοδόμησης, την εξέταση των σχεδίων και υπολογισμών, δοκιμές των υλικών και βασικών συστατικών μερών, επιθεώρηση της κατασκευής των δομών στις προβλεπόμενες θέσεις τους κλπ σύμφωνα με τους κανόνες κατασκευής και κανονισμούς και τις κατευθυντήριες γραμμές της εναγόμενης εταιρείας και με τα αποδεκτά από την εναγόμενη πρότυπα και προδιαγραφές.

Με την ολοκλήρωση των ελέγχων η εναγόμενη θα εξέδιδε πιστοποιητικά προς την αντισυμβαλλόμενη της στα οποία θα αποτυπώνονταν η αξιολόγησή της σχετικά με τη συμμόρφωση της "Κ. 011" με τους διεθνώς αναγνωρισμένους κανόνες και κανονισμούς και τα αποδεκτά πρότυπα ασφαλείας. Με την ολοκλήρωση των προαναφερόμενων εργασιών η εναγόμενη εταιρεία ανέλαβε να εκτελεί και περιοδικές επιθεωρήσεις των ανεγερθέντων δομών και εγκαταστάσεων.

Η σύμβαση αυτή, όπως προεκτέθηκε, συνήφθη σε εφαρμογή των οριζόμενων από το ΠΔ 894/1978 υποχρεώσεων της αναθέτουσας εταιρείας για διορισμό ενός από τους εκεί αναφερόμενους νηογνώμονες για την επιθεώρηση και τον έλεγχο ασφαλείας των εγκαταστάσεων παραγωγής υδρογονανθράκων. Παρότι δε η σχετική νομοθεσία αναφερόταν στη (δυνητική) ταξινόμηση των πλωτών και όχι των χερσαίων εγκαταστάσεων, αντικείμενο ελέγχου της εναγομένης, με βάση τα συμφωνηθέντα στη σύμβαση, αποτέλεσαν και οι χερσαίες εγκαταστάσεις, ως προς τις οποίες η εναγομένη θα εξέδιδε πιστοποιητικά ασφαλούς λειτουργίας μετά από έλεγχο της ασφάλειας κατασκευής των δομών αυτών.

Στη συνέχεια της υπογραφής της από 23.11.1999 σύμβασης εκμετάλλευσης της "Κ. O." με το Ελληνικό Δημόσιο, η "Κ. Ο." υπέγραψε την από 09.02.2000 σύμβαση με την εναγόμενη εταιρεία, με την οποία συνομολόγησε την εκ μέρους της δεύτερης παροχή υπηρεσιών για την επιθεώρηση των εγκαταστάσεων της Κ. O. κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στην ΥΑ 34458/90.

Αντικείμενο δε επιθεώρησης θα αποτελούσαν οι ακόλουθες δομές: 3 Πλατφόρμες από χάλυβα για την παραγωγή και τις βαθιές γεωτρήσεις έκχυσης, μία πλατφόρμα επεξεργασίας με τα μέσα επεξεργασίας των υγρών αποβλήτων των βαθιών γεωτρήσεων και του ύδατος έκχυσης, μία Πλατφόρμα από Χάλυβα για το σύστημα πυρσού, τρεις Γέφυρες μεταξύ Πλατφορμών από Χάλυβα, εγκαταστάσεις επεξεργασίας για την περαιτέρω επεξεργασία αργού πετρελαίου και συνδεόμενων αερίων στην ξηρά, σύστημα πρόσδεσης πολλαπλών σημείων για την φόρτωση δεξαμενόπλοιων, υποθαλάσσιοι αγωγοί και καλωδιώσεις ηλεκτροδότησης μεταξύ της πλατφόρμας επεξεργασίας και των χερσαίων εγκαταστάσεων.

Επιπλέον συμφωνήθηκε η διενέργεια περιοδικών επιθεωρήσεων των εγκαταστάσεων αυτών από την εναγόμενη, το αντικείμενο και η συχνότητα των οποίων προσδιορίστηκε ειδικότερα στο Παράρτημα Β της σύμβασης. Σκοπός του προγράμματος των επιθεωρήσεων ήταν μεταξύ άλλων και ο έλεγχος σε σχέση με τις επεκτάσεις και τροποποιήσεις των υφιστάμενων κατασκευών και συστημάτων.

Μάλιστα, σε περίπτωση που τυχόν τροποποιήσεις ή επεκτάσεις των σωληνώσεων επηρέαζαν με οποιονδήποτε τρόπο τα επιμέρους συστήματα ασφαλείας ή εξαρτήματα ασφαλείας απαιτείτο γνωστοποίηση της εναγόμενης, ιδίως δε σε περιπτώσεις παράκαμψης των μηχανισμών εκτόνωσης πίεσης, βαλβίδων διακοπής λειτουργίας, βαλβίδων χαμηλής πίεσης, συσκευών μέτρησης θερμοκρασίας και πίεσης αναλυτών.

Δεν απαιτείτο προηγούμενη ενημέρωση της εναγόμενης σε περίπτωση που οι τυχόν επεκτάσεις/τροποποιήσεις των συστημάτων εργασίας και των βοηθητικών συστημάτων επεξεργασίας περιλαμβάνονταν στις κλάσεις γραμμών: Al, Α2, A2J, Α2Ζ, ΑΗ2, ALB, API, ARI, C2, C2Z, Ε2, KI, LI, L4, LG1, Nl, Rl, Υ17 και δεν ασκούσαν κάποια επίδραση στους όρους και τα συστήματα ασφαλείας.

Η εναγόμενη με την ίδια ως άνω σύμβαση συνομολόγησε τον χρόνο παράτασης των πιστοποιητικών, ο οποίος θα ήταν κάθε δύο χρόνια ως προς τα "πιστοποιητικά εξοπλισμού ασφαλείας" και κάθε πέντε χρόνια ως προς τα "πιστοποιητικά ασφαλούς λειτουργίας", καθώς και για τα "πιστοποιητικά κλάσης".

Εν προκειμένω, για το Εργοστάσιο Σίγμα (χερσαίες εγκαταστάσεις και εξοπλισμός επεξεργασίας και βοηθητικών παροχών) εκδόθηκε μετά από εκτεταμένους ελέγχους της εναγόμενης, τον Αύγουστο του 1981 το υπ'αριθμ. ΡΚ 17ΗΗ "PRINOS/SOUTH KABALA FIELD CERTIFICATE FOR SIGMA SITE, PROCESSING AND UTILITY EQUIPMENT" πιστοποιητικό, δια του οποίου βεβαιώνεται ότι, "ο σχεδιασμός, η κατασκευή και η εγκατάσταση του εξοπλισμού επεξεργασίας και βοηθητικών παροχών συμμορφώνονται με τους Κανόνες και τους Κανονισμούς της GL και τους λοιπούς Κώδικες και Πρότυπα που έχουν εφαρμογή στον εξοπλισμό και έχουν γίνει δεκτά από την GL".

Στο παραπάνω πιστοποιητικό αναφέρεται ότι, οι σωληνώσεις του εργοστασίου ελέγχθηκαν μέσω ανάλυσης ασφάλειας και ανεξαρτήτων υπολογισμών ως προς τα κάτωθι: α) τον τύπο και τη θέση των βαλβίδων από την άποψη της τεχνικής ασφαλείας, των βαλβίδων απομόνωσης, των βαλβίδων έμφραξης και των βαλβίδων ελέγχου, β) τον τρόπο λειτουργίας των βαλβίδων σε περίπτωση απώλειας τροφοδοσίας, γ) τα όργανα που απαιτούνται για την εξασφάλιση ασφαλών συνθηκών λειτουργίας και δ) το μέγεθος των σωλήνων και τη διακοστολόγηση των βαλβίδων ασφαλείας.

Το ανωτέρω πιστοποιητικό ανανεώθηκε στη συνέχεια μεταξύ άλλων και με τη με αριθμ. 4/07.11.2001 παράταση/ανανέωση πιστοποιητικού, με διάρκεια ισχύος από 20.08.2001 έως 19.08.2006, καθώς και με τη με αριθμ. 5/23.06.2006 παράταση/ανανέωση, με διάρκεια ισχύος από 20.08.2006 έως και 19.08.2011. Ακολούθως, αποδείχθηκε ότι, σε χρόνο μη επακριβώς εξακριβωθέντα, αλλά σε κάθε περίπτωση μετά την ολοκλήρωση της κατασκευής των χερσαίων εγκαταστάσεων, ήτοι πολύ μεταγενέστερα του 1981, η παραγωγή των υδρογονανθράκων παρουσίασε μείωση με αποτέλεσμα η παροχή αέρα καύσεως να μην μπορεί να ρυθμιστεί αυτόματα από το θάλαμο ελέγχου μέσω της υπάρχουσας βαλβίδας ροής FV-519.

Συγκεκριμένα, η διατομή της αυτόματης βαλβίδας ροής ήταν μεγάλη σε σχέση με τις μειωμένες ποσότητες καύσιμου αερίου, με αποτέλεσμα να μην μπορεί η βάνα ροής να στείλει την ανάλογη ποσότητα αέρα καύσεως για να διατηρείται ο λόγος 4,5:1 μεταξύ καυσίμου αερίου και αέρα καύσεως. Για να αντιμετωπίσει το πρόβλημα αυτό, η εκμεταλλεύτρια εταιρεία προέβη στην ακόλουθη τροποποίηση του μηχανολογικού της εξοπλισμού:

Κατασκεύασε νέα πρόσθετη παρακαμπτήριο σωλήνα σε σχήμα Γ, μετά την αυτόματη βάνα ροής FV- 519 και πριν από την χειροκίνητη βάνα, την οποία παρέκαμψε. Στο οριζόντιο τμήμα του μικρότερης διατομής παρακαμπτήριου σωλήνα τοποθέτησε νέο εξοπλισμό, ήτοι μία χειροκίνητη ρυθμιστική βάνα, που είχε μικρότερη διατομή από τη διατομή της αυτόματης βάνας ροής, ώστε να μπορέσει να επιτυγχάνει μικρότερες αυξομειώσεις του όγκου του παρεχόμενου αέρα καύσεως στον καυστήρα Η-502.

Το βολάν δε (της) χειροκίνητης βάνας τοποθετήθηκε έξω από το υφιστάμενο πατάρι με μέτωπο αντίθετο προς το πατάρι, ήτοι σε ύψος 6 μέτρων πάνω από το κενό, κατά τρόπο που ο εκάστοτε χειριστής της βάνας δεν ηδύνατο να κάνει χρήση του παταριού (να πατήσει σε αυτό) κατά την ρύθμιση της βάνας. Μάλιστα η Κ. O. δεν έθεσε τα νέα σχέδια και την εισαγωγή του προκείμενου εξοπλισμού εργασίας προς έγκριση και θεώρηση στην εναγόμενη, ως όφειλε, καθώς οι ανωτέρω προσθήκες, αν και αφορούσαν σωληνώσεις της γραμμής Α1, ωστόσο, επηρέαζαν τους όρους ασφαλείας των συστημάτων αναφορικά με την ασφάλεια των εργαζομένων σε αυτά και συνεπώς, έπρεπε να υποβληθούν προς έγκριση στην ανωτέρω εταιρεία (νηογνώμονα).

Παρά ταύτα προέβη σε τροποποίηση των σωληνώσεων εις τρόπον που να μεταβληθεί η διαδικασία παραγωγικής λειτουργίας της μονάδας θείου με την χρήση στην εν λόγω διαδικασία χειροκίνητου, αντί αυτόματου, εξοπλισμού και έθεσε την ανωτέρω μονάδα σε παραγωγική λειτουργία χωρίς να προβεί και σε ανάλογη τροποποίηση του παταριού, ώστε να τηρούνται οι όροι ασφάλειας εργασίας για τους εργαζόμενους σε αυτό.

Συγκεκριμένα, η Κ. O. δεν τοποθέτησε πρόσθετο εξωτερικό πατάρι εργασίας κάτω από τη νέα χειροκίνητη βάνα, ούτε κατασκεύασε κιγκλίδωμα αναλόγου ύψους, ώστε να αποσβεστεί ο κίνδυνος πτώσης του χειριστή. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι, την 18-12-2010, ο ενάγων, μηχανολόγος - μηχανικός (ήδη αναιρεσίβλητος), ο οποίος είχε συνάψει με την εταιρεία "Κ.

O." σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ήδη από την 6-7-2007, με την ειδικότητα του χειριστή μονάδων παραγωγής, εργαζόταν στην απογευματινή βάρδια εργασίας στη μονάδα ανάκτησης θείου. Κατά την 19:10 μ.μ. έλαβε εντολή από το θάλαμο ελέγχου να μεταβεί στη συγκεκριμένη (χειροκίνητη) βάνα ρύθμισης της παροχής αέρα, που βρισκόταν στον παρακαμπτήριο σωλήνα τροφοδοσίας του καυστήρα Η-502 και να προβεί σε ρύθμιση της παροχής αέρα, προκειμένου να επιτευχθεί, με τον ήδη περιγραφέντα τρόπο, η ιδανική αναλογία μεταξύ όξινου αερίου και αέρα καύσεως.

Λόγω, όμως, του ότι η συγκεκριμένη βάνα ήταν ανάποδα τοποθετημένη (με πρόσωπο στο κενό) και ακολουθώντας πρακτική και των λοιπών χειριστών παραγωγής, ο ενάγων υποχρεώθηκε να έλθει σε μπροστινή θέση αναφορικά με τη βάνα, προκειμένου να εκτελέσει τους αναγκαίους χειρισμούς, με την πλάτη στο κενό, ακουμπώντας με το πίσω μέρος του σώματός του στον οριζόντιο σωλήνα παροχής αέρα.

Ο σωλήνας δε αυτός ήταν σε τέτοια θέση και ύψος, που ο κάθε χειριστής είχε την ψευδαίσθηση ότι του παρείχε προστασία έναντι της πτώσης. Τότε ο οριζόντιος σωλήνας, λόγω του ότι το μεταλλικό τσέρκι, που τον συγκρατούσε στο μεταλλικό δοκάρι, ήταν φθαρμένο, αποκολλήθηκε και υποχώρησε απότομα, με αποτέλεσμα ο ενάγων να βρεθεί στο κενό από ύψος περίπου 4,5 μέτρων και να προσκρούσει στο έδαφος, που αποτελούνταν στο σημείο αυτό από δύο τμήματα:

χώμα και τσιμέντο. Αποτέλεσμα της πτώσης αυτής, ήταν ο ενάγων να υποστεί κάταγμα 8ου θωρακικού σπονδύλου μετά συνοδού τραυματισμού νωτιαίου μυελού, επιπλοκή από λοίμωξη της μήνιγγος, θλάση των πνευμόνων, καθώς και παραπληγία από τη μεσότητα του κορμού και κάτω με πλήρη έκπτωση της κινητικής και αισθητικής λειτουργίας από τη μέση και κάτω και των άκρων (βλ.

υπ'αριθμ. πρωτ. 158/9-2-2011 ιατροδικαστική εξέταση του ειδικού ιατροδικαστή Μ. Τ., ο οποίος εξέτασε τον ανωτέρω παθόντα κατόπιν της υπ'αριθμ. πρωτ. 41208/10/923861 παραγγελίας του Αστυν. Τμήματος Πανοράματος Θεσσαλονίκης). Όπως δε προκύπτει και από την από 18.06.2014 γνωστοποίηση αποτελέσματος πιστοποίησης αναπηρίας ΙΚΑ ο ενάγων υπέστη "χαλαρή παραπληγία με απώλεια της επιπολής και της εντοβάθειας αισθητικότητας και ΟΚΔ συνεπεία διατομής του νωτιαίου μυελού και επίπεδο του Θ8".

Το συνολικό ποσοστό αναπηρίας του εκτιμήθηκε σε 90% με ιατρική πρόβλεψη από 11-11-2011 και εφ'όρου ζωής. Αιτία του ανωτέρω ατυχήματος, όπως προέκυψε και από την διενεργηθείσα την 20-12-2010 αυτοψία της Τεχνικής Επιθεωρήτριας Α. Μ. ήταν η μη λήψη από την επιχείρηση των απαραίτητων μέτρων για την ασφαλή πρόσβαση και παραμονή των εργαζομένων στη συγκεκριμένη θέση εργασίας, στην οποία ο κίνδυνος ατυχήματος ήταν ορατός.

Ειδικότερα, η Κ. O. έθεσε σε λειτουργία χειροκίνητη βάνα και πρόσθετο εξοπλισμό εργασίας σε πατάρι ύψους 4,5 μέτρων, χωρίς το πατάρι αυτό να διαθέτει στο σημείο αυτό προστατευτικό προπέτασμα έναντι της πτώσης (κουπαστή - ράβδο μεσοδιαστήματος) με επαρκές ύψος ή άλλο ισοδύναμο μέσο, όπως σταθερό σημείο αγκύρωσης για τη χρήση ζώνης ασφαλείας.

Αποτέλεσμα τούτων ήταν ο ενάγων να φτάσει στη χειροκίνητη βάνα, να πατήσει πάνω σε οριζόντιο σωλήνα διαμέτρου 15 εκατοστών με μόνωση που διέρχεται παράλληλα με το άκρο του παταριού και με την πλάτη γυρισμένη στο κενό για να φτάσει τη βάνα, να ακουμπήσει σε έναν οριζόντιο σωλήνα παροχής αέρα, διαμέτρου 5 εκατοστών, που υπήρχε σε ύψος περίπου 1,5 μέτρου από το πατάρι, να υποχωρήσει στη συνέχεια ο σωλήνας και να βρεθεί στο έδαφος από ύψος 4,5 μέτρων.

Στο σημείο αυτό η εναγόμενη ισχυρίζεται ότι, το συγκεκριμένο ατύχημα οφείλεται σε αποκλειστικό πταίσμα του ενάγοντος, άλλως σε συντρέχουσα/υπαιτιότητά του, λόγω της λανθασμένης εκτέλεσης της ανατεθειμένης σε αυτόν εργασίας. Ειδικότερα, αναφέρει ότι, ο ενδεδειγμένος τρόπος χρήσης της βάνας είναι ο κάτωθι:

α) για μεγάλα ανοιγοκλεισίματα (όταν η βάνα χρειάζεται να ανοίξει ή να κλείσει) η πρόσβαση γίνεται μέσα από το πατάρι με τη χρήση του ειδικού βανόκλειδου, ενώ β) για μικρά ανοιγοκλεισίματα η πρόσβαση γίνεται από την εσωτερική πλευρά του παταριού, πατώντας στον καλά στερεωμένο σωλήνα διαμέτρου 20 εκατοστών σε ύψος 50 εκατοστών από το πατάρι πιάνοντας για στήριξη με το ένα χέρι τον κατακόρυφο σωλήνα διαμέτρου 5 εκατοστών, ο οποίος είναι ηλεκτροσυγκολλημένος στον οριζόντιο και χρησιμοποιώντας το άλλο χέρι για να πιάσει το χερούλι της βάνας για τον χειρισμό, ενώ σε περίπτωση δυσκολίας (αν χρειάζονται και τα δύο χέρια) ο χειριστής θα πρέπει να πατήσει το πατάρι και να χρησιμοποιήσει το βανόκλειδο.

Ότι, σε καμία περίπτωση ο χειριστής δεν πρέπει να βγει εκτός παταριού, να περάσει δηλαδή πάνω από τον σωλήνα και να βρεθεί στην εξωτερική πλευρά του παταριού, ενώ αν χρειαστεί να κάνει κάποια κίνηση και με τα δύο χέρια, τότε θα πρέπει να κάνει χρήση προστατευτικής ζώνης. Ότι, εν προκειμένω, ο ενάγων δεν ακολούθησε τη γνωστή μέθοδο εκτέλεσης της ανατεθειμένης σε αυτόν εργασίας, που είναι πατώντας το πατάρι, αλλά αντ' αυτού επέλεξε να κρεμαστεί στο κενό για να την εκτελέσει, σε απόσταση 35 εκατοστών από το πατάρι, να αφήσει και τα δύο χέρια του και να χρησιμοποιήσει ως στήριξη για το σώμα του τον συγκεκριμένο σωλήνα, ενώ επιπλέον σκαρφάλωσε σε χώρο εκτός του παταριού πατώντας στο σωλήνα, χωρίς να κάνει χρήση εξοπλισμού ατομικής προστασίας, όπως μίας ζώνης ασφαλείας και χωρίς να χρησιμοποιήσει σκάλα ή κινητό γερανό.

Όπως όμως προέκυψε από την έκθεση πραγματογνωμοσύνης του μηχανολόγου-μηχανικού Γ. Χ., η συγκεκριμένη χειροκίνητη βάνα που κλήθηκε να ρυθμίσει ο ανωτέρω παθών, δεν μπορούσε να ρυθμιστεί από την εσωτερική πλευρά, διότι οι ενδείξεις της ήταν ανάστροφες, ενώ παράλληλα απαιτούσε και λεπτούς χειρισμούς περιστροφής της σε επίπεδο μοιρών, αφού το πρόσωπό της ήταν στραμμένο προς τα έξω - προς το κενό- και όχι προς τα μέσα- δηλαδή εσωτερικά του παταριού.

Βάσει δε της θέσης της αυτής, δεν ήταν εφικτό να την περιστρέφει ο εκάστοτε χειριστής, όντας τοποθετημένος κατά πρόσωπο και πατώντας σταθερά στο δάπεδο του παταριού. Επιπλέον, οι χειριστές ούτε και με τη χρήση βανόκλειδου μπορούσαν να επιτύχουν την ακριβή ρύθμιση της βάνας, αφού το εργαλείο αυτό ήταν μεγάλο και δύσχρηστο, ενώ οι συγκεκριμένες εργασίες, που απαιτούσαν λεπτούς χειρισμούς, εκτελούνταν μόνο με τη χρήση μικρού κάβουρα, πατώντας στις σωληνώσεις.

Ούτε, άλλωστε προέκυψε ότι, είχαν χορηγηθεί από την εργοδότρια εταιρεία ζώνες ασφαλείας στους εργαζόμενους και ότι, ο ενάγων από αμέλειά του δεν χρησιμοποίησε τον παραπάνω εξοπλισμό, ενώ ακόμη και εάν είχε χορηγηθεί η ζώνη αυτή δεν υφίστατο σημείο στήριξής της στην υπάρχουσα εγκατάσταση. Μάλιστα, ο ενάγων είχε αναφέρει προφορικά στους εργοδότες του την ανάγκη για αυτόματη ρύθμιση της βάνας λόγω του επισφαλούς τρόπου χειροκίνητης χρήσης της, αλλά τα ανωτέρω τροποποιήθηκαν μόνο μετά την συντέλεση του επίδικου ατυχήματος.

Από τα παραπάνω αποδειχθέντα δεν προέκυψε η παραμικρή υπαιτιότητα του ενάγοντος στην επέλευση του σε βάρος του ατυχήματος, ώστε η σχετική, ερειδόμενη στο άρθρο 300 ΑΚ, ένσταση της εναγόμενης πρέπει να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμη. Ακολούθως, αποδεικνύεται ότι, για την έκδοση των υπ'αριθμ. Δ3/Β/11591/15-9-2003 και Δ3/Β/1553/13-2-2003 Αποφάσεων του Υπουργείου Ανάπτυξης για την χορήγηση άδειας λειτουργίας στις εγκαταστάσεις αξιοποίησης των κοιτασμάτων ΠΡΙΝΟΣ και ΝΟΤΙΑ ΚΑΒΑΑΑ στην εταιρεία Κ.

O. συνεκτιμήθηκαν -όπως προκύπτει από την επισκόπηση των σχετικών αποφάσεων- μεταξύ άλλων πιστοποιητικών και μελετών- και τα υπ'αριθμ. ΡΚ 14 ΗΗ/7- 11-2001, ΡΚ 13ΗΗ/7-11-2001, ΡΚ 19ΗΗ/28-3- 2001, ΡΚ 18 ΗΗ/7- 2-2002, ΡΚ 17 HH-V 702 Β/7-11-2001, ΡΚ 17 ΗΗ-ΤΚ704 C/7-11-2001, ΡΚ 17 ΗΗ-ΤΚ 704 Β/7- 11-2001, ΡΚ 17 ΗΗ-ΤΚ 704 Α/7-11- 2001, ΡΚ 17 ΗΗ/7-11-2001, RK 16 ΗΗ/7-11- 2001, ΡΚ 14 ΗΗ/3- 12-2002, ΡΚ 20 ΗΗ/3-12-2002 πιστοποιητικά του διεθνώς αναγνωρισμένου οίκου "Germanicher Lloyd".

Μεταξύ δηλαδή των πιστοποιητικών που συνεκτιμήθηκαν για την έκδοση άδειας λειτουργίας των εγκαταστάσεων της Κ. O. ήταν και η δήλωση παράτασης ΡΚ 17ΗΗ/7-11-2001, που εξέδωσε η ανωτέρω εναγόμενη- νηογνώμονας και η οποία αφορούσε τις χερσαίες εγκαταστάσεις της εταιρείας αυτής. Στη δήλωση δε αυτή, η τελευταία βεβαίωνε, ότι η επίδικη μονάδα/εγκατάσταση υπόκειται περιοδικά σε εκτενείς επιθεωρήσεις, όσον αφορά τη συνεχιζόμενη ασφαλή της λειτουργία και συμμόρφωση με τους κανόνες της GERMANISCHER Lloyd και τους εφαρμοζόμενους κανόνες και πρότυπα που τηρούνται από αυτήν.

Σύμφωνα δε με τα αποτελέσματα των επιθεωρήσεων, που εκτελέστηκαν σύμφωνα με το "Πρόγραμμα Επιθεώρησης", η ισχύς του αρχικού ΡΚ 17ΗΗ/1981 πιστοποιητικού παρατάθηκε για πέντε έτη. Ήτοι, με το ανωτέρω πιστοποιητικό η εναγόμενη βεβαίωσε ότι, μετά τη διενέργεια των επιτόπιων επιθεωρήσεων στις χερσαίες εγκαταστάσεις της Κ.

O., οι οποίες και εκτελέστηκαν με βάση το συμβατικό πλαίσιο που είχε οριστεί με την τελευταία, διαπιστώθηκε ότι, οι τελευταίες πληρούν τα πρότυπα ασφαλείας του συγκεκριμένου οίκου. Με το ανωτέρω σκεπτικό χορηγήθηκε παράταση στο προαναφερθέν ΡΚ 17ΗΗ/1981 πιστοποιητικό ασφαλούς λειτουργίας των εγκαταστάσεων αυτών.

Στο 17ΗΗ/1981 πιστοποιητικό και στα συνοδεύοντα αυτό σχεδιαγράμματα, ειδικά στο εγκεκριμένο και θεωρημένο σχέδιο με αριθμό 512-6331-F015 σχεδιάγραμμα, ωστόσο, εικονίζονταν μία αυτόματη βάνα ροής FV- 519 διατομής 4' και μετά από αυτήν μία ακόμη χειροκίνητη βάνα, διατομής 6', η οποία είχε διατομή προς την εσωτερική πλευρά του παταριού και χρησίμευε, όχι για την τακτική ρύθμιση της ροής, αλλά μόνο για το άνοιγμα και το κλείσιμο της παροχής αέρα κατά την έναρξη και λήξη της λειτουργίας της μονάδας.

Στα αρχικά κατασκευαστικά σχέδια, επομένως, και στα θεωρημένα και εγκεκριμένα μηχανολογικά διαγράμματα ροής, που συνόδευαν την άδεια λειτουργίας του εργοστασίου και το πιστοποιητικό ασφαλούς εγκατάστασης, που χορήγησε η εναγόμενη, εικονίζονταν μόνο αυτές οι δύο βάνες. Άλλωστε, και στους εγκριθέντες περιβαλλοντικούς όρους, που καθορίστηκαν με τις υπ'αριθμ. 31218/29- 09-1997, 47628/11-10-200 και 96213/17-9-2003 Αποφάσεις έγκρισης περιβαλλοντικών όρων της Γενικής Διεύθυνσης Περιβάλλοντος, Τμήματος Βιομηχανικών του Υπουργείου Περιβάλλοντος Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων, ορίστηκε ότι, "Για την παρακολούθηση της ομαλής λειτουργίας του συγκροτήματος ανάκτησης θείου απαιτείται η εγκατάσταση συστήματος αυτόματου ελέγχου της απόδοσής του.

Προς τούτο πρέπει να παρακολουθείται και να καταγράφεται επί συνεχούς βάσης η συγκέντρωση H2S στην είσοδο και η συγκέντρωση H2s και S02 στην έξοδο των μονάδων CLAUS. Η ρύθμιση των μονάδων ανάκτησης θείου και του μετακαυστήρα με βάση τις ενδείξεις των προαναφερόμενων οργάνων (ή και άλλων πρόσθετων μετρητικών συσκευών) να γίνεται αυτόματα..".

Συνεπώς, στις χορηγηθείσες άδειες για την έκδοση των οποίων κατατέθηκαν τα θεωρημένα από την εναγόμενη σχεδιαγράμματα, αλλά και στα πιστοποιητικά ασφαλούς λειτουργίας των εγκαταστάσεων, προβλεπόταν η αυτόματη και όχι η χειροκίνητη ρύθμιση των μονάδων ανάκτησης θείου. Η προσθήκη δε της αυτόματης χειροκίνητης βάνας στις χερσαίες μονάδες της "Κ.

O." αποτελούσε διαφοροποίηση στον τρόπο ρύθμισης των μονάδων ανάκτησης θείου και στη διάταξη του εξοπλισμού και των σωληνώσεων και συνεπώς, έπρεπε να αποτυπωθεί στις μελέτες που υποβαλλόταν προς έγκριση στο αρμόδιο Υπουργείο και στα σχετικά σχεδιαγράμματα. Η εναγόμενη, εν προκειμένω, από αμέλεια των προστηθέντων της, δεν διαπίστωσε κατά την επιθεώρηση των σχετικών σωληνώσεων την προσθήκη του ανωτέρω εξοπλισμού και προχώρησε στην ανανέωση του αρχικού πιστοποιητικού ασφαλούς λειτουργίας με αποτέλεσμα και την ανανέωση της άδειας λειτουργίας της "Κ.

O.". Ειδικότερα, η έκδοση πιστοποιητικών λειτουργίας από αναγνωρισμένο διεθνή οίκο (νηογνώμονα) για χερσαίες εγκαταστάσεις συνεπάγεται ανάλογη υποχρέωση αυξημένης πρόνοιας του συγκεκριμένου φορέα κατά την επιθεώρηση των εγκαταστάσεων αυτών, όπως και κατά την έκδοση πιστοποιητικών για τις θαλάσσιες ή πλωτές εγκαταστάσεις, καθώς τα πιστοποιητικά που εκδίδει θεωρούνται αυξημένης και νομοθετικά αναγνωρισμένης αξιοπιστίας, αναφορικά με τα βεβαιωθέντα από αυτόν αποτελέσματα ελέγχου και αποτελούν γνώμονα για τις αποφάσεις των διοικητικών αρχών.

Η παράλειψη δε της διαπίστωσης των αναφερομένων παρατυπιών στη χερσαία μονάδα της Κ. O., συνιστά παραβίαση της πρόνοιας που προσφέρει ένας φορέας ελέγχου αυξημένου κύρους και στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνέβαλε αιτιωδώς στην πρόκληση του ένδικου ατυχήματος που υπέστη ο ενάγων, αφού στα πιστοποιητικά και σχεδιαγράμματα που υποβλήθηκαν προς έγκριση από την προαναφερόμενη εταιρεία (Κ.

Ο.) στην αδειοδοτούσα Αρχή, θεωρημένα από την εναγόμενη, αποτυπωνόταν μία εσφαλμένη εικόνα λειτουργίας των μονάδων παραγωγής θείου και της κατάστασης ασφαλείας των εργαζομένων της επιχείρησης..... Από την ανωτέρω δε παράνομη πράξη της εναγόμενης, όπως προεκτέθηκε, ο ενάγων υπέστη βαρύτατο τραυματισμό και συγκεκριμένα παραπληγία με απώλεια της επιπολής και της εντοβάθειας αισθητικότητας και ΟΚΔ συνεπεία διατομής του νωτιαίου μυελού και επίπεδο του Θ8 με ακινησία των άκρων του.

Κατά τον χρόνο επέλευσης του ατυχήματος διένυε το 27° έτος της ηλικίας του, χρόνος από τον οποίο κατέστη ισόβια παραπληγικός, με αποτέλεσμα να μετακινείται με αναπηρικό αμαξίδιο και να χρειάζεται τη βοήθεια άλλου ατόμου για την εξυπηρέτησή του. Η μόνιμη μερική ως άνω αναπηρία του και παραμόρφωσή του, επιδρά δυσμενώς στην οικονομική και κοινωνική πρόοδο και ανέλιξή του, καθώς και στη δημιουργία δικής του οικογένειας, διότι κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας αποτελεί αρνητικό στοιχείο στα πλαίσια του ανταγωνισμού και της κοινωνικής εξέλιξης και στενότητας στην αγορά εργασίας, καθόσον μειονεκτεί και συνεπώς κινδυνεύει περισσότερο, έναντι των υγιών συναδέλφων του να καταστεί άνεργος.

Για τους λόγους αυτούς, ο ενάγων δικαιούται να λάβει μία εύλογη εφάπαξ αποζημίωση (άρθρο 931 ΑΚ), η οποία αποτιμάται, αφού ληφθεί υπόψη το είδος και οι συνέπειες της αναπηρίας του και της παραμόρφωσής του, η ηλικία του και η έλλειψη οιασδήποτε υπαιτιότητάς του για τον τραυματισμό του...στο ποσό των εκατό χιλιάδων (100.000,00) ευρώ.

Σημειώνεται ότι, για την εφαρμογή του άρθρου 931 ΑΚ δεν απαιτείται η βεβαιότητα δυσμενούς επιρροής της αναπηρίας ή παραμόρφωσης, αλλά αρκεί και απλή δυνατότητα κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, καθώς και ότι δεν απαιτείται η σύνδεση με συγκεκριμένη περιουσιακή ζημία του παθόντος, η οποία άλλωστε σε πολλές περιπτώσεις δεν μπορεί να προσδιοριστεί...Ο εναγών, επιπλέον, υπέστη και ηθική βλάβη εξαιτίας του ατυχήματος και δικαιούται ως χρηματική ικανοποίηση, με βάση το είδος και την έκταση των σωματικών βλαβών, το είδος και τη διάρκεια της θεραπείας του, τη μόνιμη αναπηρία του, την κοινωνική και οικονομική κατάσταση των διαδίκων, τις συνθήκες του ατυχήματος και τον βαθμό υπαιτιότητας της εναγόμενης για την πρόκληση του ατυχήματος, το εύλογο ποσό των εκατόν πενήντα χιλιάδων (150.000,00) ευρώ".

Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας και επικύρωσε την εκκαλουμένη απόφαση, που είχε κάνει κατ` ουσίαν εν μέρει δεκτή την από 30/4/2017 αγωγή του αναιρεσιβλήτου και είχε υποχρεώσει την αναιρεσείουσα να του καταβάλει νομιμοτόκως, ως εύλογη αποζημίωση κατά το άρθρο 931 ΑΚ και ως χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης, που υπέστη, το ίδιο ανωτέρω ποσό των 250.000 ευρώ.

Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον διέλαβε σε αυτήν ανεπαρκείς και ασαφείς αιτιολογίες ως προς τα ουσιώδη ζητήματα: 1) της παράνομης και υπαίτιας ή μη συμπεριφοράς των προστηθέντων υπαλλήλων της εναγομένης-ήδη αναιρεσείουσας στην πρόκληση του ατυχήματος, συνισταμένης στην παράλειψη αυτών, κατά την περιοδική επιθεώρηση των χερσαίων εγκαταστάσεων της περιοχής ΣΙΓΜΑ για την επεξεργασία, αποθήκευση και διάθεση αργού πετρελαίου, αερίων, θείου και υποπροϊόντων αυτών, από τα κοιτάσματα πετρελαίου ΠΡΙΝΟΥ και ΝΟΤΙΑΣ ΚΑΒΑΛΑΣ, να διαπιστώσουν τις γενόμενες από την εκμεταλλεύτρια των κοιτασμάτων ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "Κ.

O. Α." προσθήκες και τροποποιήσεις, και 2) της ύπαρξης ή μη πρόσφορης αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της ανωτέρω παραλείψεως και του επελθόντος αποτελέσματος, υπό την έννοια ότι χωρίς την παράλειψη αυτή δεν θα επήρχετο ο τραυματισμός του αναιρεσιβλήτου, με συνέπεια, εξ αιτίας των ανεπαρκών και ασαφών αυτών αιτιολογιών, να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των εφαρμοσθεισών ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 914 και 922 ΑΚ, σε συνδυασμό με τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 281,288,297, 298 και 330 ΑΚ, τις οποίες έτσι παραβίασε εκ πλαγίου.

Και τούτο διότι το Εφετείο: Α) Ενώ δέχεται α) ότι η αρχική εκμεταλλεύτρια των κοιτασμάτων κοινοπραξία είχε υποχρεωθεί, στο πλαίσιο της σύμβασής της με το Ελληνικό Δημόσιο, να λάβει πιστοποιήσεις ασφαλούς λειτουργίας των εγκαταστάσεων παραγωγής υδρογονανθράκων από αναγνωρισμένο νηογνώμονα, καίτοι ο σχετικός έλεγχος δεν ήταν, σύμφωνα με το νόμο, υποχρεωτικός αλλά δυνητικός, και ότι η εναγομένη-νηογνώμονας, με την από 15-12-1978 σύμβαση, που κατήρτισε με αυτήν, ανέλαβε με την ως άνω ιδιότητα, μεταξύ άλλων, κατά τη φάση της κατασκευής/οικοδόμησης την εξέταση των σχεδίων και υπολογισμών και την επιθεώρηση της κατασκευής των δομών στις προβλεπόμενες θέσεις τους, μετά δε την ολοκλήρωση των ελέγχων την έκδοση πιστοποιητικών, στα οποία θα αποτυπώνονταν η αξιολόγησή της σχετικά με τη συμμόρφωση της αρχικής εκμεταλλεύτριας με τους διεθνώς αναγνωρισμένους κανόνες και κανονισμούς και τα αποδεκτά πρότυπα ασφαλείας, περιλαμβανομένων στον έλεγχο και των χερσαίων εγκαταστασάσεων, ως προς τις οποίες θα εξέδιδε πιστοποιητικά ασφαλούς λειτουργίας μετά από έλεγχο της ασφάλειας κατασκευής των δομών αυτών, με την εκτέλεση περιοδικών επιθεωρήσεων, β) ότι, στη συνέχεια, με την από 9-2-2000 σύμβαση, που συνήψε με την νέα εκμεταλλεύτρια των κοιτασμάτων "Κ.

Ο. Α.Ε.", η εναγομένη ανέλαβε την παροχή υπηρεσιών επιθεώρησης των εγκαταστάσεων της εταιρείας, στις οποίες περιλαμβάνονταν και οι εγκαταστάσεις επεξεργασίας αργού πετρελαίου και συνδεόμενων αερίων στην ξηρά, με διενέργεια περιοδικών επιθεωρήσεων των εγκαταστάσεων αυτών, με σκοπό τον έλεγχο αναφορικά με τις επεκτάσεις και τροποποιήσεις των υφιστάμενων κατασκευών και συστημάτων, γ) ότι με τη σύμβαση αυτή η εναγομένη συνομολόγησε τον χρόνο παράτασης των πιστοποιητικών, ο οποίος θα ήταν κάθε δύο χρόνια ως προς τα "πιστοποιητικά εξοπλισμού ασφαλείας" και κάθε πέντε χρόνια ως προς τα "πιστοποιητικά ασφαλούς λειτουργίας", καθώς και για τα "πιστοποιητικά κλάσης", δ) ότι για το Εργοστάσιο Σίγμα (χερσαίες εγκαταστάσεις και εξοπλισμός επεξεργασίας και βοηθητικών παροχών) εκδόθηκε μετά από εκτεταμένους ελέγχους της εναγόμενης, τον Αύγουστο του 1981, το υπ'αριθμ.

ΡΚ 17ΗΗ πιστοποιητικό, το οποίο ανανεώθηκε στη συνέχεια, μεταξύ άλλων, με τη με αριθμ. 4/07.11.2001 παράταση/ανανέωση πιστοποιητικού, με διάρκεια ισχύος από 20.08.2001 έως 19.08.2006, καθώς και με τη με αριθμ. 5/23.06.2006 παράταση/ανανέωση, με διάρκεια ισχύος από 20.08.2006 έως και 19.08.2011, και στο οποίο (πιστοποιητικό) αναφερόταν ότι, οι σωληνώσεις του εργοστασίου ελέγχθηκαν μέσω ανάλυσης ασφάλειας και ανεξαρτήτων υπολογισμών ως προς: 1) τον τύπο και τη θέση των βαλβίδων από την άποψη της τεχνικής ασφαλείας, των βαλβίδων απομόνωσης, των βαλβίδων έμφραξης και των βαλβίδων ελέγχου, 2) τον τρόπο λειτουργίας των βαλβίδων σε περίπτωση απώλειας τροφοδοσίας, 3) τα όργανα που απαιτούνται για την εξασφάλιση ασφαλών συνθηκών λειτουργίας και 4) το μέγεθος των σωλήνων και τη διακοστολόγηση των βαλβίδων ασφαλείας, και ε) ότι για την έκδοση των υπουργικών αποφάσεων για τη χορήγηση άδειας λειτουργίας στην εταιρεία Κ.

O. συνεκτιμήθηκε, μεταξύ άλλων πιστοποιητικών, η δήλωση παράτασης ΡΚ 17ΗΗ/7-11-2001 της εναγομένης για τις χερσαίες εγκαταστάσεις της εταιρείας αυτής, με την οποία βεβαιώνετο, ότι αυτές υπόκεινται περιοδικά σε εκτενείς επιθεωρήσεις, όσον αφορά τη συνεχιζόμενη ασφαλή τους λειτουργία και συμμόρφωση με τους κανόνες της GERMANISCHER Lloyd και τους εφαρμοζόμενους κανόνες και πρότυπα που τηρούνται από αυτήν, και συγκεκριμένα ότι πληρούσαν τα πρότυπα ασφαλείας του συγκεκριμένου οίκου και έτσι, με βάση τη δήλωση αυτή χορηγήθηκε παράταση στο ΡΚ 17ΗΗ/1981 πιστοποιητικό ασφαλούς λειτουργίας των εγκαταστάσεων αυτών, ήτοι δέχεται η προσβαλλομένη απόφαση με τις ανωτέρω παραδοχές και κατά τη συνολική νοηματική τους εκτίμηση, ότι οι πιστοποιήσεις της αναιρεσείουσας, όπως και οι περιοδικές επιθεωρήσεις των χερσαίων εγκαταστάσεων ΣΙΓΜΑ, σύμφωνα με τις συναφθείσες με τις εκμεταλλεύτριες των κοιτασμάτων συμβάσεις, αφορούσαν στον έλεγχο της ασφαλούς λειτουργίας των εγκαταστάσεων αυτών, υπό την έννοια της άρτιας και σύμφωνης με τις μελέτες κατασκευής αυτών, ώστε να μην προκύψει πρόβλημα ασφαλείας κατά τη λειτουργία τους, και ειδικότερα δέχεται, ως προς την ομαλή λειτουργία του συστήματος ανάκτησης θείου, στο οποίο έγιναν οι επίδικες μετατροπές από την Κ.

O., ότι η εγκατάσταση συστήματος αυτόματου ελέγχου της απόδοσης συνδέεται ευθέως με τους εγκριθέντες περιβαλλοντικούς όρους για τη λειτουργία της εγκατάστασης, ώστε αυτή να λειτουργεί κατά τρόπο που δεν ρυπαίνει το περιβάλλον, όμως στη συνέχεια, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχεται επί πλέον και τα εξής:

Ι. ότι αιτία του ατυχήματος ήταν η μη λήψη από την Κ. O. των απαραίτητων μέτρων για την ασφαλή πρόσβαση και παραμονή των εργαζομένων στη συγκεκριμένη θέση εργασίας, στην οποία ο κίνδυνος ατυχήματος ήταν ορατός,

ΙΙ. ότι στα πιστοποιητικά και σχεδιαγράμματα, που υποβλήθηκαν προς έγκριση από την προαναφερόμενη εταιρεία Κ. O., στην αδειοδοτούσα Αρχή, θεωρημένα από την εναγόμενη, αποτυπωνόταν μία εσφαλμένη εικόνα λειτουργίας των μονάδων παραγωγής θείου και της κατάστασης ασφαλείας των εργαζομένων της επιχείρησης και

ΙΙΙ. ότι οι προσθήκες που έκανε η Κ. O., με τις οποίες κατέστη δυνατή και η μη αυτόματη, αλλά με χειρισμό από εργαζόμενο, λειτουργία της μονάδας ανάκτησης θείου, έπρεπε να υποβληθούν προς έγκριση και θεώρηση στην εναγομένη, γιατί "επηρέαζαν τους όρους ασφαλείας των συστημάτων αναφορικά με την ασφάλεια των εργαζομένων", με αποτέλεσμα να προκαλείται σύγχυση και ασάφεια, αναφορικά με το τί τελικώς δέχεται το Εφετείο ως προς το περιεχόμενο της απορρέουσας από τη σύμβαση υποχρέωσης της αναιρεσείουσας-εναγομένης, αν δηλαδή η υποχρέωση αυτή αφορούσε αποκλειστικά και μόνον τον έλεγχο της ασφαλούς λειτουργίας των εγκαταστάσεων αυτών, υπό την έννοια της άρτιας και σύμφωνης με τις μελέτες κατασκευής αυτών ή, αντιθέτως, περιελάμβανε και τον έλεγχο της τήρησης από την επιχείρηση Κ.

O. των μέτρων ασφαλείας των απασχολούμενων στις εγκαταστάσεις εργαζομένων και δη μέτρων που κατατείνουν στην αποφυγή κινδύνων, μη συναπτομένων άμεσα με αυτή καθ' εαυτή την τεχνική λειτουργία των εγκαταστάσεων, και έτσι, να μη προκύπτει σαφώς, αν στα θεωρημένα από αυτή πιστοποιητικά και σχεδιαγράμματα, που υποβλήθηκαν προς έγκριση από την εταιρεία Κ.

O. στην αδειοδοτούσα Αρχή, θα έπρεπε να αποτυπωνόταν, εκτός από την εικόνα λειτουργίας των μονάδων παραγωγής θείου, και η ελλιπής κατάσταση ασφαλείας των εργαζομένων της επιχείρησης. Β) η προκαλούμενη ως άνω ασάφεια επιτείνεται από την έτερη παραδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι η εναγομένη, από αμέλεια των προστηθέντων της, δεν διαπίστωσε κατά την επιθεώρηση των σχετικών σωληνώσεων την προσθήκη από την εταιρεία Κ.

O. του ανωτέρω εξοπλισμού αλλά προχώρησε στην ανανέωση του αρχικού πιστοποιητικού ασφαλούς λειτουργίας, που οδήγησε στην ανανέωση της άδειας λειτουργίας της ως άνω εταιρείας, καθόσον έτσι δεν προκύπτει με σαφήνεια, αν το Εφετείο θεμελίωσε, ουσιαστικά, την ευθύνη της αναιρεσείουσας-εναγομένης στην παράλειψη αποτύπωσης των τροποποιήσεων και της προσθήκης της χειροκίνητης βάνας, που αποτελούσε, όπως δέχεται, διαφοροποίηση στον τρόπο ρύθμισης των μονάδων ανάκτησης θείου και στη διάταξη του εξοπλισμού και των σωληνώσεων, ή στην παράλειψη αποτύπωσης των ελλιπών μέτρων ασφαλείας των εργαζομένων, και συνακόλουθα δεν μπορεί να κριθεί, στην πρώτη περίπτωση, αν η αυτή καθ' εαυτή η παράλειψη της εναγομένης, στο πλαίσιο της υποχρέωσής της για έλεγχο της ασφαλούς λειτουργίας των εγκαταστάσεων αυτών, υπό την έννοια της άρτιας και σύμφωνης με τις μελέτες κατασκευής αυτών, ήταν πρόσφορη, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, να επιφέρει το επιζήμιο αποτέλεσμα, ή, αντιθέτως, αν αυτή ευθύνεται, παράλληλα με την Κ.

O., και για παράβαση των όρων ασφαλείας εργασίας για τους εργαζομένους από την Κ. O., δια της μη τοποθετήσεως (μετά τις ανωτέρω προσθήκες στις οποίες προέβη) και πρόσθετου εξωτερικού παταριού εργασίας κάτω από τη νέα χειροκίνητη βάνα, καθώς και δια της μη κατασκευής κιγκλιδώματος αναλόγου ύψους, ώστε να αποσβεστεί ο κίνδυνος πτώσης του χειριστή της προστεθείσας βάνας, εξαιτίας των οποίων, κατά τις ουσιαστικές παραδοχές του Εφετείου, μετά την αποκόλληση του οριζόντιου σωλήνα παροχής αέρα, στον οποίο στηρίχθηκε ο αναιρεσίβλητος, κατά τον χειρισμό της προστεθείσας βάνας, επειδή το μεταλλικό τσέρκι, που τον συγκρατούσε στο μεταλλικό δοκάρι ήταν φθαρμένο και αποκολλήθηκε, να προκληθεί η πτώση του στο έδαφος από ύψος 4,5 μέτρων και ο τραυματισμός του.

Γ) Ενώ αναφέρεται στην απόφαση ότι η Κ. O. όφειλε κατά τη σύμβαση που είχε συνάψει με την αναιρεσείουσα να θέσει τις προσθήκες που έκανε προς έγκριση και θεώρηση στην αναιρεσείουσα και ότι δεν προέβη στην ενέργεια αυτή, δεν αναφέρεται ποια ήταν, σύμφωνα με τη σύμβαση, η συνέπεια της παράλειψης αυτής, ούτε αναφέρεται σαφώς αν είχε υποχρέωση η αναιρεσείουσα να διαπιστώσει και χωρίς την ανωτέρω αναφορά την προσθήκη αυτή και συνεπώς δημιουργείται ασάφεια ως προς την ύπαρξη ή μη ευθύνης και της αναιρεσείουσας, πλήν της Κ.

O., για τον ένδικο τραυματισμό του αναιρεσιβλήτου, εφ' όσον γίνει δεκτό ότι η ελεγκτική αρμοδιότητα της αναιρεσείουσας επεκτείνετο, εκτός από τον έλεγχο της τεχνικής ασφαλείας των εγκαταστάσεων και στον έλεγχο της ασφάλειας και για τους εργαζόμενους σε αυτές. Και Δ) Διαλαμβάνει ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς τον χρόνο κατά τον οποίο η Κ.

O. προέβη στις ανωτέρω προσθήκες αναφέροντας μόνο ότι έγιναν "πολύ μεταγενέστερα του 1981" και έτσι δεν μπορεί να διακριβωθεί αν οι προσθήκες έγιναν πριν τις 23/6/2006, δηλαδή πριν από την, κατά την απόφαση, τελευταία προ του επισυμβάντος στις 18/12/2010 τραυματισμού του αναιρεσιβλήτου, επιθεώρηση των εγκαταστάσεων, με την έκδοση του 5/23-6-2006 πιστοποιητικού, με διάρκεια ισχύς από 20/8/2006 έως 14/8/2011, οπότε θα μπορούσαν να γίνουν αντιληπτές από τους διενεργήσαντες την επιθεώρηση προστηθέντες από αυτήν υπαλλήλους της αναιρεσείουσας και να είναι δυνατόν να προκύψει ευθύνη της, ή μετά την 23/6/2006 οπότε δεν θα μπορούσαν να γίνουν αντιληπτές, αφού δεν είχαν ακόμα γίνει και συνεπώς δεν είναι δυνατόν να υπάρξει ευθύνη της αναιρεσείουσας.

Ενόψει όλων αυτών, η κρίση του Εφετείου ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα επιτρέπουν το συμπέρασμα ότι "η παράλειψη της διαπίστωσης των αναφερομένων παρατυπιών στη χερσαία μονάδα της Κ. O., συνιστά παραβίαση της πρόνοιας που προσφέρει ένας φορέας ελέγχου αυξημένου κύρους και στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνέβαλε αιτιωδώς στην πρόκληση του ένδικου ατυχήματος που υπέστη ο ενάγων", κρίνεται ασαφής και ανεπαρκής.

Επομένως, ο τρίτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση η ανωτέρω από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, είναι βάσιμος. Κατόπιν αυτού, χωρίς να ερευνηθούν οι λοιποί λόγοι αναίρεσης, η εξέταση των οποίων παρέλκει γιατί καλύπτονται από την αναιρετική εμβέλεια του ανωτέρω λόγου, που κρίθηκε βάσιμος, πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, που την εξέδωσε, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 Κ.

Πολ. Δ.), να διαταχθεί η απόδοση του παράβολου της αναίρεσης στην αναιρεσείουσα (άρθρο 495 παρ.3 Κ. Πολ. Δ.) και να καταδικασθεί ο αναιρεσίβλητος, λόγω της ήττας του, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματός της (άρθρα 176, 183, 191 παρ.2 Κ.

Πολ. Δ.)

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 2860/2021 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που εξέδωσε την αναιρεθείσα απόφαση, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστες, εκτός εκείνων που εξέδωσαν την απόφαση.

Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου της αναίρεσης στην αναιρεσείουσα. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε τρείς χιλιάδες (3.000) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 29 Ιανουαρίου 2024.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Μαρτίου 2024.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ