Legislator Case Law & Legislation
392/2023 AI generated

Supreme Court allows appeal against final judgment on will validity, remands case for further examination.

Case Number 392/2023
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court allowed the appeal against the final judgment of the Court of First Instance regarding the validity of a handwritten will. The court found that the lower court erred in law by incorrectly requiring the testator to hold ownership rights over the property at the time of death, a condition not mandated by the Civil Code. Consequently, the appeal was accepted, the lower judgment was set aside, and the case was remanded for further examination by the appellate court.

Legislator headnote

AI generated

Articles 1718 and 180 of the Civil Code; The validity of a handwritten will does not depend on the testator holding ownership rights over the property at the time of death, and the lower court erred in law by imposing such a requirement.

Keywords

AI generated
handwritten will validity testator ownership rights Civil Code provisions appeal against final judgment remand for further examination

Cited Legislation

AI generated
Articles 1718 and 180 of the Civil Code
Article 559, paragraph 1 alpha of the Code of Civil Procedure
Article 580, paragraph 3 alpha of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 189, paragraph 1, and 191, paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 495, paragraph 3 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court of Greece, Case 5/2001
Supreme Court of Greece, Case 9/1996

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 392 / 2023 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 392/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χριστοδούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Μουλιανιτάκη, Μαρουλιώ Δαβίου, Μαρία Κουφούδη, Αθανάσιο Θεοφάνη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, τη 18η Μαΐου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Λ. - Ι. Τ. του Ν., κατοίκου ... η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Μαρία Γρηγοροπούλου και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "Εκκλησία Άγιος Αιμιλιανός", που εδρεύει στην Αθήνα, οδός Αθαμανίας 17, Λόφος Σκουζέ, με ΑΦΜ ..., όπως νόμιμα εκπροσωπείται, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Δικαίο και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-5-2015 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 883/2017 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 6191/2019 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 8-12-2020 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 553§1 περίπτ. β', 309 εδάφ. α', 321 και 495§1 του Κ.Πολ.Δ. συνάγεται ότι σε αναίρεση υπόκειται η απόφαση που έχει καταστεί τελεσίδικη κατά το χρόνο ασκήσεως του ως άνω ενδίκου μέσου, δηλαδή κατά τον χρόνο της καταθέσεως του οικείου δικογράφου στη γραμματεία του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση. Είναι δε τελεσίδικη η απόφαση, η οποία, απεκδύοντας τον δικαστή από κάθε περαιτέρω εξουσία, περατώνει τη δίκη επί της αγωγής και δεν υπόκειται στα τακτικά ένδικα μέσα της ανακοπής ερημοδικίας και της εφέσεως (Ολ.Α.Π. 5/2001, Ολ.Α.Π. 9/1996). Εξάλλου, κατά το άρθρο 503§§1, 2 και 3 του Κ.Πολ.Δ. η προθεσμία της ανακοπής ερημοδικίας είναι δεκαπέντε ημέρες, αν ο διάδικος, που δικάσθηκε ερήμην, διαμένει στην Ελλάδα, και αρχίζει από την επίδοση της αποφάσεως, ενώ, όταν ο διάδικος, που δικάσθηκε ερήμην, διαμένει στο εξωτερικό, η προθεσμία της ανακοπής είναι εξήντα ημέρες και αρχίζει από την τελευταία δημοσίευση, κατά το άρθρο 135§1 του Κ.Πολ.Δ., της περιλήψεως της εκθέσεως για την επίδοση της αποφάσεως (άρθρο 503§§ 3 - 2 του Κ.Πολ.Δ.).

Συνεπώς, η ερήμην οριστική απόφαση του εφετείου υπόκειται σε αναίρεση μόνο αφού έπαυσε να υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας είτε διότι, κατά περίπτωση, παρήλθε η δεκαπενθήμερη προς άσκηση αυτής προθεσμία από την επίδοση της ερήμην αποφάσεως ή (όταν ο ερήμην δικασθείς διάδικος διαμένει στο εξωτερικό) η εξηκονθήμερη προθεσμία από την τελευταία, κατά το άρθρο 135§1 του Κ.Πολ.Δ., δημοσίευση της περιλήψεως της εκθέσεως για την επίδοση της ερήμην αποφάσεως, είτε διότι ο δικαιούμενος σε άσκηση αυτής ερημοδικασθείς διάδικος παραιτήθηκε νομίμως από το δικόγραφο του ασκηθέντος ενδίκου μέσου της ανακοπής ή του δικαιώματος προς άσκηση αυτού.

Τούτο, διότι, έκτοτε, η ερήμην εκδοθείσα απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου καθίσταται τελεσίδικη και προσβλητή με αναίρεση, σύμφωνα με την παραπάνω διάταξη του άρθρου 553§1 εδάφ. β' του Κ.Πολ.Δ. . Περαιτέρω, η δήλωση για παραίτηση από το δικαίωμα προς άσκηση ενδίκου μέσου είναι έγκυρη και άνευ της τηρήσεως του διαδικαστικού τύπου του άρθρου 297 του Κ.Πολ.Δ., διότι ο τύπος αυτός αφορά αποκλειστικά την παραίτηση από το δικόγραφο ή το δικαίωμα ασκηθέντος ήδη ενδίκου μέσου (Α.Ε.Δ. 42/1980, Ολ.Α.Π. 17/2013, Ολ.Α.Π. 626/1980).

Ενόψει αυτών, η παραίτηση από το δικαίωμα ασκήσεως ανακοπής ερημοδικίας μπορεί να συνάγεται και σιωπηρά από το ότι ο δικαιούμενος σε άσκηση αυτής ερημοδικασθείς διάδικος άσκησε αναίρεση, χωρίς να ασκήσει ανακοπή ερημοδικίας. Για το κύρος μιας τέτοιας παραιτήσεως απαιτείται ειδική προς τούτο πληρεξουσιότητα του υπογράφοντος την αίτηση αναιρέσεως δικηγόρου (άρθρο 98 περίπτ.

β' του Κ.Πολ.Δ.), η έλλειψη της οποίας μπορεί να καλυφθεί με έγκριση εκ των υστέρων του ασκήσαντος την αναίρεση διαδίκου, με συνέπεια, λόγω της αναδρομικής ενέργειας της εγκρίσεως που αφορά την παραίτηση από το δικαίωμα ασκήσεως ανακοπής ερημοδικίας, να ισχυροποιείται αναδρομικά η παραίτηση από τον χρόνο ασκήσεως της αναιρέσεως και να θεωρείται η απόφαση τελεσίδικη από τότε και, ως εκ τούτου, να υπόκειται σε αναίρεση από το ίδιο χρονικό σημείο (Ολ.Α.Π. 17/2013, Ολ.Α.Π. 9/1996, Ολ.Α.Π. 626/1980, Α.Π. 78/2022, Α.Π. 845/2018).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 524§3 του Κ.Πολ.Δ., σε περίπτωση ερημοδικίας του εκκαλούντος η έφεση απορρίπτεται. Η απόρριψη της εφέσεως, λόγω ερημοδικίας του εκκαλούντος, γίνεται κατ' ουσίαν και όχι κατά τύπους, διότι, παρόλο που στην πραγματικότητα οι λόγοι της εφέσεως δεν εξετάζονται ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητά τους, θεωρείται, κατά πλάσμα του νόμου, ότι είναι αβάσιμοι και, για τον λόγο αυτό, πάντοτε απορριπτέοι, αφού δεν δίδεται στο δικαστήριο η δυνατότητα εκδόσεως αντίθετης αποφάσεως περί παραδοχής τους.

Επομένως, αν η ασκηθείσα έφεση κατά της πρωτόδικης αποφάσεως απορριφθεί, λόγω ερημοδικίας του εκκαλούντος, με το ένδικο μέσο της αναιρέσεως προσβάλλεται μόνον η, μη υποκειμένη πλέον σε ανακοπή ερημοδικίας, απόφαση του εφετείου, στην οποία ενσωματώνεται η πρωτόδικη. Με τον τρόπο αυτό, τα τυχόν σφάλματα της πρωτόδικης αποφάσεως, θεωρούμενα ως επικυρωθέντα από το εφετείο, μπορούν να προβληθούν με την αίτηση αναιρέσεως ως σφάλματα της δευτεροβάθμιας αποφάσεως, εφόσον συνιστούν και αναιρετικούς λόγους παραδεκτώς προβαλλομένους (Ολ.Α.Π. 16/1990, Α.Π. 1253/2018).

Στην προκειμένη περίπτωση, φέρεται προς κρίση η από 08.12.2020 αίτηση αναιρέσεως, με την οποία προσβάλλεται η, ερήμην της εκκαλούσας και κατά την τακτική διαδικασία, εκδοθείσα, υπ' αριθμ. 6191/2019 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, το οποίο απέρριψε, ως ανυποστήρικτη, την από 04.04.2018 έφεση της αναιρεσείουσας κατά της, νομίμως επιδοθείσης στις 13.03.2018, υπ' αριθμ. 883/2017 οριστικής αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, το οποίο είχε, μεταξύ άλλων, κάνει δεκτή την από 08.05.2015 αγωγή του αναιρεσιβλήτου περί αναγνωρίσεως της ακυρότητας ιδιόγραφης διαθήκης.

Η αίτηση αυτή αναιρέσεως, ενόψει της παραδεκτώς γενομένης παραιτήσεως της αναιρεσείουσας από το δικαίωμα ασκήσεως του ενδίκου μέσου της ανακοπής ερημοδικίας κατά της ως άνω εφετειακής αποφάσεως, με δήλωσή της, περιεχομένη στο δικόγραφο της αναιρέσεως, που υπογράφεται από πληρεξούσια δικηγόρο, έχουσα ειδική προς τούτο πληρεξουσιότητα, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553§1 στοιχ.

β', 556§1, 558 εδάφ. α', 564§2, 566§1 Κ.Πολ.Δ.). Επομένως, είναι παραδεκτή (άρθρο 577§1 Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους της (άρθρο 577§2 Κ.Πολ.Δ.).

Σύμφωνα με το άρθρο 1033 του Α.Κ., για τη μεταβίβαση κυριότητας ακινήτου απαιτείται συμφωνία μεταξύ του κυρίου και εκείνου που αποκτά, ότι μετατίθεται σ' αυτόν η κυριότητα για κάποια νόμιμη αιτία. Για τη μεταβίβαση, με τον παράγωγο αυτό τρόπο της κυριότητας ακινήτου, αποτελεί προϋπόθεση το να ήταν κύριος εκείνος που συμφώνησε τη μεταβίβασή της, επί δε πλειστηριασμού η περίληψη της κατακυρωτικής εκθέσεως επέχει θέση συμβολαιογραφικού εγγράφου, δεδομένου ότι αφορά ιδιόρρυθμη σύμβαση πωλήσεως, η οποία ενεργείται υπό το κύρος και τη συμμετοχή της αρχής και επιφέρει μετάθεση κυριότητας, όπως τούτο προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 1002§1α', 1003 και 1005§1 του Κ.Πολ.Δ.

σε συνδυασμό προς εκείνες των άρθρων 1192 αριθμ. 2 και 1198 του Α.Κ. . Περαιτέρω από τις διατάξεις των άρθρων 1710, 1846, 1193, 1195, 1198 και 1199 του Α.Κ. προκύπτει ότι παράγωγο τρόπο μεταβιβάσεως επί ακινήτου αποτελεί και η καθολική διαδοχή, από διαθήκη ή εξ αδιαθέτου, εφόσον ο κληρονομούμενος ήταν κύριος του ακινήτου κατά τον χρόνο του θανάτου του και ο κληρονόμος αποδέχθηκε την επαχθείσα σ' αυτόν κληρονομία, με συμβολαιογραφικό έγγραφο, το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών, με τη μεταγραφή δε θεωρείται ότι περιήλθε στον κληρονόμο ή κληροδόχο η κυριότητα από τον χρόνο θανάτου του κληρονομουμένου, ενώ η αναδρομική ενέργεια της μεταγραφής της πράξεως αποδοχής της κληρονομίας δεν συνεπάγεται και την κατάλυση των δικαιωμάτων τρίτων στα κληρονομιαία ακίνητα, αποκτηθέντων νομίμως μετά τον θάνατο του κληρονομουμένου, όπως η κυριότητα που αποκτήθηκε πρωτοτύπως με χρησικτησία, συμπληρωθείσα μέχρι το χρόνο της μεταγραφής (Α.Π. 240/2017).

Επιπλέον, σύμφωνα με την πρόβλεψη του άρθρου 1718 του Α.Κ., διαθήκη, για τη σύνταξη της οποίας δεν τηρήθηκαν οι διατάξεις των άρθρων 1719 έως 1757, είναι άκυρη, εφόσον ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά. Έτσι, άκυρη είναι η διαθήκη στις ακόλουθες περιπτώσεις: α) Επί μη τηρήσεως του απαιτουμένου κατά νόμο συστατικού τύπου (άρθρο 1721 επόμ.

του Α.Κ.), β) επί ανικανότητας του διαθέτη προς σύνταξη διαθήκης (άρθρο 1719 του Α.Κ.), γ) επί εξαρτήσεως διατάξεως διαθήκης από τη γνώμη άλλου (άρθρο 1789 του Α.Κ.), δ) επί αοριστίας διατάξεως διαθήκης (άρθρο 1781 του Α.Κ.), ε) επί ακυρώσιμης διαθήκης η οποία εξομοιώνεται με άκυρη μετά την τελεσίδικη δικαστική απόφαση ακυρώσεώς της.

Τέλος, άκυρη είναι η διαθήκη και στις ακόλουθες περιπτώσεις: ι) Επί εικονικής διαθήκης (άρθρο 138 του Α.Κ.), ιι) επί αντιθέσεως του περιεχομένου της διαθήκης στον νόμο (άρθρο 174 του Α.Κ.), ιιι) επί αντιθέσεως του περιεχομένου της διαθήκης στα χρηστά ήθη (άρθρο 178 του Α.Κ.). Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δ., παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναιρέσεως, υπάρχει, όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύθηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή του (Ολ.Α.Π. 9/2001), ή εφαρμόσθηκε, ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν, ή εφαρμόσθηκε εσφαλμένα (Ολ.Α.Π. 7/2006, Ολ.Α.Π. 4/2005).

Συνεπώς, κατά τις παραπάνω διακρίσεις, η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και, κατ' επέκταση, σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περιπτώσεως, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα, με τη μορφή του διατακτικού της αποφάσεως.

Έτσι, με τον παραπάνω λόγο αναιρέσεως, ο οποίος, για να είναι ορισμένος, πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλομένη απόφαση νομικό σφάλμα, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων (Ολ.Α.Π. 27/2008, Ολ.Α.Π. 28/1998), καθώς και τα νομικά σφάλματα, κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς, οπότε πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο και οι αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, δηλαδή, τα πραγματικά περιστατικά, που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέστηκε η επικαλουμένη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (Ολ.Α.Π. 1/2016, Ολ.Α.Π. 20/2005).

Στη συγκεκριμένη περίπτωση, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο (Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών), με την ενσωματωθείσα στην προσβαλλομένη απόφασή του (υπ' αριθμ. 883/2017), δέχθηκε, ερήμην της εναγομένης - αναιρεσείουσας, ως παραδεκτή, νόμιμη και κατ' ουσίαν, λόγω της ερημοδικίας της ανωτέρω, βάσιμη τη σωρευομένη στο από 08.05.2015 δικόγραφο αγωγή αναγνωρίσεως ακυρότητας ιδιόγραφης διαθήκης, η οποία (σωρευομένη αγωγή) είχε, κατ' επιτρεπτή (άρθρο 561§2 του Κ.Πολ.Δ.) επισκόπηση του ενδιαφέροντος μέρους του περιεχομένου της, ως ακολούθως: " ...

το ενάγον νομικό πρόσωπο εκθέτει ότι, δυνάμει του υπ' αριθμ. ... συμβολαίου αγοράς του συμβολαιογράφου Αθηνών Δημητρίου Πράπα, νομίμως μεταγεγραμμένου στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Αθηνών, στον τόμο … με αριθμό .. , ο Α. Ν. του Π. και η Μ. Ν., σύζυγος Α., το γένος Α. Σ., σύζυγοι και κάτοικοι εν ζωή Αθηνών, απέκτησαν κυριότητα, κατ' ιδανικό μερίδιο 1/2 εξ αδιαιρέτου, επί ενός ακινήτου - οικοπέδου, κείμενου εντός του ρυμοτομικού σχεδίου πόλεως του Δήμου …, στη θέση "...", επί της οδού ...

Ότι ειδικότερα το παραπάνω οικόπεδο, εκτάσεως 203,50 τ.μ., εμφαίνεται με τον αριθμό στο σχεδιάγραμμα του μηχανικού Σ. Μ., που έχει προσαρτηθεί στο με αριθμό ... συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Φ. Φωτοβάσσου και συνορεύει ανατολικά επί πλευράς μήκους 18,50 μ. με το υπ' αρ. οικόπεδο ιδιοκτησίας Φ., νότια με την οδό ….

στην οποία έχει πρόσωπο μήκους 11 μ., δυτικά με το υπ' αρ. οικόπεδο ιδιοκτησίας Φ. και βόρεια επί πλευράς μήκους 11 μ. με το υπ' αρ. ..οικόπεδο ιδιοκτησίας πρώην Α. Τ. και ήδη Ε. Ν.. Ότι επί του ακινήτου αυτού οι ανωτέρω ιδιοκτήτες ανήγειραν δύο ανεξάρτητα ισόγεια κτίσματα, το ένα εκ των οποίων επί της προσόψεως αυτού, αποτελούμενο από τρία κύρια δωμάτια, χωλ, κουζίνα και wc, εμβαδού 69 τ.μ.

περίπου, και το έτερο στο οπίσθιο μέρος του οικοπέδου, αποτελούμενο επίσης από τρία κύρια δωμάτια, χωλ, κουζίνα και wc, εμβαδού 62 τ.μ. περίπου με κεραμοσκεπή. Ότι στις 11.06.1974 απεβίωσε ο ως άνω Α. Ν. καταλείποντας πλησιέστερους συγγενείς και εξ αδιαθέτου κληρονόμους του αφενός τη σύζυγό του Μ. Ν. και αφετέρου τους αναφερόμενους στο δικόγραφο συγγενείς του κατά τη δεύτερη τάξη της εξ αδιαθέτου διαδοχής, οι οποίοι ωστόσο δεν υπεισήλθαν στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της κληρονομίας.

Ότι στις 15.04.1975 απεβίωσε, ομοίως αδιάθετη, η Μ. Ν., η οποία προ του θανάτου της, όπως και ο προαποβιώσας συζυγός της είχαν συμφωνήσει με τον τότε Αιδεσιμότατο πατέρα του Ιερού Ναού του Αγίου Αιμιλιανού να αναλάβει ο τελευταίος την κυριότητα του εν λόγω ακινήτου προκειμένου να ανεγερθεί ξενώνας νεότητας και σπίτι γαλήνης μετά το θάνατο αμφοτέρων.

Ότι, μη υπαρχούσης διαθήκης, ο ανιψιός των ανωτέρω αποβιωσάντων, Α. Ν. του Π., με σκοπό να εκπληρώσει την επιθυμία των θείων του παρέδωσε τα κλειδιά του ακινήτου στον εκπρόσωπο του Ιερού Ναού, ο οποίος έκτοτε παρέλαβε το ακίνητο επί του οποίου ενεργούσε τις προσήκουσες πράξεις νομής. Ότι σε ένδειξη ευγνωμοσύνης προς τη μνήμη των ιδιοκτητών η Εκκλησία παραχώρησε κατόπιν υποδείξεως του Α.

Ν. του Π. τη χρήση μιας εκ των δύο κατοικιών σε έτερο ανιψιό των αποβιωσάντων, τον Σ. Ν. του Π., ο οποίος εγκαταστάθηκε σε αυτό τα τελευταία έτη της ζωής του, μετά την αποφυλάκισή του για παραβατική συμπεριφορά και ο οποίος, λόγω της οικονομικής του αδυναμίας, διατρέφονταν από το συσσίτιο της εκκλησίας, μέχρι το θάνατό του που έλαβε χώρα στις 29.07.2011.

Ότι προ ενός έτους από της ασκήσεως της αγωγής, ήτοι το έτος 2014, το Εκκλησιαστικό Συμβούλιο αποφάσισε την υλοποίηση της επιθυμίας των δικαιοπαρόχων του, ήτοι την ανέγερση κέντρου νεότητας στο εν λόγω ακίνητο, πλην όμως υπήρξε αντίρρηση για τούτο εκ μέρους της εναγομένης, η οποία ισχυρίζεται ότι τυγχάνει κυρία του ακινήτου, ως κληρονόμος του Σ.

Ν., δυνάμει της από 09.05.2007 ιδιόγραφης διαθήκης του, που δημοσιεύθηκε με το υπ' αριθμ. 3607/28.09.2012 πρακτικό του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία διαθήκη ο ως άνω αποβιώσας όρισε ότι επιθυμεί τα δικαιώματά του σε ένα ακίνητο στον ... επί της οδού ... όπου κατοικούσε επί είκοσι χρόνια, να περιέλθουν στην εναγομένη λόγω της φροντίδας και αφοσίωσης που έδειξε στο πρόσωπό του.

Με βάση το παραπάνω ιστορικό, και επικαλούμενο το ενάγον ν.π. αφενός μεν ότι το περιεχόμενο της εν λόγω διαθήκης τυγχάνει αναληθές, διότι ο Σ. Ν. ουδέποτε απέκτησε δικαίωμα κυριότητας επί του επίδικου ακινήτου καθόσον του είχε παραχωρηθεί μόνον κατά χρήση στο πλαίσιο σύμβασης χρησιδανείου, αφετέρου δε ότι έχει άμεσο έννομο συμφέρον να αναγνωρισθεί ότι το ίδιο απέκτησε την κυριότητα του ιδίου ακινήτου, με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας εφόσον νέμεται τούτο λόγω άτυπης δωρεάς από το έτος 1975 και μέχρι την άσκηση της αγωγής, ασκώντας επ' αυτού τις προσιδιάζουσες στη φύση του πράξεις νομής, ζητεί:

α) ... , β) να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της από 09-05-2007 ιδιόγραφης διαθήκης του Σ. Ν. του Π., ελλείψει κυριότητάς του επί του περιουσιακού στοιχείου που διέθεσε με αυτήν ... .". Η παραδοχή της ως άνω εχούσης σωρευομένης αγωγής από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με την υπ' αριθμ. 883/2017, ενσωματωθείσα στην προσβαλλομένη απόφαση, οριστική απόφασή του, όπως προκύπτει από την παραδεκτή (άρθρο 561§2 του Κ.Πολ.Δ.) επισκόπησή της, έγινε με τις ακόλουθες παραδοχές: " ... .

Από τις ανωτέρω διατάξεις (68 και 70 ΚΠολΔ) σε συνδυασμό και με εκείνες των άρθρων 1718, 1721 και 180 ΑΚ προκύπτει ότι κατ' αρχήν την ακυρότητα της ιδιόγραφης διαθήκης, δικαιούται να προβάλει με αναγνωριστική αγωγή, όποιος έχει έννομο συμφέρον, το οποίο, όπως προαναφέρθηκε, πρέπει να είναι άμεσο και τέτοιο συμφέρον έχουν οι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του διαθέτη, στους οποίους λόγω της ακυρότητας της διαθήκης περιέρχεται η κληρονομιαία περιουσία αυτού, οι κληρονόμοι του εξ αδιαθέτου κληρονόμου ως αποκτώντες εμμέσως την περιουσία του διαθέτη, ο εγκατάστατος με προηγούμενη διαθήκη, καθώς και οι δανειστές του εξ αδιαθέτου κληρονόμου, αν ο τελευταίος δεν ασκεί τα δικαιώματα του ... .

Περαιτέρω, σύμφωνα με τη γενική αρχή του κληρονομικού δικαίου που άμεσα συνάγεται από το περιεχόμενο του άρθρου 1710 ΑΚ, αντικείμενο κληρονομικής διαδοχής μπορεί να αποτελέσει το περιουσιακό σύνολο του κληρονομουμένου, δηλαδή όχι μόνο υλικά αντικείμενα αλλά και κάθε έννομη σχέση του, που επιδέχεται χρηματική αποτίμηση.

Πρόδηλο είναι επομένως ότι ο κληρονομούμενος διαθέτοντας με διαθήκη την περιουσία του (ΑΚ 1712) δεν έχει τη δυνατότητα να συμπεριλάβει σ' αυτήν και συνακόλουθα να μεταβιβάσει με αυτήν στους κληρονόμους του περιουσιακά στοιχεία τα οποία δεν του ανήκουν. Αν η διαθήκη περιέχει διατάξεις που ρυθμίζουν τη μεταβίβαση περιουσιακών αντικειμένων, τα οποία δεν ανήκουν στον κληρονομούμενο, οι κληρονόμοι δεν αποκτούν κανένα δικαίωμα στα περιουσιακά αυτά στοιχεία και φυσικά δεν μπορούν να τα διεκδικήσουν ή να αμφισβητήσουν την κυριότητα των πραγματικών κυρίων ... .

Ειδικότερα, ο κληρονομούμενος ο οποίος ήταν χρήστης, στο πλαίσιο χρησιδανείου, ακινήτου δεν μπορεί να μεταβιβάσει στους κληρονόμους του το ακίνητο αυτό, εφόσον τούτο δεν του ανήκει. Η σχετική διάταξη της διαθήκης του, ανεξάρτητα από το αν οι κληρονόμοι του αποδέχθηκαν την κληρονομία και μετέγραψαν την πράξη αποδοχής της, δεν δημιουργεί κανένα δικαίωμα, το οποίο μπορούν να αντιτάξουν κατά του κυρίου του ακινήτου ... , ο οποίος συνακόλουθα έχει έννομο συμφέρον για την αναγνώριση της ακυρότητας αυτής. ...

Όσον αφορά τη δεύτερη εκ των σωρευομένων αγωγών, τούτη αρμοδίως καθ' ύλην και κατά τόπον φέρεται προς συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου ... , κατά την τακτική διαδικασία και είναι νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων ... .

Συνεπώς, η αγωγή, για το παραδεκτό συζητήσεως της οποίας σημειώνεται ότι: α) τούτη δεν απαιτείται να εγγραφεί στα βιβλία διεκδικήσεων, ... , λόγω του ότι αντικείμενο αυτής είναι αποκλειστικά και μόνο το κύρος της προσβαλλόμενης διαθήκης, η δε εγκατάσταση κληρονόμου σε ακίνητο είναι γεγονός τελείως συμπτωματικό και νομικά αδιάφορο ... , β) δεν απαιτείται η καταβολή τέλους δικαστικού ενσήμου και γ) προσκομίσθηκε η από ... Απόφαση του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου της Ιεράς Αρχιεπισκοπής Αθηνών και το υπ' αριθμ. ... έγγραφο του Μητροπολιτικού Συμβουλίου της ίδιας Αρχιεπισκοπής, πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω και ως προς την ουσιαστική βασιμότητά της. Η εναγομένη ερημοδίκησε κατά τη συζήτηση της υποθέσεως και, συνεπώς, θεωρούνται ομολογημένοι από αυτήν όλοι οι πραγματικοί ισχυρισμοί που περιλαμβάνονται στο δικόγραφο της αγωγής ... .".

Συνεπώς, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την προσβαλλομένη απόφασή του απέρριψε την από 04.04.2018 έφεση της εναγομένης - αναιρεσείουσας, ενσωματώνοντας κατ' αποτέλεσμα το προπαρατεθέν σκεπτικό της εκκληθείσας αποφάσεως του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφήρμοσε τις προβλέψεις των διατάξεων των άρθρων 1718 και 180 του Α.Κ.

εφόσον δέχθηκε ότι προϋπόθεση της εγκυρότητας της επίδικης ιδιόγραφης διαθήκης ήταν η ύπαρξη δικαιώματος κυριότητας της καταλειφθείσης ακίνητης περιουσίας στο πρόσωπο του κληρονομουμένου και, επομένως, κατά παραδοχή του δευτέρου λόγου της αναιρέσεως που κρίνεται, με τον οποίο (δεύτερο λόγο) αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η σχετική αιτίαση από το άρθρο 559§1α'του Κ.Πολ.Δ., πρέπει η εν λόγω απόφαση να αναιρεθεί κατά το μέρος της με το οποίο κρίθηκε και έγινε δεκτή η σωρευομένη αγωγή αναγνωρίσεως ακυρότητας της ένδικης ιδιόγραφης διαθήκης, παρελκούσης της εξετάσεως των λοιπών λόγων αναιρέσεως, λόγω της αναιρετικής εμβέλειας του γενομένου δεκτού λόγου.

Ακολούθως, δε, και ενόψει του ότι η υπόθεση δεν χρήζει περαιτέρω διευκρινίσεως, πρέπει, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 580§3 εδάφ. α' του Κ.Πολ.Δ., να κρατηθεί αυτή και να δικασθεί από το αναιρετικό τούτο τμήμα και, στη συνέχεια, να απορριφθεί ως μη νόμιμη. Τα δικαστικά έξοδα της, δια της πληρεξουσίας της δικηγόρου, καταθεσάσης προτάσεις αναιρεσείουσας, κατά παραδοχή σχετικού αιτήματός της, πρέπει, λόγω της ήττας του αναιρεσιβλήτου, να επιβληθούν εις βάρος του δευτέρου (άρθρα 176, 183, 189§1, 191§2 Κ.Πολ.Δ.) και το κατατεθέν, για την παραδεκτή άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως, παράβολο να επιστραφεί στην καταθέσασα (άρθρο 495§3 Κ.Πολ.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Δέχεται την από 08.12.2020 αίτηση περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 6191/2019 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.

Κρατεί και δικάζει τη σωρευομένη στο από 08.05.2015 δικόγραφο αγωγή αναγνωριστική ακυρότητας διαθήκης, η οποία έγινε δεκτή με την, ενσωματωθείσα στην αναιρουμένη, υπ' αριθμ. 883/2017 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Απορρίπτει την άνω αγωγή.

Καταδικάζει το αναιρεσίβλητο στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας προσδιορίζει δε το ποσό αυτών σε τρεις χιλιάδες ευρώ (3.000,00€). Και Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στην αναιρεσείουσα.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Φεβρουαρίου 2023.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 13 Μαρτίου 2023.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ