Legislator Case Law & Legislation
392/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeals against labor court award of 40,000 euros for widow's grief, upholding lower court's discretion.

Case Number 392/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed two appeals challenging a labor court judgment awarding 40,000 euros to a widow for her husband's death. The appellants argued the sum was disproportionately low and violated the principle of proportionality, while the appellees contended the award was reasonable given the ages of the parties and the circumstances of the accident. The court rejected these arguments, ruling that the lower court did not abuse its discretion and that the amount aligned with judicial practice for similar cases involving such a young loss.

Legislator headnote

AI generated

Articles 932 of the Civil Code; Article 178 of the Code of Civil Procedure: The Supreme Court reviews whether a second-instance court abused its discretion in setting damages for grief; it finds no violation if the amount is reasonable under the specific facts and judicial practice.

Keywords

AI generated
grief damages discretionary power principle of proportionality labor court judgment widow compensation

Cited Legislation

AI generated
Article 932 of the Civil Code
Article 178 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 180 of the Code of Civil Procedure
Article 246 of the Code of Civil Procedure
Article 573 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 392 / 2022 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 392/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Θεόδωρο Μαντούβαλο, Μαρία Σιμιτσή - Βετούλα και Αριστείδη Βαγγελάτο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 14 Δεκεμβρίου 2021, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει τις εξής υποθέσεις μεταξύ:

Α)Των αναιρεσειόντων: 1)ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "..." και τον διακριτικό τίτλο "....", που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα, και 2)Ι. Σ. του Ι., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Παντελεήμονα Ρεντούλη, ο oποίος κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσίβλητης: Μ. Τ. του Γ., χήρας Η. Μ., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Ντοκατζή, ο oποίος κατέθεσε προτάσεις, και Β)Της αναιρεσείουσας: Μ. Τ., χήρας Η. Μ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Ντοκατζή, ο oποίος κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1)Β. Α. του Α., 2)ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "...." και τον διακριτικό τίτλο "....", που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα, και 2)Ι. Σ. του Σ., κατοίκου ..., διευθύνοντος συμβούλου και νομίμου εκπροσώπου της δεύτερης αναιρεσίβλητης. Ο πρώτος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Γκαβέλα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο οποίος κατέθεσε προτάσεις και οι 2η και 3ος εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Παντελεήμονα Ρεντούλη, ο oποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17/9/2015 και με αριθμό 24/15-2-2017 αγωγή της ήδη Α αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Έδεσσας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 258/2018 του ίδιου Δικαστηρίου και 2019/2020 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι Α αναιρεσείοντες με την από 18/12/2020 αίτησή τους και η Β αναιρεσείουσα με την από 22/4/2021 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεων αυτών, που εκφωνήθηκαν από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσειόντων ζήτησαν την παραδοχή της αιτήσεως τους, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψη της αιτήσεως, καθένας δε την καταδίκη των αντιδίκων τους στη δικαστική δαπάνη τους.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Νόμιμα φέρονται προς συζήτηση α) η από 18 Δεκεμβρίου 2020 με αριθ. καταθ. 3305/328/23.12.2020 αίτηση αναίρεσης των αναιρεσειόντων κατά της αναιρεσίβλητης, β) η από 22 Απριλίου 2021 με αριθ. καταθ. 1086/78/26.4.2021 αίτηση αναίρεσης της αναιρεσείουσας κατά των αναιρεσίβλητων, με τις οποίες (αναιρέσεις) προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων, εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών υπ' αριθ. 2019/12.11.2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Οι αιτήσεις αυτές πρέπει να ενωθούν και συνεκδικαστούν, σύμφωνα με το άρθρο 246 του ΚΠολΔ, το οποίο, κατά το άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη, καθόσον στρέφονται κατά της ίδιας απόφασης, με τη συνεκδίκασή τους δε, διευκολύνεται η διεξαγωγή της δίκης και επέρχεται μείωση των εξόδων. Οι αιτήσεις αναίρεσης ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ.1, 144 ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτές (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθούν περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των λόγων τους (άρθρο 577 παρ 3 ΚΠολΔ).

Με τη διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 495 του ΚΠολΔ, όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε από το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015 (Α 87) και όπως τα εδάφια της παρ.3 αντικαταστάθηκαν από την παρ. 2 του άρθρου 35 του Ν.4446/2016 (ΦΕΚ Α 240), προβλέπεται η καταβολή παραβόλου από εκείνον που ασκεί το ένδικο μέσο της έφεσης, της αναίρεσης και της αναψηλάφησης (και επί περισσοτέρων ομοδίκων ενός παραβόλου), το οποίο ανέρχεται στο ποσό των τετρακοσίων πενήντα (450) ευρώ για την περίπτωση της αναίρεσης κατά απόφασης Εφετείου, που επισυνάπτεται στην έκθεση που συντάσσει ο γραμματέας, με κύρωση, σε περίπτωση μη καταβολής αυτού, την απόρριψη του ενδίκου μέσου ως απαράδεκτου από το Δικαστήριο.

Σύμφωνα όμως με το τελευταίο εδάφιο της διάταξης αυτής, η υποχρέωση αυτή δεν ισχύει, μεταξύ των άλλων, και για τις διαφορές των άρθρων 614 αριθ. 3 και 5 (εργατικές διαφορές και διαφορές από αμοιβές για την παροχή εργασίας). Στη προκειμένη περίπτωση κατά την κατάθεση της ένδικης από 18.12.2020 αίτησης αναίρεσης κατά της υπ' αριθ. 2019/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, που έκρινε επί υπόθεσης με αντικείμενο αγωγική αξίωση της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης κατά της δεύτερης εναγόμενης και ήδη πρώτης αναιρεσείουσας και του τρίτου εναγομένου και ήδη δεύτερου αναιρεσείοντος και κατά του πρώτου εναγομένου και του τέταρτου εναγομένου που δεν είναι διάδικοι στην ως άνω αίτηση αναίρεσης, για επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης για τον θανάσιμο τραυματισμό του συζύγου της σε εργατικό ατύχημα, οι αναιρεσείοντες προέβησαν στην επισύναψη του υπ' αριθ. 36196447095102220072/2020 ηλεκτρονικού παραβόλου, ποσού τετρακοσίων πενήντα (450) ευρώ για την άσκηση της αναίρεσης.

Η ως άνω διαφορά, όμως, ως εργατική, απαλλάσσεται της καταβολής παραβόλου για το παραδεκτό της αίτησης αναίρεσης και κατά συνέπεια το καταβληθέν παράβολο πρέπει να αποδοθεί στους αναιρεσείοντες, ανεξάρτητα από την έκβαση της δίκης επί της ως άνω αίτησης (ΑΕΔ 3, 4/2014, ΑΠ 484/2019).

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 566 παρ. 1, 577 και 118 αριθ. 3 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι το δικόγραφο της αναίρεσης πρέπει να αναφέρει, εκτός από τα άλλα απαιτούμενα στοιχεία, και το όνομα, το επώνυμο και το πατρώνυμο όλων των διαδίκων καθώς και την επωνυμία των νομικών προσώπων, έτσι ώστε να μη γεννάται αμφιβολία για την ταυτότητα αυτών.

Η τυχόν εσφαλμένη αναγραφή ενός από τα στοιχεία αυτά στο δικόγραφο, εφόσον δεν δημιουργείται εντεύθεν αμφιβολία ως προς την ταυτότητα του διαδίκου, δεν επάγεται ακυρότητα του δικογράφου αυτού (ΑΠ 575/2020, ΑΠ 938/2018). Στην προκείμενη περίπτωση, στο δικόγραφο της υπό κρίση από 22.4.2021 αίτησης αναίρεσης της αναιρεσείουσας κατά των αναιρεσίβλητων α) η επωνυμία της δεύτερης αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρείας αναγράφεται ως "..." και β) το ονοματεπώνυμο και πατρώνυμο του τρίτου αναιρεσίβλητου αναγράφεται ως "Ι.

Σ. του Σ.". Όπως, όμως, προκύπτει από το με αριθ. .../28.12.2020 πληρεξούσιο της Συμβολαιογράφου Έδεσσας Μαρίας Κοντού, η ορθή επωνυμία της δεύτερης αναιρεσίβλητης είναι "..." και τα ορθά στοιχεία του τρίτου αναιρεσείοντα είναι "Ι. Σ. του Ι." (και όχι του Σ.). Παρά την εσφαλμένη αυτή αναγραφή στο δικόγραφο της από 22.4.2021 αίτησης των στοιχείων των ως άνω αναιρεσίβλητων λόγω προφανούς παραδρομής, εν τούτοις δεν γεννάται καμία αμφιβολία ως προς την ταυτότητα αυτών, κατά τα εκτεθέντα και έτσι, συναφώς, δεν δημιουργείται ακυρότητα του δικογράφου της αναίρεσης από την εσφαλμένη αναγραφή σ' αυτό των προαναφερθέντων στοιχείων των διαδίκων αυτών, οι οποίοι στο εξής θα προσδιορίζονται με τα ορθά ως άνω στοιχεία τους.

Από την παραδεκτή επισκόπηση για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου των διαδικαστικών εγγράφων της υπόθεσης προκύπτουν τα εξής : Με την από 17.9.2015 με αριθμ. καταθ. 24/15.2.2017 αγωγή η ενάγουσα (ήδη αναιρεσίβλητη-αναιρεσείουσα) ισχυρίσθηκε ότι ο σύζυγός της Η. Μ., είχε προσληφθεί στις 11.8.2013 με σύμβαση εξηρτημένης εργασίας, ως εργάτης από τον πρώτο εναγόμενο εργολάβο (ήδη πρώτο αναιρεσίβλητο στην από 22.4.2021 αίτηση) με ημερομίσθιο 37 ευρώ, ότι την 12.8.2013 καθό χρόνο αυτός εργαζόταν, κατόπιν εντολής του πρώτου εναγόμενου, στη στέγη εργοστασίου ιδιοκτησίας της δεύτερης εναγομένης ανώνυμης εταιρείας (ήδη πρώτης αναιρεσείουσας-δεύτερης αναιρεσίβλητης), της οποίας νόμιμος εκπρόσωπος είναι ο τρίτος εναγόμενος (ήδη δεύτερος αναιρεσείων-τρίτος αναιρεσίβλητος), προκειμένου να αποξηλώσει και αντικαταστήσει φθαρμένες λαμαρίνες, έπεσε από την σκεπή του εργοστασίου στο έδαφος από ύψος οκτώ (8) μέτρων, λόγω μετατόπισης τμήματος λαμαρίνας, με συνέπεια να υποστεί θανατηφόρες κακώσεις.

Ότι δυνάμει του από 8.8.2013 ιδιωτικού συμφωνητικού ανάθεσης έργου που υπεγράφη μεταξύ του πρώτου εναγομένου και της δεύτερης εναγομένης ανώνυμης εταιρείας, όπως εκπροσωπείτο νόμιμα από τον τρίτο εναγόμενο, ορίσθηκε ως επιβλέπων μηχανικός ο τέταρτος εναγόμενος Ι. Π. (μη διάδικος στην παρούσα αναιρετική δίκη).

Ότι οι εναγόμενοι, με τις παραπάνω ιδιότητές τους, και πιο συγκεκριμένα ο πρώτος ως εργολάβος, η δεύτερη, ως κυρία του έργου, που είχε επιφυλάξει για τον εαυτό της την επίβλεψη της διεύθυνσης της εκτέλεσης τούτου και το δικαίωμα παροχής οδηγιών στον πρώτο εναγόμενο εργολάβο, υφιστάμενης σχέσης πρόστησης μεταξύ αυτών, ο τρίτος εναγόμενος ως νόμιμος εκπρόσωπος της δεύτερης εναγομένης καθώς και ο τέταρτος εναγόμενος ως επιβλέπων μηχανικός προστηθείς από τη δεύτερη εναγόμενη, δεν είχαν λάβει απαραίτητα μέτρα ασφαλείας για την προστασία του συζύγου της από ενδεχόμενη πτώση και ιδίως δεν είχαν μεριμνήσει για την ύπαρξη ζώνης ασφαλείας, η οποία στερεωμένη σε σταθερό σημείο θα εμπόδιζε την πτώση αυτού.

Ότι το εργατικό ατύχημα οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα και επικουρικά σε συνυπαιτιότητα των εναγομένων, οι οποίοι, υπό τις προαναφερθείσες ιδιότητές τους, από αμέλειά τους, δεν έλαβαν τα απαραίτητα μέτρα ασφαλείας για την αποφυγή του. Ότι από το θάνατο του συζύγου της, ηλικίας 47 ετών, έχει υποστεί ψυχική οδύνη, καθότι συνδεόταν με αυτόν με ιδιαίτερους δεσμούς συντροφιάς και αγάπης.

Ζητούσε δε να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι, ευθυνόμενοι εις ολόκληρον, να της καταβάλουν για χρηματική ικανοποίηση λόγω της ψυχικής οδύνης που υπέστη το ποσό των 300.000 ευρώ με το νόμιμο τόκο. Το Μονομελές Πρωτοδικείο Έδεσσας με την υπ'αριθ. 258/2018 απόφαση του έκρινε ότι η σχέση που συνέδεε τον πρώτο εναγόμενο εργολάβο και τον θανόντα σύζυγο της ενάγουσας Η.

Μ. δεν ήταν σχέση εξαρτημένης εργασίας αλλά σύμβαση έργου για τους σ'αυτή εκτιθέμενους λόγους και για το λόγο αυτό κηρύχθηκε καθύλην αναρμόδιο να δικάσει την υπόθεση και παρέπεμψε αυτή στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Έδεσσας ως αρμόδιο καθύλη και κατά τόπο να τη δικάσει κατά την τακτική διαδικασία. Επί της από 13.6.2019 με αριθ.

καταθ. 31/2019 έφεσης της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης-αναιρεσείουσας εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλομένη με αριθμ. 2019/12.11.2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, αντιμωλία των διαδίκων, η οποία δέχθηκε κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος της τα ακόλουθα : "....Στη ..., την 8-8-2013 καταρτίστηκε μεταξύ της δεύτερης εναγόμενης ανώνυμης εταιρείας, με την επωνυμία "...." και το διακριτικό τίτλο "...." (ήδη πρώτη αναιρεσείουσα στην από 18.12.2020 αίτηση και δεύτερη αναιρεσίβλητη στην από 22.4.2021 αίτηση) και του πρώτου εναγόμενου Β.

Α. (ήδη πρώτου αναιρεσίβλητου στην από 22.4.2021 αίτηση), έγγραφη σύμβαση, σύμφωνα με την οποία, η άνω εταιρία - εργοδότρια ανέθεσε στον δεύτερο την εκτέλεση του έργου συντήρησης -. επισκευής της σκεπής της αποθήκης του ανενεργού εργοστασίου της (επεξεργασίας ροδάκινων), που βρίσκεται στη διασταύρωση ...ς ..., αντί αμοιβής 2.000,00 ευρώ, πλέον Φ.Π.Α.

Η στέγη αυτή ήταν κατασκευασμένη από μεταλλικό σκελετό και έχει επικάλυψη από φύλλα λαμαρίνας, τα οποία έφεραν φυσικές φθορές, λόγω παλαιότητας και έπρεπε ή να επισκευαστούν ή να αντικατασταθούν πλήρως. Η άνω εταιρεία συνεργαζόταν, συχνά, με τον πρώτο εναγόμενο και του ανέθετε εργολαβικά διάφορες εργασίες συντήρησης και επισκευής, που ανέκυπταν στο εργοστάσιό της.

Ο πρώτος εναγόμενος, τις περισσότερες φορές, χρησιμοποιούσε εργάτες, για την εκτέλεση των εργασιών, που του ανατίθεντο, είτε από την άνω εταιρεία, είτε από τρίτους, τους οποίους πλήρωνε με ημερομίσθιο. Έτσι, προκειμένου να φέρει σε πέρας το ανωτέρω έργο, την Κυριακή 11-8-2013 ήλθε σε επικοινωνία με τον Η. Μ., τον οποίο απασχολούσε, κατά το παρελθόν, ως εργάτη σε οικοδομικές και άλλες εργασίες και του πρότεινε να μεταβούν την επομένη (12-8-2013) στο εργοστάσιο της "....", για να εκτελέσουν το προαναφερθέν έργο.

Ο Η. Μ. δέχθηκε και μεταξύ αυτού και του κατηγορουμένου (ενν. πρώτου εναγομένου) συνήφθη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, καθώς συμφωνήθηκε, ότι ο πρώτος θα αμειβόταν με ημερομίσθιο, ενώ θα υπόκειτο σε πλήρη νομική και προσωπική εξάρτηση, από τον πρώτο εναγόμενο. Ειδικότερα, παρά το γεγονός, ότι ουδέποτε υπήρξε νόμιμη πρόσληψη του Η.

Μ. από τον πρώτο εναγόμενο, καθώς δεν υπογράφηκε κάποια σύμβαση μεταξύ τους, ούτε έγινε παρόμοια αναγγελία στο ΙΚΑ, αποδείχθηκε, ότι ο Η. Μ. είχε την υποχρέωση να υπακούει στις εντολές του πρώτου εναγομένου, ως προς την εκτέλεση της εργασίας του, να συμμορφώνεται, προς τις οδηγίες του, ως προς τον τρόπο, τον χρόνο και τον τόπο παροχής της εργασίας, επιπλέον, δε, η αμοιβή του θα ανερχόταν στο ποσό των 37,00 ευρώ ημερησίως.

Εξάλλου, όπως ένορκα κατέθεσε στο ακροατήριο αυτού του Δικαστηρίου η μάρτυρας της ενάγουσας (ήδη αναιρεσίβλητης - αναιρεσείουσας) Β. Β. του Γ., ο Η. Μ. αναλάμβανε την εκτέλεση διάφορων οικοδομικών εργασιών, προκειμένου να εξασφαλίσει τα προς το ζην, επιπρόσθετα, δε, εστερείτο εξειδικευμένων τεχνικών γνώσεων.

Επιπλέον, όπως αποδεικνύεται, ο τελευταίος δεν απασχολούσε εργατοτεχνικό προσωπικό, για να εκτελεί τις εργασίες, που εκάστοτε αναλάμβανε, αλλά τις εκτελούσε ο ίδιος. Στην ίδια κρίση κατέληξε και το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Θεσσαλονίκης, με την με αριθμό 1281/2020 απόφασή του, η οποία λαμβάνεται, υπ' όψη, ως δικαστικό τεκμήριο.

Τέλος, απόδειξη, περί της ιδιότητας του θανόντος, ως απλού εργάτη (και όχι ως ελεύθερου επαγγελματία, πού αναλαμβάνει την εκτέλεση έργων ως εργολάβος) αποτελεί και το προσκομιζόμενο, από την ενάγουσα, πρόχειρο τετράδιο, που τηρούσε ο ίδιος, η γνησιότητα του οποίου δεν αμφισβητήθηκε από τον πρώτο εναγόμενο, όπου ανέγραφε, από το Μάρτιο του έτους 2009 τις εργασίες, που αναλάμβανε, καθώς και το ημερομίσθιο, που ελάμβανε, για κάθε ημέρα εργασίας του.

Με βάση τα αποδειχθέντα αυτά περιστατικά, η σχέση, που συνέδεε τον σύζυγο της ενάγουσας Η. Μ. με τον πρώτο εναγόμενο ήταν σύμβαση εξαρτημένης εργασίας και όχι σύμβαση έργου, όπως εσφαλμένα εξέλαβε η εκκαλούμενη απόφαση. Το πρωτοβάθμιο, συνεπώς, Δικαστήριο, το οποίο, με την εκκαλούμενη απόφασή του, δέχθηκε τα αντίθετα και ακολούθως έκρινε εαυτό αναρμόδιο, προς εκδίκαση της προκειμένης διαφοράς και παρέπεμψε αυτήν, στο, κατά τις παραδοχές του, αρμόδιο Πολυμελές Πρωτοδικείο Έδεσσας προκειμένου να εκδικασθεί, κατά τη νέα τακτική διαδικασία, εσφαλμένα εφάρμοσε και ερμήνευσε τις διατάξεις του νόμου που πιο πάνω αναφέρονται, όπως βασίμως παραπονείται η εκκαλούσα με το μοναδικό λόγο της έφεσης, οι επί μέρους αιτιάσεις του οποίου αποτελούν επιχειρηματολογία επί του ενός και μόνου λόγου.

Συνεπώς πρέπει να γίνει δεκτός ο λόγος της έφεσης, να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση στο σύνολο της και στη συνέχεια, αφού κρατηθεί η υπόθεση από το Δικαστήριο τούτο (άρθρο 535 παρ.1 ΚΠολΔ) να ερευνηθεί εκ νέου η αγωγή, ως προς την ίδια διαδικασία κατά τη νομική και ουσιαστική της βασιμότητα. Η αγωγή με το ιστορικό της, που προαναφέρεται, είναι νόμιμη και στηρίζεται στις διατάξεις των άρθρων 914, 922, 926, 932 του ΑΚ και 1 και 16 του Ν. 551/1914 και 176 ΚΠολΔ. [.....].

Περαιτέρω ενόψει του ότι πρέπει να ερευνηθεί κατ'ουσία η αγωγή, από τα ίδια πιο πάνω αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκαν τα εξής : Με την από 8-8-2013 έγγραφη σύμβαση, όπως προεκτέθηκε, μεταξύ της δεύτερης εναγόμενης εταιρίας, την οποία νόμιμα εκπροσωπούσε ο διευθύνων σύμβουλός της - τρίτος εναγόμενος Ι. Σ. (ήδη δεύτερος αναιρεσείων στην από 18.12.2020 αίτηση και τρίτος αναιρεσίβλητος στην από 22.4.2021 αίτηση) και του πρώτου εναγόμενου Β.

Α. (ήδη πρώτου αναιρεσίβλητου στην από 22.4.2021 αίτηση), ανατέθηκε στον τελευταίο η κατασκευή του ως άνω έργου, έναντι εργολαβικού ανταλλάγματος. Το έργο συμφωνήθηκε να ξεκινήσει την 9-8-2013 και να παραδοθεί πλήρως αποπερατωμένο την 30-9-2013. Η αμοιβή του εργολάβου ορίσθηκε στο ποσό των 2.000 ευρώ, πλέον αναλογούντος ΦΠΑ.

Μάλιστα, με όρο του ως άνω συμφωνητικού, καθορίστηκε ότι, πριν την εξόφληση του εργολάβου, θα έπρεπε ο πρώτος εναγόμενος να προσκομίσει στην δεύτερη εναγομένη τις αποδείξεις πληρωμής των δαπανών ασφάλισης ΙΚΑ, κλπ., ούτως ώστε να μην έχει εκκρεμότητα με προσωπικό, το οποίο θα απασχολούσε στο συγκεκριμένο έργο.

Επίσης με πρόβλεψη των συμβαλλόμενων μερών που περιέχεται στο άνω συμφωνητικό επιβλέπων μηχανικός ορίσθηκε ο τέταρτος εναγόμενος Ι. Π., με αρμοδιότητες επίβλεψης του συμφωνηθέντος έργου, όπως, ειδικότερα, ορίζεται σ' αυτό. Ειδικότερα, με τον όρο 3 της σύμβασης προβλέπεται ότι "Ο εργοδότης μπορεί να κηρύξει τον εργολάβο έκπτωτο στην περίπτωση που ο εργολάβος θα επιδείξει προφανή αδυναμία στην έντεχνη και εμπρόθεσμη εκτέλεση των εργασιών ή κακοπιστία έναντι του εργοδότη αδιαφορία για την τήρηση τον όρων του παρόντος συμφωνητικού, των νόμων και των κανόνων ασφάλειας", ενώ με τους όρους 4 και 5 ορίσθηκαν τα εξής: "4.

Η εργασία θα είναι έντεχνη και θα εκτελείται από προσωπικό απολύτως εξειδικευμένο. Ο επιβλέπων μηχανικός θα διατάξει την καθαίρεση κάθε κακότεχνης κατασκευής ή θα κάνει περικοπή τιμής εφόσον το μέγεθος ή το είδος ή η φύση της κακοτεχνίας επιτρέπει ή επιβάλλει την κατ' ανοχή αποδοχή της, κατά την κρίση του.

Η δαπάνη καθαιρέσεως και επανακατασκευής βαρύνει τον εργολάβο. 5. Ο επιβλέπων μηχανικός και ο εργοδότης, δικαιούνται να ζητήσουν την άμεση απομάκρυνση κάθε τεχνίτη ή εργάτη που θα κρίνουν ακατάλληλο ή ανεπαρκή ή επιδεικνύοντας προκλητική, βάναυση και προσβλητική συμπεριφορά". Σχετικά, δε, με τη λήψη μέτρων ασφαλείας στον όρο 6 της σύμβασης προβλέφθηκε, ότι "Ο εργολάβος είναι αποκλειστικά υπεύθυνος για την τήρηση όλων μέτρων και διατάξεων ασφάλειας από ολόκληρο το εργατοτεχνικό προσωπικό που θα χρησιμοποιηθεί στο έργο. 0 εργολάβος δηλώνει ότι έχει λάβει γνώση των υποδείξεων για μέρες (ενν.μέτρα) ασφαλείας των εργαζομένων που αναγράφονται στους ξυλοτύπους, τις οικονομικές επιβαρύνσεις των οποίων έχει λάβει υπ' όψιν κατά την σύνταξη της προσφοράς του.

Οι αναγραφόμενες υποδείξεις είναι πάντως ενδεικτικές και όχι περιοριστικές. Ολόκληρο το προσωπικό που θα χρησιμοποιηθεί θα είναι ασφαλισμένο κατά το Νόμο.....". Τέλος στον όρο 9 ορίζεται ότι: "Σε περίπτωση διαφωνίας σε σχέση με την ερμηνεία των όρων του συμφωνητικού αυτού, ορίζεται αρμόδιος διαιτητής για την επίλυση κάθε θέματος τεχνικού ή οικονομικού ο επιβλέποντας Πολίτικός Μηχανικός κ.

Ι. Π. του οποίου την κρίση τα συμβαλλόμενα μέρη αναγνωρίζουν δίκαιη και ορθή και παραιτούνται από τούδε του δικαιώματος τους να φέρουν αντίρρηση στις αποφάσεις του". Από το περιεχόμενο της ανωτέρω σύμβασης, σύμφωνα με τις νομικές σκέψεις, που εκτέθηκαν, ανωτέρω, προκύπτει επιφύλαξη της κύριας του έργου - δεύτερης εναγόμενης εταιρίας, για παρακολούθηση και έλεγχο της ορθής εκτέλεσης, του, υπό κατασκευή, έργου συντήρησης - επισκευής της σκεπής της αποθήκης του ανενεργού εργοστασίου της.

Ο όρος, δε, που περιελήφθη στην σύμβαση εργολαβίας, ο οποίος κάνει λόγο, περί αποκλειστικής ανάληψης ευθύνης του εργολάβου, για την ασφάλεια του προσωπικού, ρυθμίζει τις, μεταξύ των συμβαλλόμενων, σχέσεις, για την περίπτωση αναγωγής, κατά τα άρθρα 926 και 927 του ΑΚ και δεν ισχύουν, ούτε απαλλάσσουν την δεύτερη εναγόμενη από την ευθύνη της, έναντι τού εκάστοτε παθόντος - απασχολούμενου στο έργο.

Βέβαια, στην έγγραφη σύμβαση γίνεται λόγος και για υποδειχθέντα μέτρα στον εργολάβο. Έτσι, διατηρώντας η ιδιοκτήτρια την εποπτεία του έργου, συνδέεται με σχέση πρόστησης με τον εργολάβο, πρώτο εναγόμενο. Αναφορικά με τον τέταρτο εναγόμενο, πολιτικό μηχανικό Ι. Π., αυτός, δεν ήταν σε γνώση της εκτέλεσης του συγκεκριμένου έργου, καθώς δεν προηγήθηκε ενημέρωσή του, από τον τρίτο εναγόμενο Ι.

Σ., σχετικά, με την έναρξη των σχετικών οικοδομικών εργασιών. Ο τρίτος εναγόμενος - διευθύνων σύμβουλος της κυρίας του έργου, λόγω της διαρκούς συνεργασίας του, με τον εν λόγω μηχανικό, επί άλλων οικοδομικών έργων, θεώρησε δεδομένη τη συναίνεσή του, ότι θα αναλάβει, εν τοις πράγμασι, την επίβλεψη των συγκεκριμένων εργασιών, γι αυτό προέβη και στις σχετικές αναφορές στο εργολαβικό συμβόλαιο, για την επίβλεψη αυτού στην εκτέλεση του έργου.

Η προσδοκία λήψης της αμοιβής επίβλεψης αποτελούσε ικανό κίνητρο, ώστε ο τέταρτος εναγόμενος να αναλάβει την επίβλεψη των εργασιών. Όπως, όμως υποδεικνύεται, ο νόμιμος εκπρόσωπος της εργοδότριας εταιρίας, από αμέλειά του δεν είχε έλθει σε προηγούμενη συνεννόηση με τον πολιτικό μηχανικό και δεν ενημέρωσε αυτόν, για την έναρξη των εργασιών.

Η παραπάνω κρίση του Δικαστηρίου, σχετικά, με τη μη γνώση, στο πρόσωπο του τέταρτου εναγόμενου, της ένδικης σύμβασης ενισχύεται και από το γεγονός, ότι, για τις συγκεκριμένες εργασίες επισκευής της στέγης, για τις οποίες δεν θα γίνονταν χρήση ικριωμάτων, δεν έγινε δήλωση ανάθεσης και ανάληψης ευθύνης πολιτικού μηχανικού, για την επίβλεψη του έργου, καθώς και βεβαίωση μηχανικού, ότι δεν θίγονται τα στοιχεία του φέροντος οργανισμού του κτιρίου, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο Π.Δ. 305/1996.

Ως εκ τούτου, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, ο τέταρτος εναγόμενος, πολιτικός μηχανικός, δεν υπέχει καμία ευθύνη, ως προς την επέλευση, όπως θα εκτεθεί παρακάτω του θανάτου του Η. Μ., για τους ανωτέρω λόγους. Ακολούθως, αποδείχθηκε, ότι ο πρώτος εναγόμενος - εργολάβος, ο οποίος είχε το δικαίωμα επιλογής του προσωπικού του και την εργοδοτική ευθύνη, προσέλαβε ως εργάτη οικοδομικών εργασιών, τον σύζυγο της ενάγουσας (ήδη αναιρεσίβλητης-αναιρεσείουσας), Η.

Μ.. Το πρωί της 12-8-2013 ο εργολάβος του έργου και ο εργαζόμενος Η. Μ. μετέβησαν στο χώρο του εργοστασίου, της εταιρείας με την επωνυμία "....", όπου αμφότεροι ανέβηκαν τη σκάλα, που είχε φέρει, μαζί του, ο πρώτος εξ αυτών και ανήλθαν στη στέγη της αποθήκης, προκειμένου να ξεκινήσουν την εργασία τους, επιθεωρώντας πρώτα την κατάσταση των φύλλων λαμαρίνας.

Έτσι, όταν ο Η. Μ. βαδίζοντας στο μέσον της προαναφερόμενης στέγης, για να εντοπίσει τις εργασίες, που απαιτούνταν να γίνουν στο συγκεκριμένο σημείο, πάτησε ένα από τα φύλλα λαμαρίνας, το οποίο δεν εδραζόταν, σωστά, στο μεταλλικό σκελετό, με συνέπεια αυτό να υποχωρήσει με το βάρος του, ο ανωτέρω να χάσει την ισορροπία του και να πέσει, με σφοδρότητα, επί του δαπέδου της αποθήκης, από ύψος, περί τα 8 μέτρα.

Εξαιτίας της πτώσης αυτής, ο ως άνω εργαζόμενος υπέστη βαριά κρανιοεγκεφαλική κάκωση, πολλαπλές κακώσεις κεφαλής, κορμού, άκρων, θωρακική και κοιλιακή κάκωση, από τις οποίες, ως μόνης ενεργού αιτίας, επήλθε ο θάνατος αυτού στο Νοσοκομείο Έδεσσας, όπου είχε διακομισθεί με ασθενοφόρο του ΕΚΑΒ (Βλ. με αριθμ.

πρώτ. .../29-8-2013 πιστοποιητικό του Γενικού Νοσοκομείου Έδεσσας). Ως αιτία θανάτου αποτυπώνεται στην υπ' αρίθμ. πρωτ. .../7-11-2013 ιατροδικαστική έκθεση νεκροψίας - νεκροτομής της Ιατροδικαστικής Υπηρεσίας Θεσσαλονίκης: Βίαιος Θάνατος. Κακώσεις σώματος μηχανικής αιτιολογίας συμβατές με πτώση από ύψος. Ο θανάσιμος τραυματισμός του εργαζόμενου, οφείλεται σε συγκλίνουσα υπαιτιότητα, αφενός της δεύτερης εναγομένης, κυρίας του έργου, η οποία, διά του νομίμου εκπροσώπου της - τρίτου εναγόμενου είχε επιφυλάξει στον εαυτό της, την επίβλεψη και τη διεύθυνση των, επ' αυτής, εργασιών και αφετέρου του πρώτου εναγόμενου-εργολάβου, προστηθέντος από την δεύτερη εναγόμενη, ο οποίος είχε προσλάβει και απασχολούσε τον θανόντα εργαζόμενο στην εκτέλεση του έργου επισκευής της στέγης, την εκτέλεση του οποίου είχε αναλάβει αντί αμοιβής.

Ειδικότερα, οι ως άνω εναγόμενοι, υπό τις ιδιότητες τους αυτές, με βάση τόσον την επιμέλεια, που επιβάλλεται, με μέτρο το μέσο συνετό και επιμελή εκπρόσωπο του κύκλου δραστηριότητάς τους, δεν έλαβαν τα παρακάτω μέτρα ασφαλείας, τα οποία ήταν ικανά να αποτρέψουν το ατύχημα και το επελθόν αποτέλεσμα του θανάσιμου τραυματισμού του συζύγου της ενάγουσας, αλλά και διότι παρέλειψαν τις αντίστοιχες υποχρεώσεις, που επιβάλλονται, από την κοινή αντίληψη, την υποχρέωση πρόνοιας και την απαιτούμενη, στις συναλλαγές, επιμέλεια.

Συγκεκριμένα, ο τρίτος εναγόμενος, νόμιμος εκπρόσωπος της δεύτερης εναγομένης -κυρίας του έργου και ο πρώτος εναγόμενος - πραγματικός εργοδότης του θανόντος, ο οποίος είχε αναλάβει το έργο της επισκευής της στέγης, δεν έλαβαν τα παρακάτω μέτρα ασφαλείας, ώστε να εξασφαλίζονται, απολύτως, οι εργαζόμενοι αυτών, έναντι πτώσης:

α) επιλογή του πλέον ενδεδειγμένου εξοπλισμού εργασίας, για την εξασφάλιση και διατήρηση ασφαλών συνθηκών εργασίας, σε περίπτωση, που δεν μπορεί να εκτελεσθούν, προσωρινές εργασίες σε ύψος με ασφάλεια (παράβαση Π.Δ. 155/2004, κεφάλαιο Β άρθρο 2, παράγραφοι 4.1.1 και 4.1.4 και Π.Δ. 305/96), β) Κατασκευή καταλλήλων δαπέδων εργασίας, όταν χρησιμοποιείται η ίδια στέγη ως διάδρομος ή επιφάνεια εργασίας, για την εκτέλεση των ως άνω εργασιών (παράβαση Π.Δ. 778/80, άρθρο 19, παράγραφος 1.α), γ) χρήση κατάλληλου εξοπλισμού ή μηχανισμών συλλογικής προστασίας, όπως κιγκλιδώματα, εξέδρες ή δίχτυα προστασίας, χρήση και επίβλεψη της χρήσης ζωνών ασφαλείας ή άλλων μεθόδων ασφάλειας, με αγκύρωση (παράβαση Π.Δ. 305/96, άρθρο 12, παράρτημα ίν, μέρος Β, Τμήμα II, παράγραφος 5.2), δ) οι χώροι και τα δάπεδα εργασίας θα έπρεπε να κατασκευάζονταν και να διατηρούνταν ασφαλή (σύμφωνα και με όσα ορίζονται στο Π.Δ. 4073/81, άρθρο 37, παράγραφοι, 1 και 2 και στο Π.Δ. 778/80, άρθρο 21,παράγραφος 1), όπως τα παραπάνω προκύπτουν, σαφώς, από την προσκομιζόμενη με επίκληση από 30-9-2013 έκθεση αυτοψίας του Τεχνικού Επιθεωρητή Ασφαλείας και Υγείας στην Εργασία Κ.

Δ.. Κατά τη γνώμη του τελευταίου, το ανωτέρω ατύχημα θα μπορούσε να είχε αποφευχθεί, αν, κατά την διάρκεια της συγκεκριμένης εργασίας υπήρχε ζώνη ασφαλείας, στερεωμένη σε σταθερό σημείο, που θα συγκροτούσε τον θανόντα, κατά την πτώση του και διαμόρφωση δαπέδου εργασίας και διαδρόμου, από έρποντα μαδέρια ή σανίδια.

Έτσι, οι παραπάνω παραλείψεις, εκ μέρους των ως άνω εναγομένων, να λάβουν τα παραπάνω μέτρα ασφαλείας, πληροί τις προϋποθέσεις στα πρόσωπά τους, της συνδρομής της ειδικής μορφής αμέλειας, η οποία ήταν πρόσφορη να προκαλέσει το εργατικό ατύχημα και συνδέεται αιτιωδώς με τον, συνεπεία αυτού, θανάσιμο τραυματισμό τού Η.

Μ.. Ευθύνονται, δε και, κατά τις γενικές διατάξεις του ΑΚ (άρθρα 914, 932 του ΑΚ), αφού δεν κατέβαλαν την επιμέλεια και προσοχή, που απαιτείται να καταβάλλεται, κατά τη συναλλακτική καλή πίστη, στον κύκλο της αρμοδιότητάς τους. Η δεύτερη εναγόμενη ευθύνεται, για τις παραπάνω πράξεις και παραλείψεις του τρίτου εναγόμενου - νομίμου εκπροσώπου της, κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του, που του είχαν ανατεθεί, κατ' άρθρο 71 ΑΚ (βλ.

ΑΠ 561/2015, ΑΠ 874/2015, ΑΠ 1723/2014, δημ. σε ΤΝΠ Νόμος). Περαιτέρω, όμως, προέκυψε, ότι τον θανόντα βαρύνει συνυπαιτιότητα σε ποσοστό 40% στην πρόκληση του τραυματισμού του, καθόσον αυτός κινούμενος, με έλλειψη της προσοχής, που όφειλε να καταβάλει, από τις περιστάσεις, κινήθηκε, επί της ως άνω στέγης και ενώ, ήταν αντιληπτό, ευχερώς, σε αυτόν, ότι τα φύλλα λαμαρίνας είχαν φθαρεί, λόγω παλαιότητας και δεν εδράζονταν, σωστά, στο μεταλλικό σκελετό της στέγης, με συνέπεια, τα φύλλα λαμαρίνας της σκεπής να υποχωρήσουν, προς τα κάτω, υπό του βάρους του παθόντα, να απολέσει την ισορροπία του και να πέσει στο δάπεδο της αποθήκης, με τις συνέπειες, που προαναφέρθηκαν, γενομένης δεκτής ως ουσιαστικά βάσιμης της ένστασης, περί συνυπαιτιότητας του θανόντος.

Συνεπώς, ο ισχυρισμός των εναγομένων, ότι αποκλειστικά υπαίτιος, για το ατύχημα ήταν ο ίδιος ο θανών, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος. Περαιτέρω, αποδεικνύεται, ότι η ενάγουσα, που διατηρούσε ιδιαίτερες σχέσεις στοργής και αγάπης με τον αποθανόντα σύζυγό της, δοκίμασε βαθύτατη θλίψη, από τον θάνατό του.

Επομένως, για την άμβλυνση της ψυχικής της οδύνης, η ενάγουσα δικαιούται εύλογη χρηματική ικανοποίηση. Λαμβανομένων, υπόψη, του οικογενειακού δεσμού της ενάγουσας, με τον αποβιώσαντα, της ηλικίας του τελευταίου, κατά το χρόνο του θανάτου του (47 ετών), της ηλικίας της ενάγουσας, κατά το χρόνο θανάτου του προσφιλούς της προσώπου (52 ετών), της υπαιτιότητας και της ευθύνης των ως άνω εναγομένων, όλων των συνθηκών του επίμαχου ατυχήματος, της συνυπαιτιότητας του θανόντος, το Δικαστήριο προσδιορίζει το ύψος της χρηματικής ικανοποίησης, λόγω ψυχικής οδύνης, για την ενάγουσα στο ποσό των 40.000 ευρώ.

Το ποσό αυτό είναι εύλογο (άρθρο 932 του ΑΚ), δηλαδή, ανάλογο, με τις ως άνω συγκεκριμένες περιστάσεις της ένδικης περίπτωσης, αλλά και σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας (άρθρο 25 §1 του Συντάγματος, 9 §2 και 10 §2 της ΕΣΔΑ), όπως η αρχή αυτή, χωρίς να έχει άμεση εφαρμογή στην προκειμένη περίπτωση, εξειδικεύεται με την πιο πάνω διάταξη του άρθρου 932 του ΑΚ, για τον προσδιορισμό του ύψους της χρηματικής ικανοποίησης ....".

Με τις ως άνω παραδοχές το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, δικάζοντας αντιμωλία των διαδίκων δέχθηκε τυπικά και κατ'ουσία την έφεση, εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και κρατώντας την υπόθεση και δικάζοντας κατ'ουσία την από 17.9.2015 αγωγή απέρριψε αυτή ως προς το τέταρτο εναγόμενο και δέχθηκε εν μέρει ως προς τους λοιπούς εναγομένους υποχρεώνοντας αυτούς να καταβάλουν, ευθυνόμενοι εις ολόκληρον, στην ενάγουσα το ποσό των 40.000 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.

Α) Ως προς την από 18.12.2020 αίτηση αναίρεσης Κατά τη διάταξη του άρθρου 922 του ΑΚ, ο κύριος ή ο προστήσας κάποιον άλλον σε μία υπηρεσία, ευθύνεται για τη ζημία που ο υπηρέτης ή ο προστηθείς προξένησε σε τρίτον παράνομα κατά την υπηρεσία του. Η διάταξη έχει εφαρμογή επί προστήσαντος φυσικού ή νομικού προσώπου, το οποίο δεν συνδέεται συμβατικά με τον ζημιωθέντα τρίτο.

Η εφαρμογή της προϋποθέτει: α) σχέση πρόστησης. Αυτή η σχέση υπάρχει όταν, στο πλαίσιο υφιστάμενης μεταξύ δύο προσώπων (φυσικών ή νομικών) δικαιοπρακτικής ή οποιασδήποτε άλλης βιοτικής σχέσης, διαρκούς ή ευκαιριακής, το ένα από τα πρόσωπα αυτά (προστήσας) αναθέτει στο άλλο (προστηθέντα), με ή χωρίς αμοιβή, την εκτέλεση ορισμένης υπηρεσίας, υλικής ή νομικής φύσεως, η οποία αποβλέπει στη διεκπεραίωση υποθέσεων και γενικότερα στην εξυπηρέτηση των επαγγελματικών, οικονομικών ή άλλων συμφερόντων του πρώτου και, κατά τη οποία, ο δεύτερος υπόκειται στον έλεγχο ή, έστω, στις γενικές οδηγίες και εντολές ή, μόνο, στην επίβλεψη του πρώτου, με την έννοια ότι δεν απαιτούνται οπωσδήποτε δεσμευτικές ειδικές εντολές, αλλά αρκούν και γενικές οδηγίες στο πλαίσιο χαλαρής εξάρτησης, που επιτρέπει όμως μια γενική εποπτεία.

Η σχέση πρόστησης έχει τέτοια ευρύτητα ώστε να καλύπτει κάθε εκούσια χρησιμοποίηση άλλων προσώπων και μπορεί να στηρίζεται σε σύμβαση εργασίας, έργου, εντολής ή και σε μη δικαιοπρακτική σχέση, όπως σε de facto συμβατική σχέση, χωρίς να έχει ιδιαίτερη κρισιμότητα η τυχόν ιδιότητα του προστηθέντος ως αντιπροσώπου του προστήσαντος.

Η ανάπτυξη από τον προστηθέντα πρωτοβουλίας και δικής του σφαίρας δράσης μέσα στα πλαίσια του πεδίου δράσης του προστήσαντος δεν αποτελεί λόγο αποκλεισμού της ευθύνης του τελευταίου (ΑΠ 487/2020, ΑΠ 1329/2017, ΑΠ 866/2017), β) ενέργεια του προστηθέντος παράνομη και υπαίτια, δηλαδή αδικοπραξία πληρούσα τις προϋποθέσεις του άρθρου 914 του ΑΚ και γ) η ενέργεια αυτή του προστηθέντος να έγινε κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας που του είχε ανατεθεί ή επ' ευκαιρία ή εξ αφορμής της υπηρεσίας του, ή ακόμη και κατά κατάχρηση της υπηρεσίας του αυτής.

Η τελευταία (κατάχρηση υπηρεσίας) υφίσταται, όταν η ζημιογόνος πράξη τελέσθηκε εντός των ορίων των καθηκόντων που ανατέθηκαν στον προστηθέντα, ή επ' ευκαιρία ή με αφορμή την υπηρεσία, αλλά κατά παράβαση των εντολών και οδηγιών, οι οποίες δόθηκαν σ' αυτόν ή καθ' υπέρβαση των καθηκόντων του, που διέπουν τη μεταξύ τους σχέση, εφ' όσον, μεταξύ της ζημιογόνου ενέργειας του προστηθέντος και της υπηρεσίας, η οποία ανατέθηκε σ' αυτόν, υπάρχει εσωτερική συνάφεια, υπό την έννοια, ότι η αδικοπραξία δεν θα ήταν δυνατόν να υπάρξει χωρίς την πρόστηση ή ότι η τελευταία υπήρξε το αναγκαίο μέσο για την τέλεση της αδικοπραξίας (ΑΠ 487/2020, ΑΠ 1359/2019, ΑΠ 1440/2014).

Η εν λόγω αστική ευθύνη του προστήσαντος είναι γνήσια αντικειμενική, εφόσον αυτός, χωρίς ίδιο πταίσμα, ευθύνεται για το πταίσμα, του υπ' αυτού προστηθέντος (ΑΠ 487/2020, ΑΠ 47/2020, ΑΠ 1359/2019). Με την καθιέρωση της ευθύνης του προστήσαντος εξυπηρετείται και η ιδέα της ασφάλειας των ζημιωθέντων, οι οποίοι αποκτούν ένα επιπλέον οφειλέτη, εκτός από τον προστηθέντα, συνήθως οικονομικά ισχυρότερο και πιο φερέγγυο από αυτόν.

Τη συνδρομή της ανωτέρω προϋπόθεσης ευθύνης από το άρθρο 922 του ΑΚ, φέρει το βάρος να επικαλεστεί και να αποδείξει εκείνος που ζημιώθηκε από τη συμπεριφορά του προστηθέντος προκειμένου να θεμελιώσει το δικαίωμά του προς αποζημίωση (ΑΠ 487/2020). Η έννοια της πρόστησης είναι νομική και η ύπαρξη ή μη ευθύνης του προστήσαντος, υπό τα ανελέγκτως από το ουσιαστικό δικαστήριο, δεκτά γενόμενα περιστατικά, ελέγχεται αναιρετικώς εκ του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 του ΚΠολΔ (ΑΠ 487/2020, ΑΠ 1048/2018, ΑΠ 238/2016).

Περαιτέρω από το συνδυασμό της ως άνω διάταξης του άρθρου 922 του ΑΚ, των άρθρων 681, 688-691 του ιδίου Κώδικα προκύπτει ότι ο εργολάβος δεν θεωρείται κατ' αρχήν προστηθείς του εργοδότη, όταν, όμως, ο εργοδότης επιφύλαξε για τον εαυτό του ρητώς ή σιωπηρώς τη διεύθυνση και την επίβλεψη της εκτέλεσης του έργου και μάλιστα το δικαίωμα παροχής οδηγιών προς τον εργολάβο, ο τελευταίος θεωρείται ότι βρίσκεται σε σχέση πρόστησης προς τον εργοδότη (ΑΠ 47/2020, ΑΠ 1237/2018, ΑΠ 374/2018).

Επομένως για τη θεμελίωση αξίωσης χρηματικής ικανοποίησης κατά του υπαιτίου ατυχήματος, ως και κατά εκείνου ο οποίος με σύμβαση έργου ανέθεσε στον υπαίτιο την εκτέλεση του έργου όπου συνέβη το ατύχημα, αναγκαία προϋπόθεση είναι ο εργοδότης να έχει επιφυλάξει για τον εαυτό του τη διεύθυνση και επίβλεψη του έργου, στοιχεία τα οποία συνιστούν την ιδιότητα του τελευταίου ως προστήσαντος τον υπαίτιο εργολάβο (ΑΠ 218/2018, ΑΠ 1154/2018, ΑΠ 1840/2011).

Είναι δε αδιάφορος ο τρόπος παροχής των οδηγιών και εντολών του προστήσαντος (ΑΠ 1356/2018, ΑΠ 59/2017, ΑΠ 876/2012), οι οποίες μπορεί να παρέχονται και μέσω τρίτου προσώπου που έχει ορισθεί από τον προστήσαντα, όπως είναι και ο επιβλέπων μηχανικός στις οικοδομικές εργασίες, αρκεί ο προστηθείς να υποχρεούται στην εκτέλεσή τους (ΑΠ 1533/2017, ΑΠ 876/2012).

Επί οικοδομικών εν γένει εργασιών, πταίσμα του εργοδότη ή των προστηθέντων αυτού θεμελιώνεται και από τη μη τήρηση των διατάξεων (προεχόντως) του Π/Δτος 778/1980 "περί των μέτρων ασφαλείας κατά την εκτέλεση οικοδομικών εργασιών", του Π/Δτος 1073/1981 "εργασίες αρμοδιότητας πολιτικού μηχανικού - μέτρα ασφαλείας", του Ν. 1396/1983 "υποχρεώσεις λήψης και τήρησης των μέτρων ασφαλείας στις οικοδομές και λοιπά ιδιωτικά τεχνικά έργα" και του Π/Δτος 305/1996, σκοπός του οποίου, κατά το άρθρο 1 παρ.1 αυτού, είναι η προσαρμογή της ελληνικής νομοθεσίας περί υγιεινής και ασφάλειας των εργαζομένων προς τις διατάξεις της οδηγίας 92/57/ΕΟΚ του Συμβουλίου "σχετικά με τις ελάχιστες προδιαγραφές ασφάλειας και υγείας που πρέπει να εφαρμόζονται στα προσωρινά ή κινητά εργοτάξια".

Από τις ως άνω διατάξεις συνάγεται ότι α) σε περίπτωση που ο κύριος του έργου έχει επιφυλάξει για τον εαυτό του τη διεύθυνση και επίβλεψη της εκτέλεσης του έργου, είναι υποχρεωμένος να λαμβάνει πριν από την εγκατάσταση κάθε εργολάβου ή υπεργολάβου τμήματος του έργου και να τηρεί, όσο διαρκεί το έργο αυτό, όλα τα μέτρα ασφαλείας, τα οποία του υποδεικνύει ο επιβλέπων το έργο, β) ο πολιτικός μηχανικός που επιβλέπει την κατασκευή οικοδομικού έργου έχει νομική υποχρέωση να δίνει οδηγίες στον κύριο του έργου ή στον εργολάβο ή στον κατά περίπτωση υπεργολάβο για τη λήψη των ενδεικνυόμενων μέτρων ασφάλειας προς πρόληψη ατυχήματος και γ) ο εργολάβος που ανέλαβε την εκτέλεση του οικοδομικού έργου και ο προστηθείς από αυτόν υπεργολάβος τμήματος αυτού έχει, επίσης, νομική υποχρέωση να λαμβάνει τα ενδεικνυόμενα μέτρα ασφαλείας προς πρόληψη ατυχήματος από την προεκτεθείσα αιτία, ανεξάρτητα προς το αν δόθηκαν ή μη σ' αυτόν σχετικές οδηγίες από τον επιβλέποντα μηχανικό (ΑΠ 1188/2018, ΑΠ 1154/2018, ΑΠ 855/2010).

Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορα αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013).

Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 319/2017, ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013).

Ακόμη με τη διάταξη του εδαφ. β του αριθμού 1 του ως άνω άρθρου ορίζεται ότι η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία των κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σ' αυτούς. Ως διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται οι γενικές και αφηρημένες αρχές που αντλούνται από την εμπειρική πραγματικότητα, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις που έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο είτε για την ανεύρεση με βάση αυτά της αληθινής έννοιας κανόνα ουσιαστικού δικαίου, είτε για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων ή στοιχείων που χρησιμοποιήθηκαν κατά το άρθρο 336 παρ. 4 του ΚΠολΔ (Ολ ΑΠ 8/2005).

Όμως, η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας κατά την έννοια της ως άνω διάταξης, ιδρύει τον προβλεπόμενο απ' αυτή αναιρετικό λόγο μόνο όταν το δικαστήριο της ουσίας εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά την ερμηνεία κανόνα δικαίου για την ανεύρεση με βάση αυτά της αληθινής έννοιας αυτού.

Αντίθετα, όταν το δικαστήριο της ουσίας χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας για να διαγνώσει αν συντρέχουν ή όχι τα εκάστοτε αποδεικτέα περιστατικά ή για να εκτιμήσει την αποδεικτική αξία των αποδεικτικών μέσων ή στοιχείων, δεν στοιχειοθετείται ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης (Ολ ΑΠ 8/2005, ΑΠ 79/2018, 1333/2018).

Περαιτέρω, με τη διάταξη του αριθμού 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα ως ουσιώδεις ισχυρισμοί στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης (ΟλΑΠ 25/2003, ΟλΑΠ 3/1997, ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 308/2020).

Στοιχείο ενός αυτοτελούς ισχυρισμού είναι κάθε περιστατικό το οποίο, αφηρημένως λαμβανόμενο, οδηγεί κατά νόμο στη γέννηση ή στην κατάλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή ή την ένσταση (ΑΠ 790/2020, ΑΠ 85/2020). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ. α του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία" ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 1/1999, ΑΠ 269/2020, ΑΠ 1361/2019).

Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΑΠ 314/2020, ΑΠ 530/2020).

Δηλαδή μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του Δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία", ώστε στο πλαίσιο της διάταξης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ να επιδέχονται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια.

Ούτε εξ άλλου ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης εξ αιτίας του ότι το Δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων (ΑΠ 530/2020, ΑΠ 1420/2013). Τέλος από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάζονται, με αυτά, κανόνας δικαίου ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε λόγος αναίρεσης από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον και υπό την επίφαση συνδρομής αναιρετικής πλημμέλειας πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 1388/2019, ΑΠ 573/2018).

Στην προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσείοντες με τους πρώτο, δεύτερο και τρίτο λόγους αναίρεσης προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση τις εξής αιτιάσεις : α) Με τον πρώτο εκ των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο ότι παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου με ελλιπείς, ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες τις διατάξεις των άρθρων 681, 688, 691, 698 και 922 του ΑΚ, με τις παραδοχές ότι η πρώτη από αυτούς ως κυρία του έργου είχε επιφυλάξει για τον εαυτό της το δικαίωμα για παρακολούθηση και έλεγχο της ορθής εκτέλεσης του υπό κατασκευή έργου, αντλώντας επιχειρήματα από την από 8.8.2013 σύμβαση που είχε συνάψει με τον εργολάβο του έργου και ειδικότερα από τους όρους αυτής που αφορούσαν αα) το δικαίωμα της να κηρύξει έκπτωτο τον εργολάβο για ορισμένους λόγους (όρος 3 της σύμβασης), ββ) την καλή εκτέλεση του έργου (όρος 4) και γγ) το δικαίωμα απομάκρυνσης τεχνίτη που επιδεικνύει ανάρμοστη συμπεριφορά (όρος 6), ενώ οι ως άνω όροι αφορούσαν μόνο τη διαδικασία ελέγχου της ορθής εκτέλεσης του έργου και δεν υπονοείτο με αυτούς ότι η πρώτη από αυτούς ως κυρία του έργου, μέσω του δευτέρου από αυτούς, ως νομίμου εκπροσώπου της, κράτησε για τον εαυτό της τη διεύθυνση της επίβλεψης του έργου και μάλιστα το δικαίωμα παροχής δεσμευτικών οδηγιών προς τον πρώτο εναγόμενο εργολάβο του έργου ώστε να θεωρείται ότι βρίσκεται σε σχέση πρόστησης με τον τελευταίο και χωρίς να αναφέρει κανένα πραγματικό περιστατικό διεύθυνσης και επίβλεψης του έργου από την πρώτη από αυτές με την παροχή δεσμευτικών εντολών προς τον πρώτο εναγόμενο που να θεμελιώνουν το αποδεικτικό της πόρισμα.

β) Με το δεύτερο λόγο ότι παραβίασε ευθέως τη διάταξη του άρθρου 922 του ΑΚ υποπίπτοντας στην αναιρετική πλημμέλεια του αριθμού 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ και ότι δέχθηκε πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης υποπίπτοντας στην αναιρετική πλημμέλεια του αριθμού 8 του ιδίου άρθρου.

Ειδικότερα ότι, ενώ με το δικόγραφο της αγωγής της η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη θεμελιώνει την αδικοπρακτική ευθύνη της πρώτης από αυτές ως κυρίας του έργου για τη λήψη των απαιτούμενων μέτρων ασφαλείας στον ισχυρισμό ότι αυτή είχε αναθέσει την ευθύνη για τη διεύθυνση και επίβλεψη του έργου στον προστηθέντα από αυτή επιβλέποντα μηχανικό Ι.

Π. (τέταρτο εναγόμενο) και ασκούσε μέσω αυτού την επίβλεψη και διεύθυνση της εκτέλεσης των οικοδομικών εργασιών και ότι ο πρώτος εναγόμενος ως εργολάβος εκτελούσε το έργο υπό τις εντολές και την εποπτεία του ως άνω επιβλέποντος μηχανικού ως προς τον τόπο και τον τρόπο εκτέλεσης των εργασιών και την τήρηση των μέτρων ασφαλείας ενεργώντας ως προστηθείς από αυτή και για λογαριασμό της, χωρίς να αναφέρεται σ'αυτή (αγωγή) κανένα περιστατικό σχετικά με τη διεύθυνση της επίβλεψης του έργου από την πρώτη μέσω του δευτέρου από αυτούς (αναιρεσείοντες), νομίμου εκπροσώπου της, η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε αναιτιολόγητα και χωρίς να υπάρχει τέτοιος αγωγικός ισχυρισμός ότι η πρώτη από αυτούς συνδέθηκε με σχέση πρόστησης με τον πρώτο εναγόμενο εργολάβο και ότι εξ αιτίας αυτής ο θανάσιμος τραυματισμός του συζύγου της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης οφείλεται σε συγκλίνουσα συνυπαιτιότητα και αυτής ως κυρίας του έργου η οποία δια του νομίμου εκπροσώπου της είχε επιφυλάξει για τον εαυτό της την επίβλεψη του έργου.

γ) Με τον τρίτο εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο ότι παραβίασε ευθέως τις διατάξεις των άρθρων 681, 688, 691, 698 και 922 του ΑΚ καθώς και τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, καταλήγοντας στο συμπέρασμα, με βάση τους όρους της από 8.8.2013 έγγραφης σύμβασης έργου, ότι η πρώτη από αυτούς διατήρησε την εποπτεία του έργου και συνδέθηκε με τον πρώτο εναγόμενο εργολάβο με σχέση πρόστησης, ενώ κανένας από τους όρους της ως άνω σύμβασης προέβλεπε επιφύλαξη της πρώτης από αυτούς για την εποπτεία και διεύθυνση του ενδίκου έργου και δη με την παροχή δεσμευτικών εντολών και οδηγιών προς τον πρώτο εναγόμενο εργολάβο, ο οποίος ήταν αποκλειστικά υπεύθυνος για την εκτέλεση του έργου και για την τήρηση των μέτρων ασφαλείας και ότι με την κρίση της ότι διατήρησε αυτή την εποπτεία και τη διεύθυνση του έργου παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας καθότι η πρώτη αυτούς δραστηριοποιείται στον τομέα τυποποίησης και εμπορίας φρούτων και λαχανικών και ότι ο δεύτερος από αυτούς ως νόμιμος εκπρόσωπός της δεν είχε τις γνώσεις και το χρόνο να υποδείξει στον έμπειρο εργολάβο πως θα εκτελούσε το ένδικο συμφωνηθέν έργο και ότι τέλος η μη ανάμειξή τους στο έργο και η έλλειψη ευθύνης τους για το ένδικο ατύχημα διαπιστώθηκε από τον αρμόδιο Επιθεωρητή Υγείας και Εργασίας στην από 30.9.2013 έκθεση αυτοψίας όπου δεν αναφέρεται σε ευθύνη αυτών (αναιρεσειόντων) αλλά και από τον αρμόδιο Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Έδεσσας που άσκησε ποινική ευθύνη για ανθρωποκτονία εξ αμελείας σε βάρος του πρώτου εναγομένου εργολάβου και όχι σε βάρος του δεύτερου από αυτούς (αναιρεσείοντος), τον οποίο κατ'αυτόν τον τρόπο δεν έκρινε υπαίτιο για το θανατηφόρο ατύχημα.

Ο ως άνω πρώτος λόγος αναίρεσης για ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση των άρθρων 681, 688, 691, 698 και 922 του ΑΚ, ο ως άνω δεύτερος λόγος αναίρεσης κατά το σκέλος που προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια της ευθείας παράβασης του άρθρου 922 του ΑΚ και ο ως άνω τρίτος λόγος αναίρεσης κατά το σκέλος που προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια της ευθείας παράβασης των άρθρων 681, 688, 691, 698 και 922 του ΑΚ και των διδαγμάτων της κοινής πείρας είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.

Και τούτο διότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο με την αναιρεσιβαλλομένη απόφασή του, δεν παραβίασε ευθέως τις διατάξεις των άρθρων 681, 688, 691, 698 και 922 του ΑΚ, και δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αλλά με σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη ορθής εφαρμογής των ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, ότι η δεύτερη εναγόμενη και ήδη πρώτη αναιρεσείουσα ανώνυμη εταιρεία, όπως εκπροσωπείτο νόμιμα από τον τρίτο εναγόμενο και ήδη δεύτερο αναιρεσείοντα, κατά τη σύναψη της σύμβασης έργου με τον πρώτο εναγόμενο εργολάβο Β.

Α., μη διάδικο στην κρινόμενη από 18.12.2020 αίτηση αναίρεσης των αναιρεσειόντων, επιφύλαξε για τον εαυτό της την παρακολούθηση και τον έλεγχο της ορθής εκτέλεσης του έργου επισκευής της σκεπής αποθήκης εργοστασίου ιδιοκτησίας της από τον προστηθέντα από αυτήν πρώτο εναγόμενο εργολάβο του ως άνω έργου, επίβλεψη που ασκούσε η ίδια μέσω του δεύτερου αναιρεσείοντα, νομίμου εκπροσώπου της.

Ο ισχυρισμός των αναιρεσειόντων στους ως άνω λόγους αναίρεσης ότι από το από 8.8.2013 ιδιωτικό συμφωνητικό προκύπτει επιφύλαξη της πρώτης από αυτούς μόνο για τη διαδικασία ελέγχου της ορθής εκτέλεσης του έργου από τον ως άνω εργολάβο και ότι δεν προκύπτει από αυτό ότι είχε επιφυλάξει για τον εαυτό της την επίβλεψη και διεύθυνση των εργασιών του ως άνω έργου είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθότι κατά τις ανέλεγκτες αναιρετικά κρίσεις της προσβαλλόμενης απόφασης, ως αναγόμενες στην ανάλυση και αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ), προκύπτει από το ως άνω ιδιωτικό συμφωνητικό επιφύλαξη της πρώτης αναιρεσείουσας ως προς τη διεύθυνση του έργου, μέσω του νομίμου εκπροσώπου της, με την παραδοχή ότι προβλεπόταν η δυνατότητα αυτής ως κυρίας του έργου να ζητήσει από τον εργολάβο του έργου την απομάκρυνση προσωπικού που θα έκρινε ακατάλληλο για την εκτέλεση αυτού, και ότι γινόταν μνεία στο συμφωνητικό για υποδείξεις προς τον εργολάβο του έργου για τα μέτρα ασφαλείας που έπρεπε να λάβει, ενώ η παραδοχή ότι η πρόβλεψη στο από 8.8.2013 ιδιωτικό συμφωνητικό ότι τη διεύθυνση και επίβλεψη των εργασιών θα την ασκούσε και μέσω του τέταρτου εναγομένου επιβλέποντος πολιτικού μηχανικού Ι.

Π. δεν υλοποιήθηκε για το λόγο ότι δεν υπήρξε σχετική προς τούτο συμφωνία της πρώτης αναιρεσείουσας με αυτόν, σε κάθε περίπτωση, δεν αναιρεί την ευθύνη της προστήσασας πρώτης αναιρεσείουσας, ως κυρίας του έργου, για τη λήψη εκ μέρους της των προβλεπόμενων, στις προαναφερθείσες στη μείζονα σκέψη διατάξεις, μέτρων για την ασφάλεια του εργατοτεχνικού προσωπικού του έργου (ΑΠ 534/2017, ΑΠ 2096/2014).

Επιπρόσθετα η μη αναφορά στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση περί της αυτοπρόσωπης παρουσίας του δευτέρου αναιρεσείοντα, ως νομίμου εκπροσώπου της πρώτης αναιρεσείουσας στον τόπο του έργου, κατά την ημερομηνία που συνέβη το θανατηφόρο ατύχημα (12.8.2013), κατά τις ανέλεγκτες παραδοχές της οποίας είχαν μεταβεί στο χώρο του εργοστασίου της αναιρεσείουσας ο πρώτος εναγόμενος εργολάβος του έργου με το σύζυγο της αναιρεσίβλητης Η.

Μ. να επιθεωρήσουν την κατάσταση της στέγης και να ξεκινήσουν τις εργασίες επισκευής, δεν αποδεικνύουν την ανυπαρξία σχέσης πρόστησης μεταξύ της πρώτης αναιρεσείουσας, κυρίας του έργου και του ως άνω εργολάβου, όπως αβάσιμα ισχυρίζονται οι αναιρεσείοντες, καθότι, όπως προεκτέθηκε στο οικείο μέρος της μείζονος σκέψης που προηγήθηκε, υπάρχει σχέση πρόστησης και όταν ο εργολάβος του έργου υπόκειται στις γενικές οδηγίες και εντολές ή και μόνο στην επίβλεψη του έργου, με την έννοια ότι δεν απαιτούνται οπωσδήποτε δεσμευτικές ειδικές εντολές, αλλά αρκούν και γενικές οδηγίες στο πλαίσιο χαλαρής εξάρτησης, που επιτρέπει όμως μια γενική εποπτεία, όπως στην προκειμένη περίπτωση.

Κατά το μέρος, δε, που με τον τρίτο λόγο αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής με την παραδοχή της ότι αποδείχθηκε επιφύλαξη της πρώτης αναιρεσείουσας ως κυρίας του έργου για την παρακολούθηση και τον έλεγχο για την ορθή εκτέλεση του υπό κατασκευή έργου συντήρησης-επισκευής της αποθήκης εργοστασίου της, καθότι η μεν πρώτη αναιρεσείουσα δραστηριοποιείται στον τομέα της τυποποίησης και εμπορίας νωπών και κατεψυγμένων φρούτων και λαχανικών, ο δε δεύτερος αναιρεσείων, ως νόμιμος εκπρόσωπός της, δεν είχε κατά τα ως άνω διδάγματα, ούτε τις γνώσεις, ούτε τον χρόνο να υποδείξει στον έμπειρο πρώτο εναγόμενο εργολάβο που θα εκτελούσε το συμφωνηθέν έργο παρέχοντάς του δεσμευτικές εντολές και οδηγίες, ο λόγος αυτός, κρίνεται απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού, η, κατά την αιτίαση, επικαλούμενη στον αναιρετικό λόγο παραβίαση των ανωτέρω διδαγμάτων κοινής πείρας, δεν αφορά την ερμηνεία των εφαρμοσθέντων ουσιαστικών κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή σ' αυτούς των πραγματικών περιστατικών, που αποδείχθηκαν, αλλά συνδέεται με την εκτίμηση των αποδείξεων σχετικά με τις γνώσεις και το χρόνο που διέθετε ο δεύτερος αναιρεσείων, με την ιδιότητα του νομίμου εκπροσώπου της πρώτης αναιρεσείουσας κυρίας του έργου, να υποδείξει στον πρώτο εναγόμενο τον τρόπο εκτέλεσης του έργου, που δεν μπορεί, κατά τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, να θεμελιώσει την προσβαλλόμενη ως άνω αναιρετική πλημμέλεια.

Κατά το σκέλος, δε, που με τον τρίτο λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται ότι η έλλειψη ευθύνης τους για το ένδικο ατύχημα αποδεικνύεται αφενός μεν από την από 30.9.2013 έκθεση αυτοψίας του Επιθεωρητή Ασφάλειας και Υγείας στην Εργασία Κ. Δ. και αφετέρου από τη μη άσκηση ποινικής δίωξης από τον αρμόδιο Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Έδεσσας κατά του δεύτερου αναιρεσείοντα, με την ιδιότητά του ως νομίμου εκπροσώπου της πρώτης αναιρεσείουσας, κυρίας του έργου, για το θανατηφόρο ατύχημα, ανεξαρτήτως του ότι η αστική ευθύνη του προστήσαντος είναι γνήσια αντικειμενική, εφόσον αυτός ευθύνεται για το πταίσμα του υπ' αυτού προστηθέντος (ΑΠ 487/2020, ΑΠ 1359/2019), οι ως άνω αιτιάσεις των αναιρεσειόντων ανάγονται σε επιχειρήματα αυτών προς επιστήριξη της προβληθείσας εκδοχής τους περί της ανυπαρξίας σχέσης πρόστησης μεταξύ της πρώτης αναιρεσείουσας, κυρίας του έργου και του ως άνω εργολάβου, η οποία δεν έγινε δεκτή από το Εφετείο, το οποίο κατέληξε σε πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που οι αναιρεσείοντες θεωρούν ορθό.

Σε κάθε περίπτωση και καθό μέρος οι αναφερόμενες στους παραπάνω τρεις πρώτους αναιρετικούς λόγους αιτιάσεις των αναιρεσειόντων, και υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελίωσής τους στο άρθρο 559 αριθμ.1 και 19 του ΚΠολΔ, πλήττουν την επί της ουσίας αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, είναι απαράδεκτες (άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ), καθόσον ανάγονται στην εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, την αιτιολόγηση, τον συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων από το Εφετείο, καθώς και στην σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων, με βάση τα οποία αυτό στήριξε το σαφές αποδεικτικό του πόρισμα ως προς την ύπαρξη σχέσης πρόστησης μεταξύ της πρώτης αναιρεσείουσας, ως κυρίας του έργου και του πρώτου εναγόμενου ως εργολάβου του έργου.

Τέλος, και κατά το μέρος που με το δεύτερο εκ του αριθμού 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση ότι έλαβε υπόψη της πράγματα που δεν προτάθηκαν από την ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Και τούτο διότι από την παραδεκτή επισκόπηση για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου της 17.9.2015 αγωγής της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης (άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ), προκύπτει ότι αυτή θεμελίωνε την αδικοπρακτική ευθύνη της δεύτερης εναγόμενης και ήδη πρώτης αναιρεσείουσας για το θανάσιμο τραυματισμό του συζύγου της στην ιδιότητά της ως κυρίας του έργου που είχε επιφυλάξει δια του τρίτου εναγομένου, νομίμου εκπροσώπου της, τη διεύθυνση και επιστασία του έργου συντήρησης και επισκευής της σκεπής της αποθήκης εργοστασίου ιδιοκτησίας της, που θα εκτελούσε ο πρώτος εναγόμενος εργολάβος, δυνάμει του από 8.3.2013 ιδιωτικού συμφωνητικού και ότι τελούσε με την ως άνω ιδιότητά της σε σχέσης πρόστησης με αυτόν (σελ. 3 και 12 της αγωγής) και συνεπώς η προσβαλλόμενη απόφαση με την κρίση της ότι υπήρχε σχέση πρόστησης μεταξύ της δεύτερης εναγομένης και ήδη πρώτης αναιρεσείουσας, ως κυρίας του έργου και του πρώτου εναγομένου, δεν δέχθηκε πράγματα που δεν προτάθηκαν από την ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη, όπως αβάσιμα ισχυρίζονται οι αναιρεσείοντες.

Και είναι μεν αληθές ότι η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη, πέραν των ως άνω ισχυρισμών της, ισχυρίσθηκε επιπρόσθετα με το δικόγραφο της αγωγής της ότι η δεύτερη εναγόμενη, δυνάμει του από 8.8.2013 ιδιωτικού συμφωνητικού που είχε συνάψει με τον πρώτο εναγόμενο, είχε προστήσει και τον τέταρτο εναγόμενο ως επιβλέποντα μηχανικό στην επίβλεψη του έργου κυρίως ως προς την τήρηση των μέτρων ασφαλείας (σελ. 3 και 12 αγωγής), ισχυρισμό που η προσβαλλόμενη απόφαση απέρριψε ως κατ'ουσία αβάσιμο με την αιτιολογία ότι ο τρίτος εναγόμενος, με την ιδιότητά του ως νομίμου εκπροσώπου της δεύτερης εναγομένης δεν είχε έλθει σε συνεννόηση με τον τέταρτο εναγόμενο και δεν τον είχε ενημερώσει για την έναρξη εκτέλεσης των εργασιών και ως εκ τούτου ο τέταρτος εναγόμενος δεν υπείχε ευθύνη για το θανάσιμο τραυματισμό του συζύγου της ενάγουσας, πλην, όμως, η ως άνω παραδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης, που προέκυψε από την αποδεικτική διαδικασία, δεν συνιστά ανεπίτρεπτη μεταβολή της βάσης της αγωγής, όπως αβάσιμα ισχυρίζονται οι αναιρεσείοντες, αφού, όπως προεκτέθηκε, η αγωγή της ενάγουσας περιείχε και αυτοτελή ισχυρισμό από την ύπαρξη σχέσης πρόστησης μεταξύ της δεύτερης εναγομένης και ήδη πρώτης αναιρεσείουσας, ως κυρίας του έργου και του πρώτου εναγομένου εργολάβου, που, όπως προεκτέθηκε, έγινε δεκτός ως κατ'ουσία βάσιμος.

Συνεπώς το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο με την ως άνω κρίση του δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν και ως εκ τούτου δεν υπέπεσε στην αποδιδόμενη με το δεύτερο λόγο αναίρεσης αναιρετική πλημμέλεια του αριθμού 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ.

Με τη διάταξη του αριθμού 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Ο ανωτέρω αναιρετικός λόγος ιδρύεται μόνο όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε, ως προς το έγγραφο, σε διαγνωστικό λάθος αναγόμενο στην ανάγνωση του εγγράφου (σφάλμα ανάγνωσης), με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι το έγγραφο αυτό περιελάμβανε, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό.

Στην τελευταία περίπτωση πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, που εκφεύγει κατά το άρθρο 561 παρ 1 του ιδίου Κώδικα του αναιρετικού ελέγχου (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 235/2019). Στην προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσείοντες με τον τέταρτο εκ του αριθμού 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση ότι με την κρίση της ότι η πρώτη από αυτούς διατήρησε την εποπτεία και τη διεύθυνση του ένδικου έργου και συνεπώς ότι συνδέεται με σχέση πρόστησης με τον πρώτο εναγόμενο εργολάβο του έργου παραμόρφωσε το περιεχόμενο της προσκομισθείσας από αυτούς από 8.8.2013 σύμβασης μίσθωσης έργου καθότι από το περιεχόμενό της και από τους όρους 1 και 6 αυτής προκύπτει ότι αποκλειστικά υπαίτιος για την εκτέλεση του έργου ήταν ο πρώτος εναγόμενος εργολάβος (όρος 1) και ότι ο πρώτος εναγόμενος ήταν αποκλειστικά υπεύθυνος για την τήρηση των μέτρων ασφαλείας (όρος 6).

Ο ως άνω τέταρτος λόγος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος καθότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δεν υπέπεσε, ως προς το ως άνω έγγραφο, σε διαγνωστικό λάθος αναγόμενο στην ανάγνωση του εγγράφου με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι το έγγραφο αυτό περιελάμβανε, αλλά αντίθετα σωστά ανέγνωσε αυτό και από το περιεχόμενό του συνήγαγε το αποδεικτικό πόρισμα ότι η δεύτερη εναγόμενη και ήδη πρώτη αναιρεσείουσα ως κυρία του έργου της συντήρησης-επισκευής της σκεπής αποθήκης του εργοστασίου της είχε επιφυλάξει για τον εαυτό της την παρακολούθηση τον έλεγχο της ορθής εκτέλεσής του από τον προστηθέντα από αυτήν πρώτο εναγόμενο εργολάβο του ως άνω έργου, συνάγοντας από τον όρο (6) που περιελήφθη στην ως άνω σύμβαση περί αποκλειστικής ανάληψης ευθύνης του εργολάβου για την τήρηση των μέτρων ασφαλείας ότι ρύθμιζε τις μεταξύ των συμβαλλομένων σχέσεις και ότι δεν ίσχυε, ούτε απάλλασσε τη δεύτερη εναγομένη από την ευθύνη της από τη μη τήρηση των μέτρων αυτών, δηλαδή συνήγαγε από τους όρους του εγγράφου αυτού αποδεικτικό πόρισμα με διαφορετικό περιεχόμενο από εκείνο που οι αναιρεσείοντες θεωρούν ορθό.

Από τις διατάξεις των άρθρων 648 επ. του ΑΚ και 6 ν. 765/1943, που κυρώθηκε με την ΠΥΣ 324/1946 και διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ (άρθρο 38 Εισ.Ν. Α.Κ.) συνάγεται ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας υπάρχει όταν οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην παροχή της συμφωνηθείσης εργασίας και στο μισθό, ανεξάρτητα από τον τρόπο πληρωμής του, και ο εργαζόμενος υπόκειται σε νομική και προσωπική εξάρτηση από τον εργοδότη.

Η εξάρτηση αυτή εκδηλώνεται με το δικαίωμα του τελευταίου να δίνει δεσμευτικές για τον εργαζόμενο εντολές και οδηγίες ως προς τον τρόπο και το χρόνο παροχής της εργασίας και να ασκεί εποπτεία και έλεγχο για τη διαπίστωση της συμμόρφωσης του εργαζομένου προς αυτές. Η υποχρέωση μάλιστα του εργαζομένου να δέχεται τον έλεγχο του εργοδότη και να συμμορφώνεται προς τις οδηγίες του ως προς τον τρόπο παροχής της εργασίας αποτελεί το βασικό γνώρισμα της εξάρτησης αυτής, η οποία μπορεί να είναι χαλαρότερη στις περιπτώσεις που ο εργαζόμενος αναπτύσσει πρωτοβουλία κατά την εκτέλεση της εργασίας του λόγω των επιστημονικών ή ειδικών γνώσεών του και του αντικειμένου της εργασίας, αλλά θα πρέπει να υπάρχει για να θεωρηθεί η εργασία του ως εξαρτημένη (ΑΠ 677/2017) Οπωσδήποτε το δικαίωμα του εργοδότη να δίνει εντολές και οδηγίες ως προς τον τρόπο, τον τόπο και τον χρόνο παροχής της εργασίας και να ελέγχει την συμμόρφωση του εργαζομένου προς αυτές, καθώς και η έκταση των αντιστοίχων υποχρεώσεων του τελευταίου, αποτελούν ενδεικτικά στοιχεία της ύπαρξης εξάρτησης, η οποία, όμως, δεν εξαρτάται μόνο από την συνδρομή όλων ή των περισσοτέρων από τα στοιχεία αυτά, διότι εκείνο που διακρίνει την εξαρτημένη εργασία από την ανεξάρτητη δεν είναι το ποσοτικό στοιχείο, δηλ.

η σώρευση περισσοτέρων ενδείξεων δέσμευσης και εξάρτησης, αλλά το ποιοτικό, δηλ. η ιδιαίτερη ποιότητα της δέσμευσης και εξάρτησης, η οποία έχει για τον υποβαλλόμενο σ' αυτήν εργαζόμενο συνέπειες που καθιστούν απαραίτητη την ιδιαίτερη ρύθμιση της σχέσης του με τον εργοδότη και δικαιολογούν την ειδική προστασία από το εργατικό δίκαιο.

Το ποιοτικό αυτό στοιχείο συνάγεται από την εκτίμηση των όρων και των συνθηκών παροχής της εργασίας και διαφέρει κατά περίπτωση, ανάλογα με το είδος και την φύση της εργασίας συνδυαζόμενο δε με τις υφιστάμενες ενδείξεις εξάρτησης, παρέχει ασφαλέστερο κριτήριο για την διάκριση της εξαρτημένης εργασίας από την ανεξάρτητη (ΟλΑΠ 28/2005, ΑΠ 602/2017).

Πάντως, ο χαρακτήρας της εργασίας ως εξαρτημένης ή όχι, δεν επηρεάζεται από τον τρόπο προσδιορισμού ή καταβολής της αμοιβής του εργαζομένου, ούτε από άλλα δευτερεύοντα στοιχεία, όπως η έκδοση δελτίων παροχής υπηρεσιών, η ασφάλισή του στο ΙΚΑ και η χορήγηση σ' αυτόν βεβαιώσεων μισθωτών υπηρεσιών, η παράλειψη του εργοδότη να τον ασφαλίσει στο ΙΚΑ (ΑΠ 602/2017, ΑΠ 608/2014, 2105/2013).

Σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου υπάρχει όταν οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην παροχή της συμφωνηθείσης εργασίας μέχρι ορισμένου χρονικού σημείου ή μέχρις την επέλευση ορισμένου μέλλοντος και βεβαίου γεγονότος ή την εκτέλεση ορισμένου έργου, μετά την περάτωση του οποίου ή την επέλευση του βεβαίου γεγονότος ή του χρονικού σημείου παύει να ισχύει αυτοδικαίως (ΑΠ 513/2020, ΑΠ 1375/2017, ΑΠ 201/2015) Η σύμβαση εξηρτημένης εργασίας διακρίνεται από την αναφερόμενη στο άρθρο 681 του ΑΚ σύμβαση μίσθωσης έργου (επί της οποίας δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας), κυρίως γιατί με τη σύμβαση εργασίας οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην εργασία που παρέχεται σε ορισμένο ή αόριστο χρόνο, ενώ με τη σύμβαση μίσθωσης έργου οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην επίτευξη του συμφωνηθέντος τελικού αποτελέσματος, η πραγμάτωση του οποίου συνεπάγεται την αυτόματη λύση της μεταξύ τους συμβατικής σχέσης (ΑΠ 513/2020 ΑΠ 1375/2017).

Τέλος με τη διάταξη του αριθμού 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αναφέρεται σε ακυρότητες, δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό δίκαιο (ΑΠ 1429/2018, ΑΠ 67/2015, ΑΠ 902/2008).

Μέσω του λόγου αυτού ελέγχεται και το παραδεκτό της άσκησης των ενδίκων μέσων και των προσθέτων λόγων έφεσης και αντέφεσης (ΑΠ 374/2019, ΑΠ 1429/2018, ΑΠ 1579/2013, ΑΠ 371/2008) Στην προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσείοντες με τον πέμπτο και τελευταίο από τους αριθμούς 1, 14 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης προσάπτουν κατά της προσβαλλόμενης απόφασης τις αιτιάσεις ότι με τις παραδοχές της ότι η σύμβαση μεταξύ του πρώτου εναγομένου εργολάβου και του θανόντος συζύγου της ενάγουσας ήταν σύμβαση εξηρτημένης εργασίας παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 648, 652 και 681 του ΑΚ και του άρθρου 6 του Ν. 765/1943 καθότι αυτή ήταν σύμβαση μίσθωσης έργου και ότι δέχθηκε παρά το νόμο την έφεση της ενάγουσας-εκκαλούσας και ήδη αναιρεσίβλητης ενώ έπρεπε να την απορρίψει επικυρώνοντας την απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου που είχε κρίνει ότι η ως άνω σύμβαση δεν ήταν σύμβαση εξηρτημένης εργασίας αλλά σύμβαση έργου και κατόπιν τούτου παρέπεμψε την υπόθεση στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Έδεσσας ως αρμόδιο καθύλην Δικαστήριο να τη δικάσει κατά την τακτική διαδικασία.

Ότι ειδικότερα από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης α) ότι η λύση της συμβάσεως θα επερχόταν με την ολοκλήρωση του αναληφθέντος έργου, β) ότι ο θανών δεν απασχολείτο αποκλειστικά από τον πρώτο εναγόμενο εργολάβο, γ) ότι ο θανών αναλάμβανε εργασίες και όχι ότι εργαζόταν σε τρίτους και δ) ότι ο πρώτος εναγόμενος εργολάβος δεν είχε σταθερό προσωπικό που απασχολούσε στα έργα που αναλάμβανε, αλλά συνεργαζόταν με διαφορετικά κάθε φορά πρόσωπα, προκύπτει ότι η ως άνω σύμβαση δεν ήταν εξηρτημένης εργασίας αλλά σύμβαση έργου.

Ότι επιπρόσθετα διέλαβε στο σκεπτικό της ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες καθότι για το χαρακτηρισμό της ως άνω σύμβασης ως σύμβασης εξηρτημένης εργασίας αναφέρει αποκλειστικά ότι ο θανών θα αμειβόταν με ημερομίσθιο χωρίς να αναφέρει κανένα αποδεικτικό στοιχείο ενδεικτικό της εξάρτησης μεταξύ των συμβαλλομένων μερών και χωρίς να αναφέρει ότι ανέβηκε στη στέγη με τον πρώτο εναγόμενο εργολάβο για να εντοπίσει τις εργασίες που απαιτούνταν να γίνουν υπακούοντας στις εντολές του τελευταίου και ότι δέχθηκε ότι ο θανών δεν εργαζόταν αποκλειστικά στον πρώτο εναγόμενο αλλά ότι αναλάμβανε ο ίδιος διάφορες εργασίες.

Ο ως άνω λόγος κατά τα σκέλη που οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες εκ των αριθμών 1 και 19 του ΚΠολΔ είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Και τούτο διότι το Εφετείο με την παραδοχή, βάσει των γενομένων ανελέγκτως δεκτών πραγματικών περιστατικών, ως προς το ως άνω ζήτημα επί του οποίου εκτείνεται ο αναιρετικός έλεγχος, ότι ο πρώτος εναγόμενος εργολάβος προκειμένου να εκτελέσει το ανατεθέν από τη δεύτερη εναγόμενη και ήδη πρώτη αναιρεσείουσα έργο της επισκευής της στέγης αποθήκης εργοστασίου της, προσέλαβε στις 11.8.2013 το σύζυγο της ενάγουσας Η.

Μ., ότι αυτός είχε την υποχρέωση να υπακούει στις εντολές του πρώτου εναγομένου ως προς την εκτέλεση της εργασίας του, να συμμορφώνεται, προς τις οδηγίες του, ως προς τον τρόπο, τον χρόνο και τον τόπο παροχής της εργασίας, επιπλέον, δε, ότι η αμοιβή του θα ανερχόταν στο ποσό των 37 ευρώ ημερησίως και ότι η σχέση που τον συνέδεε με τον πρώτο εναγόμενο ήταν σύμβαση εξαρτημένης εργασίας και όχι σύμβαση έργου.

ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις εφαρμοστέες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 648, 652 του ΑΚ και 6 του Ν. 765/1943, και ταυτόχρονα δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφαση νόμιμης βάσης αφού διέλαβε σ' αυτήν επαρκείς σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς το κρίσιμο ζήτημα του είδους της σύμβασης που συνέδεε τους ως άνω διαδίκους.

Ο, δε, ισχυρισμός των αναιρεσειόντων ότι η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση στερείται νόμιμης βάσης λόγω της παραδοχής αυτής ότι ο σύζυγος της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης συνήψε σύμβαση εξηρτημένης εργασίας με τον πρώτο εναγόμενο εργολάβο αν και δέχθηκε ότι αυτός δεν εργαζόταν αποκλειστικά στον ως άνω εργολάβο αλλά ότι τον είχε απασχολήσει ως εργάτη κατά το παρελθόν σε οικοδομικές και άλλες εργασίες, είναι αβάσιμος, καθότι, δεν αποτελεί στοιχείο της σύμβασης εξηρτημένης εργασίας η αποκλειστική απασχόληση του μισθωτού σε εργοδότη, η οποία (σύμβαση εργασίας) μπορεί να συναφθεί, όπως προεκτέθηκε, ως ορισμένου χρόνου με διάρκεια έως την αποπεράτωση έργου, όπως στην προκειμένη περίπτωση.

Επιπρόσθετα οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης ότι ο θανών απασχολούνταν σε οικοδομικές και άλλες εργασίες, άλλοτε ως εργάτης σε εργασίες που είχαν αναλάβει τρίτοι, μεταξύ των οποίων ο πρώτος εναγόμενος ως εργολάβος οικοδομών και άλλοτε τις ανελάμβανε και τις εκτελούσε ο ίδιος χωρίς να προσλαμβάνει εργατοτεχνικό προσωπικό, που συνιστούν συμπεράσματα του Δικαστηρίου που προέκυψαν από τις αποδείξεις, είναι πλεοναστικές καθότι δεν αναφέρονται στην επίδικη σύμβαση που συνήφθη μεταξύ του πρώτου εναγομένου, εργολάβου του προαναφερθέντος έργου και του θανόντος και δεν επιστηρίζουν κατά νόμο το διατακτικό αυτής, εφόσον αρκεί η διαλαμβανόμενη στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση παραδοχή ότι μεταξύ του συζύγου της θανούσας και του πρώτου εναγομένου εργολάβου συνήφθη σύμβαση εξηρτημένης εργασίας για το έργο της επισκευής της στέγης της αποθήκης της πρώτης αναιρεσείουσας.

Τέλος καθό μέρος με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση την εκ του αριθμού 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πλημμέλεια ότι έσφαλε ως προς την κρίση της ότι ήταν αρμόδιο καθύλην το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο (Μονομελές Πρωτοδικείο Έδεσσας) με συνέπεια να δεχθεί τυπικά και κατ'ουσία την έφεση της ενάγουσας και να εξαφανίσει την με αριθ. 258/2018 απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου, που είχε κρίνει ότι ήταν αναρμόδιο καθύλην και την είχε παραπέμψει στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Έδεσσας, ο ως άνω λόγος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Και τούτο διότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο κατόπιν της παραδοχής, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, ότι μεταξύ του πρώτου εναγομένου και του συζύγου της ενάγουσας υπήρξε σύμβαση εξηρτημένης εργασίας και όχι σύμβαση έργου, ορθά δέχθηκε, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 513 παρ.1 στ.α και 535 παρ.1 του ΚΠολΔ, τυπικά και κατ'ουσία την έφεση της ενάγουσας-εκκαλούσας και ήδη αναιρεσίβλητης κατά της εκκαλουμένης απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, που είχε κρίνει ότι ήταν αναρμόδιο καθύλη να δικάσει την υπόθεση με την αιτιολογία ότι η ως άνω σύμβαση ήταν σύμβαση έργου και την είχε παραπέμψει στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Έδεσσας ως αρμόδιο καθύλη να τη δικάσει κατά την τακτική διαδικασία και ακολούθως, αφού εξαφάνισε την ως άνω απόφαση, κράτησε την υπόθεση και ερεύνησε κατ'ουσία την αγωγή και επομένως δεν υπέπεσε στην από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πλημμέλεια.

Β) Επί της από 22.4.2021 αίτησης αναίρεσης : Από τη διάταξη του άρθρου 300 του ΑΚ, η οποία εφαρμόζεται σε κάθε περίπτωση ζημίας, συνεπώς, και από αδικοπραξία κατά τις διατάξεις των άρθρων 914 επ. του ιδίου Κώδικα, προκύπτει ότι, όταν στη γένεση ή στην έκταση της ζημίας συντέλεσε και πταίσμα του ζημιωθέντος, το δικαστήριο της ουσίας μπορεί, κατά την ελεύθερη κρίση του, αφού σταθμίσει τις περιστάσεις και ιδιαίτερα το βαθμό του πταίσματος του ζημιωθέντος και του ζημιώσαντος, να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό αυτής (ΑΠ 652/2014, ΑΠ 1729/2013).

Περαιτέρω, οι έννοιες της υπαιτιότητας ή συνυπαιτιότητας είναι νομικές και, επομένως, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς τη συνδρομή ή μη συντρέχοντος πταίσματος του ζημιωθέντος στην πρόκληση της ζημίας του υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 του ΚΠολΔ για ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, καθώς και για παράβαση διδαγμάτων κοινής πείρας.

Ειδικότερα, ελέγχεται αναιρετικά η κρίση του δικαστηρίου για το αν τα πραγματικά περιστατικά που το δικαστήριο δέχεται, ανέλεγκτα, ότι αποδείχθηκαν, καθεαυτά, αντικειμενικώς και βάσει των διδαγμάτων της κοινής πείρας, συγκροτούν ή όχι την έννοια της υπαιτιότητας ή συνυπαιτιότητας (ΑΠ 213/2017, ΑΠ 1591/2014). Εκφεύγει, όμως, του αναιρετικού ελέγχου η κρίση ως προς το βαθμό του πταίσματος και το ποσοστό, κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, διότι η κρίση αυτή σχηματίζεται από την κατ' άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων, χωρίς την υπαγωγή τους σε νομική έννοια (ΑΠ 252/2020, ΑΠ 1176/2019, ΑΠ 213/2017).

Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα με τον πρώτο εκ των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια της ευθείας και της εκ πλαγίου παράβασης των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 του ΑΚ και ειδικότερα ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο με την κρίση του ότι ο σύζυγός της ήταν συνυπαίτιος κατά ποσοστό 40% του θανάσιμου τραυματισμού του διέλαβε ελλιπείς, ασαφείς, ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το ως άνω ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Ειδικότερα ότι δεν παρατίθενται στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση πραγματικά περιστατικά από τα οποία να προκύπτει ότι ο θανών σύζυγός της είχε τη δυνατότητα να αντιληφθεί ότι τα φύλλα λαμαρίνας της υπό επισκευής σκεπής δεν εδράζονταν σωστά στο μεταλλικό σκελετό, ότι ενώ η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ότι ο σύζυγός της αναλάμβανε οικοδομικές εργασίες και ότι στερείτο τεχνικών γνώσεων, δεν προκύπτει το είδος των οικοδομικών εργασιών που επιτελούσε, αν είχε δηλαδή τη σχετική εμπειρία στην κατασκευή-επισκευή στεγών ώστε να μπορούσε οπτικά να αντιληφθεί την κατάσταση των φύλλων λαμαρίνας, ούτε αν ήταν απαραίτητες οι εξειδικευμένες γνώσεις, που, όμως, αυτός στερείτο, για να αντιληφθεί χωρίς να πατήσει επ'αυτών και χωρίς να τα εξετάσει από κοντά, ότι τα φύλλα δεν εδράζονταν σωστά στο μεταλλικό σκελετό και έτσι να αποφύγει να πατήσει επ'αυτών, ούτε αν ενημερώθηκε από τον εργολάβο ή τον εργοδότη για το ποιο ήταν το πρόβλημα της σκεπής.

Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Και τούτο διότι το Εφετείο με τις παραδοχές ότι "τον θανόντα βαρύνει συνυπαιτιότητα σε ποσοστό 40% στην πρόκληση του τραυματισμού του, καθόσον αυτός κινούμενος, με έλλειψη της προσοχής, που όφειλε να καταβάλλει, από τις περιστάσεις, κινήθηκε, επί της ως άνω στέγης και ενώ, ήταν αντιληπτό, ευχερώς, σε αυτόν, ότι τα φύλλα λαμαρίνας είχαν φθαρεί, λόγω παλαιότητας και δεν εδράζονταν, σωστά, στο μεταλλικό σκελετό της στέγης, με συνέπεια, τα φύλλα λαμαρίνας της σκεπής να υποχωρήσουν, προς τα κάτω, υπό του βάρους του παθόντα, να απολέσει την ισορροπία του και να πέσει στο δάπεδο της αποθήκης, με τις συνέπειες, που προαναφέρθηκαν", δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 του ΑΚ, τις οποίες αντιθέτως ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, παραλλήλως δε διέλαβε πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις ή ενδοιαστικές κρίσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, αφού με βάση τις προαναφερόμενες παραδοχές αυτής θεμελιώνεται συνυπαιτιότητα του θανόντος συζύγου της αναιρεσείουσας στην επέλευση του θανάσιμου τραυματισμού του στο ένδικο εργατικό ατύχημα.

Ειδικότερα το συντρέχον πταίσμα αυτού θεμελιώνεται στην έλλειψη της προσήκουσας προσοχής που όφειλε να καταβάλει κατά την κίνησή του επί της στέγης της αποθήκης του εργοστασίου της δεύτερης αναιρεσίβλητης, στην οποία είχε ανέβει με τον πρώτο αναιρεσίβλητο εργολάβο, ο οποίος είχε αναλάβει την επισκευή της, προκειμένου να επιθεωρήσουν την κατάσταση των φύλλων λαμαρίνας αυτής και να ξεκινήσουν τις εργασίες επισκευής, χωρίς να έχουν ληφθεί τα κατάλληλα προς τούτο μέτρα ασφαλείας προς αποφυγή ατυχήματος, και ενώ ήταν ευχερώς αντιληπτό σ'αυτόν ότι τα φύλλα λαμαρίνας αυτής είχαν φθαρεί λόγω της παλαιότητάς τους, ότι αυτά δεν εδράζονταν στο μεταλλικό σκελετό της στέγης και ότι υπήρχε κίνδυνος υπό το βάρος αυτού να υποχωρήσουν.

Κατά το μέρος δε, που, οι διαλαμβανόμενες στον ως άνω λόγο αιτιάσεις κατά της προσβαλλόμενης απόφασης και υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελίωσής τους στις παραπάνω διατάξεις των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναφέρονται σε ελλείψεις στην εκτίμηση των αποδείξεων και στην αιτιολόγηση του προαναφερθέντος αποδεικτικού της πορίσματος περί της συνυπαιτιότητας του συζύγου της αναιρεσείουσας στην πρόκληση του θανάσιμου τραυματισμού του, ο ως άνω λόγος είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθόσον πλήττεται η επί της ουσίας αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου (άρθρο 561 παρ.1 του ΚΠολΔ).

Με το άρθρο 932 του ΑΚ, ορίζεται ότι "Σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη, κατά την κρίση του, χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Αυτό ισχύει ιδίως για εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνείας του ή στερήθηκε την ελευθερία του.

Σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου η χρηματική ικανοποίηση μπορεί να επιδικαστεί στην οικογένεια του θύματος λόγω ψυχικής οδύνης". Κατά την έννοια του άρθρου αυτού, το δικαστήριο της ουσίας, αφού δεχθεί ότι συνεπεία αδικοπραξίας προκλήθηκε σε κάποιο πρόσωπο ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη, καθορίζει στη συνέχεια το ύψος της οφειλόμενης γι' αυτήν χρηματικής ικανοποίησης, με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και της λογικής, λαμβάνοντας ιδίως υπόψη, ως κριτήρια, το είδος της προσβολής, την έκταση της βλάβης, τις συνθήκες τέλεσης της αδικοπραξίας, τη βαρύτητα του πταίσματος του υπόχρεου, το τυχόν συντρέχον πταίσμα του δικαιούχου και την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των διαδίκων μερών (ΑΠ 170/2020, ΑΠ 989/2018, ΑΠ 838/2017, ΑΠ 405/2015), χωρίς να απαιτείται ειδικότερη αιτιολόγηση καθενός στοιχείου (ΑΠ 170/2020, ΑΠ 989/2018, ΑΠ 838/2017).

Ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης αφέθηκε στην ελεύθερη εκτίμηση του δικαστηρίου, η σχετική κρίση του οποίου δεν υπόκειται, κατ' αρχήν, σε αναιρετικό έλεγχο, αφού σχηματίζεται από την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε νομική έννοια, ώστε να μπορεί να κριθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, είτε ευθέως, είτε εκ πλαγίου, για έλλειψη νόμιμης βάσης.

Επιβάλλεται όμως, σε κάθε περίπτωση, να τηρείται, κατά τον καθορισμό του επιδικαζόμενου ποσού, η αρχή της αναλογικότητας ως γενική νομική αρχή και δη αυξημένης τυπικής ισχύος (άρθρα 2 παρ. 1 και 25 του ισχύοντος Συντάγματος), με την έννοια ότι η σχετική κρίση του δικαστηρίου δεν πρέπει να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, πράγμα που, αν συμβαίνει, ελέγχεται ως παραβίαση της πιο πάνω γενικής νομικής αρχής, ήτοι ως πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 του ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 10/2017, ΟλΑΠ 9/2015).

Και τούτο, διότι μία απόφαση, με την οποία επιδικάζεται ένα ευτελές ή υπέρμετρα μεγάλο ποσό, ως δήθεν εύλογο, κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου, προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης ή της ψυχικής οδύνης, ευτελίζει, στην πρώτη περίπτωση (όσον αφορά τον δικαιούχο - παθόντα), το σεβασμό της αξίας του ανθρώπου και στη δεύτερη (όσον αφορά τον υπόχρεο), το δικαίωμα της περιουσίας του, αφού το δικαστήριο, επεμβαίνοντας στη διαφορά μεταξύ ιδιωτών, πρέπει να τηρεί μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων (ΑΠ 934/2020, ΑΠ 869/2020, ΑΠ 170/2020, ΑΠ 142/2019, ΑΠ 989/2018, ΑΠ 604/2018).

Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα με το δεύτερο εκ των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι επιδικάζοντας σ'αυτή ως χρηματική ικανοποίηση προς αποκατάσταση της ψυχικής οδύνης, ως αντιστάθμισμα της απώλειας του συζύγου της, το ποσό των 40.000 ευρώ, παραβίασε ευθέως άλλως εκ πλάγιου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 932 του ΑΚ και 25 παρ.1 του Συντάγματος, καθότι κατά την ενάσκηση της διακριτικής του ευχέρειας παραβίασε τα όριά της, όπως διαγράφονται από τα δεδομένα της κοινής πείρας και της κοινής περί δικαίου συνείδησης σε ορισμένο τόπο και χρόνο και επιδίκασε ένα ιδιαίτερα χαμηλό ποσό που ευτελίζει το σεβασμό της αξίας του ανθρώπου.

Ο ως άνω εκ των αριθμών 1 και 19 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Και τούτο διότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, αφού έλαβε υπόψη του τον οικογενειακό δεσμό της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας με τον αποβιώσαντα, την ηλικία του τελευταίου κατά το χρόνο του θανάτου του (47 ετών), την ηλικία της ενάγουσας κατά το χρόνο του θανάτου του συζύγου της (52 ετών), τις συνθήκες του ατυχήματος, την υπαιτιότητα των τριών πρώτων εναγομένων και τη συνυπαιτιότητα του θανόντος, κρίνοντας ότι η ενάγουσα δικαιούται ως εύλογη χρηματική ικανοποίηση λόγω της ψυχικής οδύνης που υπέστη από το θάνατο του συζύγου της το ποσό των 40.000 ευρώ δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου την αρχή της αναλογικότητας, ούτε τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας κατά την εφαρμογή του άρθρου 932 του ΑΚ, καθότι υπό τα γενόμενα δεκτά ως αποδειχθέντα ως άνω πραγματικά περιστατικά και με βάση τα κριτήρια καθορισμού εύλογης χρηματικής ικανοποίησης του άρθρου 932 του ΑΚ, το εν λόγω ποσό, κατά τη κοινή πείρα, την δικαστηριακή πρακτική και την περί δικαίου αντίληψη δεν υπολείπεται και μάλιστα καταφανώς του συνήθους επιδικαζόμενου ποσού σε παρόμοιες περιπτώσεις.

Κατ' ακολουθία των ανωτέρω πρέπει α) να απορριφθεί η από 18.12.2020 αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες λόγω της ήττας τους (άρθ. 178 παρ.1, 183 του ΚΠολΔ) στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις και β) να απορριφθεί η από 22.4.2021 αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα λόγω της ήττας της (άρθ. 178 παρ.1, 183 του ΚΠολΔ) στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της δεύτερης και του τρίτου των αναιρεσίβλητων που παρέστησαν με τον ίδιο πληρεξούσιο δικηγόρο και κατέθεσαν προτάσεις και του πρώτου αναιρεσίβλητου που παρέστη με διαφορετικό πληρεξούσιο δικηγόρο και κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 176, 180, 183 του ΚΠολΔ) και ως εκ τούτου επιδικάζονται ξεχωριστές δικαστικές δαπάνες (ΑΠ 1269/2019).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Συνεκδικάζει την από 18 Δεκεμβρίου 2020 με αριθ. καταθ. 3305/328/23.12.2020 αίτηση και την από 22 Απριλίου 2021 με αριθμ. καταθ. 1086/78/26.4.2021 αίτηση για αναίρεση της με αριθμ. 2019/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Διατάσσει την απόδοση του καταβληθέντος παραβόλου, ύψους τετρακοσίων πενήντα (450) ευρώ, στους αναιρεσείοντες της από 18.12.2020 αίτησης αναίρεσης.

Απορρίπτει την από 18.12.2020 αίτηση αναίρεσης.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

Απορρίπτει την από 22.4.2021 αίτηση αναίρεσης.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του πρώτου αναιρεσίβλητου τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ και της δεύτερης και του τρίτου των αναιρεσίβλητων τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 22 Φεβρουαρίου 2022. Και ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 8 Μαρτίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ