Legislator Case Law & Legislation
392/2021 AI generated

Supreme Court allows appeal against labor dismissal due to contradictory reasoning and lack of causal link to economic crisis.

Case Number 392/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece allowed the appellant's appeal against a final labor court decision dismissing his wrongful dismissal claim. The court found the lower court's reasoning contradictory regarding the employer's economic justification and failed to establish a causal link between the dismissal and the alleged economic crisis. Consequently, the appeal was accepted in part, and the case was remanded for further examination.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559 no. 19 and 580 para. 3 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may allow an appeal if the lower court's reasoning is contradictory or fails to establish a causal link between the employer's economic difficulties and the dismissal, requiring remand for further examination.

Keywords

AI generated
labor dispute wrongful dismissal economic crisis contradictory reasoning remand for retrial causal link labor law

Cited Legislation

AI generated
Article 552 of the Code of Civil Procedure
Article 553 of the Code of Civil Procedure
Article 556 of the Code of Civil Procedure
Article 558 of the Code of Civil Procedure
Article 577 of the Code of Civil Procedure
Article 223 of the Code of Civil Procedure
Article 295 of the Code of Civil Procedure
Article 580 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 392 / 2021 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 392/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Δήμητρα Κοκοτίνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, Σοφία Τζουμερκιώτη και Μαριάνθη Παγουτέλη, αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 3η Δεκεμβρίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Λ. Π. του Γ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της πληρεξουσίας δικηγόρου Αικατερίνης Νταή, η οποία δεν κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΝΕΑ ΤΗΛΕΟΡΑΣΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Κηφισιά Αττικής και παραστάθηκε δια των πληρεξουσίων δικηγόρων Γεωργίου Βλασσόπουλου και Αικατερίνης Κοκοτσάκη, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-3-2012 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 1216/2016 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 3642/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί ο αναιρεσείων με την από 12-2-2019 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγητής ορίσθηκε η αρεοπαγίτης Μαριάνθη Παγουτέλη. Οι πληρεξούσιοι της αναιρεσίβλητης ζήτησαν την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η, από 12-2-2019 και με ειδικό αριθ. κατάθεσης 301/9-4-2019 αίτηση αναίρεσης κατά της, με αριθ. 3642/17-8-2018, τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατ' αντιμωλία των διαδίκων, επί των ασκηθεισών αντίθετων εφέσεων του αναιρεσείοντος και τότε ενάγοντος και της αναιρεσίβλητης εταιρείας και τότε εναγομένης, καθώς και επί των προσθέτων λόγων της τελευταίας, κατά της, με αριθ. 1216/2016, οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, επί της, από 5-3-2012 και με αριθ. κατάθεσης 43246/858/2012, αγωγής του αναιρεσείοντος, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, στις 9-4-2019, πριν από κάθε κοινοποίηση και εντός της, υπό του νόμου, τασσόμενης προθεσμίας των δύο (2) ετών από τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης, που έγινε στις 17-8-2018 (άρθ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3 και 144 ΚΠολΔ).

Συνεπώς είναι παραδεκτή (άρθ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 223 και 295 παρ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι ο ενάγων μπορεί να περιορίσει το αίτημα της αγωγής και ότι ο περιορισμός αυτός συνιστά μερική παραίτηση από το δικόγραφο της αγωγής, κατά το αίτημα που περιορίστηκε, το οποίο θεωρείται από την αρχή ότι δεν ασκήθηκε. Με την παραίτηση, όμως, δεν πρέπει να προκαλείται αοριστία, ως προς το υπόλοιπο τμήμα της αγωγής, που εμποδίζει τη συγκεκριμενοποίηση της διαφοράς, η οποία έχει αχθεί σε δικαστική κρίση.

Όταν το αγωγικό αίτημα συντίθεται από περισσότερα κονδύλια, ο περιορισμός του επιχειρείται παραδεκτά μόνον εφόσον διευκρινίζεται σε ποια κονδύλια αφορά ή όταν περιορίζεται αναλόγως κατά ποσοστό του εν λόγω αιτήματος και επέρχεται έτσι αντίστοιχη μείωση όλων των κονδυλίων (ΟλΑΠ 3/2008 και 30/2007). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα προσκομιζόμενα διαδικαστικά έγγραφα, το περιεχόμενο των οποίων επιτρεπτώς εκτιμά ο Άρειος Πάγος για τον αναιρετικό έλεγχο (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), ο ενάγων (αναιρεσείων) Λ.

Π., με την από 5.3.2012 με αριθμό κατάθεσης 43246/858/2012, αγωγή του ισχυρίστηκε ότι προσλήφθηκε με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου την 1.11.1997 από την εναγομένη, ήδη αναιρεσίβλητη, ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "ΝΕΑ ΤΗΛΕΟΡΑΣΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ "STAR CHANNEL"", πλέον "ΝΕΑ ΤΗΛΕΟΡΑΣΗ Α.Ε.", η οποία διατηρεί στην ιδιοκτησία της και λειτουργεί τον τηλεοπτικό σταθμό εθνικής εμβέλειας "STAR CHANNEL", προκειμένου να εργαστεί ως δημοσιογράφος σε αυτόν τον τηλεοπτικό σταθμό, με μηνιαίο μισθό κατά τον Δεκέμβριο του έτους 2011 ποσού 2.690 ευρώ.

Ότι αν και έκτοτε ο ενάγων, ήδη αναιρεσείων, προσέφερε τις υπηρεσίες του στην εναγομένη, ήδη αναιρεσίβλητη, με ευσυνειδησία, η τελευταία στις 8.12.2011 προέβη σε έγγραφη καταγγελία της σύμβασης εργασίας του. Ότι η ανωτέρω καταγγελία τυγχάνει άκυρη, ως καταχρηστική, κατ' άρθρο 281 ΑΚ, διότι έγινε από λόγους εκδίκησης προς το πρόσωπό του, για τον λόγο ότι δεν δέχθηκε τη μείωση των αποδοχών που του πρότεινε η εναγομένη και αν θεωρηθεί ότι έγινε για οικονομοτεχνικούς λόγους, κατά την επιλογή του ως απολυτέου δεν τηρήθηκαν τα κριτήρια της εν γένει προσωπικής κατάστασης, αρχαιότητας, ηλικίας και οικονομικών υποχρεώσεων, κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα στην αγωγή, με συνέπεια η εναγομένη, (αναιρεσίβλητη), η οποία αρνείται να αποδεχθεί τις προσηκόντως προσφερόμενες υπηρεσίες του να έχει καταστεί υπερήμερη εργοδότρια από την επομένη της καταγγελίας, ήτοι 9-12-2011 μέχρι 31-12-2014 και του οφείλει μισθούς υπερημερίας για το χρονικό διάστημα από 9-12-2011 έως 31-12-2014 καθώς και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, την οποία υπέστη από την παράνομη συμπεριφορά της εναγόμενης.

Με βάση το ιστορικό αυτό ο ενάγων, ήδη αναιρεσείων, ζητούσε με την ανωτέρω αγωγή του: α) να αναγνωρισθεί ότι η, από 8.12.2011, καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του είναι άκυρη ως καταχρηστική, β) να υποχρεωθεί η εναγομένη, ήδη αναιρεσίβλητη, να αποδέχεται τις προσφερόμενες υπηρεσίες του στην ίδια θέση ή σε άλλη θέση ανάλογη των προσόντων του και της ειδικότητάς του, με την απειλή κατ' αυτής χρηματικής ποινής ύψους 300 ευρώ, για κάθε ημέρα μη συμμόρφωσης της με τη σχετική διάταξη της απόφασης που θα εκδοθεί, γ) να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλει το συνολικό ποσό των 114.916 ευρώ για το χρονικό διάστημα από 9.12.2011 έως 31.12.2014, το οποίο, όπως αναλύεται στη σελίδα 20 της αγωγής, αφορά αποδοχές υπερημερίας και συγκεκριμένα:

δώρο Χριστουγέννων ετών 2012, 2013, 2014 ποσού 2.690 ευρώ για κάθε έτος (συνολικό δε ποσό 2.690 ευρώ Χ 3 έτη = 8.070 ευρώ), Δώρο Πάσχα ετών 2012, 2013, 2014 ποσού 1.345 ευρώ για κάθε έτος (συνολικό δε ποσό 1.345 ευρώ Χ 3 έτη = 4.035 ευρώ), επίδομα αδείας ετών 2012, 2013, 2014 ποσού 1.345 ευρώ για κάθε έτος (συνολικό δε ποσό 1.345 ευρώ Χ 3 έτη =4.035 ευρώ), υπόλοιπο αποδοχών Δεκεμβρίου 2011 ως μισθό υπερημερίας ποσού 1.936 (2.690 ευρώ Χ 18/25) ευρώ, (μηνιαίους) μισθούς υπερημερίας ετών 2012, 2013, 2014, ήτοι 36 (12 μήνες Χ 3 έτη) μήνες, συνολικού δε ποσού 96.840 (2.690 ευρώ Χ 36 μήνες) ευρώ, (ήτοι συνολικά (8.070 ευρώ + 4.035 ευρώ + 4.035 ευρώ +1.936 ευρώ + 96.840 ευρώ = 114.916 ευρώ), με τον νόμιμο τόκο από τότε που κάθε αξίωση κατέστη απαιτητή, άλλως από την επίδοση της αγωγής και δ) να υποχρεωθεί η εναγομένη, ήδη αναιρεσίβλητη, να του καταβάλει το ποσό των 50.000 ευρώ για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, με τον νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.

Περαιτέρω, ο ενάγων, ήδη αναιρεσείων, κατά τη συζήτηση της ως άνω αγωγής στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, με δήλωση των πληρεξουσίων δικηγόρων του, όπως καταχωρήθηκε στα ταυτάριθμα με την πρωτόδικη, με αριθ. 1216/2016, απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, πρακτικά συνεδρίασης, μετέτρεψε σε έντοκο αναγνωριστικό το αίτημα για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης για το ποσό των 40.000 ευρώ, αφήνοντας το υπόλοιπο ποσό, ύψους 10.000 ευρώ ως καταψηφιστικό.

Επιπλέον, με την ίδια δήλωση των πληρεξουσίων δικηγόρων του ενάγοντος, που καταχωρήθηκε ομοίως στα ταυτάριθμα με την ως άνω πρωτόδικη απόφαση, πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης, από το συνολικά αιτούμενο με την ανωτέρω αγωγή ποσό των 114.916 ευρώ, για αποδοχές υπερημερίας, μετέτρεψε το ποσό των 95.495 ευρώ, σε έντοκο αναγνωριστικό, ενώ το υπόλοιπο ποσό των 19.421 ευρώ, διατήρησε ως καταψηφιστικό.

Ειδικότερα, η καταχωρηθείσα στα ως άνω πρακτικά δήλωση έχει επί λέξει, ως εξής: "Μετατρέπουμε σε εντόκως αναγνωριστικά το αίτημα για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, ποσό 40 χιλιάδων ευρώ, και το ποσό των 95.495 χιλιάδων ευρώ που αφορά μισθούς υπερημερίας Ιουνίου 2012 & εφεξής ως 31-12-2014, ενώ το ποσό των 19.421 ευρώ παραμένει καταψηφιστικό και αφορά υπόλοιπο μισθού Δεκεμβρίου 2011, δώρο Χριστουγέννων 2011, μισθούς υπερημερίας Ιανουαρίου Φεβρουαρίου Μαρτίου Απριλίου 2012, και δώρο Πάσχα 2012".

Περαιτέρω, με τις έγγραφες προτάσεις του, ο ενάγων (αναιρεσείων) ενώπιον του ως άνω πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, αναλύει περαιτέρω την ως άνω μετατροπή του καταψηφιστικού του αιτήματος σε εν μέρει αναγνωριστικό, αναφέροντας επί λέξει τα εξής: "Επειδή τα αιτήματά μου, ως προς τους μισθούς υπερημερίας Ιουνίου 2012 και εφεξής, έως 31-12-2014 [ποσού 114.916-19.421=95.495,00 ευρώ] καθώς και το αίτημα για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, ποσού 40.000 ευρώ, τα μετατρέπω σε ΕΝΤΟΚΩΣ ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΤΙΚΑ, μη απαιτουμένης της καταβολής τέλους δικαστικού ενσήμου, κατά το αρ. 21 ν. 4055/2012.

Επειδή σύμφωνα με το άρθ.71 εισ.ΝΚΠολΔ δεν απαιτείται η καταβολή, τέλους δικαστικού ενσήμου, στις εργατικές διαφορές, έως του εκάστοτε ποσού αρμοδιότητας Ειρηνοδικείου, που σήμερα ανέρχεται σε 20.000 ευρώ, και συνεπώς δεν απαιτείται τέλος δικαστικού ενσήμου, για το επίδικο ποσό των 19.421,00 ευρώ, που αφορά υπόλοιπο μισθού Δεκεμβρίου 2011 [1.936,00 €], Δώρο Χριστουγέννων 2011, ποσού 2.960,00 ευρώ, μισθούς υπερημερίας, Ιανουαρίου, Φεβρουαρίου, Μαρτίου, Απριλίου 2012, ποσού εκάστου 2.690,00 ευρώ, Δώρο Πάσχα 2012, ποσού 1.345,00 ευρώ, και μισθό υπερημερίας Μαΐου 2012, ποσού 2.690,00 ευρώ [σύνολο 19.421,00]".

Από τα παραπάνω προκύπτει ευκρινώς ότι ο ενάγων (ήδη αναιρεσείων) παραδεκτά περιόρισε το αίτημα της αγωγής του σε εν μέρει καταψηφιστικό, χωρίς να καταστήσει αόριστη την αγωγή του, ως προς τα αιτούμενα κονδύλια, δεδομένου ότι, όπως εκτιμώνται αφενός η δήλωσή του στα πρακτικά σε συνδυασμό και με την αναλυτική διευκρίνιση των προτάσεών του, μετατρέπει σε αναγνωριστικό το ποσό των 95.495,00 ευρώ και αφήνει ως καταψηφιστικό το υπόλοιπο των 19.421,95 ευρώ, το οποίο ειδικά αναλύει τι αφορά συγκεκριμένα:

ήτοι υπόλοιπο μισθού Δεκεμβρίου 2011, ποσού 1.936,00 ευρώ, Δώρο Χριστουγέννων 2011, ποσού 2.960,00 ευρώ, μισθούς υπερημερίας, Ιανουαρίου, Φεβρουαρίου, Μαρτίου, Απριλίου 2012, ποσού εκάστου 2.690,00 ευρώ, Δώρο Πάσχα 2012, ποσού 1.345,00 ευρώ, και μισθό υπερημερίας Μαΐου 2012, ποσού 2.690,00 ευρώ [σύνολο 19.421,00].

Εν προκειμένω, όπως και ο αναιρεσείων επικαλείται, είναι φανερό ότι εκ παραδρομής ανεγράφη Δώρο Χριστουγέννων 2011, ενώ το ορθόν το οποίο εννοεί είναι το Δώρο Χριστουγέννων 2012, το οποίο και ζητήθηκε εξ αρχής με την αγωγή και το οποίο περιλαμβάνεται στο καταψηφιστικό ποσό, αναγραφέν εκ παραδρομής ως του 2011 αντί 2012.

Άλλωστε, εξ ουδενός σημείου των πρωτόδικων προτάσεών του συνάγεται βούλησή του να παραιτηθεί από το δώρο Χριστουγέννων του 2012 και να ζητήσει αντ' αυτού το Δώρο Χριστουγέννων του 2011. Περαιτέρω και στη δήλωση ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, με την οποία περιορίστηκε το αίτημα της αγωγής, σε εν μέρει αναγνωριστικό, επίσης εκ παραδρομής στο συνολικό αιτούμενο, αναγνωριστικά, ποσό των 95.495,00 ευρώ, ανεγράφη ότι αυτό αφορά "μισθούς υπερημερίας" Ιουνίου 2012 και εφεξής ως 31-12-2014.

Και εδώ εκ προφανούς παραδρομής δεν αναγράφηκε εκτός από το "μισθούς υπερημερίας" και "λοιπές οφειλόμενες λόγω υπερημερίας αποδοχές", εκτός από εκείνες που αναλυτικά ανέφερε στο καταψηφιστικό του αίτημα των 19.421 ευρώ. Τούτο συνάγεται εύλογα από το συνολικά αιτούμενο ποσό των 95.495 ευρώ, που αφορά όσα με την αγωγή του ζήτησε για αποδοχές υπερημερίας, πλην αυτών που συνοψίζονται στο συνολικό ποσό των 19.421 ευρώ, για το οποίο αναλυτικά διευκρινίζει τα κονδύλια που αφορά.

Μετά απ' αυτά, εσφαλμένα το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλομένη απόφασή του, απέρριψε ως αόριστα τα αιτούμενα με την αγωγή κονδύλια και πρέπει ως προς αυτό, να γίνει δεκτός ως βάσιμος ο σχετικός πρώτος λόγος αναιρέσεως που στηρίζεται στο άρθ. 559 παρ. 14 Κ.Πολ.Δ. Κατά το άρθρο 671 παρ. 1 εδάφ. τελευταίο ΚΠολΔ, όπως ίσχυε κατά τον χρόνο κατάθεσης της ένδικης αγωγής και πριν την κατάργησή του με τον ν. 4335/2015, "το δικαστήριο δικάζοντας κατά τη διαδικασία των άρθρων 663 επ.

ΚΠολΔ, λαμβάνει υπόψη του αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου. Οι μάρτυρες εξετάζονται κατά τη δικάσιμο. Το δικαστήριο μπορεί να ορίσει κατά τη δικάσιμο, αν το κρίνει αναγκαίο, άλλη ημέρα και ώρα για την εξέταση των μαρτύρων ενώπιόν του, με προφορική ανακοίνωσή του που καταχωρίζεται στα πρακτικά, χωρίς να απαιτείται κλήση των διαδίκων και των μαρτύρων να εμφανιστούν κατά την εξέταση.

Ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου λαμβάνονται υπόψη μόνο αν έγιναν ύστερα από προηγούμενη κλήτευση του αντιδίκου πριν από εικοσιτέσσερις τουλάχιστον ώρες". Από τον συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι σε υποθέσεις που δικάζονται κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, οι μαρτυρίες τρίτων δίδονται είτε με εξέταση αυτών, ενώπιον του δικαστηρίου κατά τη δικάσιμο, είτε με ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου και ύστερα από κλήτευση του αντιδίκου πριν από εικοσιτέσσερις τουλάχιστον ώρες.

Μαρτυρία που δόθηκε με άλλον τρόπο δεν λαμβάνεται καθόλου υπόψη κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, ήτοι ούτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων. Αυτό ισχύει και για τις δηλώσεις ή βεβαιώσεις τρίτων που αποτελούν μαρτυρίες αυτών, εφόσον έγιναν για να χρησιμοποιηθούν κατά την κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως αποδεικτικά μέσα στην ορισμένη μεταξύ άλλων πολιτική δίκη χωρίς να τηρηθούν οι άνω δικονομικές διατάξεις, έστω και αν τηρήθηκε γι' αυτές ο τύπος του άρθρου 8 του ν. 1599/1986.

Εξάλλου, ο, από τον αριθμό 11 περ. α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναιρετικός λόγος ιδρύεται και αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει, όπως είναι και οι βεβαιώσεις τρίτων μαρτύρων που έγιναν για να χρησιμοποιηθούν ως αποδεικτικά μέσα στη συγκεκριμένη, μεταξύ άλλων, πολιτική δίκη σύμφωνα με τα προεκτεθέντα.

Για να είναι δε ορισμένος ο λόγος αυτός αναίρεσης πρέπει να προσδιορίζεται στο αναιρετήριο το αποδεικτικό αυτό μέσο, που παρανόμως λήφθηκε υπόψη και ο λόγος για τον οποίο δεν έπρεπε να ληφθεί, να προβάλλεται δε ισχυρισμός ότι το απαράδεκτο αυτό προτάθηκε από τον αναιρεσείοντα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις αναφερόμενες στο άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ εξαιρετικές περιπτώσεις (ΟλΑΠ 8/1987, ΑΠ 297/2019, ΑΠ 1088/2019 και ΑΠ 528/2018).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον δεύτερο, από τον αριθμό 11 περ. α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγο της κρινόμενης αναιρέσεως, ο αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως απ' αυτή προκύπτει, έλαβε υπόψη προς ενίσχυση του αποδεικτικού του πορίσματος, περί μειωμένης υπηρεσιακής απόδοσης αυτού, τις, από 29-4-2015, δύο βεβαιώσεις της ίδιας της αναιρεσίβλητης - εναγομένης εταιρείας, που εκδόθηκαν την παραμονή της δικασίμου στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που είχε προσδιοριστεί στις 30-4-2015, από την προστηθείσα απ' αυτήν (αναιρεσίβλητη) και εντεταλμένη υπάλληλό της, Λ.

Σ., Τομεάρχη Μισθοδοσίας και Διαδικασιών Ανθρωπίνων Πόρων, με αποκλειστικό σκοπό να χρησιμοποιηθούν ως αποδεικτικά μέσα στη δίκη αυτή. Ότι το απαράδεκτο της λήψης υπόψη των ως άνω δύο εγγράφων, ο αναιρεσείων προέβαλε τόσο ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου όσο και με την, από 30-3-2018, προσθήκη αντίκρουσή του, ενώπιον του Εφετείου.

Τις εν λόγω δύο βεβαιώσεις το Εφετείο, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασής του, τις συνεκτίμησε με τις άλλες μαρτυρικές καταθέσεις και τα λοιπά αποδεικτικά μέσα για τη συναγωγή του αποδεικτικού πορίσματός του. Από το περιεχόμενο, όμως, της προσβαλλόμενης απόφασης δεν προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε, ότι οι ως άνω δύο βεβαιώσεις δόθηκαν για να χρησιμοποιηθούν στην προκειμένη δίκη.

Επομένως, οι βεβαιώσεις αυτές, ως άκυρα απλώς αποδεικτικά μέσα (μαρτυρίες), όχι δε και ανυπόστατα, δεν ήταν ανεπίτρεπτο να χρησιμοποιηθούν στην προκειμένη δίκη. Μετά απ' αυτά ο δεύτερος λόγος της κρινόμενης αιτήσεως είναι, σε κάθε περίπτωση, απορριπτέος ως αβάσιμος.

Από τις διατάξεις των άρθρων 669 παρ. 2 του ΑΚ, 1 του Ν. 2112/1920 και 1 και 5 του Ν. 3198/1955 προκύπτει ότι η καταγγελία της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου είναι μονομερής, αναιτιώδης δικαιοπραξία και συνεπώς το κύρος αυτής δεν εξαρτάται από την ύπαρξη ή την ελαττωματικότητα της αιτίας για την οποία έγινε, αλλά αποτελεί δικαίωμα του εργοδότη και του εργαζομένου.

Η άσκηση όμως του δικαιώματος αυτού, όπως και κάθε δικαιώματος, υπόκειται στον περιορισμό του άρθρου 281 του ΑΚ, δηλαδή της μη προφανούς υπέρβασης των ορίων που επιβάλλει η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, η υπέρβαση δε των ορίων αυτών, εφόσον είναι προφανής, καθιστά άκυρη την καταγγελία, σύμφωνα με τα άρθρα 174 και 180 ΑΚ.

Στην περίπτωση της ακυρότητας της καταγγελίας λόγω καταχρηστικής άσκησης αυτής, δεν επέρχεται η λύση της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας και συνακόλουθα ο εργοδότης υποχρεούται να δέχεται τις υπηρεσίες του μισθωτού και, σε περίπτωση υπερημερίας του, να καταβάλει τις αποδοχές αυτού κατά τα άρθρα 349, 350, 648 και 656 του ΑΚ (ΑΠ 359/2020, ΑΠ 258/2019, 179/2016, ΑΠ 601/2013).

Προφανής υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του οικείου δικαιώματος συντρέχει και όταν η καταγγελία έγινε από εμπάθεια ή για λόγους εκδίκησης ή μίσους, λόγω νόμιμης, αλλά μη αρεστής στον εργοδότη, συμπεριφοράς του μισθωτού, όπως στην περίπτωση που ο μισθωτός αξιώνει από τον εργοδότη την τήρηση των συμφωνημένων όρων εργασίας (ΑΠ 179/2016, ΑΠ 1249/2014, ΑΠ 1649/2012, ΑΠ 581/2011, ΑΠ 1318/2000).

Περαιτέρω επί απολύσεων που οφείλονται σε οικονομικοτεχνικούς λόγους, σκοπός των οποίων είναι η προσαρμογή του προσωπικού στις ανάγκες της επιχείρησης ή και η αναδιοργάνωση των υπηρεσιών της με την αλλαγή του τρόπου λειτουργίας της επιχείρησης ή η μείωση του προσωπικού για καλύτερη απόδοσή της (απαλλαγή από το πλεονάζον προσωπικό) ή η μείωση του μισθολογικού κόστους προκειμένου ν` αποφευχθεί η διακοπή της λειτουργίας αυτής, λόγω της εξακολούθησης της συσσώρευσης ζημιών, η απόφαση (η επιλογή) του εργοδότη να ανταπεξέλθει με τον τρόπο αυτό στη διαφαινόμενη οικονομική κρίση της επιχείρησης δεν ελέγχεται από τα δικαστήρια.

Η στάθμιση αυτή ανήκει στον εργοδότη, που έχει υπόψη όλα τα στοιχεία της επιχείρησής του και τις συνθήκες λειτουργίας της αγοράς (ΑΠ 1162/2019, ΑΠ 606/2017, ΑΠ 31/2013, ΑΠ 397/2004, ΑΠ 597/2002, ΑΠ 297/1996). Το γεγονός ότι οι οικονομοτεχνικοί λόγοι προέρχονται από τη σφαίρα ευθύνης του εργοδότη και όχι του εργαζομένου, με συνέπεια μέσω της καταγγελίας των συμβάσεων εργασίας μισθωτών, ο κίνδυνος των λόγων αυτών να επιρρίπτεται σε τελική ανάλυση σε βάρος των εργαζομένων, οι οποίοι δεν φέρουν καμία απολύτως ευθύνη για τη δημιουργία του συγκεκριμένου λόγου, δεν ασκεί έννομη επιρροή, καθόσον η έννομη τάξη δεν αναγνωρίζει ένα δικαίωμα του εργαζομένου στη θέση εργασίας, με την έννοια της απόλυτης προστασίας αυτού από την απόλυση, ανεξαρτήτως των συνθηκών υπό τις οποίες δραστηριοποιείται η επιχείρηση στην οποία εργάζεται.

Ελέγχονται, όμως, από τα δικαστήρια αφ` ενός ο αιτιώδης σύνδεσμος της επιλογής αυτής και της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας συγκεκριμένου εργαζομένου, ως εσχάτου μέσου αντιμετώπισης των προβλημάτων της επιχείρησης και αφ` ετέρου ο τρόπος επιλογής του εν λόγω εργαζομένου ως απολυτέου, η οποία (επιλογή) πρέπει να πραγματοποιείται με αντικειμενικά κριτήρια, όπως επιβάλλουν η καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη.

Συγκεκριμένα οφείλει ο εργοδότης κατά την επιλογή του απολυτέου μεταξύ των εργαζομένων που ανήκουν στην ίδια κατηγορία και ειδικότητα και είναι του ιδίου επιπέδου από άποψη ικανότητας προσόντων και απόδοσης, να λάβει υπόψη του και να συνεκτιμήσει τα κοινωνικά και οικονομικά κριτήρια της αρχαιότητας, της ηλικίας, της οικογενειακής και οικονομικής κατάστασης κάθε μισθωτού και τη δυνατότητα εξεύρεσης από αυτόν άλλης εργασίας (ΑΠ 31/2013, ΑΠ 597/2002, ΑΠ 279/1996).

Επίσης οφείλει να προτείνει στον μισθωτό που πρόκειται να απολυθεί, την απασχόλησή του σε άλλη θέση, έστω και κατώτερη εκείνης που αυτός κατείχε, εφόσον βεβαίως υπάρχει τέτοια κενή θέση στην επιχείρησή του και ο, υπό απόλυση, μισθωτός είναι κατάλληλος να εργασθεί σε αυτή (ΑΠ 606/2017, ΑΠ 64/2015, ΑΠ 1404/2014, ΑΠ 31/2013, ΑΠ 922/2010) ή να προτείνει σε αυτόν ν` απασχοληθεί με μειωμένες αποδοχές (ΑΠ 397/2004) υπό την αυτονόητη προϋπόθεση ότι αυτές δεν θα υπολείπονται των, κατά τις τυχόν ισχύουσες συλλογικές συμβάσεις εργασίας ή κατά τον νόμο, ελαχίστων ορίων.

Επομένως ο εργοδότης, ασκώντας νομίμως το διευθυντικό του δικαίωμα (άρθ. 652 του ΑΚ ), μπορεί, προκειμένου να αποδεσμευθεί από τους δυσμενείς γι` αυτόν όρους της εργασιακής σύμβασης, να συνδέσει την καταγγελία αυτής με τη μη αποδοχή, εκ μέρους του μισθωτού, των προτάσεών του για μεταβολή των όρων αυτών (τροποποιητική καταγγελία).

Η καταγγελία όμως αυτή, που ακολουθεί την άρνηση του μισθωτού να δεχθεί τη μεταβολή, δεν είναι καταχρηστική από μόνο το γεγονός ότι αιτία της ήταν η άρνηση του μισθωτού να συναινέσει στη μεταβολή, αλλά υπόκειται σε κρίση ως προς τους όρους της, με βάση το άρθρο 281 του ΑΚ, δηλαδή ελέγχεται με αντικειμενικά κριτήρια εάν το δικαίωμα του εργοδότη να καταγγείλει τη σύμβαση εργασίας, επειδή ο μισθωτός δεν συναίνεσε στη μεταβολή των όρων της αρχικής σύμβασης, αντίκειται στους όρους της άνω διάταξης (άρθ. 281 του ΑΚ) και κυρίως εάν η αξίωσή του για μεταβολή των όρων της αρχικής σύμβασης δικαιολογείται ή όχι από τις συνθήκες και τις ανάγκες της επιχείρησης και εκμετάλλευσης και ειδικότερα εάν συνέτρεχαν πράγματι οικονομοτεχνικοί προς τούτο λόγοι ή άλλοι λόγοι που σχετίζονται με το πρόσωπο του μισθωτού (ΑΠ 944/2005, ΑΠ 1199/2002 σχετ.

και ΑΠ 922/2010). Δηλαδή η ανωτέρω πρόταση του εργοδότη για τροποποίηση της σύμβασης εργασίας του μισθωτού με δυσμενέστερους όρους καλύπτεται από το διευθυντικό δικαίωμα του εργοδότη (άρθ. 652 του ΑΚ) να προτείνει αυτή στον μισθωτό, ως ηπιότερο μέτρο από την καταγγελία, υλοποιείται δε (αν το μέτρο ενέχει τροποποίηση της σύμβασης) με την αποδοχή της πρότασης από τον μισθωτό (ΑΠ 1199/2002) και κατά τούτο δεν συνιστά μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας κατά την έννοια του άρθρου 7 του Ν. 2112/1920, αφού για την υλοποίησή της προϋποθέτει την προηγούμενη αποδοχή της πρότασης του εργοδότη από τον μισθωτό.

Εάν, αντιθέτως, δεν συντρέχουν οι επικαλούμενοι από τον εργοδότη οικονομοτεχνικοί λόγοι ή οι συνδεόμενοι με το πρόσωπο του μισθωτού άλλοι λόγοι, η, εκ μέρους του εργοδότη, καταγγελία της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας του μισθωτού, επειδή ο τελευταίος αρνήθηκε ν` αποδεχθεί την πρόταση του πρώτου για τροποποίηση της ατομικής σύμβασης εργασίας με μείωση των αποδοχών του, ελέγχεται στο πλαίσιο εφαρμογής του άρθρου 281 του ΑΚ, εφόσον ο εργοδότης προέβη σε αυτήν από εμπάθεια ή από λόγους εκδίκησης ή μίσους, διότι ο μισθωτός αξίωνε από τον εργοδότη την τήρηση των όρων της εργασιακής του σύμβασης (ΑΠ 1162/2019, ΑΠ 1303/2018, ΑΠ 1407/2009).

Ειδικότερα, στις απολύσεις αυτές ο δικαστικός έλεγχος για τη διερεύνηση της καταχρηστικής ή όχι άσκησης του δικαιώματος της καταγγελίας από τον εργοδότη γίνεται σε δύο στάδια. Στο πρώτο στάδιο, ελέγχεται αν πραγματικά συντρέχουν οι επικαλούμενοι από τον εργοδότη, οικονομικής ή τεχνικής φύσεως, λόγοι που καθιστούν αναγκαία τη μείωση του προσωπικού, και στην περίπτωση που διαπιστωθεί ότι οι λόγοι αυτοί είναι υπαρκτοί και όχι προσχηματικοί ερευνάται αν η καταγγελία μπορεί να αποτραπεί με τη λήψη άλλων, ηπιότερων μέτρων, όπως τη μετάθεση του εργαζομένου σε κενή, κατά τον χρόνο της καταγγελίας, θέση, την κατάργηση της υπερωριακής απασχόλησης, τη μερική απασχόληση, τη δυνατότητα εξακολούθησης της απασχόλησης του εργαζομένου με τροποποίηση των όρων εργασίας (τροποποιητική καταγγελία).

Κριτήριο του γενομένου κατά το στάδιο αυτό, δικαστικού ελέγχου αποτελεί η διαπνέουσα το εργατικό δίκαιο αρχή της αναλογικότητας, κατά την οποία η καταγγελία ασκείται νόμιμα όταν χρησιμοποιείται ως έσχατο μέσο για την επιδίωξη των σκοπών του εργοδότη, ο οποίος επιβάλλεται να επιλέξει μεταξύ περισσοτέρων και εξίσου αποτελεσματικών μέσων, για την ικανοποίηση των επιδιωκομένων με την καταγγελία σκοπών, το λιγότερο επαχθές για τον εργαζόμενο (ΑΠ 1162/2019, ΑΠ 279/1996).

Κατά το δεύτερο στάδιο χωρεί ο έλεγχος της ορθής ή μη επιλογής του απολυτέου με βάση κριτήρια, τα οποία πρέπει να βρίσκονται εντός των προβλεπομένων από τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ ορίων. Ειδικότερα, κατά την επιλογή του απολυτέου μεταξύ των εργαζομένων, που ανήκουν στην αυτή επαγγελματική κατηγορία και ειδικότητα, θα ληφθούν υπόψη από τον εργοδότη, τα επιβαλλόμενα από το καθήκον πρόνοιας κριτήρια της αποδοτικότητας, αρχαιότητας, ηλικίας, οικογενειακών βαρών, οικονομικής κατάστασης και της δυνατότητας εξεύρεσης απ` αυτόν άλλης εργασίας (ΑΠ 1162/2019, ΑΠ 31/2013, ΑΠ 597/2002), για τα οποία έχει υποχρέωση να πληροφορηθεί ο εργοδότης, έτσι ώστε να εξακολουθήσουν να απασχολούνται στη συμφωνημένη εργασία αυτοί που πλεονεκτούν κατά τη σύγκριση και συνακόλουθα, να καταγγελθεί η εργασιακή σχέση αυτού για τον οποίο η απόλυση θα είναι λιγότερο επαχθής (ΑΠ 864/2015, ΑΠ 31/2013, ΑΠ 722/1999, ΑΠ 1329/1998, ΑΠ 902/1998).

Επίσης οφείλει, όπως προλέχθηκε, να προτείνει στον μισθωτό, που πρόκειται να απολυθεί, την απασχόλησή του σε άλλη θέση, έστω και κατώτερη εκείνης που αυτός κατείχε, εφόσον βεβαίως υπάρχει τέτοια κενή θέση στην επιχείρησή του και ο, υπό απόλυση, μισθωτός είναι κατάλληλος να εργασθεί σ' αυτή. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος, προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (ΟλΑΠ 6/2019, 8/2018, 1/1999).

Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, έλλειψη νόμιμης βάσης, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με τον νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.

Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της απόφασης, δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται ο λόγος αυτός σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται, όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις.

Ως ζητήματα, τέλος, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση, κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό, στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνον οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης (ΟλΑΠ 24/1992, ΑΠ 728/2017).

Στην προκειμένη περίπτωση το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη, με αριθμό 3642/2019, απόφασή του, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα ότι συνέτρεχαν οικονομοτεχνικοί λόγοι για τη βιωσιμότητα της επιχείρησης της αναιρεσίβλητης - εναγομένης εταιρείας που δικαιολογούσαν την καταγγελία της σύμβασης εργασίας του αναιρεσείοντος - ενάγοντος και την απόλυσή του, δέχθηκε επί λέξει τα εξής: "Ο ενάγων-εκκαλών-εφεσίβλητος, Λ.

Π., ηλικίας τότε 33 ετών, ως γεννηθείς το έτος 1964, προσελήφθη με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου την 1.11.1997 από την εναγομένη-εφεσίβλητη-εκκαλούσα, ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "ΝΕΑ ΤΗΛΕΟΡΑΣΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ "STAR CHANNEL"", πλέον "ΝΕΑ ΤΗΛΕΟΡΑΣΗ Α.Ε.", η οποία διατηρεί στην ιδιοκτησία της και λειτουργεί τηλεοπτικό σταθμό εθνικής εμβέλειας με το διακριτικό τίτλο "STAR CHANNEL", ως βοηθός ρεπόρτερ, όπως προκύπτει από την από 6.11.1997 αναγγελία πρόσληψής του.

Στο εν λόγω έγγραφο και συγκεκριμένα ως προς τη γενική του εκπαίδευση είναι σημειωμένο το στοιχείο 4 που αφορά το Λύκειο. Ο ενάγων-εκκαλών-εφεσίβλητος, έκτοτε και μέχρι την καταγγελία της σύμβασης εργασίας του, ήτοι από 1.11.1997 έως 8.12.2011, απασχολήθηκε στην εναγομένη-εφεσίβλητη-εκκαλούσα με την ειδικότητα του δημοσιογράφου, όπως προκύπτει από την από 18.2.2014 βεβαίωση της εναγομένης-εφεσίβλητης-εκκαλούσας καθώς και τις υπ' αριθμ.

…/….11.2011, …/….10.2008 και …/….10/2004 καταστάσεις και όρων προσωπικού της εναγομένης-εφεσίβλητης-εκκαλούσας. Από τις εν λόγω καταστάσεις και όρων προσωπικού των ετών 2004, 2008 και 2011 σε συνδυασμό με την, από 8.12.2011, καταγγελία της σύμβασης εργασίας του προκύπτει ότι ο ενάγων-εκκαλών-εφεσίβλητος είναι πτυχιούχος ΑΕΙ (εμφανίζεται το πρώτο στην κατάσταση του έτους 2008), δημοσιογράφος-μέλος της ΕΣΗΕΑ (εμφανίζεται-το πρώτο στην προσκομιζόμενη κατάσταση του έτους 2004) και έγγαμος, πατέρας ενός τέκνου.

Αρχικά ο ενάγων-εκκαλών-εφεσίβλητος ασχολείτο με το ελεύθερο ρεπορτάζ, ενώ από το έτος 2004 του ανατέθηκε από την εναγόμενη-εφεσίβλητη-εκκαλούσα να καλύπτει το κοινοβουλευτικό ρεπορτάζ (βλ. σχετ. το, από 4.8.2004, έγγραφο του Γενικού Διευθυντή Ειδήσεων & Ενημέρωσης της εναγομένης-εφεσίβλητης-εκκαλούσας Σ. Μ.

προς το Γραφείο Τύπου της Βουλής των Ελλήνων). Η σχέση του ενάγοντος-εκκαλούντος-εφεσίβλητου με τους υπεύθυνους της εργοδότριάς του, εναγομένης - εφεσίβλητης - εκκαλούσας, εξελίσσεται ομαλά σε σημείο, που τα έτη 2000 και 2002, μετά από τις, από 18.10.2000 και 24.1.2002, αιτήσεις του πρώτου, απευθυνόμενες αμφότερες στο γενικό διευθυντή της δεύτερης (εργοδότριας), χορηγούνται σε αυτόν (ενάγοντα-εκκαλούντα-εφεσίβλητο), χρηματικά ποσά ύψους 1.000.000 δραχμών (29.347 ευρώ) και 800,43 ευρώ αντίστοιχα, τα οποία έχουν ήδη εξοφληθεί, χωρίς να λείπουν κάποια επεισόδια με τον Γενικό Διευθυντή ειδήσεων και ενημέρωσης Σ.

Μ., κατά τη διάρκεια των οποίων ο τελευταίος απέλυε προφορικά τον ενάγοντα-εκκαλούντα-εφεσίβλητο και στη συνέχεια ανακαλούσε την απόφαση του αυτή και όλα επανέρχονταν στην κανονική κατάσταση. Τα γεγονότα αυτά δεν πήραν έκταση και σε καμία περίπτωση δεν μπορούν να δείξουν εμπάθεια στο πρόσωπο του ενάγοντος-εκκαλούντος-εφεσίβλητου.

Το έτος 2010, και πριν τεθεί θέμα για μείωση των αποδοχών των εργαζομένων στην εναγόμενη-εφεσίβλητη-εκκαλούσα, και υπογραφή τροποποιητικής πράξης στις ατομικές συμβάσεις εργασίας τους, μεταξύ των οποίων και ο ενάγων-εκκαλών - εφεσίβλητος, ο τελευταίος απασχολήθηκε ως δημοσιογράφος στην προβαλλόμενη από το κανάλι της εργοδότριας του (εναγομένης-εφεσίβλητης-εκκαλούσας) ψυχαγωγική εκπομπή "Super Star" με τη Χ.

Λ.. Η συμμετοχή του στην εκπομπή αυτή θεωρήθηκε πρωτοποριακή, αφού στην παρουσίαση της εν λόγω εκπομπής στην ιστοσελίδα της εναγομένης-εφεσίβλητης-εκκαλούσας. "www.star.tv.gr" εκτύπωση της οποίας προσκομίζει ο ενάγων-εκκαλών-εφεσίβλητος (σχετικό 7), αναφέρεται χαρακτηριστικά ότι "για πρώτη φορά ενημέρωση για τα συμβαίνοντα, σοβαρά και ευτράπελα, στον ναό της δημοκρατίας από τον κοινοβουλευτικό συντάκτη Λ.

Π." (ενάγοντα-εκκαλούντα-εφεσίβλητο). Σε καμία περίπτωση η τοποθέτησή του αυτή στο επιτελείο της εν λόγω εκπομπής δεν τον υποβάθμιζε, αφού αξιοποιούσε με πρωτότυπο, μάλιστα τρόπο, την εμπειρία του στο κοινοβουλευτικό ρεπορτάζ, και τον καθιστούσε εξ αυτού του λόγου (μακροχρόνια απασχόληση του με το ρεπορτάζ αυτό) απαραίτητο και βασικό συνεργάτη στην εκπομπή αυτή, ούτε, βέβαια, μπορεί να αποδοθεί σε αντίδραση, εμπάθεια και εκδίκηση της εργοδότριάς του (εναγομένης-εφεσίβλητης-εκκαλούσας) στην αρνητική του στάση σχετικά με το θέμα της μείωσης των αποδοχών και της υπογραφής τροποποιητικών πράξεων στις ατομικές συμβάσεις εργασίας των εργαζομένων σε αυτή, δεδομένου ότι η τοποθέτησή του στο επιτελείο της εκπομπής αυτής έγινε πολύ νωρίτερα (έτος 2010) από όταν τέθηκαν τα προαναφερθέντα θέματα (μείωση αποδοχών, υπογραφή τροποποιητικών πράξεων), τον Απρίλιο του έτους 2011.

Ήδη από τον Οκτώβριο του έτους 2010 ο ενάγων-εκκαλών-εφεσίβλητος στο οργανόγραμμα της εναγομένης-εφεσίβλητης-εκκαλούσας στο τμήμα ενημερωτικών εκπομπών & διαχείρισης πόρων με Διευθύντρια τη Μ. Λ., και συγκεκριμένα στην ομάδα της εκπομπής "SUPER STAR" με παρουσιάστρια τη Χ. Λ.. Στην εκπομπή αυτή έμεινε μέχρι το καλοκαίρι του έτους 2011, ενώ από τον Σεπτέμβριο του έτους 2011 μέχρι τις 8.12.2011, οπότε καταγγέλθηκε η σύμβαση εργασίας του και απολύθηκε, απασχολήθηκε στην εκπομπή "Made in Star" με παρουσιάστρια τη Ν.

Ρ., η προβολή της οποίας (εκπομπής) σταμάτησε στις 6.4.2012. Εξ άλλου, ως προαναφέρθηκε, τον Απρίλιο του έτους 2011 η εναγομένη-εφεσίβλητη-εκκαλούσα επικαλούμενη οικονομικά προβλήματα λόγω της οικονομικής κρίσης και της μείωσης των διαφημιστικών εξόδων, πρότεινε στους εργαζομένους της, μεταξύ των οποίων και ο ενάγων-εκκαλών-εφεσίβλητος, τη μείωση των αποδοχών των εργαζομένων της και την υπογραφή πρόσθετης τροποποιητικής πράξης στις ατομικές συμβάσεις εργασίας τους.

Οι περισσότεροι εργαζόμενοί της ανταποκρίθηκαν θετικά, πλην όμως ο ενάγων-εκκαλών-εφεσίβλητος αμφισβητώντας τη συνδρομή οικονομικών προβλημάτων στην εναγομένη-εφεσίβλητη-εκκαλούσα και θεωρώντας ότι έτσι τίθενται σε διακινδύνευση κεκτημένα εργασιακά δικαιώματα αρνήθηκε. Περαιτέρω, όπως έγινε δεκτό με την εκκαλουμένη (σελίδα 5 αυτής) και ως προς την κρίση της αυτή δεν διατυπώνεται παράπονο από αμφότερους τους διαδίκους, η εναγομένη-εφεσίβλητη-εκκαλούσα πράγματι αντιμετώπιζε οικονομικά προβλήματα συνεπεία της μείωσης των εσόδων της.

Εν συνεχεία η τελευταία προέβη στις 8.12.2012 σε καταγγελία των ατομικών συμβάσεων και απόλυση έξι εργαζομένων της, μεταξύ των οποίων και ο ενάγων-εκκαλών-εφεσίβλητος... Ειδικότερα η επιλογή του ενάγοντος-εκκαλούντος-εφεσίβλητου προς απόλυση δεν έγινε από λόγους εμπάθειας και εκδικητικότητας, αλλά λόγω της μειωμένης απόδοσης του σε βάθος τριετίας έναντι των άλλων συναδέλφων του, και συγκεκριμένα των αναφερόμενων στην αγωγή του.

Σημειωτέον ότι πράγματι ο ενάγων-εκκαλών-εφεσίβλητος και οι πέντε συνάδελφοί του, οι οποίοι απολύθηκαν στις 8.12.2012, αρνήθηκαν την υπογραφή των τροποποιητικών πράξεων των συμβάσεων τους, αλλά υπήρξαν συνάδελφοι τους, οι οποίοι αρνήθηκαν, χωρίς να απολυθούν.... Ο ενάγων-εκκαλών-εφεσίβλητος, όπως προκύπτει από τις, από 29.4.2015 βεβαιώσεις της Τομεάρχη Μισθοδοσίας & Διαδικασιών Ανθρώπινων Πόρων Λαμπρινής Σ.

της εναγομένης-εφεσίβλητης-εκκαλούσας, είχε χαμηλή απόδοση τα έτη 2009, 2010 και 2011. Συγκεκριμένα τα έτη 2009 και 2011 είχε απόδοση 56% και 53% αντίστοιχα και χρειαζόταν βελτίωση, ενώ μόνο το έτος 2010 κρίθηκε ικανοποιητικός σε ποσοστό 60%. Από τους αναφερόμενους δε στην αγωγή συναδέλφους του, οι οποίοι υποστηρίζει ότι έπρεπε να απολυθούν στη θέση του, κανείς δεν είχε στα τρία έτη χαμηλότερη βαθμολογία.

Ειδικότερα, τα τρία έτη 2009, 2010 και 2011 συγκέντρωσαν βαθμολογία ο Α. Α. 63%, 68% και 71% αντίστοιχα, με χαρακτηρισμό ικανοποιητικός, ο οποίος είχε προσληφθεί το έτος 2003 και ήταν έγγαμος, ο Α. Ν. 65%, 71% και 85% αντίστοιχα, με χαρακτηρισμό ικανοποιητικός τα δύο έτη και πολύ καλός το τελευταίο, ο οποίος είχε προσληφθεί το έτος 2003 και ήταν έγγαμος, διατηρώντας παράλληλα έμμισθη απασχόληση στο Αθηναϊκό Πρακτορείο Ειδήσεων, ο Ν.

Γ. 76%, 89% και 100% αντίστοιχα με χαρακτηρισμό πολύ καλός τα δύο έτη και εξαιρετικός το τελευταίο, ο οποίος είχε προσληφθεί το έτος 1999, η Π. Μ. 67%, 71% και 76% αντίστοιχα με χαρακτηρισμό ικανοποιητικά τα δύο έτη και πολύ καλή το τελευταίο, η οποία είχε προσληφθεί το έτος 2005 και ήταν άγαμη, έχοντας και μόνιμη έμμισθη απασχόληση στο Αθηναϊκό Πρακτορείο Ειδήσεων, η Ρ.

Α. 69%, 74% και 73% αντίστοιχα με χαρακτηρισμό ικανοποιητική, η οποία είχε προσληφθεί το έτος 2004 και ήταν άγαμη, διατηρώντας δική της επιχείρηση, η Ρ. Β. 69%, 74% και 71 % αντίστοιχα με χαρακτηρισμό ικανοποιητική, η οποία είχε προσληφθεί το έτος 2004 και ήταν άγαμη, διατηρώντας δική της επιχείρηση, η Τ. Μ. (Μ.) 63%, 82% και 73% αντίστοιχα, με χαρακτηρισμό ικανοποιητική τα δύο έτη και πολύ καλή το ενδιάμεσο (2010), η οποία είχε προσληφθεί το έτος 2007 και ήταν άγαμη, ο Τ.

Κ. 67%, 85% και 91% με χαρακτηρισμό ικανοποιητικός, πολύ καλός και εξαιρετικός αντίστοιχα, ο οποίος είχε προσληφθεί το έτος 1997 και ήταν έγγαμος, η Δ. Μ. 75% και 77% για τα έτη 2009 και 2010 αντίστοιχα, με χαρακτηρισμό ικανοποιητική και πολύ καλή αντίστοιχα, η οποία είχε προσληφθεί το έτος 2008 και ήταν άγαμη, και η Τ. Μ. 58%, 60% και 53% αντίστοιχα με χαρακτηρισμό χρειάζεται βελτίωση τα δύο έτη και ικανοποιητική το ενδιάμεσο, η οποία είχε προσληφθεί το έτος 2007 και ήταν άγαμη.

Ο Α. Α. ήταν διευθυντής σύνταξης ειδήσεων σύμφωνα με το οργανόγραμμα της εναγομένης-εφεσίβλητης-εκκαλούσας και, συνεπώς, αφού δεν ανήκε στην ίδια κατηγορία με τον ενάγοντα-εκκαλούντα-εφεσίβλητο, δεν μπορούσε να συγκριθεί μαζί του, ενώ για τη Σ. Μ. δεν υπάρχουν στοιχεία της κατηγορίας και της ειδικότητας, στην οποία ανήκε, ούτε της απόδοσής της, ενώ από άποψη οικογενειακής κατάστασης, τα μόνα στοιχεία που αναφέρονται για αυτήν στην αγωγή μαζί με το ότι προσλήφθηκε το έτος 2007, ήτοι δέκα χρόνια μετά τον ενάγοντα, ήταν ότι ήταν διαζευγμένη με ένα παιδί, επομένως βρισκόταν σε μειονεκτικότερη θέση από τον τελευταίο.

Εξ άλλου χαμηλή ήταν η απόδοση του ενάγοντος-εκκαλούντος-εφεσίβλητου στην παραγωγή θεμάτων για τη χρονική περίοδο από Σεπτέμβριο 2010 έως Δεκέμβριο 2011, όπου απασχολείτο στις δύο προαναφερόμενες εκπομπές "Super Star" και "Made in Star" σε σχέση με τους συναδέλφους του, Κ. Γ., Μ. Π. και Ε. Ο., 88 έναντι 300, 361 και 584 αντίστοιχα (βλ.

σχετ. την, από 29.4.2015, βεβαίωση... της Τομεάρχη Μισθοδοσίας & Διαδικασιών Ανθρώπινων Πόρων Λ. Σ. της εναγομένης-εφεσίβλητης-εκκαλούσας), η οποία μπορεί να δικαιολογηθεί εν μέρει από το περιορισμένο, κατά τα ανωτέρω, αντικείμενο από όπου αντλούσε τα θέματα του. Από τα ανωτέρω προέκυψε ότι το αντικειμενικό στοιχείο που βάρυνε στην επιλογή του ενάγοντος-εκκαλούντος-εφεσίβλητου προς απόλυση είναι η χαμηλή αποδοτικότητά του, στοιχείο πολύ σημαντικό και κρίσιμο όταν ο εκάστοτε εργοδότης καλείται να περιορίσει το απασχολούμενο σε αυτόν προσωπικό για λόγους οικονομοτεχνικούς, διατηρώντας, όμως, ταυτόχρονα, την ανταγωνιστικότητα της επιχείρησης του στην προσπάθεια του να παραμείνει βιώσιμη και μακροπρόθεσμα να πραγματοποιήσει αύξηση των εσόδων της, και όχι η εμπάθεια και εκδικητικότητα προς το πρόσωπο του, όπως εσφαλμένα έκρινε το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και κατά παραδοχή των πρώτου, δεύτερου και τρίτου λόγων της ανωτέρω δεύτερης συνεκδικαζόμενης έφεσης.

Εξ άλλου, στο συμπέρασμα ότι ο ενάγων-εκκαλών-εφεσίβλητος είχε σε πολλές περιπτώσεις επιδείξει ασυνεπή στάση ως προς τις υποχρεώσεις του ως δημοσιογράφου, προκαλώντας την απόλυσή του τρεις φορές στο παρελθόν από τον Διευθυντή ειδήσεων της εναγομένης-εφεσίβλητης-εκκαλούσας, Σ. Μ., οι οποίες, όμως, στη συνέχεια ανακλήθηκαν από τον τελευταίο, προκειμένου να δοθεί στον πρώτο νέα ευκαιρία, κατέληξε η μειοψηφία (2 ψήφοι) που εξέτασε έγκληση του νυν ενάγοντος-εκκαλούντος εναντίον του προαναφερόμενου Διευθυντή ειδήσεων.

Αντίθετα η πλειοψηφία (3 ψήφοι) της υπ' αριθμ. …/2012 απόφασης του πρωτοβάθμιου πειθαρχικού συμβουλίου της Ένωσης Συντακτών Ημερησίων Εφημερίδων Αθηνών (Ε.Σ.Η.Ε.Α.) θεώρησε ότι ο λόγος για τον οποίο απολύθηκε ο ενάγων-εκκαλών-εφεσίβλητος δεν ήταν η επαγγελματική του ασυνέπεια, αλλά το γεγονός ότι δεν δέχθηκε να υπογράψει την τροποποιητική πράξη της ατομικής του σύμβασης, κοινό στοιχείο των άλλων πέντε συναδέλφων του που απολύθηκαν μαζί του στις 8.12.2011.

Στο σημείο αυτό πρέπει να διευκρινισθεί ότι πράγματι οι έξι εργαζόμενοι, μεταξύ των οποίων και ο ενάγων-εκκαλών-εφεσίβλητος, που απολύθηκαν στις 8.12.2011, είχαν αρνηθεί την υπογραφή των εν λόγω τροποποιητικών πράξεων, πλην όμως δεν ήταν οι μόνοι από τους εργαζόμενους που είχαν αρνηθεί να πράξουν τούτο. Στη συνέχεια η εναγομένη-εφεσίβλητη-εκκαλούσα προέβη σε απολύσεις εργαζομένων, οι οποίοι είχαν δεχθεί να υπογράψουν τροποποιητική πράξη, ενώ διατήρησε στη θέση τους εργαζομένους της, που είχαν αρνηθεί να προβούν σε υπογραφή.

Επομένως, η εναγόμενη-εφεσίβλητη-εκκαλούσα εγκύρως και νομίμως κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας του ενάγοντα-εκκαλούντα-εφεσίβλητου και μη αποδεχόμενη την προσφορά της εργασίας του δεν κατέστη υπερήμερη, υποχρεούμενη να του καταβάλει μισθούς υπερημερίας, ούτε προσέβαλε την προσωπικότητα του...". Σύμφωνα με τις ως άνω παραδοχές του, το Εφετείο έκρινε ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας του αναιρεσείοντος - ενάγοντος έγινε με αντικειμενικά κριτήρια και όπως επιβάλει η καλή πίστη και τα χρηστά ήθη, καθόσον η αναιρεσίβλητη - εναγόμενη, συνεκτιμώντας τα προαναφερόμενα κριτήρια υπό τις ιδιαίτερες διακρίσεις για τον αναιρεσείοντα - ενάγοντα, έναντι των προαναφερόμενων ως άνω δέκα πέντε (15) συναδέλφων του, κατέληξε ορθώς στην επιλογή να καταγγείλει τη σύμβαση αυτού, αντί των συναδέλφων του:

α) Α. Α., β) Ν. Α., γ) Γ. Ν., δ) Μ. Π., ε) Α. Ρ., στ) Β. Ρ., ζ) Μ. (Μ.) Τ., η) Κ. Τ., θ) Δ. Μ., ι) Μ. Τ., ια) Α. Α., ιβ) Μ. Σ., ιγ) Κ. Γ., ιδ) Μ. Π. και ιε) Ε. Ο., οι οποίοι διατηρήθηκαν στη θέση τους, διότι ως προς αυτούς η εργοδότρια έκρινε ότι υπερτερούσαν του ενάγοντος στη βαθμολογία απόδοσης στην εργασία τους. Επίσης με βάση τις ανωτέρω παραδοχές, το Εφετείο δέχθηκε ότι η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του αναιρεσείοντος - ενάγοντος οφειλόταν σε οικονομοτεχνικούς λόγους και δεν ήταν καταχρηστική, αφού η επιλογή του, προς απόλυση, πραγματοποιήθηκε με αντικειμενικά κριτήρια, όπως επιβάλλουν η καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη (άρθρο 281 ΑΚ), με αποτέλεσμα την εγκυρότητα της καταγγελίας και την εντεύθεν μη υπερημερία της αναιρεσίβλητης - εναγόμενης εταιρείας, ως προς την αποδοχή των υπηρεσιών του αναιρεσείοντος - ενάγοντος, ο οποίος δεν δικαιούται να ζητήσει και να λάβει μισθούς υπερημερίας για το επίδικο χρονικό διάστημα από την 9-12-2011 (επομένη ημέρα της καταγγελίας) έως την 31-12-2014.

Με την κρίση του όμως αυτή το Εφετείο διέλαβε, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στη μείζονα σκέψη, στην απόφασή του ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες, τόσο ως προς την ύπαρξη οικονομοτεχνικών λόγων στην επιχείρηση της αναιρεσίβλητης - εναγομένης, όσο και ως προς την καταχρηστική άσκηση της καταγγελίας της σύμβασης του αναιρεσείοντος - ενάγοντος.

Ειδικότερα, ενόψει της παραδοχής ότι η αναιρεσίβλητη - εναγομένη εταιρεία, επικαλούμενη οικονομικά προβλήματα, λόγω της οικονομικής κρίσης ζήτησε από τους εργαζόμενούς της να υπογράψουν τροποποιητικές συμβάσεις με μείωση των αποδοχών τους, τις οποίες άλλοι υπέγραψαν κι άλλοι όχι, όπως και ο αναιρεσείων - ενάγων, στη συνέχεια το Εφετείο δέχεται ότι η εργοδότρια εταιρεία οδηγήθηκε στην απόφαση να καταγγείλει τη σύμβαση εργασίας του αναιρεσείοντος - ενάγοντος, λόγω μειωμένης απόδοσής του έναντι των ως άνω δέκα πέντε (15) συναδέλφων του, ενώ δεν διαλαμβάνονται στην προσβαλλόμενη απόφαση, καν, στοιχεία ενδεικτικά της οικονομικής κατάστασης της αναιρεσίβλητης - εναγομένης, από τους ισολογισμούς αυτής και μάλιστα οικονομικά προβλήματα σε βάθος τριετίας που επέφεραν μείωση των εσόδων της, όπως διαλαμβάνεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ποιο το ποσοστό αυτής της μείωσης των εσόδων της και το ποσοστό των ζημιών της, ποιο το οικονομικό όφελος αυτής από την απόλυση του αναιρεσείοντος και των άλλων πέντε (5) συναδέλφων του και αν υπήρχε κίνδυνος διακοπής της λειτουργίας της επιχείρησής της, προκειμένου να ελεγχθεί ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της επιλογής αυτής της εργοδότριας εταιρείας και της ένδικης καταγγελίας, ως έσχατου μέσου αντιμετώπισης των οικονομικών της προβλημάτων.

Το γεγονός ότι η αναιρεσίβλητη - εναγομένη αναγκάστηκε να προβεί σε απολύσεις και άλλων εργαζομένων, εκτός του αναιρεσείοντος - ενάγοντος, δεν αρκεί από μόνο του για την κατάφαση ύπαρξης σοβαρών οικονομικών προβλημάτων αυτής, κατά τον κρίσιμο χρόνο της καταγγελίας. Επίσης, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες εάν, πριν την προσφυγή στην ένδικη καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του αναιρεσείοντος - ενάγοντος, υπήρχαν άλλα προσφορότερα μέτρα μείωσης του μισθολογικού κόστους της επιχείρησης της αναιρεσίβλητης - εναγομένης και αν ναι ποια ήταν αυτά και αν απέδωσαν.

Επιπλέον, ενώ δέχεται οικονομοτεχνικούς λόγους που οδήγησαν στην απόλυση του αναιρεσείοντος - ενάγοντος, στο τέλος καταλήγει στην αντίφαση ότι αυτός αρνήθηκε την υπογραφή τροποιητικής σύμβασης για τη μείωση των αποδοχών του και ότι απολύθηκε τελικά λόγω μειωμένης απόδοσης, για την οποία επίσης αντιφατικά δέχεται ότι αυτή οφείλεται στο περιορισμένο αντικείμενο της εργασίας του.

Επομένως, ο σχετικός τρίτος και τελευταίος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, για ελλιπή, ασαφή και αντιφατική αιτιολογία, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός. Μετά απ' αυτά πρέπει, να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης κατά παραδοχή των ως άνω (πρώτου και τρίτου) λόγων της και να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση:

α) κατά το μέρος που απέρριψε την αγωγή λόγω αοριστίας μετά τον περιορισμό των αιτημάτων της, που αφορούν αποδοχές υπερημερίας και αποζημίωση για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, σε εν μέρει αναγνωριστικό και καταψηφιστικό, αντίστοιχα και β) ως προς την ακυρότητα της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του αναιρεσείοντος - ενάγοντος.

Στη συνέχεια πρέπει, κατά την παρ. 3 του άρθρου 580 ΚΠολΔ, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από δικαστή διαφορετικό από αυτόν που εξέδωσε την απόφαση αυτή. Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη, λόγω της ήττας της, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, ο οποίος παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 176 παρ.1, 183 και 191 παρ.2 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 3642/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, κατά τα αναφερόμενα στο σκεπτικό μέρη.

Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το παραπάνω μέρος προς περαιτέρω εκδίκαση ενώπιον του ιδίου δικαστηρίου, συγκροτούμενου από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνον που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση.

Και

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη να πληρώσει στον αναιρεσείοντα για τα δικαστικά του έξοδα το ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Ιουνίου 2020.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 29 Μαρτίου 2021.

H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ