Supreme Court dismisses appeal against labor court judgment regarding private school teacher contract termination.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the First Instance Court of Athens' judgment terminating a private school teacher's contract. The appellant argued the lower court failed to properly evaluate specific documentary evidence submitted by the employer, including sworn witness testimonies and parental complaints. The court ruled that the appellate court had indeed considered all relevant documents and that the first-instance judgment was legally sound, thus rejecting the appeal on procedural and substantive grounds.
Legislator headnote
AI generatedΚώδικας Πολιτικής Δικονομίας (ΚΠολΔ) 552, 553, 556, 558, 564 παρ.1, 566 παρ.1 και 144; ΚΠολΔ 577 παρ.1, παρ.3; Η αναίρεση πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της, και η απουσία ειδικής αναφοράς σε αποδεικτικά μέσα δεν καθιστά την απόφαση αβάσιμη εφόσον αυτά συνεκτιμήθηκαν.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 392 / 2020 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 392/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές, Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, Σοφία Τζουμερκιώτη και Γεώργιο Δημάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 7η Μαΐου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ομόρρυθμης εταιρείας, Ιδιωτικού Εκπαιδευτηρίου, με την επωνυμία "....", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στο ... και παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Δημητρίου Μήλλα, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: Π. Π. του Κ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια της πληρεξουσίας δικηγόρου Κατερίνα Λαϊνά, η οποία κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26-10-2012 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 3455/2013 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 3886/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 4-4-2018 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγητής ορίσθηκε ο Αρεοπαγίτης Γεώργιος Δημάκης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Η από 4-4-2018 και με αριθμό κατάθεσης 3507/18 αίτηση αναίρεσης κατά της 3886/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, επί της ασκηθείσας από την εναγομένη έφεσης κατά της 3455/2013 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, εκδοθείσας, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, επί της από 26-10-2012 (με αριθμό κατάθεσης 171745/2012) αγωγής, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (ΚΠολΔ 552, 553, 556, 558, 564 παρ.1, 566 παρ.1 και 144).
Συνεπώς, είναι παραδεκτή (ΚΠολΔ 577 παρ.1) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (ΚΠολΔ 577 παρ.3).
2. Από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της παρούσας υπόθεσης προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την ως άνω αγωγή, η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη ισχυρίστηκε, ότι είναι ιδιωτική εκπαιδευτικός, καθηγήτρια Φυσικής Αγωγής, η οποία διορίστηκε στο Ιδιωτικό Εκπαιδευτήριο, που διατηρεί και εκμεταλλεύεται η εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα εταιρία, για μια διετία κατ' αρχήν (2000-2002), ότι στη συνέχεια ο διορισμός της ανανεώθηκε για μια τετραετία (2002-2006) και περαιτέρω το έτος 2006 ο διορισμός της μετατράπηκε σε σύμβαση εργασίας αόριστης διάρκειας, με την ειδικότητα της καθηγήτριας φυσικής αγωγής.
Ότι από την έναρξη της σχέσης εργασίας της πρόσφερε προσηκόντως τις υπηρεσίες της ειδικότητάς της, μέχρι 27.7.2012, οπότε η εναγομένη προέβη σε έγγραφη καταγγελία της σύμβασης εργασίας της καταβάλλοντος συγχρόνως τη νόμιμη αποζημίωση απόλυσης ποσού 13.125 ευρώ. Ότι η από 27.7.2012 καταγγελία της σύμβασης εργασίας της είναι άκυρη ως καταχρηστική, καθόσον υπερβαίνει τα τιθέμενα από τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ όρια, διότι έγινε για λόγους εκδίκησης στο πρόσωπο της λόγω της προηγηθείσας διεκδίκησης των νόμιμων εργασιακών δικαιωμάτων της και αντίδρασής της στην εφαρμογή τους και συγκεκριμένα λόγω της μη αποδοχής της μείωσης του ωραρίου της και της νόμιμης διεκδίκησης προς συμπλήρωσή του σε αντικατάσταση εκπαιδευτικού, ίδιας με αυτήν ειδικότητας, που έλαβε άδεια κύησης, καθώς και λόγω διαμαρτυρίας της για τη μη νόμιμη περικοπή των αποδοχών της.
Ότι η άνω καταγγελία της σύμβασης εργασίας της επικουρικά είναι άκυρη λόγω αντίθεσής της στις διατάξεις της εκπαιδευτικής νομοθεσίας και ειδικότερα σ'αυτές των αρθρ30 παρ ιν Ν 682/77 σε συνδ με αρθ 11 παρ β Ν 1351/1983 και συγκεκριμένα διότι, αν και το αρμόδιο κατά νόμο όργανο (ΠΥΣΠΕ) με τη με αρ. 27/30.8.2012 πράξη του έκρινε ομόφωνα ότι αυτή (επίδικη καταγγελία) είναι καταχρηστική και αποφάσισε ομοφώνως την αποδοχή των υπηρεσιών της από το εναγόμενο ιδιωτικό εκπαιδευτήριο την 3.9.2012, η εναγομένη αρνείται αυθαίρετα και παράνομα να εφαρμόσει την ως άνω πράξη και να αποδέχεται τις προσηκόντως προσφερόμενες υπηρεσίες της από 3.9.2012 δηλώνοντας ταυτοχρόνως ότι δεν θα τις αποδεχτεί και στο μέλλον, παρότι αυτή (ενάγουσα) εξακολουθεί να διατηρεί τις υπηρεσίες της στη διάθεση του ιδιωτικού εκπαιδευτηρίου.
Ότι για τους ανωτέρω λόγους ακυρότητας, η καταγγελία της σύμβασης εργασίας της, στην οποία προέβη η εναγομένη, δεν επέφερε το έννομο αποτέλεσμά της, ότι η εργασιακή της σχέση με την εναγομένη εξακολουθεί να παραμένει ενεργός και ότι η τελευταία, η οποία αρνείται να αποδέχεται τις πραγματικά και προσηκόντως προσφερόμενες υπηρεσίες της, έχει περιέλθει σε κατάσταση υπερημερίας και, συνεπώς, της οφείλει μισθούς υπερημερίας από 1.9.2012 έως 1.9.2013, συνολικού ποσού 13.125 ευρώ.
Ακόμη, ότι η καταχρηστική και παράνομη απόλυσή της προκάλεσε σ' αυτήν βαρεία προσβολή της προσωπικότητάς της με μείωση της ατομικής, κοινωνικής και επαγγελματικής τιμής και υπόληψής της έναντι των συναδέλφων της, των καθηγητών και των γονέων αυτών. Προς αποκατάσταση δε της ηθικής βλάβης, που υπέστη, δικαιούται χρηματική ικανοποίηση την οποία προσδιορίζει σε 10.000 ευρώ.
Ζήτησε δε η ενάγουσα, μετά από παραδεκτό περιορισμό του αγωγικού αιτήματος μισθών υπερημερίας για το χρονικό διάστημα από 1.9.2012 έως 11.2.2013, α) να αναγνωριστεί ότι είναι άκυρη η καταγγελία της σύμβασης εργασίας της, β) να υποχρεωθεί η εναγόμενη σε καταβολή μισθών υπερημερίας για το χρονικό διάστημα από 1.9.2012 έως 11.2.2013 ποσού 6.037,50 ευρώ, νομιμοτόκως από τη δήλη ημέρα καταβολής κάθε κονδυλίου και μέχρι την εξόφληση, και γ) να υποχρεωθεί η εναγομένη να της καταβάλει ποσό 10.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής.
Επί της ως άνω αγωγής εκδόθηκε η 3455/2013 απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή ως ουσιαστικά βάσιμη. Κατά της ως άνω απόφασης η εναγομένη άσκησε την από 19-10-2014 έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή και υποχρέωσε την εναγομένη να καταβάλει στην ενάγουσα νομιμοτόκως 3000 ευρώ για χρηματική της ικανοποίηση.
3. Ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 εδ. α ΚΠολΔ προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 4/2005, 7/2006, 2/2013, ΑΠ 1632/2013).
4. Στην περίπτωση που το Δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και υπήχθησαν αυτά στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.
Περαιτέρω, ο προβλεπόμενος από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, ιδρύεται, αν από τις πραγματικές παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας οι οποίες συνιστούν την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης, που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της, αν δηλαδή γεννώνται αμφιβολίες για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου από το δικαστήριο της ουσίας.
Ο αναιρετικός αυτός λόγος αναφέρεται σε πλημμέλειες που σχετίζονται με τη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος, με την παράθεση, δηλαδή, των περιστατικών που αποδείχθηκαν και δεν ιδρύεται, όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην ανάλυση, στάθμιση, συσχετισμό και αξιολόγηση των αποδείξεων και την αιτιολόγηση της εξαγωγής από αυτές του αποδεικτικού πορίσματος, αρκεί τούτο να εκτίθεται πλήρως, σαφώς και χωρίς αντιφάσεις (ΑΠ 2260/2009).
5. Στο άρθρο 16 του Συντάγματος ορίζεται ότι : "1. ... 2. Η παιδεία αποτελεί βασική αποστολή του Κράτους και έχει σκοπό την ηθική, πνευματική, επαγγελματική και φυσική αγωγή των Ελλήνων, την ανάπτυξη της εθνικής και θρησκευτικής συνείδησης και τη διάπλασή τους σε ελεύθερους και υπεύθυνους πολίτες. 3. ... 8. Νόμος ορίζει τις προϋποθέσεις και τους όρους χορήγησης αδείας για την ίδρυση και λειτουργία εκπαιδευτηρίων που δεν ανήκουν στο Κράτος, τα σχετικά με την εποπτεία που ασκείται πάνω σ' αυτά, καθώς και την υπηρεσιακή κατάσταση του διδακτικού προσωπικού τους.
Η σύσταση ανώτατων σχολών από ιδιώτες απαγορεύεται......". Σύμφωνα με τον εκδοθέντα σε εφαρμογή της ανωτέρω διάταξης του άρθρου 16 παρ. 8 εδ. α του Συντάγματος ν. 682/1977 "Περί Ιδιωτικών Σχολείων Γενικής Εκπαιδεύσεως και Σχολικών Οικοτροφείων" (Α' 244), όπως αυτός ίσχυε κατά το χρόνο δημοσίευσης των ν. 4046 και 4093/2012, "Ιδιωτικά σχολεία γενικής εκπαιδεύσεως, κατά την έννοιαν του παρόντος νόμου, είναι τα αντίστοιχα προς τα δημόσια σχολεία γενικής δημοτικής ή μέσης Εκπαιδεύσεως τα μη ανήκοντα εις το Κράτος, αλλά ιδρυόμενα και συντηρούμενα υπό φυσικών ή νομικών προσώπων, κατά τα ειδικώτερον εις τον παρόντα νόμον οριζόμενα" (άρθρο 1).
Σε σχέση με το διδακτικό προσωπικό των πιo πάνω σχολείων στο άρθρο 24 ορίζεται ότι αυτό πρέπει να έχει, καταρχήν, τα απαιτούμενα και για το διδακτικό προσωπικό των δημοσίων σχολείων προσόντα και με το άρθρο 28 του ιδίου νόμου θεσπίζεται "επετηρίδα ιδιωτικών εκπαιδευτικών", στην οποία εγγράφονται οι εκπαιδευτικοί που έχουν τα νόμιμα προσόντα και η οποία τηρείται στην κεντρική υπηρεσία του Υπουργείου Παιδείας (παρ. 1) και περιλαμβάνει τρεις πίνακες (Α, Β, Γ) ανάλογα με την προϋπηρεσία των διδασκόντων ή επιθυμούντων να διδάξουν στα ιδιωτικά σχολεία.
Ειδικότερα ορίζεται ότι στον πίνακα Α εγγράφονται οι υπηρετούντες κατ' αποκλειστικότητα στην ιδιωτική εκπαίδευση, καθώς και οι έχοντες τα νόμιμα προσόντα διορισμού ιδιοκτήτες ιδιωτικών σχολείων και στον πίνακα Β οι επιθυμούντες να διδάξουν για πρώτη φορά στην ιδιωτική εκπαίδευση (παρ. 4). Περαιτέρω, στην παρ. 1 του άρθρου 29 του ίδιου νόμου ορίζεται ότι το διδακτικό προσωπικό των ιδιωτικών σχολείων επιλέγεται από τους ιδιοκτήτες τους μεταξύ των εγγεγραμμένων στους πίνακες της επετηρίδας ιδιωτικών εκπαιδευτικών και διορίζεται από τον οικείο Επιθεωρητή (πλέον το Διευθυντή της οικείας Διεύθυνσης Εκπαίδευσης ή τον Προϊστάμενο του οικείου Γραφείου Εκπαίδευσης) κατόπιν προτάσεως του ιδιοκτήτη του σχολείου, ο οποίος, κατά την επιλογή, δεν δεσμεύεται από τη σειρά εγγραφής στην επετηρίδα.
Εξάλλου, στα άρθρα 30 και 33 του ανωτέρω νόμου ορίζονται τα εξής : "Άρθρον 30 Σχέση εργασίας και διάρκεια συμβάσεως 1. Οι διδάσκοντες εις τα ιδιωτικά σχολεία γενικής εκπαιδεύσεως εκπαιδευτικοί, τελούν επί σχέσει εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου κατά τα εις τας επομένας παραγράφους του παρόντος άρθρου οριζόμενα. 2.
Οι ιδιωτικοί εκπαιδευτικοί του πίνακα Β" προτείνονται προς πρόσληψη από τον ιδιοκτήτη του ιδιωτικού σχολείου και μετά την έγκριση της πρότασης από το Διευθυντή της οικείας Διεύθυνσης ή Προϊστάμενο του οικείου Γραφείου Εκπαίδευσης συνάπτουν σύμβαση ορισμένου χρόνου η οποία αρχίζει από την ημέρα παροχής υπηρεσιών από τον εκπαιδευτικό και λήγει την 31η Αυγούστου του δεύτερου έτους από την πρόσληψή του.
Κατά τη διάρκεια του πρώτου έτους υπηρεσίας ή κατά τη λήξη της διετίας ο ιδιοκτήτης μπορεί να καταγγείλει τη σύμβαση, με καταβολή αποζημίωσης δύο μηνών στον εκπαιδευτικό. Μετά την πάροδο της διετίας και εφόσον η σύμβαση δεν καταγγελθεί κατά τα ανωτέρω, μετατρέπεται αυτοδικαίως σε αορίστου χρόνου. 3. α) Μετά τη λήξη της διετίας η σύμβαση μετατρέπεται αυτοδικαίως σε αορίστου χρόνου, οπότε είναι δυνατόν να καταγγελθεί μόνο για τους λόγους που προβλέπονται από :
ί) Τα εδάφια α' έως ε' του άρθρου 33 παρ. 4 του παρόντος, ii) Το άρθρο 11 παρ. 1 εδ. Δ' του ν. 1351/1983 (Α' 56), όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 62 παρ. 5 του ν.1566/1985 (A' 167). iii) Εφόσον υπάρχει διαταραχή του εκπαιδευτικού κλίματος στο σχολείο λόγω αδυναμίας συνεργασίας εργοδότη - εκπαιδευτικού. Το γεγονός της διαταραχής διαπιστώνεται μετά από εισήγηση τριμελούς επιτροπής, η οποία συγκροτείται από τον αρμόδιο Προϊστάμενο Διεύθυνσης και στην οποία συμμετέχουν ένας Πάρεδρος του Παιδαγωγικού Ινστιτούτου του Τμήματος Αξιολόγησης και Επιμόρφωσης με αρμοδιότητα στην αξιολόγηση του εκπαιδευτικού έργου και των εκπαιδευτικών, ως Πρόεδρος (πλέον, μετά την κατάργηση του Παιδαγωγικού Ινστιτούτου, ένας εκπρόσωπος του Υπουργείου Παιδείας και Θρησκευμάτων, ο οποίος ορίζεται από τον Υπουργό, ως Πρόεδρος - βλ.
άρθρο 20 παρ. 28 του ν. 3966/2011, Α" 118), ένας εκπρόσωπος της ΟΙΕΛΕ και ένας εκπρόσωπος της αντιπροσωπευτικότερης εργοδοτικής οργάνωσης ιδιοκτητών ιδιωτικών σχολείων. Η πρόταση της επιτροπής αυτής εκτελείται με απόφαση του διευθυντή της οικείας διεύθυνσης εκπαίδευσης. Σε περίπτωση απόλυσης για το λόγο αυτόν καταβάλλεται στους απολυόμενους εκπαιδευτικούς η προβλεπόμενη αποζημίωση από το άρθρο 30 παρ. 5 του ν.682/1977. iv) Κατά τη λήξη κάθε σχολικού έτους είναι δυνατή η καταγγελία της σύμβασης ενός εκπαιδευτικού ανά ιδιωτική εκπαιδευτική μονάδα και ανά βαθμίδα εκπαίδευσης.
Τα ιδιωτικά γυμνάσια και λύκεια της ίδιας έδρας, του ίδιου ιδιοκτήτη και με την ίδια διεύθυνση θεωρείται ότι αποτελούν ενιαία εκπαιδευτική μονάδα. Στους απολυόμενους εκπαιδευτικούς της περίπτωσης αυτής, καταβάλλεται η αυξημένη αποζημίωση που προβλέπεται στην παράγραφο 5. 4. Οι ιδιωτικοί εκπαιδευτικοί του πίνακα Α' του άρθρου 28 του παρόντος προτείνονται για πρόσληψη από τον ιδιοκτήτη του ιδιωτικού σχολείου και μετά την έγκριση της πρότασης από τον αρμόδιο Διευθυντή Εκπαίδευσης συνάπτουν σύμβαση ορισμένου χρόνου, η οποία αρχίζει από την ημέρα παροχής των υπηρεσιών από τον εκπαιδευτικό και λήγει την 1η Αυγούστου του έκτου έτους από την πρόσληψη του.
Κατά τη λήξη της εξαετίας και εφόσον η σύμβαση δεν καταγγελθεί σύμφωνα με το εδάφιο β" της παραγράφου 3 μετατρέπεται σε αορίστου χρόνου, οπότε είναι δυνατόν να καταγγελθεί σύμφωνα με το εδάφιο α' της ίδιας παραγράφου (όπως οι παρ. 2, 3, 4 αντικαταστάθηκαν με την παρ. 1 του άρθρου 13 του ν. 2986/2002, Α' 24 και, περαιτέρω, όπως το τελευταίο εδάφιο της παρ. 2 αντικαταστάθηκε με την παρ. 15 του άρθρου 47 του ν. 3848/2010, Α' 71 και όπως η περ. iv της παρ. 3 προστέθηκε με την παρ. 16 του άρθρου 47 του ν. 3848/2010). 5.
Διαρκούσης της συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου, η σύμβασις δύναται να καταγγελθή υπό του ιδιοκτήτου καταβαλλομένης αποζημιώσεως ενός μηνός δι' έκαστον έτος προσφοράς των υπηρεσιών του εις το αυτό σχολείον και μέχρις 25 ετών, υπολογιζόμενης και της υπηρεσίας του επί συμβάσει ορισμένου χρόνου. Οι αποχωρούντες ιδιωτικοί εκπαιδευτικοί, λόγω συμπληρώσεως του συνταξίμου χρόνου ή του 70ου έτους της ηλικίας των, δικαιούνται αποζημιώσεως ίσης προς το ήμισυ της προβλεπόμενης υπό της προηγουμένης παραγράφου δια την περίπτωσιν της καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας. 7.
Ιδιωτικοί εκπαιδευτικοί απομακρυνόμενοι ένεκα ανεπαρκείας περί την εκτέλεσιν των καθηκόντων των, διαπιστουμένης υπό του οικείου υπηρεσιακού συμβουλίου ή ένεκα επιβολής της πειθαρχικής ποινής της απολύσεως, ουδεμίας δικαιούνται αποζημιώσεως. 8. Ιδιωτικοί εκπαιδευτικοί διατελούντες επί σχέσει εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου και απολυόμενοι ένεκα καταργήσεως του σχολείου, εις το οποίον υπηρετούν, δεν δικαιούνται αποζημιώσεως. ...
Αρθρον 33 Λύσις της σχέσεως εργασίας 1. Η σχέσις εργασίας μεταξύ του ιδιοκτήτου ιδιωτικού σχολείου και του ιδιωτικού εκπαιδευτικού λύεται δια του θανάτου, της εκπτώσεως, της αποδοχής παραιτήσεως και της απολύσεως, μετά πράξιν του οικείου Επιθεωρητού. 2. Ο ιδιωτικός εκπαιδευτικός εκπίπτει αυτοδικαίως της υπηρεσίας, εάν κατεδικάσθη δι' αμετακλήτου αποφάσεως εις ποινήν συνεπαγομένην έκπτωσιν δια τους δημοσίους υπαλλήλους.
Παραίτησις ιδιωτικού εκπαιδευτικού κατά την διάρκειαν του διδακτικού έτους επιτρέπεται μόνον τη συναινέσει του ιδιοκτήτου ή δι' αποχρώντα λόγον εκτιμώμενον υπό του οικείου Επιθεωρητού. Η παραίτησις υποβάλλεται προς τον Επιθεωρητήν δια του ιδιωτικού σχολείου, η δε αποδοχή αυτής κοινοποιείται αμέσως προς τον ιδιοκτήτην, όστις υποχρεούται εντός 5 ημερών να υποβάλη πρότασιν περί διορισμού αντικαταστάτου.
Ο παραιτηθείς δεν δύναται να αποχωρήσει του σχολείου, προ της αναλήψεως των καθηκόντων του αντικαταστάτου, εκτός εάν παρήλθε μην από της υποβολής της παραιτήσεώς του και δεν του εγένετο κοινοποίησις της αποδοχής της. Οι διοριζόμενοι εις την δημοσίαν εκπαίδευσιν ιδιωτικοί εκπαιδευτικοί, λογίζονται αυτοδικαίως παραιτούμενοι εκ του ιδιωτικού σχολείου εις το οποίον υπηρετούν, άμα τη αναλήψει υπηρεσίας εις την δημοσίαν εκπαίδευσιν. 4.
Οι ιδιωτικοί εκπαιδευτικοί απολύονται εκ του ιδιωτικού σχολείου εις το οποίον υπηρετούν λόγω: α) σωματικής ή πνευματικής ανικανότητας, διαπιστουμένης υπό της οικείας κατά τόπον πρωτοβαθμίου υγειονομικής επιτροπής του Δημοσίου και μετ' ένστασιν του ενδιαφερομένου υπό της δευτεροβαθμίου υγειονομικής επιτροπής του Δημοσίου, ούσης υποχρεωτικής δια τον οικείον ασφαλιστικόν φορέα, β) συμπληρώσεως του 70ου έτους της ηλικίας των ή του χρόνου υπηρεσίας θεμελιούντος δικαίωμα προς λήψιν πλήρους συντάξεως εκ φορέως ασφαλίσεως των ιδιωτικών εκπαιδευτικών, γ) επιβολής της πειθαρχικής ποινής της απολύσεως υπό του οικείου πειθαρχικού συμβουλίου, δ) πράξεως τελεσθείσης υπό του ιδιωτικού εκπαιδευτικού εντός της προ του διορισμού του πενταετίας, συνιστώσης έλλειψιν, εις τον δημόσιον υπάλληλον προσηκόντων ηθικών προσόντων, μετ' απόφασιν του υπηρεσιακού συμβουλίου, ε) ανεπαρκείας περί την εκτέλεσιν των καθηκόντων των, διαπιστουμένη ν υπό του οικείου υπηρεσιακού συμβουλίου και στηριζομένην εις δύο τουλάχιστον υπηρεσιακάς εκθέσεις συντασσομένας υπό του οικείου επιθεωρητού και απέχουσας αλλήλων εν τουλάχιστον διδακτικόν έτος. 5.
Η απόλυσις των ιδιωτικών εκπαιδευτικών ένεκα πειθαρχικού παραπτώματος, ανεπαρκείας ή νόσου, επέρχεται από της κοινοποιήσεως της οικείας πράξεως εις τον ιδιωτικόν εκπαιδευτικόν. Η λύσις της σχέσεως εργασίας δια τους εκπαιδευτικούς της περιπτώσεως β' της παρ. 4 του παρόντος άρθρου, επέρχεται κατά την λήξιν του διδακτικού έτους".
Εξάλλου, στο άρθρο 11 παρ. 1 εδ. Δ" του ν. 1351/1983 (Α' 56), όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 62 παρ. 5 του ν. 1566/1985, ορίζεται ότι : "... είναι επιτρεπτή και έγκυρη απόλυση ιδιωτικών εκπαιδευτικών από τους ιδιοκτήτες των ιδιωτικών σχολείων στις εξής περιπτώσεις : 1) Για κατάργηση σχολείων. 2) Για κατάργηση τάξεων και τμημάτων τάξεων.
Στην περίπτωση αυτή είναι επιτρεπτή η απόλυση αυτών που έχουν τη μικρότερη προϋπηρεσία στην εκπαίδευση με την προϋπόθεση ότι θα καταβληθεί σε αυτούς η προβλεπόμενη αποζημίωση από το άρθρο 30 του ν. 682/1977. Από τις απολύσεις αυτές εξαιρούνται οι διδάσκοντες που είναι και ιδιοκτήτες των σχολείων. 3) Για συμπλήρωση του 70ου έτους της ηλικίας".
Τέλος, στο άρθρο 7 παρ. 2 του ν. 817/1978 (Α' 7) ορίζεται ότι : "Αι κατά την παρ. 5 του άρθρου 30 του ν. 682/1977 απολύσεις ενεργούνται κατόπιν δεκαπενθημέρου τουλάχιστον προειδοποιήσεως, επάγονται δε έννομα αποτελέσματα την 31η Αυγούστου του σχολικού έτους κατά το οποίον πραγματοποιούνται".
6. Περαιτέρω, με το άρθρο 1 παρ. 2 του ν. 4046/2012 "Εγκριση των σχεδίων Συμβάσεων Χρηματοδοτικής Διευκόλυνσης μεταξύ του Ευρωπαϊκού Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας, της Ελληνικής Δημοκρατίας και της Τράπεζας της Ελλάδος, του Σχεδίου του Μνημονίου Συνεννόησης μεταξύ της Ελληνικής Δημοκρατίας, της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και της Τράπεζας της Ελλάδος και άλλες επείγουσες διατάξεις για τη μείωση του δημοσίου χρέους και τη διάσωση της εθνικής οικονομίας" (Α' 28) εγκρίθηκαν, μεταξύ άλλων, τα αναφερόμενα στο άρθρο αυτό σχέδια του "Μνημονίου Οικονομικής και Χρηματοπιστωτικής Πολιτικής" και του "Μνημονίου Συνεννόησης στις Συγκεκριμένες Προϋποθέσεις Οικονομικής Πολιτικής".
Περαιτέρω, στην παρ. 6 του ίδιου άρθρου ορίστηκε ότι οι ρυθμίσεις που περιλαμβάνονται στο Κεφάλαιο Ε' παρ. 28 και 29 του πρώτου από τα ανωτέρω μνημόνια και στο Κεφάλαιο 4 του δεύτερου, όπως προσαρτήθηκαν ως παράρτημα V του νόμου, "συνιστούν πλήρεις κανόνες δικαίου άμεσης εφαρμογής" και ότι με αποφάσεις του Υπουργικού Συμβουλίου θα ρυθμιστεί "κάθε αναγκαίο ζήτημα για την εφαρμογή της παρούσας παραγράφου".
Στην πιο πάνω παρ. 29 του Κεφαλαίου Ε" του πρώτου μνημονίου στα απαιτούμενα για τη βελτίωση της αγοράς εργασίας μέτρα περιλαμβάνεται και "η αφαίρεση της "μονιμότητας" σε όλες τις παραδοσιακές συμβάσεις σε όλες τις εταιρείες. Η νέα νομική διάταξη θα μεταμορφώσει αυτομάτως τις συμβάσεις ορισμένου χρόνου (οι οποίες ορίζονται ως έχουσες λήξη κατά το όριο ηλικίας ή τη σύνταξη) σε συμβάσεις αορίστου χρόνου για τις οποίες ισχύουν οι κανονικές διαδικασίες απόλυσης".
Εξάλλου, στο Κεφάλαιο 4 του δεύτερου μνημονίου και ειδικότερα στο υποκεφάλαιο 4.1 περί διασφάλισης της ταχείας προσαρμογής της αγοράς εργασίας και ενίσχυσης των θεσμών της αγοράς εργασίας περιλαμβάνεται και η ακόλουθη "δέσμευση" : "Πριν την εκταμίευση, καταργούνται οι όροι περί μονιμότητας (συμβάσεις ορισμένου χρόνου που ορίζεται ότι λήγουν σε κάποιο όριο ηλικίας ή στη συνταξιοδότηση) που περιλαμβάνονται σε νόμο ή σε συμβάσεις εργασίας".
7. Στο άρθρο 5 παρ. 2 της, εκδοθείσας κατ' επίκληση του άρθρου 1 παρ. 6 του ν. 4046/2012 Πράξης Υπουργικού Συμβουλίου με αριθμό 6/28.2.2012 (Α' 38) ορίζεται ότι : "Από την 14.2.2012 διατάξεις νόμων ή κανονιστικών αποφάσεων, καθώς και όροι Συλλογικών Συμβάσεων και Διαιτητικών Αποφάσεων, Κανονισμών Εργασίας, Οργανισμών Προσωπικού και Αποφάσεων Διοίκησης επιχειρήσεων, που θεσπίζουν όρους που υποκρύπτουν μονιμότητα ή ρήτρες μονιμότητας παρεκκλίνοντας από τους γενικούς κανόνες της εργατικής νομοθεσίας ή/και προβλέπουν την εφαρμογή, αναλογική ή ευθεία, διατάξεων του Κώδικα περί Δημοσίων Υπαλλήλων, καταργούνται. ...". Οι παρατεθείσες εξαγγελίες της παρ. 29 του Κεφαλαίου Ε του πρώτου "μνημονίου" και στο υποκεφάλαιο 4.1 του 4ου Κεφαλαίου του δεύτερου "μνημονίου", παρά το γεγονός ότι αποτελούν, καταρχήν, μέρος του προγράμματος της ελληνικής κυβέρνησης για την περίοδο 2013 - 2016, συνιστούν πλήρεις κανόνες δικαίου άμεσης εφαρμογής κατά τη ρητή διάταξη του άρθρου 1 παρ. 6 του ν. 4046/2012, από πλευράς δε περιεχομένου, περιέχουν ρυθμίσεις κανονιστικού χαρακτήρα που δύνανται να τύχουν άμεσης εφαρμογής.? 8.
Συνεπώς, οι ρυθμίσεις αυτές αποτελούν κανόνες δικαίου, έχουν δε την ισχύ διατάξεων τυπικού νόμου. Εξάλλου, οι ανωτέρω διατάξεις των μνημονίων, έχουν την έννοια ότι με αυτές καταργούνται οι όροι εργασίας, με τους οποίους παρέχονται σε κατηγορίες εργαζομένων με σύμβαση ή σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου διαδικαστικές και ουσιαστικές εγγυήσεις έναντι των απολύσεων αυξημένες σε σχέση με αυτές που παρέχονται από την κοινή εργατική νομοθεσία, ιδίως δε το ν. 2112/1920 (Α' 67), ως ισχύει, ήτοι έγγραφη προειδοποίηση ή γνωστοποίηση της απόλυσης και αποζημίωση.
Οι διατάξεις αυτές, οι οποίες, όπως συνάγεται από το κείμενο των μνημονίων (βλ. Παράρτημα V 1 ΕΛΑ του ν. 4046/2012 "II. Ελλάδα - Μνημόνιο Οικονομικής και Χρηματοπιστωτικής Πολιτικής", ιδίως παρ. 28 και 29) δεν αποσκοπούν στη δημοσιονομική προσαρμογή, αλλά στην επίτευξη ευελιξίας στην αγορά εργασίας, με στόχο την τόνωση της ανταγωνιστικότητας των επιχειρήσεων, καταλαμβάνουν τους εργαζόμενους τόσο στο δημόσιο, όσο και στον ιδιωτικό τομέα της οικονομίας και, συνεπώς, καταλαμβάνουν, εφόσον δεν γίνεται σχετική διάκριση, και το διδακτικό προσωπικό των ιδιωτικών σχολείων γενικής εκπαίδευσης που υπηρετεί με σύμβαση ή σχέση εργασίας αορίστου χρόνου, διότι, σύμφωνα με τις, ισχύουσες μέχρι το ν. 4046/2012, ειδικές για τους εργαζόμενους αυτούς, διατάξεις των άρθρων 30 και 33 του ν. 682/1977, που παρατίθενται παραπάνω, η καταγγελία της ανωτέρω σύμβασης ή σχέσης εργασίας του προσωπικού αυτού (με την επιφύλαξη της ανωτέρω ειδικής, περιορισμένης εμβέλειας, διάταξης του άρθρου 30 παρ. 3 υποπαρ.
α' περ. IV του ν. 682/1977, που προστέθηκε με το άρθρο 47 παρ. 16 του ν. 3848/2010) μπορούσε να χωρήσει μόνο για τους προβλεπόμενους στο νόμο λόγους και μάλιστα με την τήρηση ειδικών, κατά περίπτωση, διαδικαστικών εγγυήσεων.
9. Περαιτέρω, με τις προαναφερθείσες διατάξεις του ν. 4093/2012 καταργήθηκαν οι διατάξεις των άρθρων 30 παρ. 5 του ν. 682/1977 και 7 παρ. 2 του ν. 817/1978, οι οποίες περιείχαν ειδικές, ευνοϊκότερες για τους ιδιωτικούς εκπαιδευτικούς, ρυθμίσεις. Περαιτέρω, η προπαρατεθείσα διάταξη του άρθρου 5 παρ. 2 της ΠΥΣ 6/2012 έχει την ίδια έννοια, όσον αφορά στην κατάργηση ή μη της ειδικής για τις απολύσεις των ιδιωτικών εκπαιδευτικών νομοθεσίας, με τις ανωτέρω διατάξεις των ν. 4046 και 4093/2012 (βλ ΑΠ 1364/2018,. ΣτΕ 2495/2002, 2633/2014).
10. Από τα άρθρα 669 παρ. 2 του ΑΚ, 1 του Ν. 2112/1920 και 1 και 5 του Ν, 3198/1955 προκύπτει ότι η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου είναι μονομερής αναιτιώδης δικαιοπραξία και συνεπώς το κύρος αυτής δεν εξαρτάται από την ύπαρξη ή την ελαττωματικότητα της αιτίας για την οποία έγινε, αλλά αποτελεί δικαίωμα του εργοδότη και του εργαζόμενου.
Η άσκηση όμως του δικαιώματος αυτού, όπως και κάθε δικαιώματος, υπόκειται στον περιορισμό του άρθρου 281 ΑΚ, δηλαδή της μη υπερβάσεως των ορίων που επιβάλλει η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, η υπέρβαση δε των ορίων αυτών καθιστά άκυρη την καταγγελία, σύμφωνα με τα άρθρα 174 και 180 του ΑΚ.
Εξάλλου, η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας από τον εργοδότη είναι άκυρη, ως καταχρηστική, όταν υπαγορεύεται από ταπεινά ελατήρια που δεν εξυπηρετούν τον σκοπό του δικαιώματος, όπως συμβαίνει στις περιπτώσεις που η καταγγελία οφείλεται σε εμπάθεια, μίσος ή έχθρα ή σε λόγους εκδικήσεως, συνεπεία προηγηθείσας νόμιμης, αλλά μη αρεστής στον εργοδότη, συμπεριφοράς του εργαζομένου, ή όταν γίνεται για οικονομικοτεχνικούς λόγους, δηλαδή για την αναδιοργάνωση της επιχειρήσεως του εργοδότη που καθιστά αναγκαία τη μείωση του προσωπικού, εφόσον οι λόγοι αυτοί είναι προσχηματικοί και υποκρύπτουν πράγματι μίσος, εμπάθεια ή κακοβουλία ή όταν είναι πραγματικοί, αλλά δεν έγινε επιλογή των απολυομένων με αντικειμενικά κριτήρια (υπηρεσιακά ή κοινωνικά).
Δεν συντρέχει, όμως, περίπτωση καταχρηστικής καταγγελίας όταν δεν υπάρχει γι' αυτή κάποια αιτία, αφού, ενόψει των όσων εκτέθηκαν για τον αναιτιώδη χαρακτήρα της καταγγελίας και την άσκηση αυτής καθ' υπέρβαση των ορίων του άρθρου 281 ΑΚ, για να θεωρηθεί η καταγγελία άκυρη ως καταχρηστική, δεν αρκεί ότι οι λόγοι που επικαλέστηκε γι' αυτή ο εργοδότης ήταν αναληθείς ή ότι δεν υπήρχε καμία εμφανής αιτία, αλλά απαιτείται η καταγγελία να οφείλεται σε συγκεκριμένους λόγους - που πρέπει να επικαλεστεί και να αποδείξει ο εργαζόμενος - εξαιτίας των οποίων η άσκηση του σχετικού δικαιώματος του εργοδότη υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλει το άρθρο 281 ΑΚ. (ΑΠ 1148/2017, 1268/2017, ΑΠ 521/2013).
11. Εξάλλου, αν η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας από τον εργοδότη συντελέστηκε υπό συνθήκες παράνομης και υπαίτιας προσβολής της προσωπικότητας του εργαζομένου ή συνιστούν αδικοπραξία, ο εργοδότης μπορεί να υποχρεωθεί να καταβάλει στο μισθωτό και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, κατά τις διατάξεις των άρθρων 57, 59, 330, 299, 932, 914, 281 του Α.Κ. και 5 παρ. 1 του Συντάγματος (ΑΠ 1148/2017, ΑΠ 84/2010, ΑΠ 1000/2017).
12.To Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, δέχθηκε τα ακόλουθα ουσιώδη, όσον αφορά τους ερευνώμενους αναιρετικούς λόγους: Η εναγομένη και ήδη εκκαλούσα διατηρεί ιδιωτικά εκπαιδευτήρια Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης στο ... και επί της οδού Κοραή αρ. 77.
Η ενάγουσα είναι εκπαιδευτικός, καθηγήτρια Φυσικής Αγωγής, και υπηρέτησε στο Ιδιωτικό Δημοτικό Σχολείο της εναγομένης ομορρύθμου εταιρείας. Ειδικότερα, διορίστηκε με την 26/14.12.2000 Πράξη του 1ου Γραφείου Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης (ΠΕ) Δ Αθήνας από 1.10.2000 για μια διετία, κατά τα σχολικά έτη 2000-2001 και 2001-2002, στη συνέχεια δε ο διορισμός της ανανεώθηκε για 4 ακόμη σχολικά έτη, με τη 17/2.10.2002 Πράξη του ίδιας Διεύθυνσης, και σε αορίστου χρόνου, από το σχολικό έτος 2006-2207, με την 21/2006 Πράξη της ίδιας Διεύθυνσης.
Το ωράριο διδασκαλίας της ενάγουσας ήταν κατά το χρόνο διορισμού της 8 ώρες εβδομαδιαίως, στη συνέχεια δε μετά από αλλεπάλληλες τροποποιήσεις, διαμορφώθηκε σε 18 ώρες διδασκαλίας εβδομαδιαίως από 11.9.2009 και για το σχολικό έτος 2009-2010 και μέχρι 31.8.2011, ύστερα από πρόταση του Ιδιωτικού Εκπαιδευτηρίου, με την ΠΕ 4158/22.10.2009 πράξη του 1ου Γραφείου ΠΕ.
Ακολούθως, κατά τις αρχές του σχολικού έτους 2011-2012 η εναγομένη ιδιοκτήτρια του Ιδιωτικού Δημοτικού Σχολείου πρότεινε στην ενάγουσα τη μείωση των εβδομαδιαίων διδακτικών ωρών από 18 ώρες σε 16 ώρες, πρόταση την οποία η ενάγουσα δεν αποδέχτηκε. Για το λόγο αυτό η ενάγουσα υπέβαλε προς τη Δ' Διεύθυνση Αθήνας την από 29.11.2011 αίτηση, για τη μη αποδοχή της μείωσης του ωραρίου της από 18 σε 16 ώρες την εβδομάδα.
Η Δ' Διεύθυνση Αθήνας με την πράξη 71/23.12.2011 αποφάσισε ομόφωνα "Να μην κάνει δεκτή την τροποποίηση του διοριστήριου της ιδιωτικής εκπαιδευτικού κ. Π. Π., κλάδου ΠΕ11, (μείωση του διδακτικού της ωραρίου κατά δύο ώρες εβδομαδιαίως), επειδή δε συναινεί προς τούτο με την Υπεύθυνη Δήλωση που κατέθεσε η εκπαιδευτικός, ως σαφώς ορίζει η με αριθμό Φ17/77936/Δ5/31-8-2010 Εγκύκλιος της Διεύθυνσης Ιδιωτικής Εκπαίδευσης του Υπουργείου Παιδείας Δια Βίου Μάθησης και Θρησκευμάτων".
Περαιτέρω, η ενάγουσα με τη με αριθμό πρωτ. 2437/23.2.2012 έγγραφη αναφορά της προς τη Δ' Διεύθυνση Π.Ε, ανάφερε ότι "στις 15.2.2012 αποχώρησε από τα εκπαιδευτήρια με άδεια κύησης η έτερη συνάδελφος φυσικής αγωγής. Δεδομένου ότι και οι δύο εργαζόμαστε με μειωμένο ωράριο ζητώ τη συμπλήρωση του ωραρίου μου άμεσα, αφού στο αίτημα η απάντηση της διεύθυνσης ήταν ότι δεν βγαίνει το πρόγραμμα και στο σχολείο εργάζονται ήδη δύο άλλες συνάδελφοι".
Επί της αναφοράς αυτής, η Δ' Διεύθυνση Π.Ε. με το με αριθμό πρωτ. 2437 α/23.2.2012 έγγραφο της απευθυνόμενο προς την ιδιοκτήτρια και νόμιμη εκπρόσωπο της εναγόμενης, ανάφερε τα ακόλουθα: "Κατόπιν του ανωτέρω συνημμένου σχετικού εγγράφου της κ. Π. Π., εκπ/κού Φυσικής Αγωγής των σχολείων σας, σας γνωρίζουμε ότι σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 31, 32 και 35 του Ν. 682/1977 καθώς και της 93516/Δ5/29.8.2007 εγκυκλίου ΥΠΕΠΘ, την οποία σας κοινοποιήσαμε δια τηλεομοιοτυπίας, οφείλετε: 1) Να καλύψετε την ήδη υπηρετούσα με 18/ωρο ωράριο διδασκαλίας κ.
Παπαδοπούλου Παναγιώτα με πλήρες ωράριο εργασίας και 2) Να προβείτε άμεσα, εντός δεκαημέρου από αποχωρήσεως της εκπ/κού κατά τα αναφερόμενα στο Ν. 682/77, στην αντικατάσταση της απούσης σε άδεια κύησης κ. Ροβολά με πρόταση διορισμού μιας αναπληρώτριας εκπ/κού". Μετά από τις παραπάνω ενέργειες, η εναγομένη υπέβαλε την από 16.3.2012 πρόταση για αναπλήρωση της κ.
Ρ. Μ. λόγω κύησης και λοχείας από την ενάγουσα, και η Δ' Διεύθυνση ΠΕ με την 4146/26-4-2012 "Ανακοίνωση διορισμού αναπληρώτριας σε ιδιωτικό σχολείο" αποφάσισε τον διορισμό της ενάγουσας ως αναπληρώτριας κλάδου ΠΕ 11 Φ. Αγωγής στο 1° Ιδιωτικό Δημ. Σχολείο "..." από 15.2.2012, ημερομηνία ανάληψης υπηρεσίας για έξι (6) ώρες διδασκαλίας εβδομαδιαίως, μέχρι επανόδου της αναπληρούμενης στη θέση της.
Στη συνέχεια, η ενάγουσα, με τη με αριθμό πρωτ. 7996/10.7.2012 καταγγελία της απευθυνόμενη προς τη Δ' Δ/νση ΠΕ Αθήνας και προς την Επιθεώρηση Εργασίας, ανάφερε ότι οι αποδοχές της περικόπτονται παρανόμως από τον Ιούλιο 2011. Στις 27.7.2012 η εναγομένη κοινοποίησε στην ενάγουσα καταγγελία της σύμβασης εργασίας της, σύμφωνα με τη διάταξη της περίπτωσης ιν της παρ. 3 του άρθρου 30 του ν. 682/1977, όπως ισχύει μετά το ν. 3848/2010, γνωστοποίησε δε σ' αυτήν, ότι από 31.8.2012 καταγγέλλει τη σύμβαση εργασίας της και ότι είχε ήδη καταθέσει στον τραπεζικό λογαριασμό της τη νόμιμη αποζημίωση απόλυσης, την οποία υπολόγισε στο ποσό των 13.125 ευρώ.
Από τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά αποδεικνύεται, ότι η ενάγουσα κατά το σχολικό έτος 2011-2012 επανειλημμένα προσέφυγε στην αρμόδια υπηρεσία Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης διεκδικώντας την ικανοποίηση των νόμιμων αιτημάτων της, που αφορούσαν το ωράριο διδασκαλίας της και τις μειώσεις των αποδοχών της, για τις οποίες η γνωμοδότηση του ΝΣΚ σχετικά με την εξομοίωση των μισθών των ιδιωτικών εκπαιδευτικών με αυτούς των δημοσίων εκπαιδευτικών εκδόθηκε το καλοκαίρι του 2012.
Η νόμιμη άσκηση των ως άνω δικαιωμάτων της ενάγουσας, συμβατή με τα εκπαιδευτικά της καθήκοντα και μη συνδεόμενη με την ομαλή και αποδοτική άσκηση της εργασίας της, δεν ήταν αρεστή στη διοίκηση του νομικού προσώπου της εναγομένης, είχε δε ως συνέπεια την καταγγελία της σύμβασης εργασίας της ενάγουσας, στην οποία προέβη η εναγομένη από λόγους εκδίκησης στο πρόσωπο της, λόγοι που δεν συνδέονται με το καλώς νοούμενο συμφέρον της εργοδότριας.
Με βάση τα παραπάνω περιστατικά η καταγγελία της ένδικης σύμβασης εργασίας, γενόμενη από λόγους εκδίκησης της εναγόμενης, υπερβαίνει προφανώς τα όρια που θέτουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη, ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του από το άρθρο 669 παρ. 2 του ΑΚ δικαιώματος της καταγγελίας. Περαιτέρω, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε, ότι η ενάγουσα παρείχε τις διδακτικές υπηρεσίες της με προθυμία, ζήλο και εργατικότητα, διαθέτοντας την απαιτούμενη και πρέπουσα συμπεριφορά, ήθος και αποδοτικότητα για την άσκηση του εκπαιδευτικού έργου τόσο έναντι των μαθητών, όσο και έναντι των γονέων αυτών και λοιπών συναδέλφων της.
Αντίθετα, δεν αποδείχθηκε ο ισχυρισμός της εναγομένης, τον οποίο επαναφέρει με το δεύτερο λόγο της έφεσής της, ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας της ενάγουσας υπαγορεύτηκε από καθαρά εργασιακά κριτήρια, εξαιτίας της αντιπαιδαγωγικής και απαράδεκτης συμπεριφοράς της. Ο ισχυρισμός αυτός, προς στήριξη του οποίου αόριστα και με ασάφεια κατέθεσαν οι μάρτυρες της εναγομένης, περί βίαιης και κακής συμπεριφοράς της ενάγουσας και μάλιστα αναφερόμενη σε χρονικό διάστημα τεσσάρων ετών περίπου πριν την επίδικη απόλυση, κρίνεται ως προσχηματικός και αβάσιμος, καθόσον οι καταθέσεις αυτές δεν ενισχύονται με περιστατικά έγερσης πειθαρχικής διαδικασίας κατά της εκπαιδευτικού, άσκησης του δικαιώματος της εργοδότριας-ιδιοκτήτριας του Ιδιωτικού Δημοτικού Σχολείου για λύση της αορίστου χρόνου εργασιακής σχέσης της ενάγουσας είτε λόγω ανεπάρκειας είτε λόγω διαταραχής του εκπαιδευτικού κλίματος του σχολείου που περιλαμβάνει και λόγους συμπεριφοράς και ποιότητας των παρεχόμενων υπηρεσιών.
Αντίθετα οι μάρτυρες της ενάγουσας κατέθεσαν με σαφήνεια και πλήρη γνώση πραγματικά περιστατικά για την πρέπουσα συμπεριφορά της ενάγουσας και την ποιότητα των εκπαιδευτικών της υπηρεσιών. Μετά τα παραπάνω, η καταγγελία της σύμβασης εργασίας της ενάγουσας είναι άκυρη ως καταχρηστική, η δε εναγομένη, από τότε που κατήγγειλε ακύρως τη σύμβαση εργασίας (στις 31.8.2012), μη αποδεχόμενη τις υπηρεσίες της ενάγουσας, όπως η άρνησή της αυτή εμπεριέχεται και στην καταγγελία περιήλθε σε υπερημερία και οφείλει να καταβάλει τους μισθούς (υπερημερίας) της ενάγουσας.
Ακολούθως, το Εφετείο δέχτηκε ως και κατ'ουσίαν βάσιμη την προταθείσα εκ μέρους της εναγομένης ένστασης συμψηφισμού και δεν επιδίκασε μισθούς υπερημερίας για λόγους που δεν ενδιαφέρουν εν προκειμένω.
13. Περαιτέρω το Εφετείο δέχτηκε ότι η εναγόμενη με την άνω γενόμενη από λόγους εκδίκησης άκυρη (ως καταχρηστική) καταγγελία, προσέβαλε παράνομα και υπαίτια την προσωπικότητα της ενάγουσας, γιατί μειώθηκε ηθικά έναντι των συναδέλφων της, των μαθητών της και των γονέων τους και θίχτηκε η επαγγελματική και κοινωνική υπόσταση, που αποτελούν εκφάνσεις της προσωπικότητάς της. Δικαιούται, συνεπώς, η ενάγουσα να αξιώσει από την εναγόμενη και χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη κατά τα άνω και πρέπει, για την αιτία αυτή, να επιδικασθεί το ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ το οποίο, λαμβάνοντας υπόψη την έκταση της ηθικής βλάβης, το είδος και το μέγεθος της υπαιτιότητας των αρμοδίων οργάνων της εναγόμενης, καθώς και τις συγκεκριμένες άνω συνθήκες, υπό τις οποίες έλαβε χώρα η καταγγελία και την οικονομική κατάσταση των διαδίκων, κρίνεται εύλογο (άρθρο 932 ΑΚ).
14. Με τις άνω παραδοχές, το Εφετείο ορθά, ως προς την καταχρηστικότητα της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας, υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά, που κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δέχθηκε ως αποδειχθέντα, στις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 174, 180, 281 ΑΚ τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφήρμοσε και κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα διαλαμβάνοντας στην απόφασή του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο.
Ειδικότερα δε η παραπάνω καταγγελία έγινε από λόγους εκδικητικότητας στο πρόσωπο της αναιρεσίβλητης, επειδή είχε προηγηθεί η άσκηση νομίμων δικαιωμάτων της ως εκπαιδευτικού και δη η ενεργός αντίδρασή της στις περικοπές των ωρών διδασκαλίας, των αποδοχών της ως ιδιωτικού εκπαιδευτικού και η διαμαρτυρία και η ενεργοποίησή της μέσω της δ/νσης της ιδιωτικής εκπαίδευσης.
Περαιτέρω, με όσα δέχθηκε επίσης το Εφετείο ως προς την πρόκληση ηθικής βλάβης λόγω προσβολής της προσωπικότητας εξαιτίας της ως άνω αδικοπρακτικής συμπεριφοράς τα εναγόμενης, η οποία επικαλέσθηκε αβασίμως για την καταγγελία της συμβάσεως εργασίας την επαγγελματική ανεπάρκεια της ενάγουσας, ορθά υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά που κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δέχθηκε ως αποδεχθέντα στις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 57, 59, 932 ΑΚ τις οποίες ουδόλως παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, στο δε αποδεικτικό του πόρισμα κατέληξε διαλαμβάνοντας στην απόφασή του επαρκείς αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο.
Και αυτό, διότι στην προσβαλλόμενη απόφαση διαλαμβάνονται πραγματικά περιστατικά συμπεριφοράς προσβλητικά της ενάγουσας που μειώνουν αυτήν ως άτομο και εργαζόμενη στον επαγγελματικό ή κοινωνικό κύκλο και έχουν ως αποτέλεσμα την πρόκληση ηθικής βλάβης. Εξάλλου, από το προαναφερόμενο περιεχόμενο της ένδικης αγωγής προκύπτει ότι η ενάγουσα για τη θεμελίωση τα στηριζόμενης στο άρθρο 932 ΑΚ αξίωσης της για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης επικαλέστηκε ότι η καταχρηστική και παράνομη καταγγελία της συμβάσεως εργασίας της από την εναγομένη εργοδότριά της, υπό τις περιγραφόμενες σ' αυτή συνθήκες, προσέβαλε παράνομα και υπαίτια την προσωπικότητά της ως εργαζόμενης, καθόσον με την καταχρηστική και παράνομη απόλυσή της μειώθηκε ηθικά έναντι των συναδέλφων της, των μαθητών της και των γονέων τους και θίχτηκε η επαγγελματική και κοινωνική της υπόσταση, που αποτελούν εκφάνσεις της προσωπικότητάς της.
Υπό την επίκληση των παραπάνω πραγματικών περιστατικών, η αγωγή, κατά την άνω αξίωσή της, είναι επαρκώς ορισμένη, περιέχουσα τα αναγκαία, κατά τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 57, 59, 932 ΑΚ στοιχεία, και επομένως, αβασίμως ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα με τον τρίτο λόγο αναίρεσης ότι με το να κρίνει η προσβαλλόμενη απόφαση ως ορισμένο και νόμιμο το κονδύλιο αυτό της αγωγής, απορρίπτοντας το σχετικό λόγο εφέσεώς της με τον οποίο παραπονέθηκε για την απόρριψη με την εκκαλουμένη απόφαση της περί αοριστίας του κονδυλίου αυτού ένστασής της την οποία υπέβαλε πρωτοδίκως και επανέφερε νομίμως στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία από όσα απαιτούνται για την πλήρωση του πραγματικού της ουσιαστικού κανόνα δικαίου διάταξης του άρθρου 932 ΑΚ και υπέπεσε στην αποδιδόμενη σε αυτό, πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
Επομένως, οι από το άρθρο 559 αρ. 1, 8 και 14, αληθώς όμως μόνο από τους αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ πρώτος, τρίτος και τέταρτος λόγοι αναίρεσης είναι αβάσιμοι. 15. Από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 340 ΚΠολΔ συνάγεται ότι το δικαστήριο για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπ' όψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για άμεση ή έμμεση απόδειξη, χωρίς να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, κατ' αντιδιαστολή προς τα λοιπά έγγραφα και εν γένει προς τα άλλα αποδεικτικά μέσα, τα οποία φέρονται ότι ελήφθησαν υπόψη προς σχηματισμό της κρίσης του.
Δεν αποκλείεται, βέβαια, το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξαίρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της, κατά την ελεύθερη κρίση του, μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να γίνεται αδίστακτα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασης ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νόμιμα οι διάδικοι.
Η παράβαση της υποχρέωσης αυτής ιδρύει το λόγο της αναίρεσης του άρθρου 559 αρ.11 περ. γ' ΚΠολΔ υπό την αποκλειστική προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός, που επικαλείται ο διάδικος ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού μόνο ένα τέτοιο (ουσιώδες) γεγονός καθίσταται αντικείμενο απόδειξης (ΟλΑΠ 2/2008 και 14/2005).
16.Με τον δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 11 περ. γ' του ΚΠολΔ, επειδή το Εφετείο για το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος, με βάση το οποίο έκρινε ότι η ένδικη καταγγελία της σύμβασης της ενάγουσας ιδιωτικού εκπαιδευτικού είναι άκυρη ως καταχρηστική δεν έλαβε υπόψιν τα ακόλουθα αποδεικτικά μέσα: 1) την ένορκη μαρτυρική κατάθεση της μάρτυρος Α.
Σ., 2) τις με αρ. 4260 και 4261/8.2.2013 ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων Μαρίας Ροβόλα (εκπαιδευτικού κλάδου ΠΕ11 του δημοτικού σχολείου των εκπαιδευτηρίων της εναγομένης) και Σ. Π. (υπαλλήλου της γραμματείας της εναγομένης), που δόθηκαν ενώπιον του Συμβολαιογράφου ... Γ. Σ., μετά από νομότυπη και προ 24 ωρών γνωστοποίηση και κλήση της αναιρεσίβλητης να παραστεί, 3) την από 19.2.2012 αναφορά των γονέων μαθητών στα εκπαιδευτήρια της εναγομένης Α.
Σ., Ε. Δ. και Κ. Κ., προς την αρμόδια διεύθυνση Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης, 4) την από 10.7.2012 έγγραφη γνωστοποίηση της εναγομένης προς την αναιρεσίβλητη ότι θα καταγγελθεί η σύμβασή της. Στην προκειμένη περίπτωση από την διαλαμβανόμενη στην απόφαση βεβαίωση προκύπτει, ότι το Εφετείο, για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, ως προς το κρίσιμο για την έκβαση του προκείμενου λόγου αναιρέσεως ζήτημα, έλαβε υπόψη του " 1) τις καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων, που περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, 2) τη με αριθμό 1299/8.2.2013 ένορκη βεβαίωση, που λήφθηκε ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών με την επιμέλεια της ενάγουσας και κατόπιν νόμιμης και εμπρόθεσμης κλήτευσης της αντιδίκου (βλ.
την 10257/10.1.2013 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Ι. Α.). 3) τις με αριθμούς 4260, 4261/8.2.2013 ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον του συμβολαιογράφου ... Γ. Σ., που λήφθηκαν με την επιμέλεια της εναγόμενης κατόπιν νόμιμης και εμπρόθεσμης κλήτευσης της ενάγουσας (βλ την 1673/7.2.2013 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου ..., Ι.
Τ.), και από όλα ανεξαιρέτως τα προσκομιζόμενα νομίμως και επικαλούμενα από τους διαδίκους έγγραφα.." Επίσης, από την επισκόπιση των προτάσεων, που η αναιρεσείουσα ως εκκαλούσα κατέθεσε στο εφετείο, προκύπτει ότι αυτή πράγματι είχε επικαλεστεί νόμιμα όλα τα παραπάνω έγγραφα. Από αυτά, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν μνημονεύει ειδικά τα , ως άνω, υπό στοιχ. 3 και 4 έγγραφα, ούτε τα αξιολογεί χωριστά, εφόσον άλλωστε, δεν είχε ειδική προς τούτο υποχρέωση, σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί στην προηγούμενη νομική σκέψη.
Όμως, παρά την απουσία ειδικής αναφοράς στα παραπάνω αποδεικτικά στοιχεία, από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει με βεβαιότητα και χωρίς αμφιβολία, δηλαδή καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του και όλα τα έγγραφα τα οποία συνεκτίμησε μαζί με όλες τις λοιπές αποδείξεις.
Συνεπώς ο 2ος λόγος είναι αβάσιμος.
17. Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτής (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 4-4-2018 αίτηση περί αναιρέσεως της 3886/2017 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών . -Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στην πληρωμή χιλίων οχτακοσίων (1.800) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 25 Φεβρουαρίου 2020.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 16 Απριλίου 2020.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ