Supreme Court dismisses appeal on common sense error, ruling literacy and reading are linked skills.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court rejected the appellants' request to overturn the Second Instance Court's decision regarding the validity of a secret will. The appellants argued that the testator lacked the capacity to read, claiming this violated common sense principles, while the opposing party contended the will was valid. The court ruled that the appellants' argument was merely an evidentiary evaluation error rather than a violation of common sense, as literacy and reading are intrinsically linked skills.
Legislator headnote
AI generatedArticles 1738, 1748 of the Civil Code; The court may err in the evaluation of evidence without violating common sense, as common sense applies to the application of legal rules to facts, not to the assessment of whether facts support a legal conclusion.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 392 / 2018 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 392/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, και Γεώργιο Παπανδρέου, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 15η Νοεμβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1.Γ. Μ. του Κ., 2. Α. Μ. του Γ., κατοίκου ..., που παραστάθηκαν μετά του πληρεξούσιου δικηγόρου Παναγιώτη Πάσχου.
Της αναιρεσίβλητης: Α. Κ. του Κ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε μετά του πληρεξούσιου δικηγόρου Στυλιανού Κόκιου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 24-10-2012 και 15-11-2012 αγωγές των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:4697/2013 και 4700/2013 αντίστοιχα του ιδίου Δικαστηρίου, με τις οποίες διετάχθη ο χωρισμός του αιτήματος των αγωγών και παρέπεμψαν τις αγωγές προς εκδίκαση στο καθ' ύλην αρμόδιο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Με τις από 12-9-2013 κλήσεις εοπανήλθαν προς συζήτηση οι ως άνω αγωγές ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:1468/2014 του ιδίου Δικαστηρίου, 5099/2015 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες, με την από 18-7-2016 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης, να απορριφθεί, καθένας δε να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1). Με την από 18-7-2016 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα 5099/2015 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών(τακτικής διαδικασίας), με την οποία έγινε δεκτή κατ` ουσία έφεση της εναγομένης -εφεσίβλητης κατά της 1468/2014 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών )και απορρίφθηκαν οι από 24-10-2012 και 15-11-2012 αγωγές των εναγόντων - αναιρεσειόντων ως προς το αίτημα αναγνώρισης ακυρότητας μυστικής διαθήκης. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566 § 1 Κ.Πολ.Δ και καταβλήθηκε το προσήκον παράβολο του Δημοσίου, όπως προκύπτει από την 720/2016 έκθεση κατάθεσης δικογράφου του Γραμματέα του Εφετείου Αθηνών. Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577§1 Κ.Πολ.Δ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577§3 Κ.Πολ.Δ).
2)Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 1738 ΑΚ για την κατάρτιση μυστικής διαθήκης, ο διαθέτης εγχειρίζει στο συμβολαιογράφο, ενώ είναι παρόντες τρεις μάρτυρες ή δεύτερος συμβολαιογράφος και ένας μάρτυρας, έγγραφο δηλώνοντας προφορικά ότι περιέχει την τελευταία του βούληση. Το έγγραφο που εγχειρίζεται, γραμμένο από το διαθέτη ή από άλλο πρόσωπο, πρέπει με την επιφύλαξη της περίπτωσης του άρθρου 1744 ΑΚ, να φέρει την υπογραφή του διαθέτη.
Αν είναι το κείμενο γραμμένο ολικά ή μερικά από άλλον, πρέπει να φέρει την υπογραφή του διαθέτη και σε κάθε ημίφυλλο. Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 1741 ΑΚ, το έγγραφο που εγχειρίζεται ή το περικάλυμμα του, αν δεν είναι σφραγισμένο έτσι που να μη μπορεί να ανοιχτεί χωρίς ρήξη ή βλάβη του σφραγίσματος, πρέπει να σφραγιστεί μπροστά στο διαθέτη και στα πρόσωπα που συμπράττουν, ενώ κατ` άρθρο 1743 ΑΚ για την κατάρτιση της μυστικής διαθήκης πρέπει να συνταχθεί πράξη.
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 1748 ΑΚ, όποιος δεν είναι ικανός να διαβάζει δεν μπορεί να συντάξει μυστική διαθήκη. Ανίκανος να διαβάζει νοείται, όχι μόνον εκείνος που δεν γνωρίζει να γράφει, αλλά και εκείνος που από αδυναμία οφθαλμών ή άγνοια γλώσσας ή άγνοια ανάγνωσης εκείνων που μπορεί να γράψει αντιγράφοντας ένα σχέδιο και γενικά από οποιαδήποτε αιτία, αδυνατεί να διαβάσει και να κατανοήσει τα όσα έγραψε.(ΑΠ 73/2015).Η αδυναμία ανάγνωσης αφορά οποιαδήποτε γραπτό κείμενο και όχι μόνο το χειρόγραφο.
Ο λόγος στον οποίο οφείλεται η αδυναμία ανάγνωσης είναι αδιάφορος. Εξ` άλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ, αναίρεση επιτρέπεται και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Από την εν λόγω διάταξη που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης, ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα δικαίου του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις αναγόμενες μόνον στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή μόνον το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.
Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με συνεκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν αιτιολογία της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος.
Στην προκειμένη περίπτωση από την επισκόπηση του προσκομιζομένου αντιγράφου της προσβαλλομένης απόφασης, προκύπτει ότι με αυτή, το Εφετείο μετά από την ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Την 30η.4.2010 πέθανε στο … σε ηλικία 80 ετών (βλ. Την .../10-5-2010 ληξιαρχική πράξη θανάτου του ληξιάρχου του Δήμου …) η Α.
Τ. το γένος Κ. Μ., κάτοικος, όσο ζούσε, …. Ο θάνατός της προήλθε από έμφραγμα του μυοκαρδίου, όπως αναφέρεται στην οικεία ληξιαρχική πράξη. Κατά το χρόνο του θανάτου της άφησε, ως μοναδικούς πλησιέστερους συγγενείς της, μεταξύ άλλων τους ενάγοντες, εκ των οποίων ο πρώτος, Γ. Μ. είναι αδελφός της και εξ αδιαθέτου κληρονόμος της και η δεύτερη, Α.
Μ., ανιψιά της, γνήσιο τέκνο του πρώτου ενάγοντος, τον ανιψιό της και επίσης εξ αδιαθέτου κληρονόμο της Χ. Τ., γνήσιο τέκνο της προαποβιωσάσης αδελφής της Δ. Τ. και την ανήλικη μικρανιψιά της Δ. Τ. του Α., ο οποίος είχε προαποβιώσει της θείας του Α. Τ.. Ο Χ. Τ. απεβίωσε την 5-4-2011 και δυνάμει της από 24- 6-2010 ιδιόγραφης διαθήκης του, που δημοσιεύτηκε νόμιμα εγκατέστησε μοναδική κληρονόμο του σε όλη την περιουσία του την δεύτερη ενάγουσα, η οποία αποδέχτηκε την κληρονομιά του.
Ως εκ τούτου τόσο ο πρώτος ενάγων, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμος της Α. Τ., όσο και η δεύτερη ενάγουσα Α. Μ., ως εκ διαθήκης κληρονόμος του εξ αδιάθετου κληρονόμου της Α. Τ., οι οποίοι θα κληθούν στην κληρονομιά της, σε περίπτωση που αυτή θα ήταν άκυρη, νομιμοποιούνται κατ' αρχήν και έχουν έννομο συμφέρον ενεστώς για την άσκηση των ένδικων αγωγών, παρά τον αντίθετο ισχυρισμό της εκκαλούσας, που είχε προταθεί πρωτοδίκως και είχε απορριφθεί και που επαναφέρεται στο παρόν Δικαστήριο με τον τέταρτο λόγο της έφεσης της, πού είναι συνεπώς αβάσιμος και απορριπτέος για το λόγο αυτό.
Αποδείχθηκε επίσης ότι η αποβιώσασα κατέλειπε την από 6-4-2010 μυστική διαθήκη της, την οποία είχε εγχειρήσει στη συμβολαιογράφο Κρωπίας Β. Ζ. και συντάχθηκε η .../2010 πράξη της κατάθεσης μυστικής διαθήκης. Η διαθήκη της αυτή που είναι γραμμένη σε ηλεκτρονικό υπολογιστή και έχει υπογραφεί από την ίδια τη διαθέτη δημοσιεύτηκε νόμιμα από το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών με το …/3.12.2010 πρακτικό του.
Με τη διαθήκη εγκαταστάθηκαν κληρονόμοι της η πρώτη από τους αρχικούς εναγομένους, Α. Κ., κόρη του εξαδέλφου της διαθέτη Κ. Κ., ο ήδη αποβιώσας ανιψιός της Χ. Τ., γενική και αποκλειστική κληρονόμος του οποίου είναι η δεύτερη ενάγουσα, όπως προαναφέρθηκε, και ο (μη διάδικος εδώ) δεύτερος εναγόμενος Ν. Μ., που ήταν βαφτιστικός της.
Ειδικότερα στη διαθήκη της όριζε ως προς τη διαδοχή της τα εξής: "... .Η Α. Κ. του Κ. και της Δ., στην οποία έχω μεγάλη υποχρέωση για τις φροντίδες της σε μένα και σύζυγο μου, να λάβει το διαμέρισμα που έχω στο Χαλάνδρι στην οδ … αριθ. … στον … (…ο) όροφο επιφανείας 65 τ.μ., το ισόγειο κατάστημα που έχω στο Χαλάνδρι στην οδό … αριθμ.
…, επιφανείας 21 τ.μ. καθώς επίσης την αποθήκη επιφανείας 10 τ.μ. και τη θέση στάθμευσης επιφανείας 24 τ.μ. που έχω στο υπόγειο της ίδιας πολυκατοικίας στην οδό … αριθ. … στο Χαλάνδρι. Ο ανεψιός μου Χ. Τ. του Κ. να λάβει το διαμέρισμα που έχω στο Χαλάνδρι στην οδό … αριθ. … στο … επιφανείας 26 τ.μ., καθώς και το μερίδιο μου (50% εξ αδιαιρέτου) του οικοπέδου με σπίτι που έχω στην Παραλία Μαραθώνος και συνορεύει με αυτό της αδελφής μου.
Ο βαφτιστικός μου Ν. Μ. του Χ. και της Ε. να λάβει το μερίδιο μου (50% εξ αδιαιρέτου) του διαμερίσματος που έχω στην Αθήνα στην οδό … αριθ. … στον … (…ο) όροφο επιφανείας 31τ.μ.. Κάθε άλλο περιουσιακό στοιχείο που τυχόν βρεθεί μετά τον θάνατο μου και δεν περιέχεται στη διαθήκη μου αυτή να λάβει η ανεψιά μου Α. Κ.
του Κ. και της Δ.. Στον σύζυγο μου Ε. Τ. δεν αφήνω κανένα περιουσιακό στοιχείο διότι έχει δική του περιουσία και διότι το σπίτι όπου κατοικούμε στην … και είναι στο όνομά του οικοδομήθηκε με δικά μου χρήματα... ". Οι εφεσίβλητοι ισχυρίστηκαν ότι η διαθέτης ήταν αγράμματη, δεν μπορούσε να γράψει και να διαβάσει και συνεπώς ήταν ανίκανη να συντάξει διαθήκη μυστική.
Περί του θέματος αυτού, κατά την προφορική συζήτηση των αγωγών στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο ο δεύτερος εναγόμενος, επίσης τιμώμενος με την επίμαχη διαθήκη, καταθέτοντας ανωμοτί, κατέθεσε ότι η νονά του δεν γνώριζε να διαβάζει, καθόσον ήταν αγράμματη και το ίδιο εξέθετε και στις από 19-12-2013 προτάσεις του ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου.
Ο μάρτυρας των εναγόντων, επίσης, κατέθεσε στο ίδιο δικαστήριο ότι η ίδια η διαθέτης του είχε πει, το έτος 2007, που την γνώρισε, ότι δεν ξέρει γράμματα και του ζήτησε να γράψει μόνος του το τηλέφωνο του για να τον καλέσει ο σύζυγος της για κάποια εργασία που χρειάζονταν να γίνει στην οικία τους στον …. Ο μάρτυρας της εναγομένης από την άλλη πλευρά, δικηγόρος, κατέθεσε ότι γνώριζε την διαθέτη τα τελευταία τρία χρόνια πριν από τον θάνατο της, αφού της παρείχε, μετά τον θάνατο του δικηγόρου της, νομικές συμβουλές και ότι γνώριζε αυτή να διαβάζει, καθώς ενώπιόν του είχε διαβάσει την επαγγελματική κάρτα του, σχολιάζοντας το γεγονός ότι είναι δικηγόρος "Παρ' Αρείω Πάγω", ενώ σε ένα συμβόλαιο σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας, που του είχε προσκομίσει ζήτησε να της εξηγήσει την έννοια της λέξης "παράρτημα", που είχε διαβάσει η ίδια σε αυτό και επίσης είχε χρησιμοποιήσει μπροστά του την ατζέντα της για να τηλεφωνήσει.
Αποδείχθηκε εξάλλου ότι η διαθέτης φοίτησε από την Β' τάξη και μετά στο …° Δημοτικό Σχολείο της …' Περιφέρειας Αθηνών, τα αρχεία του οποίου τηρεί το …° Δημοτικό Σχολείο Αθηνών και αποφοίτησε από αυτό το έτος 1943, όπως αυτό προκύπτει από το αριθ. πρωτ. …/13-5-2014 πιστοποιητικό σπουδών της Διευθύντριας του Σχολείου Β.
Κ., ενώ από το αριθ. πρωτ. …/13-2-2015 πιστοποιητικό σπουδών του Διευθυντή του ίδιου Σχολείου Ι. Σ. προκύπτει ότι ολοκλήρωσε τη φοίτηση της σε όλες τις τάξεις από την Β' έως την ΣΤ' Δημοτικού. Το πιστοποιητικό αυτό αφορά συγκεκριμένα την (τότε) μαθήτρια Α. Μ. του Κ. που γεννήθηκε το έτος 1930 και ως εκ τούτου συμφωνούν με τα στοιχεία της άνω διαθέτη το ονοματεπώνυμο της, το πατρώνυμο και η χρονολογία της γέννησης της.
Οι εφεσίβλητοι αμφισβητούν το πιστοποιητικό αυτό για το λόγο ότι δεν αναφέρεται το όνομα και το γένος της μητέρας της, παρά το γεγονός ότι συνηθίζονταν να αναγράφεται στα Βιβλία των σχολείων όχι μόνο το όνομα της μητέρας αλλά και το επάγγελμα του πατέρα. Αυτό όμως δεν είναι βάσιμο, καθώς όπως προκύπτει από την αριθ.
πρωτ. …/14-8-2014 απάντηση της Διευθύντριας του …ου Δημοτικού Σχολείου Β. Κ. προς την …' Δ/νση Π.Ε. Αθηνών, που δόθηκε κατόπιν ερωτημάτων που έθεσαν στο Υπουργείο Παιδείας οι εφεσίβλητοι και προσκομίζεται από τους ίδιους στο Δικαστήριο, το όνομα της μητέρας δεν αναφέρονταν σε κανένα από τα τηρούμενα Βιβλία του παραπάνω Σχολείου.
Επίσης αμφισβητούν το γεγονός ότι υπήρχαν ανοικτά σχολεία τότε στην περίοδο της Κατοχής, πλην όμως από τα παραπάνω πιστοποιητικά προκύπτει τόσο ότι λειτουργούσαν σχολεία και τότε, έστω και ελλιπώς, όσο και κυρίως ότι διδάσκονταν σε όλες τις τάξεις, και εκείνα τα χρόνια, οπωσδήποτε τα μαθήματα των Ελληνικών και των Μαθηματικών, με μόνη διάκριση ότι το συγκεκριμένο, τουλάχιστον, σχολείο κατά τα έτη 1,940-1943 λειτουργούσε ετησίως μόνο για δύο και όχι για τέσσερα δίμηνα (βλ.
ως προς το τελευταίο την αριθ. πρωτ. …/17- 2-2015 βεβαίωση του Διευθυντή του …ου Δημοτικού Σχολείου Ι. Σ., που επίσης επικαλούνται και προσκομίζουν οι εφεσίβλητοι). Το γεγονός δε ότι η διαθέτης αποφοίτησε από το παραπάνω Δημοτικό Σχολείο επιβεβαίωσε και η Σ. Μ. στην προαναφερόμενη ένορκη κατάθεση της, που προσκόμισε η εκκαλούσα στο παρόν Δικαστήριο το πρώτον, κατά την οποία, σε σχετική συζήτηση που είχε με τη διαθέτη όταν την γνώρισε, της είχε αναφέρει που και πότε φοίτησε σ Δημοτικό Σχολείο, εκφράζοντας τη θλίψη της που δεν είχε προχωρήσεις περισσότερο στα γράμματα, αλλά πήγε μόνο στο Δημοτικό.
Την συζήτησή τους αυτή δεν την είχε μεταφέρει στην εκκαλούσα ποτέ και την ανακάλεσε στη μνήμη της όταν έμαθε για τα προβλήματα που είχε η τελευταία με τη διαθήκη της Α. Τ.. Η μαρτυρία της δε αυτή, που έλαβε χώρα μετά την έκδοση της πρωτοβάθμιας απόφασης, έδωσε στην εκκαλούσα τη δυνατότητα να διερευνήσει την ακρίβεια όσων της ανέφερε για τη διαθέτη απευθυνόμενη στο παραπάνω σχολείο.
Οι εφεσίβλητοι ισχυρίζονται ότι ο πρώτος ενάγων και η αδελφή τους και από πολλών ετών αποβιώσασα, Δ. Τ., μητέρα του Χ. Τ., είχαν φοιτήσει στο Δημοτικό Σχολείο και μάλλον στο …°, πάντως όχι στο …° από όσο θυμάται ο πρώτος ενάγων, και σίγουρα δεν φοίτησε ποτέ σε σχολείο η αδελφή τους Α.. Τα γεγονότα όμως αυτά που προβάλουν ώστε να ανταποδείξουν το ότι η Α.
Τ. δεν φοίτησε πράγματι στο παραπάνω Δημοτικό Σχολείο, ούτε αποφοίτησε από αυτό, δεν αποδείχτηκαν από κανένα αποδεικτικό στοιχείο και σε κάθε περίπτωση δεν παρέχεται από αυτούς καμία εξήγηση ως προς το ότι μόνο τα δύο αδέλφια φοίτησαν στο σχολείο και όχι και η. αδελφή τους Α.. Πέραν των ανωτέρω, από τα οποία κατ' αρχήν τεκμαίρεται ότι η διαθέτης αποφοιτώντας από το Δημοτικό Σχολείο έμαθε τουλάχιστον να γράφει και να διαβάζει, αποδείχτηκε επίσης ότι η διαθέτης υπέγραφε κανονικά με το επίθετο της, όποτε και όπου έπρεπε να θέσει την υπογραφή της, ενώ η γραφή της ήταν συνεχόμενη, στρωτή και με ευανάγνωστα γράμματα, χρησιμοποιώντας τόσο πεζά όσο και κεφαλαία γράμματα, Επίσης στην .../2010 πράξη κατάθεσης της επίμαχης διαθήκης στη συμβολαιογράφο Κρωπίας Β.
Ζ., την οποία είχε υπογράψει η θανούσα αναφέρονται τα ακόλουθα: "Δήλωσε επίσης η διαθέτιδα ενώπιον εμού και των άνω μαρτύρων ότι ο φάκελος εμπεριέχει την μυστική της διαθήκη που είναι η τελευταία βούληση της, και η οποία έχει γραφεί κατά την ειδική προς τούτο δήλωση της, από έμπιστο φιλικό της πρόσωπο, με τον ηλεκτρονικό υπολογιστή (computer) καθ' υπαγόρευσή της, την οποία διάβασε από αρχής μέχρις τέλους, καθότι γνωρίζει ανάγνωση, την βεβαίωσε και την υπέγραψε στο τέλος του όλου κειμένου των διατάξεών της".
Επίσης η διαθέτης συμβαλλόμενη σε πολλά συμβόλαια, που συντάχθηκαν από διαφορετικούς συμβολαιογράφους, δεν δήλωσε ποτέ ότι είναι αγράμματη και δήλωνε πάντα ότι γνώριζε γραφή και ανάγνωση (βλ. το .../1977 συμβόλαιο αγοραπωλησίας ακινήτου του συμβολαιογράφου Αθηνών Γ. Π., την …/1984 πράξη σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας του συμβολαιογράφου Αθηνών Α.
Π., το …/2001 συμβόλαιο αγοραπωλησίας ακινήτου της συμβολαιογράφου Μαραθώνα Κ. Κ. - Μ., το …/2001 συμβόλαιο αγοραπωλησίας ακινήτου του συμβολαιογράφου Αθηνών Π. Ξ. και είχε προβεί στη σύνταξη της .../1997 δημόσιας διαθήκης της ενώπιον συμβολαιογράφου Αθηνών Σ. Κ., που επίσης είχε υπογράψει). Επίσης είχε υπογράψει, βεβαιώνοντας ότι το διάβασε και το από 25-9-2005 μισθωτήριο συμβόλαιο.
Το γεγονός δε ότι κατά την σύνταξη των συμβολαίων παρίστατο πάντοτε, μέχρι που απεβίωσε, ο δικηγόρος της Ν. Κ., δεν αναιρεί την πεποίθηση ότι η διαθέτης ήταν ικανή να διαβάζει, τουλάχιστον δακτυλογραφημένα κείμενα, δεδομένου και του ότι αφενός η παράσταση με δικηγόρο είναι πάντα απαραίτητη στα συμβόλαια που αφορούν ακίνητα και αφετέρου διότι η διαθέτης οπωσδήποτε δεν είχε γνώσεις νομικές ώστε να αντιλαμβάνονται τη νομική σημασία και ερμηνεία των εκάστοτε νομικών όρων.
Από όλα τα ανωτέρω δημιουργείται πλήρης δικανική πεποίθηση στο Δικαστήριο περί του ότι η διαθέτης μπορούσε να διαβάζει και συνεπώς δεν είναι άκυρη η επίμαχη μυστική διαθήκη της για το λόγο ότι αυτή δεν ήταν πλήρως ικανή να την αναγνώσει. Η ομολογία του δεύτερου εναγόμενου ότι η νονά του ήταν αγράμματη δεν κλονίζει την πεποίθηση αυτή του Δικαστηρίου περί της ικανότητας της διαθέτη να διαβάζει δεδομένου μάλιστα του ότι είναι λίαν συνηθισμένο οι) προχωρημένης ηλικίας άνθρωποι, ιδίως όσοι έχουν φοιτήσει στην πρωτοβάθμια εκπαίδευση μόνο και δεν καλλιέργησαν τις ικανότητες της γραφής και της ανάγνωσης ιδιαίτερα.
στην πορεία της ζωή τους να ζητούν, από νεώτερους που ξέρουν περισσότερα και βλέπουν καλύτερα να γράψουν γι' αυτούς, χωρίς αυτό να συνεπάγεται και ανικανότητά τους να διαβάζουν, όπως απαιτείται προκειμένου η διαθήκη να είναι άκυρη, κατά τα προαναφερθέντα στην παραπάνω αντίστοιχη νομική σκέψη. Άλλωστε εάν πράγματι συνέβαινε αυτό και εφόσον ως μάρτυρας στη μυστική διαθήκη της παρίστατο και ο δικηγόρος της, που την συμβούλευε επί τρία έτη, θα κατάρτιζε δημόσια και όχι μυστική διαθήκη, αφού ούτως ή άλλως είχε πάει σε συμβολαιογράφο και υπήρχαν μάρτυρες.
Σημειώνεται εν προκειμένω ότι δεν παρίσταται αναγκαίο να διαταχθεί από το Δικαστήριο η αναβολή της συζητήσεώς της εφέσεως, εωσότου περατωθεί αμετάκλητα η ποινική δίκη που ανοίχθηκε με την από 20-6-2014 έγκληση της εκκαλούσας σε βάρος όλων των μαρτύρων των εφεσιβλήτων, του δεύτερου εναγόμενου στις αγωγές (και μη διαδίκου εδώ) και των ίδιων των εφεσιβλήτων και την συνακόλουθη ποινική δίωξη που κινήθηκε εναντίον τους ,για τις πράξεις της ψευδορκίας μάρτυρα, της ψευδούς ανωμοτί καταθέσεως και της ηθικής αυτουργίας στις πράξεις αυτές, (άρθρο 250 ΚΠολΔ), όπως ζητούν οι εφεσίβλητοι, καθόσον τα παρατιθέμενα αποδεικτικά μέσα κρίνονται επαρκή για το σχηματισμό της δικανικής κρίσης του παρόντος Δικαστηρίου και πρέπει να απορριφθεί μετά από αυτά το σχετικό αίτημα των εφεσιβλήτων.
Πρωτοβάθμιο δικαστήριο Συνεπώς το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλούμενη απόφασή του έκανε δεκτή την αγωγή, κατά την ανωτέρω βάση της και αναγνώρισε ότι η επίμαχη μυστική είναι άκυρη για τον παραπάνω λόγο ,έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων που τέθηκαν υπόψη του''.
4)Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο δέχθηκε ως τυπικά και ουσιαστικά βάσιμη την έφεση της εναγομένης - ήδη αναιρεσίβλητης - κατά της εκκληθείσας πρωτοβάθμιας απόφασης, την οποία εξαφάνισε και απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμες τις ένδικες αγωγές των αναιρειόντων, (αναγνωριστικές ακυρότητας μυστικής διαθήκης, της ανίκανης να διαβάζει διαθέτιδος).
Έτσι που έκρινε το Εφετείο σε σχέση με το ουσιώδες ζήτημα του κύρους της επίμαχης διαθήκης δεν παραβίασε με εσφαλμένη εφαρμογή τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1738, 1739, 1740, 1741, 1743, 1748 Α.Κ., τις οποίες ορθώς εφάρμοσε, καθόσον υπάρχει στην απόφασή του νομική ακολουθία μεταξύ των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά από αυτήν και υπήχθησαν στις παραπάνω διατάξεις και του συμπεράσματος του δικανικού συλλογισμού.
Περαιτέρω, το Εφετείο δε στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού διέλαβε σ ' αυτήν ως προς το ίδιο ουσιώδες ζήτημα επαρκείς αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή των παραπάνω διατάξεων, τις οποίες εφάρμοσε με τις σαφείς παραδοχές ότι η διαθέτης αποφοίτησε το έτος 1943 από εξατάξιο δημοτικό σχολείο, όπως αποδεικνύεται από τα μνημονευόμενα σχετικά πιστοποιητικά, από τα οποία κατ' αρχήν τεκμαίρεται ότι αποφοιτώντας έμαθε τουλάχιστον να γράφει και να διαβάζει και στη συνέχεια προς ενίσχυση του εν λόγω τεκμηρίου μνημονεύοντας τα υπόλοιπα αναφερόμενα ανωτέρω έγγραφα (συμβόλαια κλπ) καταλήγει ότι από όλα τα ανωτέρω δημιουργείται πλήρης δικανική πεποίθηση στο Δικαστήριο ότι η διαθέτης κατά το χρόνο σύνταξης της επίμαχης διαθήκης μπορούσε να διαβάζει τουλάχιστον δακτυλογραφημένα κείμενα χωρίς να απαιτήσει για την κρίση της λιγότερα στοιχεία από αυτά που απαιτεί το άρθρο 1748 ΑΚ για το κύρος της μυστικής διαθήκης.
Εξάλλου η αναφορά στο σκεπτικό της απόφασης ότι όποιος δεν είναι ικανός να γράφει δεν μπορεί να συντάξει μυστική διαθήκη δεν αντίκειται στη σχετική παραδοχή του εφετείου ότι η διαθέτης εγνώριζε να γράφει και να διαβάζει τελειώνοντας εξατάξιο δημοτικό σχολείο έστω και υπό τις αναφερόμενες αντίξοες μεταπολεμικές - κατοχικές συνθήκες και κατά το χρόνο σύνταξης της μυστικής διαθήκης ενόψει της παραδοχής ότι "Από όλα τα ανωτέρω δημιουργείται πλήρης δικανική πεποίθηση στο Δικαστήριο περί του ότι η διαθέτης μπορούσε να διαβάζει και συνεπώς δεν είναι άκυρη η διαθήκη της για το λόγο ότι αυτή δεν ήταν πλήρως ικανή να την αναγνώσει".
Τέλος η σαφής ανωτέρω κρίση του εφετείου δεν καθίσταται ενδοιαστική από την αναφορά ότι σύνηθες φαινόμενο άτομα μεγάλης ηλικίας με περιορισμένες γραμματικές γνώσεις (απόφοιτοι δημοτικού σχολείου)να ζητούν από νεότερα άτομα να γράφουν για λογαριασμό τους, καθόσο αυτό δεν αποτελεί αντίφαση στην παραδοχή ότι η διαθέτης μπορούσε να διαβάζει, αλλά επιχειρήματα του δικαστηρίου προς αντίκρουση αντίθετου ισχυρισμού των εκκαλούντων τα οποία (επιχειρήματα) δεν αποτελούν αιτιολογίες και δεν πλήττονται αναιρετικώς σύμφωνα με προεκτεθείσα σκέψη.
Επομένως, όσα αντίθετα υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες με το πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, αποδίδοντας στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια της παραβίασης του από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια της έλλειψης νόμιμης βάσης λόγω ελλιπών και ανεπαρκών αιτιολογιών ως προς το παραπάνω ουσιώδες ζήτημα είναι αβάσιμα.
5)Τα διδάγματα της κοινής πείρας, δηλαδή οι αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων, που συνάγονται από την παρατήρηση του καθημερινού βίου, την επιστημονική έρευνα και την επαγγελματική ενασχόληση, μπορούν να χρησιμοποιηθούν είτε για την ερμηνεία των κανόνων δικαίου, είτε για να εξακριβωθεί η βασιμότητα πραγματικών περιστατικών, που αποτέλεσαν το αντικείμενο της απόδειξης (άρθρο 336 παρ.4 ΚΠολΔ.), είτε για να γίνει, μετά την εξακρίβωση της βασιμότητας αυτών υπαγωγή τους σε νομικούς κανόνες.
Κατά δε το άρθρο 559 αρ.1β' ΚΠολΔ., η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας δημιουργεί λόγο αναιρέσεως αν το δικαστήριο της ουσίας παρέβη δίδαγμα της κοινής πείρας, που αφορά την ερμηνεία κανόνα ουσιαστικού δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε αυτόν. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, που για να είναι ορισμένος, πρέπει να αναφέρονται σ' αυτόν τα διδάγματα της κοινής πείρας που παραβιάσθηκαν, όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παρέλειψε να χρησιμοποιήσει διδάγματα από την κοινή πείρα, έστω και αυτεπάγγελτα για την ανεύρεση της αληθινής έννοιας κανόνα δικαίου ή για την υπαγωγή σε αυτόν των πραγματικών γεγονότων, όχι όμως όταν το δικαστήριο παραβαίνει τα διδάγματα αυτά κατά την εκτίμηση των αποδείξεων. (ΑΠ 195/2017).
Με τον δεύτερο λόγου της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αρ. 1β 'του άρθρου 559 ΚΠολΔ., της παραβίασης των διδαγμάτων της κοινής πείρας από το δικαστήριο της ουσίας κατά την υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών, που δέχθηκε ανελέγκτως, στους κανόνες του άρθρου 1748 Α.Κ.
στη συνδρομή των όρων του οποίου στήριξε το αποδεικτικό του πόρισμα ότι ήταν έγκυρη η επίμαχη διαθήκη, καθόσον δέχθηκε ότι η διαθέτης εγνώριζε να διαβάζει καθώς και ότι η επίμαχη μυστική γραμμένη σε υπολογιστή που φέρει την υπογραφή της διαθέτη) διαθήκη της είναι έγκυρη ενώ σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας απαραίτητη και τις βασικές αρχές της παιδαγωγικής επιστήμης που έχουν καταστεί κοινό κτήμα ,οι ικανότητες γραφής και ανάγνωσης είναι αλληλένδετες και ,απλώς αποτελούν διαφορετικές εκφάνσεις της ικανότητας χρήσης του κοινώς αποδεκτού κώδικα διατύπωσης του προφορικού λόγου (αλφάβητο).
Οι ικανότητες αυτές ως σύνολο χαρακτηρίζουν κάποιον εγγράμματο άνθρωπο και διδάσκονται συγχρόνως, αφού η μια ικανότητα προυποθέτει την άλλη. Σύμφωνα με τα διδάγματα αυτά, κάποιος που δεν γνωρίζει να γράφει θεωρείται εξ ορισμού ανίκανος να διαβάσει αφού η ανικανότητα γραφής καταδεικνύει την εκ μέρους του άγνοια του κώδικα αποτύπωσης του προφορικού λόγου.
Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, καθόσον τα ανωτέρω συμπεράσματα δεν έχουν χαρακτήρα διδάγματος κοινής πείρας με την προεκτεθείσα έννοια, αλλά αποτελούν απλά επιχειρήματα για τη στήριξη των απόψεων των αναιρεσειόντων περί της ακυρότητας της επίμαχης διαθήκης, επειδή η διαθέτης, που υπέγραψε αυτήν ιδιοχείρως, δεν γνώριζε ανάγνωση και γραφή, δεν χρησιμοποιήθηκαν δε κατά την υπαγωγή στους παραπάνω κανόνες ουσιαστικού δικαίου πραγματικών περιστατικών, αλλά όπως προκύπτει από το περιεχόμενό τους, η μη χρησιμοποίησή τους ανάγεται στην εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων για την εξακρίβωση της βασιμότητας των πραγματικών περιστατικών της υπόθεσης.
Κατ' ακολουθίαν αυτών, πρέπει η ένδικη αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί, να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ., που προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ. 2 του ν. 4055/2012, παραβόλου και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες, ως ηττηθέντες διάδικοι, στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176, 183 και 191 παρ.2 ΚΠολΔ.), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.-
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 18-7-2016 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 5099/2015 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 7 Φεβρουαρίου 2018.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 21 Φεβρουαρίου 2018.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ