392/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΕπειδή, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 62 εδ. α', 73, 159 αριθ. 2, 160 αριθ. 1, 516 αριθ. 1 ΚΠολΔ. και της διατάξεως του άρθρου 35 Α.Κ., η οποία ορίζει την παύση της υπάρξεως του φυσικού προσώπου με το θάνατο αυτού, συνάγεται ότι σε άσκηση εφέσεως δικαιούται και φυσικό πρόσωπο από τα αναφερόμενα στο άρθρο 516 παρ. 1 ΚΠολΔ. που είναι εν ζωή, πράγμα το οποίο βέβαια σημαίνει ότι δικόγραφο εφέσεως, που φέρει ως εκκαλούντα πρόσωπο που πέθανε πριν από το χρόνο καταθέσεώς του -με την οποία κατ' άρθρο 495 παρ. παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ συντελείται η άσκηση της εφέσεως- είναι άκυρο, ως τέτοιο, η δε ακυρότητά του αυτή, αναγόμενη σε έλλειψη της υπό του άρθρου 62 εδ. α' ΚΠολΔ ικανότητας του προσώπου να είναι διάδικο, εξετάζεται και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σύμφωνα με το άρθρο 73 του ΚΠολΔ.
Legislator headnote
AI generated392/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της παρούσας δίκης (άρθρο 561 παρ.2 του ΚΠολΔ), η έφεση των εναγομένων Ε. Β. Ζ., Α. Ζ. και Ε. Σ. Ζ. κατά της 53/2004 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής, με την οποία έγινε δεκτή η διεκδικητική κυριότητας ακινήτου αγωγή του ενάγοντος-εφεσιβλήτου Χ.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 392 / 2012 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 392/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο, Χ. Δημάδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη και Κωνσταντίνο Τσόλα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Νοεμβρίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. Α. Φ. του Χ. και 2. Λ. Φ. του Χ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Λαππά.
Των αναιρεσίβλητων: 1. Σ. Ζ. του Ε., κατοίκου ..., 2. Α. Ζ. του Σ., κατοίκου ... και 3. Ε. Ζ. του Σ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ηρακλή Αλεξόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1085-483Μ/23-9-1992 αγωγή του αρχικού διαδίκου Χ. Φ. του Λ., που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Χαλκιδικής. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 162/1993 μη οριστική, 53/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1232/2005 μη οριστική, 1172/2007 οριστική του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 3-1-2008 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Κωνσταντίνος Τσόλας ανέγνωσε την από 15-10-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, κατά παραδοχή των πιο κάτω λόγων της.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Επειδή, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 62 εδ. α', 73, 159 αριθ. 2, 160 αριθ. 1, 516 αριθ. 1 ΚΠολΔ. και της διατάξεως του άρθρου 35 Α.Κ., η οποία ορίζει την παύση της υπάρξεως του φυσικού προσώπου με το θάνατο αυτού, συνάγεται ότι σε άσκηση εφέσεως δικαιούται και φυσικό πρόσωπο από τα αναφερόμενα στο άρθρο 516 παρ. 1 ΚΠολΔ. που είναι εν ζωή, πράγμα το οποίο βέβαια σημαίνει ότι δικόγραφο εφέσεως, που φέρει ως εκκαλούντα πρόσωπο που πέθανε πριν από το χρόνο καταθέσεώς του -με την οποία κατ' άρθρο 495 παρ. παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ συντελείται η άσκηση της εφέσεως- είναι άκυρο, ως τέτοιο, η δε ακυρότητά του αυτή, αναγόμενη σε έλλειψη της υπό του άρθρου 62 εδ. α' ΚΠολΔ ικανότητας του προσώπου να είναι διάδικο, εξετάζεται και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σύμφωνα με το άρθρο 73 του ΚΠολΔ.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της παρούσας δίκης (άρθρο 561 παρ.2 του ΚΠολΔ), η έφεση των εναγομένων Ε. Β. Ζ., Α. Ζ. και Ε. Σ. Ζ. κατά της 53/2004 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής, με την οποία έγινε δεκτή η διεκδικητική κυριότητας ακινήτου αγωγή του ενάγοντος-εφεσιβλήτου Χ.
Φ., ασκήθηκε στις 28-9-2004, ενώ ο πρώτος εκκαλών απεβίωσε σε χρόνο προγενέστερο, δηλαδή, στις 29-2-2004. Για το λόγο αυτό η έφεση ως προς τον πρώτο εκκαλούντα απορρίφθηκε ως απαράδεκτη με την 1232/2005 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, ενώ η έφεση ως προς τους δεύτερη και τρίτο των εκκαλούντων έγινε δεκτή, εξαφανίστηκε η εκκαλούμενη απόφαση μόνο κατά το μέρος που αφορούσε τους τελευταίους και τάχθηκαν σε βάρος των διαδίκων τα οικεία θέματα αποδείξεως σχετικά με την ένσταση ιδίας κυριότητας που πρότειναν οι εναγόμενοι και την αντένσταση διακοπής της κτητικής παραγραφής που πρότεινε ο ενάγων.
Μετά τη διεξαγωγή των αποδείξεων εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή κατ' αποδοχή της πιο πάνω ενστάσεως ιδίας κυριότητας των εναγομένων-εκκαλούντων. Οι αναιρεσείοντες, μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του ενάγοντος Χ. Φ., που πέθανε στις 29-4-2007, ήτοι μετά τη συζήτηση στο Εφετείο (8-12-2006) και πριν την έκδοση της προσβαλλόμενης αποφάσεως, με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, κατά το δεύτερο μέρος του, αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από τον αριθ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι το Εφετείο, απορρίπτοντας την ένδικη αγωγή στο σύνολό της, παρά το νόμο, δεν κήρυξε την ακυρότητα της εφέσεως ως προς τον πρώτο εκκαλούντα Ε.
Β. Ζ., ο οποίος είχε πεθάνει πριν την άσκησή της. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, αφού, όπως προαναφέρθηκε, η έφεση απορρίφθηκε ως απαράδεκτη με την 1232/2005 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, ενώ αναφορά στο απαράδεκτο της εφέσεως του πρώτου εκκαλούντος έκανε και η προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία και εξέτασε την υπόθεση στην ουσία της στα πλαίσια που όρισε η προηγούμενη (1232/2005) απόφαση, δηλαδή ως προς τους λοιπούς, εκτός του πρώτου εκκαλούντος, διαδίκους.
Το γεγονός και μόνο ότι στο διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως αναφέρεται ότι η αγωγή απορρίπτεται, χωρίς περαιτέρω διευκρίνιση (ως προς τους ποιους εναγομένους αφορά), δεν σημαίνει ότι απορρίπτεται και ως τον πρώτο (αποβιώσαντα) εκκαλούντα, όπως εσφαλμένα υπολαμβάνουν οι αναιρεσείοντες, γι' αυτό και προσάπτουν την ανωτέρω αιτίαση, αφού, όπως προαναφέρθηκε, η εκκαλούμενη απόφαση είχε εξαφανιστεί μόνο ως προς τους δεύτερη και τρίτο εκκαλούντες και εξυπακούεται ότι αυτούς αφορούσε η μετέπειτα δίκη.
Εφόσον, επομένως, η έφεση απορρίφθηκε από το Εφετείο ως απαράδεκτη ως προς τον πρώτο εκκαλούντα η αναίρεση κατά το μέρος που στρέφεται κατά του πρώτου αναιρεσιβλήτου ως μοναδικού αυτού κληρονόμου, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη.
2.- Επειδή, κατ' άρθρο 976 ΑΚ, σε πράγμα που βρίσκεται στη νομή άλλου η νομή αποκτάται με παράδοση που γίνεται με την βούληση του νομέα. Η μεταβίβαση, συνεπώς, της νομής, η οποία έχει χαρακτήρα αφηρημένο, δεν εξαρτάται από την μεταβίβαση και της κυριότητας, εκτός αν αυτή τέθηκε ως αίρεση για την μεταβίβαση και της νομής.
Δεν αποκλείεται, επομένως, να αναληφθεί από προσύμφωνο η υποχρέωση συνάψεως οριστικής συμφωνίας πωλήσεως ενός ακινήτου και συγχρόνως με την σύναψη του προσυμφώνου να μεταβιβαστεί με παράδοση και σχετική συμφωνία η νομή του ακινήτου σε εκείνον προς τον οποίο προσυμφωνήθηκε η πώλησή του. Εάν η μεταβίβαση αυτή της νομής δεν εξαρτήθηκε από την σύναψη της οριστικής συμφωνίας ή την μεταβίβαση της κυριότητας, εκείνος στον οποίο παραδόθηκε η νομή γίνεται αμέσως νομέας και μπορεί να αποκτήσει με έκτακτη χρησικτησία την κυριότητά του, αφού η νομή είχε αποσυνδεθεί από την ενοχική αξίωση προς εκπλήρωση του προσυμφώνου και από την απόκτηση της κυριότητας στο ακίνητο.
Τίποτε δε δεν αποκλείει, στην περίπτωση αυτή, την χωριστή εκχώρηση της απαίτησης από το προσύμφωνο, κατά τα άρθρα 455 επ. ΑΚ, χωρίς και την σύγχρονη μεταβίβαση στον εκδοχέα και της νομής. Η μεταβίβαση όμως της νομής δεν γίνεται με μόνη τη σύμβαση της εκχώρησης της ενοχικής απαιτήσεως προς εκπλήρωση του προσυμφώνου πωλήσεως και μεταβιβάσεως του ακινήτου, αλλά γι' αυτήν χρειάζεται και παράδοση της νομής με την βούληση του, ως τότε νομέα, εκχωρητή.
Εξάλλου κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, έλλειψη νόμιμης βάσεως, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της αποφάσεως, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.
Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός αναιρέσεως, όταν από τις παραδοχές της αποφάσεως δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν εφαρμόσθηκε ορθώς ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου.
Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της παρούσας δίκης, προκύπτουν τα εξής: Ο αρχικώς ενάγων Χ. Φ., στην δικονομική θέση του οποίου έχουν υπεισέλθει μετά τον θάνατό του οι αναιρεσείοντες, ισχυρίστηκε, με την απευθυνόμενη στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Χαλκιδικής από 23-9-1992 αγωγή του, ότι έγινε συγκύριος των περιγραφομένων τριών κληροτεμαχίων (υπ' αριθμ. 915, 916 και 917), τα οποία αποτελούν ενιαίο κτήμα, κατά τα 50/60 εξ αδιαιρέτου από αγορά από τους αληθινούς κυρίους δυνάμει των αναφερομένων δύο συμβολαίων, που έχουν νόμιμα μεταγραφεί, τα οποία συντάχθηκαν σε εκτέλεση του .../1957 προσυμφώνου του συμβολαιογράφου Αρναίας Λ.
Μακρή, με το οποίο οι πωλητές είχαν αναλάβει την υποχρέωση να μεταβιβάσουν την κυριότητα των ακινήτων αυτών στον Ε. Ζ. (αρχικώς πρώτο εναγόμενο), και του .../1980 εκχωρητηρίου συμβολαίου με το οποίο ο τελευταίος του είχε μεταβιβάσει όλα τα δικαιώματα από το εν λόγω προσύμφωνο και ότι εναγόμενοι κατέλαβαν και κατέχουν τα επίδικα ακίνητα, αρνούμενοι την απόδοση.
Γι' αυτό και ο ενάγων ζητούσε, εκτός των άλλων που δεν ενδιαφέρουν εν προκειμένω, να αναγνωριστεί η κυριότητά του στα πιο πάνω ακίνητα κατά το ανωτέρω ποσοστό εξ αδιαιρέτου και να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι σε απόδοσή τους. Οι εναγόμενοι Α. Ζ. και Ε. Σ. Ζ. και ήδη αναιρεσίβλητοι με τις προτάσεις τους στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο ισχυρίστηκαν, ότι έγιναν συγκύριοι των επίδικων δύο ακινήτων (915 και 916 κληροτεμαχίων) κατά τα 30/60 εξ αδιαιρέτου με έκτακτη χρησικτησία, αφού τα κατείχε με διάνοια κυρίου ο άμεσος δικαιοπάροχός τους Ε.
Ζ. από το 1957, που καταρτίστηκε το πιο πάνω προσύμφωνο και του παραδόθηκε η νομή τους, και μέχρι το 1985, οπότε μεταβίβασε σ' αυτούς, λόγω δωρεάς, δυνάμει των νομίμως μεταγεγραμμένων συμβολαίων την ψιλή κυριότητα των 30/60 εξ αδιαιρέτου των δύο ακινήτων, παρακρατήσας εφ' όρου ζωής την επικαρπία επ' αυτών, οι οποίοι και συνέχισαν να τα νέμονται κατά το ως άνω ποσοστό εξ αδιαιρέτου μέχρι την άσκηση της αγωγής (1992).
Ο αρχικώς ενάγων προς αντίκρουση της πιο πάνω ενστάσεως πρόβαλε με τις προτάσεις στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο τον ισχυρισμό, τον οποίο και στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο επανέφερε με τις προτάσεις του, ότι με το πιο πάνω εκχωρητήριο .../1980 ο (δικαιοπάροχος των ως άνω εναγομένων) Ε. Ζ. του μεταβίβασε όλα τα δικαιώματά του από το προσύμφωνο, μεταξύ των οποίων και το δικαίωμα νομής του επί των επίδικων ακινήτων, και του παρέδωσε αμέσως, μετά την κατάρτιση του εκχωρητηρίου, την νομή αυτών, συμφώνησαν δε να παραμείνει ο εκχωρητής στα επίδικα ακίνητα, κάνοντας χρήση της υπάρχουσας οικίας για την διαμονή του, δυνάμει χρησιδανείου, όπως προκύπτει και από τον όρο του εκχωρητηρίου "ότι δεν θα είχε ο εκδοχέας δικαίωμα πώλησης του κτήματος μέχρι το θάνατο του εκχωρητή" και ότι κατά συνέπεια δεν συμπληρώθηκε (στο πρόσωπο του Ε.
Ζ.) ο χρόνος χρησικτησίας, αφού από 1968 (που ήταν δυνατή η έναρξη χρησικτησίας για κληροτεμάχια) και μέχρι το 1980, που ο τελευταίος αποξενώθηκε εκουσίως από την νομή αυτών, δεν παρήλθε ο απαιτούμενος χρόνος χρησικτησίας. Όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης με αυτή έγιναν δεκτά τα ακόλουθα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά:
Κατά την οριστική διανομή του αγροκτήματος "Προσφόριον" της κτηματικής περιοχής Ουρανούπολης Χαλκιδικής παραχωρήθηκε στην Ε. Κ. από το Ελληνικό Δημόσιο γεωργικός κλήρος, αποτελούμενος από τα υπ' αριθμ. 915, 916 και 917 κληροτεμάχια, εμβαδού 4.620, 3.230 και 1.450 τμ, αντιστοίχως, τα οποία και αποτελούσαν ενιαίο αγρό.
Η εν λόγω κληρούχος απεβίωσε κατά το 1942 και τα τέκνα της Γ. και Κ. Κ., οι οποίοι ήταν οι μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι της, με το .../1957 προσύμφωνο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αρναίας Λουκά Μακρή, υποσχέθηκαν να μεταβιβάσουν κατά κυριότητα λόγω πωλήσεως, μετά την άρση των κωλυμάτων της αγροτικής νομοθεσίας, στον Ε.
Ζ. τα ανωτέρω κληροτεμάχια 915 και 916 και τμήμα του 917 κληροτεμαχίου, εμβαδού 636 τμ, αντί τιμήματος 10.000 δραχμών, το οποίο και καταβλήθηκε κατά την σύνταξη του προσυμφώνου. Συγχρόνως με την σύναψη του προσυμφώνου μεταβιβάστηκε με παράδοση και σχετική συμφωνία η νομή των ως άνω ακινήτων στον Ε. Ζ., ο οποίος έκτοτε τα είχε στην νομή του.
Ο τελευταίος με το .../13-11-1980 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Ιερισσού Βιργινίας Χασάπη, εκχώρησε στον ενάγοντα Χ. Φ. τα δικαιώματά του από το παραπάνω προσύμφωνο, αντί συμφωνηθέντος τιμήματος 1.000.000 δραχμών. Ακολούθως, το Εφετείο δέχεται, αναφορικά με τον προταθέντα ισχυρισμό του αρχικώς ενάγοντος, ότι είχε τα επίδικα ακίνητα στην νομή του από το 1980, που καταρτίστηκε το εκχωρητήριο, και μέχρι το 1984 που αποβλήθηκε από την νομή τους με δικαστική απόφαση, ότι ο Ε.
Ζ. δεν παρέδωσε μετά την κατάρτιση του εκχωρητηρίου την νομή των επίδικων ακινήτων (915 και 916 κληροτεμαχίων) στον εκδοχέα Χ. Φ., αλλά εξακολούθησε να νέμεται αυτά και κατά τον κρίσιμο χρόνο (1980-1984) ο ίδιος για δικό του λογαριασμό, ενεργώντας τις μνημονευόμενες πράξεις νομής, μετά δε το 1985 και μέχρι το 1988 συνέχισαν να νέμονται αυτά κατά τα 30/60 εξ αδιαιρέτου οι ειδικοί (δυνάμει δωρητηρίων συμβολαίων), διάδοχοί του (δεύτερος και τρίτος εναγόμενοι), οι οποίοι έτσι έγιναν συγκύριοι των ακινήτων αυτών κατά τα ως άνω ποσοστά εξ αδιαιρέτου με έκτακτη χρησικτησία, αφού από το 1968 και μέχρι το 1988 συμπληρώθηκε ο απαιτούμενος χρόνος χρησικτησίας.
Ο εκδοχέας, όπως το Εφετείο δέχεται, έκανε (μετά το 1980) χρήση μέρους των επίδικων ακινήτων κατά τους θερινούς μήνες για παραθερισμό με την οικογένειά του, ενώ παράλληλα έκανε και διάφορες εργασίες βελτιώσεως αυτών πάντοτε για εξυπηρέτηση του Ε. Ζ. και με την συναίνεση του τελευταίου. Περαιτέρω το Εφετείο αναφορικά με την πιο πάνω σύμβαση εκχωρήσεως δέχεται, επί λέξει, τα εξής: "καθόσον αφορά την σύμβαση εκχωρήσεως των δικαιωμάτων του Ε.
Ζ. από το .../1957 προσύμφωνο οπωσδήποτε η σύμβαση εκχωρήσεως είναι ενοχική σύμβαση χωρίς δηλαδή οποιαδήποτε συνέπεια εμπράγματης μορφής. Εξάλλου, η μεταβίβαση της νομής προαπαιτεί συμφωνία περί τούτου και υλική παράδοσή της, είναι δε ιδιαίτερα σημαντικό το ότι πουθενά στο εκχωρητήριο δεν γίνεται λόγος για μεταβίβαση και παράδοση, εκ μέρους του εκχωρητή στον εκδοχέα, της νομής των ακινήτων στα οποία αναφέρεται το .../1957 προσύμφωνο, καίτοι νομέας αυτών ήταν ήδη από το έτος 1957 ο εκχωρητής Ε.
Ζ.. Είναι πλέον ή βέβαιο ότι, αν πρόθεση του Ε. Ζ., ήταν, πέραν της εκχωρήσεως, και η μεταβίβαση της νομής στον εκδοχέα, αυτό θα αναφερόταν ρητά στο εκχωρητήριο, όπως ρητά θα αναφερόταν και η παράδοσή της. Ο ισχυρισμός του ενάγοντος, ότι αφού στο εκχωρητήριο αναφέρεται ότι ο Ε. Ζ. εκχωρεί στον Χ. Φ. όλα τα δικαιώματά του από το .../1957 προσύμφωνο, στο δε τελευταίο αναφέρεται ότι η νομή των προσυμφωνηθέντων να πωληθούν παραδόθηκε στον Ε.
Ζ., άρα με την εκχώρηση μεταβιβάσθηκε και η νομή, είναι αβάσιμος, γιατί, όπως είναι γνωστό, το προσύμφωνο μεταβίβασης ακινήτου δεν ιδρύει τίποτε παραπάνω από ενοχικό δικαίωμα του αγοραστή να ζητήσει την εκτέλεσή του, αυτό δε και μόνο το δικαίωμα εκχωρήθηκε με το ένδικο εκχωρητήριο και ουδέν πλέον αυτών.
Η νομή δεν εκχωρείται με την εκχώρηση των ενοχικών δικαιωμάτων εκ του προσυμφώνου ... Ως γνωστόν, απαιτείται ειδική περί της μεταβιβάσεως της συμφωνία και υλική παράδοση της στον αποκτώντα, πράγμα που ουδόλως και ουδαμού διαλαμβάνεται στο εκχωρητήριο. Περαιτέρω, το αναφερόμενο στο εκχωρητήριο ότι ο εκδοχέας, όταν αποκτήσει την κυριότητα των ακινήτων δεν θα τα εκποιήσει μέχρι τον θάνατο του εκχωρητή, όχι μόνον δεν αποδεικνύει συμφωνία μεταβίβασης της νομής και παράδοσή της άλλα αντιθέτως υπογραμμίζει εντόνως το γεγονός ότι σαφής βούληση των συμβαλλομένων ήταν να παραμείνει το κτήμα υπό την εξουσίαση του εκχωρητή και μετά την ενδεχομένη απόκτηση της κυριότητας από τον εκδοχέα και μέχρι τον θάνατο του εκχωρητή, πολύ δε περισσότερο κατά το χρονικό διάστημα που ο εκδοχέας δεν θα έχει αποκτήσει την κυριότητα άλλα θα έχει μόνο ενοχικές αξιώσεις από την εκχώρηση.
Τέλος, στο ένδικο .../1980 εκχωρητήριο αναφέρονται ότι ο εκχωρητής Ε. Ζ., όποτε αποκτήσει την κυριότητα των επίδικων, υποχρεούται να τα μεταβιβάσει στον Χ. Φ.. Απ' αυτό προκύπτει με σαφήνεια ότι, κατά την βούληση των συμβαλλομένων, πρώτα θα αποκτούσε ο Ε. Ζ. την κυριότητα των ακινήτων και στη συνέχεια θα τα μεταβίβαζε στον Χ.
Φ., δηλαδή μεσολαβούσε το στάδιο μέχρι την απόκτηση της κυριότητας από τον νομέα Ε. Ζ., κατά το οποίο, και εφεξής και μέχρι την μεταβίβασή της προς τον Χ. Φ., είναι προφανές ότι νομέας δεν μπορούσε να είναι άλλος εκτός του Ε. Ζ..
Συνεπώς και εξ αυτού επιβεβαιώνεται ότι, ουδέποτε παραδόθηκε στον Φ. η νομή, αλλά αυτή διατηρήθηκε στον Ε. Ζ., ώστε να γίνει πρώτα κύριος και μετά να τα μεταβιβάσει στον εκδοχέα". Με βάση τις πιο πάνω παραδοχές το Εφετείο δέχθηκε την ένσταση ιδίας κυριότητας των εναγομένων και απέρριψε την αγωγή. Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο περιέλαβε ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το κρίσιμο ζήτημα εάν ο ανωτέρω εκχωρητής Ε.
Ζ. παρέμεινε στην νομή των επίδικων ακινήτων μετά την κατάρτιση του εκχωρητηρίου (1980) και έκτοτε, ασκώντας φυσική εξουσία επ' αυτών ιδίω ονόματι ή δυνάμει ορισμένης έννομης σχέσεως. Η ασάφεια συνίσταται στο ότι, ενώ δέχεται ότι δεν έγινε παράδοση της νομής από τον εκχωρητή στον εκδοχέα, εν συνεχεία δέχεται ότι σαφής βούληση των συμβαλλομένων ήταν να παραμείνει το κτήμα υπό την εξουσίαση του εκχωρητή και μετά την ενδεχομένη απόκτηση της κυριότητας από τον εκδοχέα και μέχρι τον θάνατο του εκχωρητή, χωρίς να διευκρινίζει βάσει ποιας έννομης σχέσεως θα παρέμεινε στα επίδικα ακίνητα ο εκχωρητής στην περίπτωση αυτή.
Επίσης διέλαβε και αντιφατικές αιτιολογίες, διότι δέχεται ότι και μετά την απόκτηση της κυριότητας των επίδικων ακινήτων από τον εκδοχέα αυτά θα "τα εξουσιάζει" μέχρι το θάνατό του ο εκχωρητής και όχι ο εκδοχέας (κύριος αυτών), πράγμα αντιφατικό. Έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν εφαρμόστηκαν σωστά οι διατάξεις των άρθρων 976 και 977 του ΑΚ, τις οποίες εκ πλαγίου παραβίασε.
Επομένως, είναι βάσιμος ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, κατά το πρώτο μέρος του, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες προβάλλουν κατά της προσβαλλόμενης αποφάσεως αιτιάσεις, κατ' ορθή εκτίμηση, από τον αριθ.19 (και όχι και από τον αριθ.1) του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι το Εφετείο στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, περιλαμβάνοντας σ' αυτήν ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες, όπως ο λόγος αυτός συμπληρώθηκε από τον Εισηγητή, κατ' άρθρο 562 παρ.4 ΚΠολΔ.
3. Επειδή, κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και αυτοί των άρθρων 173 και 200 ΑΚ. Οι εν λόγω κανόνες εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση που υπάρχει κενό στη σύμβαση ή αμφιβολία για τις βουλήσεις που δηλώθηκαν. Η διαπίστωση από το δικαστήριο της ουσίας της υπάρξεως κενού ή αμφιβολίας δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου.
Αν όμως αυτό διαπιστώσει έστω και έμμεσα, την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας, η παράλειψή του να προσφύγει στους ερμηνευτικούς κανόνες, που καθιερώνουν οι διατάξεις των παραπάνω άρθρων, προς ανεύρεση της αληθινής βουλήσεως των συμβαλλομένων ιδρύει τον ανωτέρω αναιρετικό λόγο. Τούτο συμβαίνει και όταν, παρόλο που το δικαστήριο της ουσίας βεβαιώνει στην απόφαση, ότι η δήλωση βουλήσεως είναι σαφής, εν τούτοις προβαίνει σε ερμηνεία της δικαιοπραξίας, χωρίς όμως να προσφύγει στους ανωτέρω ερμηνευτικούς κανόνες (ΟλΑΠ 26/2004).
Οι αναιρεσείοντες, με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως, κατά το δεύτερο μέρος του, προβάλλουν, ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, διότι παραβίασε τους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών (άρθρα 173, 200 του ΑΚ) και συγκεκριμένα, ενώ διαπίστωσε, εμμέσως, κενό ως προς τις βουλήσεις των συμβαλλομένων που δηλώθηκαν στο ανωτέρω .../1980 εκχωρητήριο, αναφορικά με την συμφωνία μεταβιβάσεως της νομής, παρέλειψε να προσφύγει για ερμηνεία στις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ.
Ο λόγος αυτός είναι βάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από τις πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το Εφετείο, ενώ δέχεται ότι στο εκχωρητήριο δεν αναφέρεται συμφωνία για μεταβίβαση της νομής στον εκδοχέα και δεν παραδόθηκε σ' αυτόν η νομή, στην συνέχεια προβαίνει σε ερμηνεία των σχετικών όρων της συμβάσεως εκχωρήσεως (για την ανεύρεση της αληθινής βουλήσεως των συμβαλλομένων αναφορικά με την εν λόγω συμφωνία), χωρίς όμως να προσφύγει, όπως όφειλε, κατά προεκτεθέντα, στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, καθόσον από το σύνολο των παραδοχών της προσβαλλομένης αποφάσεως δεν προκύπτει ότι οι παραπάνω διατάξεις εφαρμόστηκαν.
4.- Κατ' ακολουθίαν, πρέπει, κατά παραδοχή των ανωτέρω λόγων αναιρέσεως, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, όσον αφορά τη δεύτερη και τρίτο των αναιρεσιβλήτων, και να παραπεμφθεί η υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο όμως από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 3-1-2008 αίτηση των Α. Φ. και ... για αναίρεση της 1172/2007 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης όσον αφορά τον πρώτο αναιρεσίβλητο Σ. Ε. Ζ..
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του πρώτου αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε εννιακόσια (900) ευρώ.
ΑΝΑΙΡΕΙ την πιο πάνω απόφαση όσον αφορά τους λοιπούς αναιρεσιβλήτους.
ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους δεύτερη και τρίτο των αναιρεσιβλήτων στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 10 Ιανουαρίου 2012 . Και
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα στις 7 Μαρτίου 2012.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ