392/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 26 Ιανουαρίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated392/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Πέραν τούτου ο λόγος είναι απαράδεκτος, διότι πλήττει την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων που εκφεύγει του αναιρετικού ελέγχου κατά το άρθρο 561§1 ΚΠολΔ.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 392 / 2011 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 392/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου της Αντιπροέδρου) Δημήτριο Μαζαράκη, Χαράλαμπο Αθανασίου, Νικόλαο Μπιχάκη και Κωνσταντίνο Τσόλα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 26 Ιανουαρίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ε. χας Α. Χ., το γένος Σ. Π., κατοίκου ... η οποία, εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θεόδωρο Μαντά, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.
Της αναιρεσίβλητης: Β. Ό., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Ντέσκα.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14-12-2004 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1453/2007 του ίδιου Δικαστηρίου και 8205/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 17-3-2008 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Κωνσταντίνος Τσόλας ανέγνωσε την από 12-1-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.- Από τις διατάξεις του άρθρου 1875 εδ. α' Α.Κ. προκύπτει ότι αν ο καλόπιστος νομέας υποχρεωθεί να αποδώσει στον κληρονόμο την κληρονομία, που είχε θέσει υπό την εξουσία του, γεννώνται υπέρ αυτού ανταξιώσεις για τις δαπάνες, στις οποίες υποχρεώθηκε να προβεί. Ως δαπάνη θεωρείται γενικώς κάθε οικονομική θυσία που απολήγει σε όφελος του πράγματος.
Στην περίπτωση της κληρονομίας, οι δαπάνες μπορεί να αφορούν είτε τα επί μέρους ενσώματα στοιχεία της, είτε την ομάδα καθ' εαυτήν, όπως είναι τα βάρη της κληρονομίας (φόροι), καθώς και τα κάθε είδους χρέη που ανήκουν σε αυτήν. Εξάλλου, από τον συνδυασμό των άρθρων 1877 εδ.α, 1876 και 1098 ΑΚ προκύπτει ότι αν ο νομέας της κληρονομίας ήταν κακόπιστος κατά το χρόνο που κατέλαβε την κληρονομία ή αν έμαθε αργότερα ότι δεν έχει δικαίωμα νομής, υπέχει από τότε την ίδια ευθύνη που έχει και για το χρόνο μετά την επίδοση της αγωγής.
Από την ως άνω διάταξη του άρθρου 1877 εδ. α' του ΑΚ συνάγεται ότι ως καλόπιστος θεωρείται ο νομέας της κληρονομίας όταν πιστεύει, χωρίς βαριά του αμέλεια, ότι είναι κληρονόμος. Κακής πίστης είναι, αντιθέτως, ο νομέας που, όταν αποκτά την νομή της κληρονομίας, γνωρίζει ή αγνοεί από βαριά του αμέλεια ότι δεν είναι κληρονόμος.
Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι λόγος αναίρεσης για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόστηκε ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση και τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών στην διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του δέχθηκε τα ακόλουθα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά: Στις 3-1-1998 πέθανε στην Αθήνα ο Γ. Π. του Σ., κάτοικος ..., χωρίς να αφήσει διαθήκη. Η ενάγουσα - αναιρεσίβλητη γεννήθηκε στις 25 Αυγούστου 1965 στη Βοστώνη της Μασσαχουσέτης των Η.Π.Α από τις εκτός γάμου σχέσεις του Γ.
Π. και Ε. Μ.. Με την 1839/12-1-1966 απόφαση του Περιφερειακού Δικαστηρίου της Πολιτείας της Μασσαχουσέτης, που εκδόθηκε στα πλαίσια ποινικής διαδικασίας, ο Γ. Π., κατόπιν προσφυγής της Ε. Μ. και άσκησης ποινικής δίωξης κατ' αυτού από την Κοινοπολιτεία της Μασσαχουσέτης, βρέθηκε ένοχος, τέθηκε υπό δοκιμασία (ποινή με αναστολή) και "κατακυρώθηκε δικαστικώς" ότι είναι πατέρας της ενάγουσας.
Η τελευταία διαμένει και κατοικεί στη Βοστώνη Μασσαχουσέτης, όπου κατοικούσε μέχρι το 1980 και ο πατέρας της, τον οποίο μέχρι τότε δεν είχε γνωρίσει και ο οποίος έκτοτε ήλθε και εγκαταστάθηκε στην Αθήνα, όπου κατοικούσε και κατοικεί η εναγομένη (αναιρεσείουσα), αδελφή του. Η ενάγουσα για πρώτη φορά γνώρισε τον πατέρα της κατά το καλοκαίρι 1997, που τον επισκέφθηκε στην Αθήνα μαζί με το σύζυγο και τα δύο τέκνα της.
Αυτός την αποδέχθηκε ως κόρη του και αναπτύχθηκαν μεταξύ τους σχέσεις που μαρτυρούσαν το συγγενικό τους δεσμό. Καλές σχέσεις αναπτύχθηκαν και μεταξύ της ενάγουσας και της εναγομένης, η οποία περιέβαλε την ενάγουσα με αγάπη και την αποδέχθηκε ως ανιψιά της. Τούτο προκύπτει και από τις προσκομιζόμενες από την ενάγουσα φωτογραφίες με ημερομηνία λήψεως 5-8-1997 και 12-8-1997, όπου τα πρόσωπα των εικονιζόμενων, η στάση και η διάταξή τους, ήτοι η ενάγουσα ανάμεσα στα δύο παιδιά της και τον πατέρα της στη με ημερομηνία λήψεως 5-8-1997 και στις λοιπές ο πατέρας - παππούς ανάμεσα στην κόρη (ενάγουσα) και στα εγγόνια, επίσης η ενάγουσα ανάμεσα στη θεία της (εναγομένη, που την κρατά από τον ώμο και χαμογελούν και οι δύο) και δίπλα τα παιδιά και ο σύζυγος της, φανερώνουν πολύ οικογενειακές και ευτυχισμένες στιγμές.
Παρά ταύτα, μετά το θάνατο του αδελφού της η εναγόμενη, ισχυριζόμενη ότι είναι μοναδική εξ αδιαθέτου κληρονόμος του, άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών με τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας την από 24-2-1998 αίτησή της, με την οποία ζητούσε τη χορήγηση κληρονομητηρίου. Επί της αιτήσεως εκδόθηκε η 2695/1998 απόφαση και με βάση αυτή το 1078/26-6-1998 κληρονομητήριο, που πιστοποιούσε ότι η εναγομένη είναι μοναδική εξ αδιαθέτου κληρονόμος του Γ.
Π. του Σ.. Κατά την εκδίκαση της αιτήσεως παραστάθηκε στο ακροατήριο δια του πληρεξουσίου της δικηγόρου η ενάγουσα, στην οποία είχε κοινοποιηθεί η αίτηση, και ζήτησε με τις προτάσεις την απόρριψη της αιτήσεως και την έκδοση κληρονομητηρίου, που να πιστοποιεί ότι αυτή είναι μοναδική εξ αδιαθέτου κληρονόμος του αποβιώσαντος πατέρα της.
Το αίτημά της όμως αυτό απορρίφθηκε ως απαράδεκτο για έλλειψη προδικασίας. Ακολούθως μετά από αίτηση της ενάγουσας εκδόθηκε η 1895/1999 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών με την οποία αναγνωρίστηκε ότι έχει αποκτήσει και στην Ελληνική Επικράτεια την ισχύ του δεδικασμένου η ως άνω 1839/1966 απόφαση του Περιφερειακού Δικαστηρίου της Πολιτείας της Μασσαχουσέτης, που την αναγνώρισε ως τέκνο του Γ.
Π.. Με την ίδια απόφαση συνεκδικάστηκε και απορρίφθηκε η παρέμβαση που άσκησε η εναγομένη και ζητούσε την απόρριψη της αιτήσεως, προκειμένου να μη απολέσει το κληρονομικό της δικαίωμα στην περιουσία του αδελφού της. Επίσης απορρίφθηκε και η έφεση που άσκησε η εναγομένη κατά της άνω αποφάσεως, καθώς και η αναίρεση που άσκησε η ίδια κατά της αποφάσεως του εφετείου.
Εν συνεχεία στις 6-7-1999 εκδόθηκε η 4605/1999 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία, στηριζόμενη στην ως άνω 1895/1998 απόφαση, κήρυξε ανίσχυρο το εκδοθέν με την 2695/1998 απόφαση κληρονομητήριο. Εν τω μεταξύ και προτού κηρυχθεί ανίσχυρο το κληρονομητήριο, η εναγομένη με βάση αυτό ανέλαβε στις 24-7-1998, ως μόνη εξ αδιαθέτου κληρονόμος του αποβιώσαντος αδελφού της Γ.
Π. ολόκληρο το χρηματικό ποσό που αυτός άφησε κατά το χρόνο του θανάτου του, σε καταθέσεις σε δραχμές και σε συνάλλαγμα στην αλλοδαπή Τράπεζα ΝΑΤΙΟΝΑΙ WΕSΤMINSTΕR ΒΑΝΚ, την οποία έχει διαδεχθεί στην Ελλάδα η Τράπεζα Πειραιώς. Το ποσό αυτό, ανήλθε, με βάση την ισοτιμία του συναλλάγματος σε δραχμές, κατά το χρόνο του θανάτου του κληρονομουμένου, στο συνολικό ποσό των 132.486.487,90 δραχμών ή 388.808,47 ευρώ.
Περαιτέρω, το Εφετείο, εξετάζοντας το υποβληθέν παραδεκτά, όπως δέχθηκε, το πρώτον ενώπιόν του αίτημα της εναγομένης, να αφαιρεθεί, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 1875 ΑΚ, από το ως άνω ποσό εκείνο των 30.167.308 δραχμών, που κατέβαλε στο δημόσιο (κατά την είσπραξή του) ως φόρο κληρονομίας, λόγω του ότι ήταν καλόπιστη νομέας, δέχθηκε, μετά εκτίμηση των αποδείξεων, ότι η εναγομένη δεν μπορεί να θεωρηθεί καλόπιστη νομέας της κληρονομίας, καθόσον κατά το χρόνο που την απέκτησε και συγκεκριμένα κατά το χρόνο που προέβη στην ανάληψη του παραπάνω ποσού (24-7-1998), γνώριζε ότι δεν είναι κληρονόμος του αποβιώσαντος αδελφού της, διότι κληρονόμος αυτού είναι η ενάγουσα, την οποία, ήδη από το καλοκαίρι του έτους 1997 είχε αποδεχθεί ο αδελφός της ως κόρη του, αλλά και η ίδια την αποδέχθηκε ως τέκνο του τελευταίου και τη φιλοξένησε στο σπίτι της, απ' όπου και οι αναμνηστικές, κατά τα παραπάνω, φωτογραφίες.
Τα όσα αντίθετα η εναγομένη ισχυρίζεται δεν ευσταθούν και δεν δικαιολογούν την ενέργειά της να αναλάβει τα κατατεθειμένα στους λογαριασμούς του αδελφού της ποσά και να κλείσει όλους τους λογαριασμούς, ενώ είχε αρχίσει η αντιδικία της με την ενάγουσα και πριν δημοσιευθούν κατά τα παραπάνω, οι 1895/1999 και 4605/1999 αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Συνεπώς αυτή θεωρείται κακής πίστεως νομέας της κληρονομίας του αποβιώσαντος, με συνέπεια να έχει μεν δικαίωμα να ζητήσει κατ' αρχή τις δαπάνες για τα βάρη της κληρονομίας και εν προκειμένω τον καταβληθέντα φόρο κληρονομίας σύμφωνα με τις διατάξεις για τη διοίκηση αλλότριων, πλην όμως και εφ' όσον στη καταβολή του φόρου προέβη προ ίδιον όφελος και όχι προς το συμφέρον και την πραγματική ή εικαζόμενη βούληση της αληθινής κληρονόμου, ήτοι της ενάγουσας, στην αναζήτηση του φόρου μπορεί να προβεί μόνο με τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού, τις οποίες και δεν επικαλέστηκε.
Τέλος, το Εφετείο δέχθηκε, αναφορικά με το παρεπόμενο αίτημα της αγωγής να επιδικαστούν τόκοι επί του πιο πάνω αναληφθέντος ποσού από το χρόνο αναλήψεώς του, ότι, εφόσον η εναγομένη κατά τα παραπάνω θεωρείται κακόπιστη νομέας της κληρονομίας, ευθύνεται κατά τις διατάξεις των άρθρων 1877 σε συνδυασμό με 1876 και 1098 Α Κ για την απόδοση των ωφελημάτων και εν προκειμένω για την απόδοση τόκων του αναληφθέντος απ' αυτήν ποσού, από το χρόνο που απέκτησε τη νομή του, ήτοι από το χρόνο που το ανέλαβε (24-7-1998).
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε την αγωγή και υποχρέωσε την εναγομένη να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 388.808,47 ευρώ. με το νόμιμο τόκο από 24-7-1998, ενώ απέρριψε το αίτημα της εναγομένης για αφαίρεση του πιο πάνω ποσού που κατέβαλε ως φόρους κληρονομίας από το ποσό των 388.808, 47 ευρώ ως κατ'ουσίαν αβάσιμο και στην συνέχεια απέρριψε την έφεση, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση που είχε δεχθεί κατ'ουσίαν την αγωγή της αναιρεσίβλητης.
Κρίνοντας έτσι το Εφετείο δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1875 και 1877 ΑΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, διότι υπό τα ανωτέρω γενόμενα δεκτά πραγματικά περιστατικά η εναγομένη δεν ήταν καλόπιστη, αλλά κακόπιστη νομέας, αφού γνώριζε από το 1997, δηλαδή πριν από την ανάληψη του ποσού των (24-7-1998), ότι η ενάγουσα ήταν τέκνο, και συνακόλουθα κληρονόμος, του αποβιώσαντος αδελφού της.
Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, κατά το πρώτο μέρος του, από τον αριθ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της παραβίασης των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 1875 και 1877 ΑΚ είναι αβάσιμος. Περαιτέρω, οι περιεχόμενες στον ίδιο λόγο αιτιάσεις της αναιρεσείουσας, ότι το Εφετείο αγνόησε το γεγονός, ότι η καλή της πίστη κατά το χρόνο ανάληψης του πιο πάνω ποσού της κληρονομίας αποδεικνυόταν από το κληρονομητήριο και από το γεγονός της εκ μέρους της καταβολής υπέρογκου ποσού για φόρο κληρονομίας, θεωρώντας ότι η ύπαρξη αναμνηστικών φωτογραφιών αποδεικνύει την γνώση της για την ύπαρξη άλλου κληρονόμου, είναι απαράδεκτες, διότι πλήττουν την ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου περί των πραγμάτων (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ). 2.- Ο αναιρετικός λόγος από τον αριθ. 1εδ.
β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ για παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ιδρύεται μόνον όταν τα διδάγματα αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς και όχι όταν χρησιμοποιούνται για την υπό του δικαστηρίου εξακρίβωση της ύπαρξης πραγματικών περιστατικών ή της αξιολόγησης των αποδεικτικών μέσων και τη συναγωγή πραγματικών επιχειρημάτων γιατί στις περιπτώσεις αυτές πρόκειται για εκτίμηση πραγμάτων, εκφεύγουσα του ακυρωτικού ελέγχου κατά το άρθρο 561§1 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 2/2008).
Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, κατά το δεύτερο μέρος του, από τον αριθ.1 εδ.β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια της παράβασης των διδαγμάτων της κοινής πείρας, η οποία συντελέστηκε με την παραδοχή του Εφετείου, ότι οι ανωτέρω μνημονευόμενες φωτογραφίες "φανερώνουν πολύ οικογενειακές και ευτυχισμένες στιγμές", ενώ είναι ευνόητο, κατά την κοινή πείρα και λογική, ότι η απεικόνιση ανθρώπων, αγνώστων μέχρι πριν λίγες ημέρες, σε φωτογραφίες, σε καμία περίπτωση δεν αποτελεί απόδειξη υπάρξεως στενών μεταξύ τους δεσμών, πολλώ δε μάλλον οικογενειακών", είναι απαράδεκτοι, διότι εν προκειμένω πρόκειται για εκτίμηση πραγμάτων εκφεύγουσα του ακυρωτικού ελέγχου. 3.- Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 12 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, για παραβίαση των ορισμών του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, ιδρύεται όταν το δικαστήριο προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο μεγαλύτερη ή μικρότερη αποδεικτική δύναμη από εκείνη που δεσμευτικά ορίζει γι' αυτό ο νόμος και όχι στην περίπτωση που το δικαστήριο έχει, σύμφωνα με τον κανόνα του άρθρου 340 ΚΠολΔ, την εξουσία να εκτιμήσει ελεύθερα τα αποδεικτικά μέσα.
Εξάλλου ως ισοδύναμα με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα λογίζονται και τα έγγραφα, ακόμη και τα δημόσια, για τα αποδεικτέα γεγονότα για τα οποία δεν αποτελούν πλήρη απόδειξη κατά τους ορισμούς των άρθρων 438, 439 και 441 ΚΠολΔ. Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα με το δεύτερο λόγο αναίρεσης αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση την από τον αριθ. 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο έκρινε ότι δεν συνέτρεχε στο πρόσωπό της η συνδρομή της καλής πίστης κατά την ανάληψη των κληρονομιαίων χρηματικών ποσών, χωρίς να διευκρινίσει την αποδεικτική δύναμη που προσέδωσε αφενός μεν στο χορηγηθέν σ' αυτήν πιστοποιητικό κληρονομητηρίου αφετέρου δε στις προσκομισθείσες αναμνηστικές φωτογραφίες, δημιουργώντας αμφιβολίες για το αν τηρήθηκαν οι επιταγές του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων".
Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, αφού το δικαστήριο είχε την εξουσία να εκτιμήσει ελεύθερα τα ως άνω αποδεικτικά μέσα, τα οποία αναφορικά με το ανωτέρω αποδεικτέο γεγονός, αν η ενάγουσα ήταν ή όχι καλόπιστη νομέας κατά τον κρίσιμο χρόνο, ήταν ισοδύναμα. 4.- Ο από το άρθρο 559 αριθ.19 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.
Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάσθηκε ή όχι ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση αυτών και στην αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται πλήρως, σαφώς και χωρίς αντιφάσεις.
Στην προκειμένη περίπτωση, αναιρεσείουσα με τον τρίτο (και τελευταίο) λόγο αναίρεσης, κατά το πρώτο μέρος του, πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο προσέδωσε υπέρτερη αποδεικτική ισχύ σε απλές αναμνηστικές φωτογραφίες σε σχέση με επίσημα δημόσια έγγραφα (κληρονομητήριο) και δικαστική απόφαση (υπ' αριθμ. 2695/1998 για χορήγηση κληρονομητηρίου), χωρίς να αιτιολογεί ειδικά και εμπεριστατωμένα το λόγο για τον οποίο το κάνει.
Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, αφού αναφέρεται σε ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση αυτών και στην αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, το οποίο και διατυπώνεται σαφώς. Η αναιρεσείουσα με τον ίδιο λόγο της αναίρεσης, κατά το δεύτερο μέρος του, ψέγει την προσβαλλόμενη απόφαση για την ίδια αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμ.19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο παρέβη την εν λόγω διάταξη, δεχόμενο ότι προέβη στην καταβολή του φόρου κληρονομίας προς ίδιον όφελος και όχι προς το συμφέρον και την πραγματική ή εικαζόμενη βούληση της αληθινής κληρονόμου, "χωρίς ωστόσο να προσδιορίζει αιτιολογημένα ποια είναι η πραγματική ή εικαζόμενη βούληση της αναιρεσίβλητης", ενώ "ανενδοίαστα προκύπτει ότι προέβην στην καταβολή του φόρου κληρονομίας, ενεργώντας σε απόλυτη συμφωνία με την κατ' αντικειμενική εκτίμηση βούληση της κυρίας της υποθέσεως".
Ο λόγος αυτός είναι, προεχόντως, απαράδεκτος, διότι πλήττει αιτιολογία της απόφασης, η οποία δεν στηρίζει το διατακτικό, αναφορικά με το πιο πάνω ζήτημα της καταβολής του φόρου κληρονομίας, η οποία εκ περισσού εκφέρθηκε από το Εφετείο, αφού το ως άνω αίτημα της εναγομένης, όπως από την προσβαλλόμενη απόφαση και το εφετήριο, προκύπτει στηριζόταν στη διάταξη του άρθρου 1875 ΑΚ και όχι στις διατάξεις περί διοίκησης αλλοτρίων.
Πέραν τούτου ο λόγος είναι απαράδεκτος, διότι πλήττει την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων που εκφεύγει του αναιρετικού ελέγχου κατά το άρθρο 561§1 ΚΠολΔ.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 17-3-2008 αίτηση της Ε. χήρας Α. Χ. για αναίρεση της 8205/2007 απόφασης του Εφετείου Αθηνών ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 22 Φεβρουαρίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 16 Μαρτίου 2011.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ