Legislator Case Law & Legislation
392/2010 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on inheritance dispute, ruling lower court correctly applied law regarding conditional legacy fulfillment.

Case Number 392/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Second Instance Court's decision on an inheritance dispute involving a conditional legacy. The appellant argued the lower court erred in assessing the fulfillment of the legacy conditions without a specific request, while the appellees contended the facts were correctly established. The court rejected these claims, holding that the lower court properly applied statutory provisions and that the appellant's arguments regarding procedural errors were inadmissible or unfounded.

Legislator headnote

AI generated

Articles 201 et seq., 1797, 1925 §1 of the Civil Code; Article 559 of the Code of Civil Procedure: A conditional legacy is deemed fulfilled if the legatee establishes the heir under such a legacy, and the court's assessment of legacy fulfillment is subject to appeal only if the lower court failed to apply the law correctly or ignored relevant facts presented in the case.

Keywords

AI generated
conditional legacy inheritance dispute appeal admissibility Civil Code provisions lower court error legal reasoning procedural defect

Cited Legislation

AI generated
Articles 201 et seq. of the Civil Code
Article 1797 of the Civil Code
Article 1925 §1 of the Civil Code
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 106 of the Code of Civil Procedure
Article 1937 §2 of the Civil Code

Cited Case Law

AI generated
AP 613/2005
OL AP 7/2006
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 392 / 2010 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 392/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου - Μπρίλλη, Λεωνίδα Ζερβομπεάκο, Μιχαήλ Θεοχαρίδη και Δημήτριο Μαζαράκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Ιανουαρίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Χ, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Δέσποινα Λωλίδου, με δήλωση του αρθρ. 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1. Ψ1, 2. Ψ2, οι οποίοι παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Βασίλειο Βενέτη .

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-9-1993 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1208/1995 μη οριστική, 5490/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 300/2008 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 18-7-2008 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Λεωνίδας Ζερβομπεάκος ανέγνωσε την από 28-12-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 201 επ., 1797 και 1925 §1 ΑΚ συνάγεται ότι αν το διαθέτης εγκατέστησε κληρονόμο υπό αναβλητική αίρεση με τη θετική ή την αρνητική της μορφή, με το θάνατο του διαθέτη επάγεται κανονικώς σ' αυτόν που κατά την εικαζομένη θέληση εκείνου πρέπει να έχει την κληρονομία μέχρι την πλήρωση της αιρέσεως και ο οποίος με την πλήρωση αυτή υποχρεούται να αποκαταστήσει την κληρονομία στον υπό αίρεση εγκατάστατο. Δηλαδή η με αναβλητική αίρεση εγκατάσταση ισχύει ως καταπίστευμα με καταπιστευματοδόχο τον υπό αίρεση εγκατάστατο και βεβαρημένο εκείνον στον οποίο κατά τη θέληση του διαθέτη πρέπει να παραμένει η κληρονομία μέχρι την πλήρωση της αιρέσεως. Σε περίπτωση ματαιώσεως της αναβλητικής αιρέσεως η εγκατάσταση θεωρείται ότι δεν έγινε ποτέ και αίρεται κάθε δικαίωμα προσδοκίας από την αίρεση. Από το περιεχόμενο της διαθήκης, ερμηνευομένης σύμφωνα με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, κρίνεται ο τρόπος και ο χρόνος πληρώσεως ή ματαιώσεως της αιρέσεως, ζητήματα για τα οποία μπορεί να ασκηθεί, η κατ' άρθρο 70 Κ.Πολ.Δ. αναγνωριστική αγωγή (ΑΠ 613/2005).

Εν προκειμένω, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ανελέγκτως τα παρακάτω πραγματικά περιστατικά: "Στις 12.9.1977 απεβίωσε στον ... ο Ζ στη ζωή ..., του οποίου η ενάγουσα ήταν θετή θυγατέρα δυνάμει της υπ' αριθμ. 166/1971 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιά. Ο ανωτέρω αποβιώσας κατέλιπε την από 25.8.1971 ιδιόγραφη διαθήκη του, που δημοσιεύθηκε με το υπ' αριθμ. 498/1977 πρακτικό του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, με την οποία όρισε τα ακόλουθα : "ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΥ".

Εν ... σήμερα 25.8.1971, φτιάχνω την διαθήκη μου και αφήνω για κληρονόμους την γυναίκα μου, Ξ, στην οποία αφήνω το σπίτι μου οδός ..., με όλα τα έπιπλα και σκεύη, στην αγαπημένη μου κόρη, αφήνω, Χ, το άλλο σπίτι μου, οδό .... Την γυναίκα μου Ξ, στην οποία αφήνω το σπίτι μου, οδός ..., την παρακαλώ να το γράψει στην κόρη μας, Χ, εφόσον η Χ την περιποιηθεί στα γεράματα της, διαφορετικά να το γράψει σε όποιον την κοιτάξει στα γεράματα της.

Εν ..., τη 25 Αυγούστου 1971". Από το προεκτιθέμενο περιεχόμενο της εν λόγω διαθήκης προκύπτει, με βάση την αληθινή βούληση του διαθέτη και χωρίς να γίνεται προσήλωση στις λέξεις (αρθρ. 173 ΑΚ), ότι ο διαθέτης θέλησε να συστήσει καταπίστευμα (αρθρ. 1923 ΑΚ) υπέρ της θετής του θυγατέρας -ενάγουσας και ήδη εκκαλούσας αναφορικά με το επί της οδού ..., ακίνητο, το οποίο θα περιήρχετο σ' αυτήν μετά τον θάνατο της κληρονόμου συζύγου του Ξ και υπό την αναγραφόμενη στη διαθήκη αίρεση ότι η ενάγουσα θα περιποιείτο την χήρα του θανόντος στα γεράματα της και σε διαφορετική περίπτωση να συστήσει καταπίστευμα υπέρ εκείνου του προσώπου το οποίο θα περιποιείτο την Ξ στα γεράματα της και το οποίο πρόσωπο δεν ήταν γνωστό κατά την σύνταξη της διαθήκης.

Προφανές είναι ότι με τον όρο αυτό ο διαθέτης ενδιαφερόταν για την εξασφάλιση της περιποίησης της συζύγου του μετά τον θάνατό του, παρέχοντας κίνητρο υπέρ εκείνου του προσώπου το οποίο θα περιποιείτο αυτήν. Περαιτέρω, με το νομίμως μεταγραφέν υπ' αριθμ. ... συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Πειραιά Ελένης συζύγου Χρήστου Μπούτου, η κληρονόμος Ξ, μεταβίβασε λόγω πώλησης προς τους αρχικά τρεις εναγόμενους Ψ1, Ψ2 και ..., ως προς τον τελευταίο των οποίων και είχε γίνει δεκτή η αγωγή λόγω της ερημοδικίας του κατά την πρώτη συζήτηση αυτής ενώπιον του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, το επί της οδού ..., κείμενο επίμαχο ακίνητο, ήτοι οικόπεδο εμβαδού 200 τ.μ.

μετά της επ' αυτού ανεγερθείσης οικοδομής, αποτελούμενης από ισόγειο, εμβαδού 140 τ.μ. και υπόγειο, εμβαδού 14 τ.μ., κατά ποσοστό 50% στον πρώτο, 25% στην δεύτερη και 25% στον τρίτο, παρακρατήσασα υπέρ αυτής το δικαίωμα οικήσεως εφ' όρου ζωής. Από τα προαναφερόμενα, όμως, αποδεικτικά στοιχεία δεν αποδεικνύεται και μάλιστα κατά τρόπο δημιουργούντα στο Δικαστήριο δικανική πεποίθηση, ότι η ενάγουσα τήρησε τον όρο που τέθηκε στη διαθήκη από τον διαθέτη, σχετικά με την παροχή εκ μέρους της φροντίδων και περιποιήσεων στην Ξ μέχρι του επισυμβάντος στις 5.12.1991 θανάτου της τελευταίας, ούτε ότι μετά το έτος 1987 εμποδίσθηκε αυτή προς τούτο από τον έχοντα συμφέρον για την μη πλήρωση της προαναφερόμενης αίρεσης της διαθήκης ανεψιό της Ξ - πρώτο των εναγομένων και ήδη πρώτο των εφεσίβλητων Ψ1.

Ειδικότερα, αποδεικνύεται ότι η ενάγουσα, η οποία κατά το έτος 1960 περίπου είχε εγκατασταθεί στη ... (βλ. κατάθεση αυτής στην 4 σελίδα της υπ' αριθμ. 3278/1995 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιά), αρχικά μαζί με τον σύζυγο της ... και στη συνέχεια και με τα τέκνα της ... και ..., τα οποία μέχρι που τελείωσαν το Δημοτικό Σχολείο παρέμεναν στην Ελλάδα μαζί με τον διαθέτη Ζ και την σύζυγο του Ξ (βλ.

κατάθεση μάρτυρος απόδειξης ... στο 32° φύλλο της υπ' αριθμ. 480/2000 εισηγητικής έκθεσης), επέστρεψε από εκεί οριστικά το έτος 1980 και διατηρούσε με την Ξ τυπικές σχέσεις, οι οποίες όμως διερράγησαν από το έτος 1981 περίπου, με αποτέλεσμα να υπάρχουν μεταξύ τους λεκτικές αντιπαραθέσεις και επεισόδια, σε ένα εκ των οποίων και για αιτία μη προκύπτουσα από τα στοιχεία της δικογραφίας η Ξ εκσφενδόνισε εναντίον της ενάγουσας και ήδη εκκαλούσας ένα σταχτοδοχείο, όπως κατέθεσε και η μάρτυρας της ενάγουσας ...

ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιά κατά την διάρκεια ποινικής δίκης μεταξύ της ενάγουσας ως εγκαλούσας και των δύο πρώτων εναγομένων ως κατηγορουμένων για συκοφαντική δυσφήμηση αυτής (βλ. 7η σελίδα ως άνω απόφασης Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιά). Οι καταθέσεις των μαρτύρων απόδειξης ότι οι σχέσεις της ενάγουσας με την Ξ ήσαν άριστες μέχρι το έτος 1987 και έκτοτε διερράγησαν λόγω της συμπεριφοράς του πρώτου των εναγομένων Ψ1, ανεψιού αυτής, ο οποίος την διέβαλε στην εν λόγω θεία του προκειμένου να καρπωθεί το επίμαχο ακίνητο της οδού ..., δεν δημιουργούν στο Δικαστήριο πεποίθηση περί της βασιμότητας τους, ενόψει του ότι όπως προκύπτει από τις υπ' αριθμ. ...

και ... διαθήκες της προαναφερόμενης Ξ, που καταρτίσθηκαν ενώπιον της συμβολαιογράφου Πειραιά Ελένης συζ. Χρ. Μπούτου, ρητώς αναφέρει σ' αυτές ότι κληροδοτεί στην ενάγουσα μόνο το ποσό των 30.000 δραχμών, "Παρ' όλον ότι αυτή δεν έδειξεν ουδέν ενδιαφέρον δι' εμέ και ουδεμίαν βοήθειαν ή περίθαλψιν μου προσέφερε ούτε καν κατά τα γεράματα μου" (βλ.

υπ' αριθμ. ... διαθήκη και ... διαθήκη στην οποία διαλαμβάνονται τα ίδια με εν μέρει διαφορετική γλωσσική διατύπωση). Προκύπτει δηλαδή από την εν λόγω διάταξη των διαθηκών αυτών, η οποία αποτελεί δυσχερώς δυναμένη να παρακαμφθεί "ζώσα" μαρτυρία της διαθέτιδος Ξ περί των σχέσεων αυτής με την ενάγουσα, ότι οι σχέσεις της τελευταίας και της Ξ είχαν διαρραγεί προ του έτους 1983 τουλάχιστον, δηλαδή σε χρόνο προηγούμενο εκείνου που επικαλείται η ενάγουσα ότι είχαν διαρραγεί αυτές υπό την επιρροή του πρώτου των εναγομένων.

Εξάλλου, τα χρήματα τα οποία απέστελλε η ενάγουσα από την ... χρησιμοποιούντο προς κάλυψη των δαπανών ανέγερσης οικοδομής της ενάγουσας επί του καταληφθέντος με την διαθήκη ακινήτου επί της οδού ..., στη ..., επί του οποίου είχαν εγγραφεί δύο υποθήκες υπέρ της Εθνικής Κτηματικής Τράπεζας, συνολικού ποσού 774.000 δραχμών (βλ.

υπ' αριθμ. 82 και 83/7.1.2005 πιστοποιητικά του Υποθηκοφύλακα Νίκαιας) και προς κάλυψη των δαπανών των διαμενόντων στην Ελλάδα, μέχρι που τέλειωσαν το δημοτικό σχολείο, τέκνων της ενάγουσας. Στοιχείο, περαιτέρω, το οποίο συνηγορεί υπέρ του ότι η ενάγουσα ουδέν ή ελάχιστο ενδιαφέρον επέδειξε για την Ξ, αποτελεί και το γεγονός ότι από το έτος 1986, που η τελευταία έσπασε το πόδι της και μετά την έξοδο της από το νοσοκομείο της ..., παρέμεινε φιλοξενούμενη στην οικία του πρώτου των εναγομένων, ο οποίος μετά τον επελθόντα στις 5.12.1991 θάνατο της επιμελήθηκε τα σχετικά με την κηδεία της και κατέβαλε τα έξοδα αυτής (βλ.

από 6.12.1991 διπλότυπη απόδειξη παροχής υπηρεσιών του γραφείου τελετών ...). Πρέπει ακόμη να λεχθεί ότι η συμπεριφορά της ενάγουσας σχετικά με την προσέλευση της στην κηδεία της Ξ και την τέλεση μνημόσυνου ένα έτος μετά τον θάνατο αυτής, γεγονότα για τα οποία επί μακρόν κατέθεσαν οι μάρτυρες, δεν ασκούν έννομη επιρροή αφού αποδεικτέο θέμα αποτελεί η συμπεριφορά της ενάγουσας μέχρι τον θάνατο της βεβαρυμένης με το καταπίστευμα Ξ και όχι η μετά από αυτόν".

Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, αφού δέχθηκε ότι δεν πληρώθηκε η αναβλητική αίρεση, υπό την οποία είχε συσταθεί το καταπίστευμα, απέρριψε κατ' ουσία την έφεση της αναιρεσείουσας κατά της πρωτόδικης απόφασης, που απέρριψε ως αβάσιμη κατ' ουσία τη σχετική αγωγική αξίωση περί αναγνωρίσεως της ακυρότητας της μεταβιβάσεως του επιδίκου ακινήτου δυνάμει του προαναφερομένου συμβολαίου, λόγω πληρώσεως της αναβλητικής αιρέσεως υπό την οποία εγκαταστάθηκε η ενάγουσα ως καταπιστευματοδόχος.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προεκτεθείσες διατάξεις του Α.Κ., ενώ δεν παραβίασε και τις διατάξεις του άρθρου 1937 παρ. 2 ΑΚ, που ορίζουν τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες συγχωρείται η διάθεση από τον βεβαρημένο με το καταπίστευμα των αντικειμένων της κληρονομίας, αφού τέτοια περίπτωση δεν συντρέχει στην εξεταζόμενη υπόθεση και έτσι απορριπτέος ως αβάσιμος, τυγχάνει ο πρώτος λόγος αναιρέσεως από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. , με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα.

ΙΙ. Λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, αντιστοίχως δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού κανόνα δικαίου για την επέλευση της απαγγελθείσας έννομης συνέπειας ή την άρνησή της (Ολ ΑΠ 7/2006).

Εν προκειμένω, με το δεύτερο λόγο αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια, που συνίσταται α) στο ότι "εφόσον η προσβαλλόμενη απόφαση διακράτησε την υπόθεση και την εξέτασε κατ' ουσία, έπρεπε να διαγνώσει ότι τα αποδεικτικά στοιχεία και μέσα, επί των οποίων στήριξε την δικανική της πεποίθηση, δεν ήταν πρόσφορα για τη διάγνωση της ακυρότητας ή μη της επίδικης δικαιοπραξίας, αφού από αυτά δεν ανέκυπτε αν η διάθεση του επίδικου ακινήτου επιβαλλόταν από τους κανόνες της τακτικής διαχείρισης....", και β) στο ότι η προσβαλλόμενη απόφαση παραβίασε το άρθρο 106 Κ.Πολ.Δ., διότι προέβη στη διάγνωση της πληρώσεως ή μη της αναβλητικής αιρέσεως με την οποία εγκαταστάθηκε η ενάγουσα ως καταπιστευματοδόχος μολονότι τέτοιο αίτημα δεν είχε υποβληθεί με την ένδικη αγωγή.

Ο λόγος αυτός, ως προς την ως άνω με στοιχ. α' αιτίαση, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι τα επικαλούμενα περιστατικά δεν ιδρύουν τον επικαλούμενο λόγο αναιρέσεως ούτε κάποιον άλλο από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 559 Κ.Πολ.Δ., πλήττεται δε με αυτόν η μη υποκείμενη σε αναιρετικό έλεγχο ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου, ενώ ως προς την υπό στοιχ.

β' πλημμέλεια είναι, ωσαύτως, απορριπτέος, ως απαράδεκτος, διότι η επικαλούμενη ως άνω διάταξη του άρθρου 106 Κ.Πολ.Δ. είναι τοιαύτη δικονομικού και όχι ουσιαστικού δικαίου, η περαιτέρω δε αιτίαση για παραβίαση του πιο πάνω άρθρου 1937 παρ. 2 ΑΚ στηρίζεται στην εσφαλμένη προϋπόθεση ότι στην εξεταζόμενη υπόθεση έχει εφαρμογή το άρθρο τούτο.

Τέλος, αν ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως, ως προς το υπό στοιχ. β' μέρος αυτού, ήθελε εκτιμηθεί ως πλημμέλεια από τον αριθ. 8 περ. α' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., δηλαδή ότι το Εφετείο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και είχαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος, διότι τόσον η ύπαρξη της προαναφερθείσας αναβλητικής αιρέσεως, όσον και η πλήρωση αυτής, αποτελούσαν περιεχόμενο της ένδικης αγωγής της αναιρεσείουσας και στήριζαν τη νομική βάση αυτής.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 18-7-2008 αίτηση της Χ για αναίρεση της 300/2008 αποφάσεως του Εφετείου Πειραιά.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Φεβρουαρίου 2010. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 2 Μαρτίου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ