Legislator Case Law & Legislation
392/2007 AI generated

392/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 392/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Ιανουαρίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 15-9-1999, 14-3-2000, αγωγές του ήδη αναιρεσείοντος και 1ου και 2ου εκ των αναιρεσιβλήτων, αντίστοιχα και την από 14 Απριλίου 2000 κύρια παρέμβαση του ήδη 7ου εκ των αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1874/2001 μη οριστική, 3156/2002 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6611/2004 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 22 Ιουνίου 2005 αίτησή του και τους από 3 Απριλίου 2006 πρόσθετους λόγους αυτής.

Legislator headnote

AI generated

392/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Αντίθετα δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου απ' αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.

Keywords

AI generated
traffic accident accident victim rear-end collision dangerous overtaking excessive speed accident insurer liability
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 392 / 2007 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 392/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κρητικό, Αντιπρόεδρο, Αχιλλέα Νταφούλη, Ελένη Μαραμαθά, Αντώνιο Παπαθεοδώρου και Γεώργιο Πετράκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Ιανουαρίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: ...., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παύλο Καταφυγιώτη.

Των αναιρεσίβλητων: 1. ...., 2. ...., κατοίκου ομοίως, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Σταμούλη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ., χωρίς να καταθέσει προτάσεις, 3. ανώνυμης ελληνικής ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "Η ΕΘΝΙΚΗ ΑΕΕΓΑ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Φλώρα Τριανταφύλλου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ., 4.....(ως εξ αδιαθέτου κληρονόμου του αποβιώσαντος πατέρα του ...), ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Λυγούρη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. 5. ...., ως εξ αδιαθέτου κληρονόμου του αποβιώσαντος διαδίκου ....., 6. ανώνυμης ελληνικής ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία " Η ΕΘΝΙΚΗ ΑΕΕΓΑ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, (ως ασφαλιστική εταιρία του αυτοκινήτου του αποβιώσαντος διαδίκου .... και μετά ταύτα των ανωτέρω), οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Βασίλειο Τσατσάνη και 7. Ν.Π.Δ.Δ., με την επωνυμία "΄Ιδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο Αντώνιο Παπαγεωργίου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ., χωρίς να καταθέσει προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 15-9-1999, 14-3-2000, αγωγές του ήδη αναιρεσείοντος και 1ου και 2ου εκ των αναιρεσιβλήτων, αντίστοιχα και την από 14 Απριλίου 2000 κύρια παρέμβαση του ήδη 7ου εκ των αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1874/2001 μη οριστική, 3156/2002 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6611/2004 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 22 Ιουνίου 2005 αίτησή του και τους από 3 Απριλίου 2006 πρόσθετους λόγους αυτής.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όλοι, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αχιλλέας Νταφούλης, ανέγνωσε την από 3 Νοεμβρίου 2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και των πρόσθετων λόγων. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των πρόσθετων λόγων αυτής, ο πληρεξούσιος των 5ης και 6ης εκ των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή τους και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ., λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης ιδρύεται, όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της τα περιστατικά που συγκροτούν το πραγματικό του κανόνα ουσιαστικού δικαίου ο οποίος εφαρμόστηκε (υπαγωγικός συλλογισμός), ώστε καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής της διάταξης, καθώς και όταν η απόφαση έχει ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες στο νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Αντίθετα δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου απ' αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.

Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 Α.Κ. συνάγεται ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.

Η παράνομη συμπεριφορά ως όρος της αδικοπραξίας μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία, είτε από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.

Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου, ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ως αποδειχθέντα επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.

Τα πιο πάνω έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του ν. ΓΠΝ/1911, ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών των συγκρουσθέντων αυτοκινήτων, κατά το οποίο είναι εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 914 Α.Κ.. Τέλος, η παράβαση διατάξεων του ΚΟΚ δεν θεμελιώνει αυτή καθαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του επελθόντος αποτελέσματος.

Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο δέχτηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του τα παρακάτω: " Από τις ένορκες καταθέσεις των ενώπιον του πρωτοβαθμίου (δικαστηρίου) εξετασθέντων μαρτύρων, που περιέχονται στα επικαλούμενα και νομίμως προσαγόμενα 1874/2001 πρακτικά που τηρήθηκαν κατά την πρώτη συζήτηση της υπόθεσης, την από 13-2-2002 έκθεση ιατρικής πραγματογνωμοσύνης του ..., νευροχειρουργού, ο οποίος διορίστηκε με την 2874/2002 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου και όλα τα επικαλούμενα και νομίμως προσαγόμενα έγγραφα, που συνεκτιμώνται για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, ανάμεσα στα οποία περιλαμβάνονται και εκείνα της ποινικής δικογραφίας που σχηματίσθηκε, οι φωτογραφίες που απεικονίζουν τον τόπο του ατυχήματος και την κατάσταση των βλαβέντων οχημάτων, η γνησιότητα των οποίων δεν αμφισβητείται, αποδεικνύονται τα ακόλουθα:

Στις 11-7-1998 και περί ώρα 18.30' ο .....(πρώτος αναιρεσίβλητος) οδηγώντας το ....Ι.Χ.Ε. αυτ/το, ιδιοκτησίας του .... (δεύτερου αναιρεσίβλητου), στο οποίο επέβαινε στη θέση του συνoδηγoύ ο .... (αναιρεσείων) και το οποίο ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη στην εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΑΕ", εκινείτο επί της αριστερής λωρίδος της Νέας Εθνικής οδού, Αθηνών - Πατρών, με κατεύθυνση προς Πάτρα.

Την ίδια στιγμή στη δεξιά λωρίδα του αυτού ρεύματος κυκλοφορίας προς Πάτρα, προπορευόταν το ... ΙΧΕ αυτοκίνητο του ...., το οποίο οδηγούσε ο ίδιος και το οποίο ήταν ασφαλισμένο στην ίδια πιο πάνω ασφαλιστική εταιρεία. Η Νέα Εθνική Οδός στο σημείο εκείνο έχει πλάτος οδοστρώματος 18,40 μέτρα και τα δύο ρεύματα κυκλοφορίας χωρίζονται με διαχωριστική νησίδα ασφαλείας, μετά το πέρας της οποίας υφίσταται διπλή διαχωριστική γραμμή.

Όταν το τελευταίο ως άνω αυτοκίνητο έφθασε στο ύψος της 178.800 χιλιόμετρο της ανωτέρω οδού, όπου αυτή παρουσιάζει ιδιορρυθμία, δηλαδή αρχίζει ευθεία μετά από αριστερή σε σχέση με την πορεία του καμπύλη, γεγονός που σημαίνει ότι δεν έχει καλή ορατότητα ο κατευθυνόμενος προς Πάτρα και περαιτέρω τελειώνει η διαχωριστική νησίδα ασφαλείας, εντελώς ξαφνικά και από τη θέση που βρισκόταν, δηλαδή από το δεξιό του ρεύματος κυκλοφορίας προς Πάτρα, επιχείρησε επί τόπου αναστροφή, έχοντας πρόθεση να εισέλθει στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας και να κινηθεί προς Αίγιο, προκειμένου να μεταβεί στην ....του Αιγίου, με αποτέλεσμα να παρεμβληθεί στην πορεία του πρώτου πιο πάνω ....

ΙΧΕ αυτοκινήτου, που οδηγούσε ο .... και να συγκρουσθεί με αυτό. Συνεπεία της ανωτέρω συγκρούσεως το .... ΙΧΕ αυτοκίνητο κόπηκε στα δύο και το μεν οπίσθιο τμήμα του εκτινάχθηκε σε απόσταση 33 μέτρων, το δε εμπρόσθιο τμήμα του επίσης εκτινάχθηκε σε αντίθετη κατεύθυνση, ενώ το δεύτερο πιο πάνω ....ΙΧΕ αυτοκίνητο, εκτράπηκε της πορείας προς τα αριστερά και ακινητοποιήθηκε σε απόσταση 60 μέτρων από το σημείο της συγκρούσεως, αφού προσέκρουσε στο προστατευτικό στηθαίο, που βρίσκεται στο άκρο του οδοστρώματος του αντιθέτου προς Αθήνα ρεύματος κυκλοφορίας.

Η σύγκρουση αυτή υπήρξε σφοδρή, τα δύο οχήματα καταστράφηκαν ολοσχερώς και τραυματίσθηκε σοβαρά ο .... (έχει υποστεί βαρύτατη κρανιοεγκεφαλική κάκωση με κάταγμα δεξιάς μετωπιαίας χώρας, έξοδο εγκεφαλικής ουσίας και οστικό έλλειμμα δεξιά μετωπιαία, κάταγμα άνω άκρου δεξιά με δερμάτινο έλλειμμα και κάταγμα κάτω άκρου δεξιά), συνεπιβάτης στο τελευταίο πιο πάνω αυτοκίνητο που οδηγούσε ο .....

Επί τη βάσει των ανωτέρω εκτεθέντων περιστατικών, αποκλειστικά υπαίτιος της ως άνω συγκρούσεως και του εντεύθεν τραυματισμού του ...., είναι ο οδηγός του .... ΙΧΕ αυτοκινήτου, ....., ο οποίος δεν κατέβαλε την προσοχή και επιμέλεια την οποία θα κατέβαλε κάθε συνετός οδηγός κάτω από ανάλογες περιστάσεις. Η αμέλειά του συνίσταται ειδικότερα στο ότι:

α) δεν ασκούσε τον έλεγχο και την εποπτεία του οχήματος που οδηγούσε κατά τρόπο ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελέσει τους απαιτούμενους χειρισμούς, β) επιχείρησε ξαφνικά επί τόπου αναστροφή, προκειμένου να εισέλθει στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας προς Αθήνα, σε σημείο όπου αυτό απαγορεύεται και χωρίς να βεβαιωθεί ότι μπορούσε να πράξει αυτό χωρίς κίνδυνο για τους υπολοίπους που χρησιμοποιούσαν την οδό, κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 19 παρ. 1, 21 παρ. 1, 23 παρ. 2, και 29 παρ. 2β του ΚΟΚ.

Όλα τα στοιχεία αυτά προκύπτουν: 1) από την έκθεση αυτοψίας της τροχαίας με ημερομηνία 11-7-1998, 2) από το σχεδιάγραμμα που τη συνοδεύει, 3) από τις προσκομιζόμενες φωτογραφίες των συγκρουσθέντων οχημάτων και του τόπου του σημείου του ατυχήματος, η γνησιότητα των οποίων δεν αμφισβητείται, 4) από τις προανακριτικές καταθέσεις μαρτύρων, σε συνδυασμό με την κατάθεση του ...., που εξετάσθηκε ανωμοτί ενώπιον του πρωτoβαθμίoυ δικαστηρίου και δεν αναιρούνται από την κατάθεση του ...., πατέρα του παθόντος, ο οποίος δεν ήταν αυτόπτης μάρτυρας.

Στοιχεία που να θεμελιώνουν οποιαδήποτε αμέλεια του ...., ο οποίος αιφνιδιασθείς από τον ανωτέρω ανεπίτρεπτο και απροειδοποίητο ελιγμό του ως άνω οδηγού δεν μπόρεσε λόγω της μικρής απόστασης που βρισκόταν την στιγμή εκείνη και η οποία δεν υπερβαίνει τα 35 μέτρα να ακινητοποιήσει το αυτοκίνητό του ή να πραγματοποιήσει αποφευκτικό ελιγμό προς τα δεξιά, εφόσον οι συνθήκες κυκλοφορίας του το επέτρεπαν, δεν υπάρχουν.

Εξάλλου, από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν αποδείχθηκε, ότι κατά τη στιγμή κατά την οποία ο οδηγός του άλλου προπορευόμενου αυτοκινήτου επιχείρησε επιτόπου αναστροφή, η ταχύτητα του ....ΙΧΕ υπερέβαινε το επιτρεπόμενο όριο των 110 χιλμ ανά ώρα, καθόσον δεν βρέθηκαν ίχνη τροχοπεδήσεως και ως εκ τούτου δεν μπορεί να προσδιορισθεί η ταχύτητά του.

Το γεγονός που κατέθεσε ο συνεπιβάτης ...., ότι είχε αναπτύξει υπερβολική ταχύτητα και αυτό το συμπεραίνει από το αποτέλεσμα της σύγκρουσης και από την κοπή του ....ΙΧΕ αυτ/του σε δύο μέρη δεν απoδείxθηκε, (πλήν) προέκυψε ότι το αυτοκίνητο αυτό, μάρκας WOLSELEY, ήταν ηλικίας άνω των 30 ετών με μεγάλη φυσιολογική φθορά (σάπιο) και πέραν αυτών ήταν κομμένο στα δύο στη μεσαία κολώνα και κολλημένο, αλλά και το ....

ΙΧΕ αυτ/το, μάρκας FIAΤ CINQUECENTO 1.100 δεν είχε την δυνατότητα να αναπτύξει ταχύτητα πέραν του επιτρεπομένου ανωτέρω ορίου των 110 χιλμ ανά ώρα. Σε κάθε όμως περίπτωση ήταν τόσον αιφνίδια η ενέργεια του οδηγού του προπορευομένου ως άνω αυτοκινήτου, ώστε ο ως άνω οδηγός δεν θα απέφευγε την σύγκρουση με οποιαδήποτε μικρότερη ταχύτητα και αν εκινείτο, δεδομένου ότι δεν πρόφτασε να κάνει ούτε χρήση του συστήματος πεδήσεως του αυτοκινήτου που οδηγούσε.

Εδώ πρέπει να σημειωθεί, ότι με την 219/2004 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πατρών ο ως άνω οδηγός ..., κηρύχθηκε αθώος, κατά πλειοψηφία, της αποδιδομένης εις αυτόν σωματικής βλάβης από αμέλεια σε βάρος του συνεπιβάτη ... Επίσης, την αποκλειστική υπαιτιότητα του οδηγού .... συνομολόγησε ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και η εναγομένη ασφαλιστική του εταιρεία.

Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, επομένως που δέχθηκε, ότι το ατύχημα οφείλεται σε υπαιτιότητα και των δύο οδηγών κατά ποσοστό 70% και 30% αντίστοιχα, έσφαλε ως προς την εφαρμογή του νόμου και την εκτίμηση των αποδείξεων και πρέπει να γίνουν δεκτοί οι σχετικοί λόγοι των από 22-9-2003 εφέσεων των εναγόντων - εναγομένων ...

και ..., καθώς και ο πρόσθετος λόγος αυτής και της συνεναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας του αυτοκινήτου του...

... Όσα αντίθετα υποστηρίζονται με τους σχετικούς λόγους της από 18-7-2003 εφέσεως του ενάγοντος ... και της αντεφέσεως τα αντεκκαλούντος .... κληρονόμου του πρώτου εναγομένου ....είναι αβάσιμα και απορριπτέα. Επίσης ο ισχυρισμός της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας και συνιστά λόγο έφεσης, περί συνυπαιτιότητας του ενάγοντος ...., λόγω του ότι αυτός δεν επέστησε ως συνεπιβάτης του αυτοκινήτου, στον οδηγό του αυτοκινήτου τον κίνδυνο ατυχήματος, λόγω της υπερβολικής ταχύτητας, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος κατ' ουσίαν, αφού κατά τα προαναφερθέντα δεν αποδείχθηκε ότι ο ως άνω οδηγός εκινείτο με ταχύτητα ανωτέρα της επιτρεπομένης.

Συνεπώς το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που απέρριψε σιωπηρά τον ως άνω ισχυρισμό της εναγομένης δεν υπέπεσε σε κάποια νομική ή πραγματική πλημμέλεια. Όσα αντίθετα υποστηρίζονται με τον σχετικό λόγο της από 22-9-2003 εφέσεως της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας είναι αβάσιμα". Κρίνοντας έτσι το Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, με αναλυτική μάλιστα αξιολόγηση των κατ΄ ιδίαν αποδεικτικών μέσων, στα έχοντα ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ζητήματα, της αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της συμπεριφοράς των δύο ως άνω οδηγών (...και ....) και της ύπαρξης ή όχι αμέλειας καθένα στη σύγκρουση των οχημάτων που οδηγούσαν, στις σωματικές βλάβες και τις υπόλοιπες υλικές ζημιές που προήλθαν από το ως άνω αυτοκινητικό ατύχημα.

Οι αιτιολογίες αυτές επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή όχι εφαρμογή των διατάξεων που εφαρμόστηκαν. Δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, ούτε δέχτηκε παρά το νόμο πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Στήριξε την κρίση του στα πιο πάνω μνημονευόμενα αποδεικτικά μέσα, δηλαδή στα έγγραφα στοιχεία και τους μάρτυρες, που οι διάδικοι προσκόμισαν και προσήγαγαν αντίστοιχα, με επίκληση.

Ορθά υπήγαγε στα δεκτά γενόμενα απ΄ αυτό πραγματικά περιστατικά στις έννοιες της αιτιώδους συνάφειας και αμέλειας. Τις πιο πάνω διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου ή άλλες δεν παραβίασε, αλλά σωστά ερμήνευσε και εφάρμοσε. Σύμφωνα με όλα αυτά το Εφετείο δεν υπέπεσε στις αποδιδόμενες πλημμέλειες από τα εδάφια 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ.

Συνεπώς, όλοι οι κύριοι και πρόσθετοι από τις διατάξεις αυτές συναφείς λόγοι αναίρεσης που υποστηρίζουν τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Οι ίδιοι λόγοι αναίρεσης, κατά τις αιτιάσεις τους από τα εδάφια 1β και 20 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ.: α) για παράβαση τάχα των διδαγμάτων της κοινής πείρας, τα οποία φέρονται να οδηγούν σε κρίση (από τη δύναμη κρούσης των αυτοκινήτων, κοπή του ενός κ.λ.π.) ότι και ο οδηγός....είναι συνυπαίτιος της σύγκρουσης αυτής των αυτοκινήτων και των απ΄ αυτή συνεπειών και β) για παραμόρφωση δήθεν "του περιεχομένου ειδικά επικληθέντων αποδεικτικών μέσων με τις από 4-12-2003 προτάσεις του αναιρεσείοντος στο Εφετείο (σχεδιάγραμμα τροχαίας, έκθεση αυτοψίας κ.λ.π.)", πρέπει να απορριφθούν αντίστοιχα ως απαράδεκτοι και αόριστοι, διότι τα διδάγματα της κοινής πείρας εδώ δεν αφορούν ερμηνεία ή εφαρμογή κανόνων δικαίου, δηλαδή εξειδίκευση αόριστων νομικών εννοιών, ή υπαγωγή πραγματικών γεγονότων σ΄ αυτούς, αλλά χρησιμεύουν στην εκτίμηση αποδείξεων και συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, επιπρόσθετα στο αναιρετήριο δεν προσδιορίζεται επαρκώς ποιό ακριβώς περιεχόμενο των εγγράφων (αποδεικτικών στοιχείων) δέχτηκε το δικαστήριο και δεν παρατίθεται κατά λέξη το ακριβές περιεχόμενο των εγγράφων αυτών και το περιεχόμενο που δέχτηκε το δικαστήριο, ούτε προκύπτει έστω και έμμεσα ο ουσιώδης ισχυρισμός, για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκαν τα έγγραφα αυτά, σε κάθε δε περίπτωση προκύπτει από την προσβαλλομένη, ότι το Εφετείο απλά συνεκτίμησε τα έγγραφα αυτά μαζί με τις άλλες αποδείξεις χωρίς να τα εξαίρει ως προς το σαφές ως άνω πόρισμά του.

Επίσης και η αιτίαση από εδάφιο 11γ του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ., πρέπει να απορριφθεί σε κάθε περίπτωση ως αβάσιμη, διότι από τη βεβαίωση της αναιρεσιβαλλομένης, ότι στο πόρισμά της, που είναι σαφές, κατέληξε αφού έλαβε υπόψη, εκτός από τα άλλα αποδεικτικά μέσα, και "όλα τα επικαλούμενα και νομίμως προσαγόμενα έγγραφα των διαδίκων, ανάμεσα στα οποία περιλαμβάνονται και εκείνα της ποινικής δικογραφίας που σχηματίστηκε, οι φωτογραφίες κ.α.", σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες ως άνω αιτιολογίες αυτής, δεν καταλείπεται αμφιβολία, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και εκτίμησε και όλα τα αποδεικτικά μέσα (έγγραφα) που αναφέρονται στο κύριο δικόγραφο της αναίρεσης με λεπτομέρεια και περιληπτικά στη σελίδα 32 αυτού, δηλαδή:

α) το σχεδιάγραμμα με την έκθεση αυτοψίας της τροχαίας Αιγίου της ....και τις προανακριτικές καταθέσεις των ...και .... β) τα πρακτικά, με τις αποφάσεις 834, 834α, 834β/2002 και 833, 833α/2002 του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αιγίου, που αφορούν τους πιο πάνω οδηγούς ....και ....αντίστοιχα, γ) την 27549/1999 απόφαση του μονομελούς πρωτοδικείου Αθηνών (διαδικασίας ασφαλιστικών μέτρων) και δ) τις από 17-4-2000 προτάσεις της αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΑΕ", ενώπιον του μονομελούς πρωτοδικείου Αθηνών.

Με τις τελευταίες αυτές προτάσεις η αναιρεσίβλητη εταιρεία, σε απάντηση των από 15-9-1999, 14-3-2000 και 14-3-2000 αγωγών του αναιρεσείοντος εναντίον της, του ... εναντίον της επίσης και του ..., αντίστοιχα, αρνήθηκε και απέκρουσε αυτές ως τελείως αόριστες και απαράδεκτες, ενεργητικά και παθητικά ανομιμοποίητες, μη νόμιμες και στην ουσία ανυπόστατες.

Αναφορικά με ένα κονδύλι των 150.000.000 δρχ για χρηματική ικανοποίηση από ηθική βλάβη του αναιρεσείοντος, ισχυρίστηκε και ότι αυτό ήταν αόριστο και απορριπτέο για αναφερόμενους άλλους λόγους, αλλά και γιατί "δεν περιγραφόταν στο δικόγραφο του αναιρεσείοντος ποιός ήταν ο βαθμός του πταίσματος του υπαιτίου οδηγού, που όπως αποδείχθηκε όμως μεγάλη συνυπαιτιότητα βαρύνει τον οδηγό του αυτοκινήτου στο οποίο επέβαινε ο αντίδικος", χωρίς να προκύπτει απ΄ εδώ οποιαδήποτε πρόθεση δικής της ομολογίας, αναφορικά με την "υπερβολική ταχύτητα" του υπαιτίου οδηγού και το ποσοστό συνυπαιτιότητάς του στη σύγκρουση των ως άνω αυτοκινήτων και στις απ΄ αυτή συνέπειες.

Τέλος, όλοι οι λόγοι (κύριοι και πρόσθετοι) του αναιρετηρίου, κατά το μέρος που πλήττουν, με το πρόσχημα της απλής επίκλησης αναιρετικών πλημμελειών, την αναιρετικά ανέλεγκτη από το δικαστήριο ουσιαστική εκτίμηση, ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων, πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δικ.).

Επίσης, ο ισχυρισμός της πέμπτης αναιρεσίβλητης για "έλλειψη παθητικής νομιμοποίησής της" στην παρούσα δίκη, λόγω αποποίησης της κληρονομίας του αποβιώσαντος συζύγου της, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι προβάλλεται με τις από 12.1.2007 εκπρόθεσμες προτάσεις της, που κατατέθηκαν στις 17.1.2007 (βλ.

σημείωση γραμματείας).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 22.6.2005 αίτηση και τους από 3.4.2006 πρόσθετους λόγους του ..., για αναίρεση της 6611/2004 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει συνολικά σε τέσσερις χιλιάδες τετρακόσια ενενήντα (4.490) ευρώ, από τα οποία αναλογούν 650 ευρώ στους δύο πρώτους αναιρεσίβλητους, 1170 ευρώ σε καθένα από τους τρίτη και τέταρτο αναιρεσίβλητους, 1170 ευρώ στους πέμπτη και έκτη αναιρεσίβλητες και 330 ευρώ στο έβδομο αναιρεσίβλητο.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Ιανουαρίου 2007.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 23 Φεβρουαρίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ