Supreme Court dismisses appeal against insurance company's rejection of policyholders' claim for insurance coverage.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the insurance company's appeal against the appellate court's decision to uphold the policyholders' insurance claim. The court found that the policyholders did not conceal material facts regarding the property's size and that the insurer's refusal to pay was justified under the contract terms. Consequently, the appeal was rejected, and the insurance company was ordered to pay the policyholders' legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 552, 553, 556, 558, 564, 566, 577, 80, 83, 559, 561, 527, 495, 176, 183 of the Code of Civil Procedure: An appeal against an insurance company's refusal to pay a claim is inadmissible if the lower court correctly determined that no material facts were concealed and the refusal was based on valid contractual terms.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 391 / 2024 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 391/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Παναγιώτη Βενιζελέα, Βρυσηίδα Θωμάτου και Ευτύχιο Νικόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 31 Οκτωβρίου 2022, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "N. Α. - Ν. Π. Α. Ε. Α. «Ε., που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Παπαχρονόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Π. Σ. του Δ. και 2) Ά. Σ. του Ι., αμφοτέρων κατοίκων ... Παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αλέξιο Δημητρακόπουλο.
Της προσθέτως υπέρ των αναιρεσιβλήτων και κατά της αναιρεσείουσας παρεμβαίνουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "d.V. G... Α... Ε... Δ... Α... από Δ... και Π..." και τον διακριτικό τίτλο " d.V. G.", η οποία εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Μπάκα.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-7-2013 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1352/2018 του ίδιου Δικαστηρίου και 2958/2020 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 2-2-2021 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων και ο πληρεξούσιος της προσθέτως παρεμβαίνουσας ζήτησαν την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, υπ' αριθμόν 2958/2020 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, το οποίο απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας και επικύρωσε την υπ' αριθ. 1352/2018 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε γίνει δεκτή η από 28/7/2013 αγωγή των αναιρεσιβλήτων κατά της αναιρεσείουσας. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να εξετασθεί το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1, 3 ΚΠολΔ).
Από τη διάταξη του άρθρου 80 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι τρίτος μπορεί να ασκήσει σε εκκρεμή μεταξύ άλλων δίκη πρόσθετη παρέμβαση για την υποστήριξη κάποιου διαδίκου, μέχρι να εκδοθεί αμετάκλητη απόφαση, συνεπώς για πρώτη φορά και ενώπιον του Αρείου Πάγου, περιοριζόμενος σε μόνη την υποστήριξη ή αντίκρουση των λόγων της αναίρεσης, εφόσον έχει έννομο συμφέρον.
Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 83 ΚΠολΔ, αν η ισχύς της απόφασης στην κύρια δίκη εκτείνεται και στις έννομες σχέσεις εκείνου που άσκησε πρόσθετη παρέμβαση προς τον αντίδικό του, εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 76 μέχρι 78 του ίδιου Κώδικα. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι αποφασιστικό κριτήριο για το χαρακτηρισμό της πρόσθετης παρέμβασης ως αυτοτελούς είναι η επέκταση της ισχύος της απόφασης, δηλαδή των υποκειμενικών ορίων του δεδικασμένου, της εκτελεστότητας και της διαπλαστικής ενέργειας αυτής, στις έννομες σχέσεις του τρίτου προς τον αντίδικό του.
Το δικονομικό δικαίωμα της άσκησης αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης παρέχεται όχι λόγω της πιθανής εκδήλωσης δυσμενών ενεργειών της απόφασης σε βάρος τρίτου, αλλά λόγω της δεσμευτικότητας αυτών που θα κριθούν στην ήδη εκκρεμή δίκη, όσον αφορά στις σχέσεις του παρεμβαίνοντος προς τον αντίδικό του, χωρίς να υπάρχει δυνατότητα άλλης διαδικασίας.
Με την άσκηση της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης ο παρεμβαίνων, χωρίς να εισάγει στη δίκη μια νέα έννομη σχέση, αντιδικεί για την ήδη εκκρεμή έννομη σχέση, η διάγνωση της οποίας επισύρει την επέκταση της ισχύος της απόφασης. Η ασκούμενη κατά το άρθρο 83 ΚΠολΔ αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση δημιουργεί περιορισμένου περιεχομένου επιγενόμενη αναγκαστική ομοδικία του παρεμβαίνοντος με το διάδικο υπέρ του οποίου η παρέμβαση, στο μέτρο που ο παρεμβαίνων θεωρείται, κατά πλάσμα δικαίου, ως αναγκαίος ομόδικος με τις παρεχόμενες δικονομικές εξουσίες αυτού, χωρίς όμως να έχει στη διάθεσή του διαδικαστικές ευχέρειες, που προσιδιάζουν αποκλειστικά στο πρόσωπο του κυρίου διαδίκου (ΑΠ 267/2021, ΑΠ 362/2020, ΑΠ 177/2011, ΑΠ 1485/2006).
Ως αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση πρέπει να θεωρηθεί και εκείνη την οποία ασκεί αυτός που έγινε διάδοχος του διαδίκου στο επίδικο πράγμα ή δικαίωμα, όσο διαρκούσε η δίκη ή μετά το πέρας αυτής (άρθρο 225 παρ. 2 ΚΠολΔ), αφού το δεδικασμένο από τη δίκη ισχύει υπέρ και κατ` αυτού κατά το άρθρο 325 αριθ. 2 ΚΠολΔ (ΑΠ 267/2021, ΑΠ 368/2019, ΑΠ 1564/2017, ΑΠ 1731/2011).
Περαιτέρω από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 81 παρ. 1 και 215 παρ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η πρόσθετη παρέμβαση ασκείται σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν για την αγωγή, δηλαδή με κατάθεση του δικογράφου στη γραμματεία του δικαστηρίου, στο οποίο απευθύνεται, που είναι αναγκαίο στοιχείο της προδικασίας, και ολοκληρώνεται με την κοινοποίηση αυτής στους διαδίκους, η οποία, στην περίπτωση που ασκείται για πρώτη φορά στον Άρειο Πάγο, πρέπει να γίνεται, σύμφωνα με το άρθρο 568 παρ. 4 ΚΠολΔ, σε όλους τους μέχρι της ασκήσεώς της διαδίκους, τουλάχιστον εξήντα ημέρες πριν από τη δικάσιμο, αν όλοι οι διάδικοι που καλούνται διαμένουν στην Ελλάδα (ΑΠ 267/2021, ΑΠ 368/2019, ΑΠ 86/2018, ΑΠ 1736/2017).
Από το συνδυασμό δε των διατάξεων των άρθρων 215 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκαν από το άρθρο 1 άρθρο δεύτερο παρ. 2 ν. 4335/2015, και 81 παρ. 1 του ίδιου κώδικα και όπως συνάγεται από τη διάρθρωση του πραγματικού αυτών, η επέλευση των συνεπειών της άσκησης τόσο της αγωγής, όσο και της παρεμβάσεως, εξαρτάται από την ενέργεια και των δύο επί μέρους διαδικαστικών πράξεων, λαμβανομένων σε ενότητα, ώστε η έλλειψη της επιδόσεως να συνιστά έλλειψη όρου του υποστατού αυτών.
Γι` αυτό, όταν δεν έχει γίνει επίδοση της αγωγής ή της παρεμβάσεως, τότε η μεν άσκηση αυτών δεν επιφέρει τα αποτελέσματά της, η δε έλλειψη αυτή λαμβάνεται υπόψη από το δικαστήριο είτε κατ` ένσταση είτε αυτεπαγγέλτως, δεν υπάρχει δε κατ` αρχήν τρόπος θεραπείας της έλλειψης παρά μόνο με την ενέργεια της ελλείπουσας επίδοσης και βέβαια μέσα την νόμιμη προθεσμία, διότι άλλως το ένδικο βοήθημα θεωρείται ως μη ασκηθέν, όπως ρητά διαγράφει πλέον τη συνέπεια αυτή για την αγωγή (άρα κατά παραπομπή και για την παρέμβαση) το νέο άρθρο 215 παρ. 2 ΚΠολΔ, αίρεται δε πλέον η υπό το προϊσχύσαν του ν. 4335/2015 δίκαιο αμφισβήτηση, αν η έλλειψη της επίδοσης της αγωγής λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως ή μόνον κατ` ένσταση και εφόσον επέφερε αυτή στον προτείνοντα διάδικο (δικονομική) βλάβη, που δεν μπορεί άλλως να επανορθωθεί, οπότε σε διαφορετική περίπτωση θεραπεύεται το σχετικό ελάττωμα που προκύπτει από την μη επίδοση (ΑΠ 267/2021).
Εξάλλου, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 1 περ. γ' του ν. 4354/2015 "Διαχείριση των μη εξυπηρετούμενων δανείων....", "τα δικαιώματα που απορρέουν από τις μεταβιβαζόμενες λόγω πώλησης απαιτήσεις δύνανται να ασκούνται μόνο μέσω των εταιριών διαχείρισης της παρούσας παραγράφου. Οι μεταβιβαζόμενες απαιτήσεις από δάνεια και πιστώσεις λογίζονται ως τραπεζικές και μετά τη μεταβίβασή τους.
Οι εταιρίες διαχείρισης απαιτήσεων ευθύνονται για όλες τις υποχρεώσεις απέναντι στο Δημόσιο και σε τρίτους, οι οποίες βαρύνουν τις εταιρίες απόκτησης απαιτήσεων και απορρέουν από τις μεταβιβαζόμενες απαιτήσεις". Επίσης, σύμφωνα με τη διάταξη της παραγράφου 4 του άρθρου 2 του άνω νόμου 4354/2015, "οι Εταιρίες Διαχείρισης νομιμοποιούνται, ως μη δικαιούχοι διάδικοι, να ασκήσουν κάθε ένδικο βοήθημα και να προβαίνουν σε κάθε άλλη δικαστική ενέργεια για την είσπραξη των υπό διαχείριση απαιτήσεων, καθώς και να κινούν, παρίστανται ή συμμετέχουν σε προπτωχευτικές διαδικασίες εξυγίανσης, πτωχευτικές διαδικασίες αφερεγγυότητας, διαδικασίες διευθέτησης οφειλών και ειδικής διαχείρισης των άρθρων 61 επ.
του ν. 4307/2014 (Α 246). Εφόσον οι Εταιρίες συμμετέχουν σε οποιαδήποτε δίκη με την ιδιότητα του μη δικαιούχου διαδίκου το δεδικασμένο της απόφασης καταλαμβάνει και τον δικαιούχο της απαίτησης" (ΑΠ 1350/2022). Στην προκείμενη περίπτωση, η εδρεύουσα στην Αθήνα ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "do V. G. Α. Ε. Δ. Α. από Δ. και Π." και το διακριτικό τίτλο "do V.
G.", με το από 25.8.2022 ιδιαίτερο δικόγραφο, που κατατέθηκε στη γραμματεία του Αρείου Πάγου στις 25.8.2022, ασκεί το πρώτον ενώπιον του Αρείου Πάγου, αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση υπέρ των αναιρεσιβλήτων, επικαλούμενη ως έννομο συμφέρον να παρέμβει ως μη δικαιούχος και μη υπόχρεος διάδικος στην εκκρεμή αυτή κύρια δίκη, την ιδιότητά της ως νόμιμης διαχειρίστριας της αλλοδαπής εταιρείας ειδικού σκοπού με την επωνυμία "E. R.
D.", που εδρεύει στο ..., η οποία με τη σειρά της κατέστη ειδικός διάδοχος της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Τ. E. Α. «Ε., καθολικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Τ. E. E. Α..Ε.." λόγω διασπάσεως της τελευταίας με απόσχιση κλάδου τραπεζικής δραστηριότητας και σύσταση της πρώτης (Τ.
E. Α. Ε.). Δικάσιμος για την εκδίκαση της υπόθεσης ορίστηκε από τον Πρόεδρο του Α2' Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου η ως άνω αναφερόμενη (31.10.2022) και προθεσμία κοινοποίησης της πρόσθετης παρέμβασης 30 ημέρες πριν τη δικάσιμο, μετά από σύντμηση της σχετικής προθεσμίας των 60 ημερών. Όμως, η πρόσθετη παρέμβαση δεν κοινοποιήθηκε σε κανέναν από τους διαδίκους της κύριας δίκης, αφού δεν προσκομίζονται από την προσθέτως παρεμβαίνουσα οι σχετικές εκθέσεις επιδόσεως αντιγράφου της υπό κρίση πρόσθετης παρέμβασης προς αυτούς, ούτε οι παριστάμενοι διάδικοι προσκομίζουν το τυχόν επιδοθέν σ' αυτούς αντίγραφο της ως άνω παρέμβασης.
Συνεπώς, αφού δεν έγινε κοινοποίηση της πρόσθετης παρέμβασης σε όλους τους κυρίως διαδίκους, δεν ολοκληρώθηκε η άσκησή της και, κατ' αυτεπάγγελτη έρευνα, σύμφωνα με τα προπαρατιθέμενα, πρέπει αυτή ν' απορριφθεί ως απαράδεκτη (ΑΠ 267/2021, ΑΠ 86/2018, ΑΠ 1736/2017).
Κατά το άρθρο 70 ΚΠολΔ, όποιος έχει έννομο συμφέρον να αναγνωρισθεί η ύπαρξη ή μη ύπαρξη κάποιας έννομης σχέσης μπορεί να εγείρει σχετική αγωγή. Ως έννομη σχέση, η ύπαρξη ή η ανυπαρξία της οποίας είναι αντικείμενο της αναγνωριστικής αγωγής και της επ` αυτής εκδοθησομένης αποφάσεως, νοείται η νομικά ρυθμιζόμενη βιοτική σχέση ενός προσώπου προς άλλο πρόσωπο ή πράγμα που συνεπάγεται ή ενέχει ως περιεχόμενό της ένα τουλάχιστον δικαίωμα, η μια υποχρέωση είτε δέσμη δικαιωμάτων και υποχρεώσεων (ΑΠ 1259/2020, ΑΠ 356/2013, ΑΠ 508/2013, ΑΠ 927/2002, ΑΠ 941/1997).
Δεν αποτελούν έννομη σχέση υπό την άνω έννοια τα απλά πραγματικά περιστατικά, οι προϋποθέσεις δικαιώματος ή αξιώσεως ή τα αφηρημένα νομικά ζητήματα χωρίς τη σύνδεσή τους με έννομη σχέση της οποίας ζητείται διά της αγωγής η προστασία (ΑΠ 1259/2020, ΑΠ 941/1997). Επίσης δεν αποτελεί έννομη σχέση η διαπίστωση πραγματικών ή νομικών καταστάσεων χωρίς καθορισμό των προσαπτομένων από το δίκαιο συνεπειών, έστω και αν μνημονεύεται ο κανόνας ή η νομική αρχή, στα οποία υπάγονται τα περιστατικά αυτά, ή έχουν νομική σημασία για τις έννομες σχέσεις των προσώπων (ΑΠ 1259/2020, ΑΠ 508/2013, ΑΠ 224/2007, ΑΠ 662/2002).
Ομοίως, μεμονωμένα στοιχεία της έννομης σχέσης ή προδικαστικά αυτής ζητήματα, ή γυμνά πραγματικά γεγονότα (ΑΠ 1259/2020, ΑΠ 5967/1993) δεν μπορούν να καταστούν αντικείμενο αναγνωριστικής αγωγής (ΑΠ 1259/2020, ΑΠ 1154/2019, ΑΠ 736/2019, ΑΠ 134/2015, ΑΠ 224/2007). Και τούτο διότι, όταν η έννομη σχέση είναι ατελής, δεν θεμελιώνεται η ανάγκη παροχής έννομης προστασίας (έννομο συμφέρον), αφού δεν εξυπηρετείται ο σκοπός του νόμου, ήτοι η διαλεύκανση (αυθεντική βεβαίωση) με την προκαλούμενη με την αγωγή αυτή δικαστική απόφαση της αμφισβητούμενης ύπαρξης ή ανυπαρξίας της έννομης σχέσης (ΑΠ 1259/2020, ΑΠ 1272/1995), η άρση της σχετικής αβεβαιότητας και η αποτροπή παρουσών ή μελλουσών εν σχέσει με αυτή δικαστικών διενέξεων με συνέπεια η αγωγή υπό το ανωτέρω περιεχόμενο να καθίσταται απαράδεκτη.
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 72 ΚΠολΔ οι δανειστές έχουν δικαίωμα να ζητήσουν δικαστική προστασία, ασκώντας τα δικαιώματα του οφειλέτη τους, πλην εκείνων που συνδέονται με το πρόσωπό του, εφόσον αυτός δεν τα ασκεί. Στην περίπτωση αυτή ο ενάγων ζητεί δικαστική προστασία στο όνομά του μεν, όχι όμως για δικό του δικαίωμα, αλλά για δικαίωμα του οφειλέτη του, ο οποίος αμελεί να το ασκήσει.
Επομένως, αίτημα της πλαγιαστικής αγωγής είναι η καταβολή της παροχής όχι στον ενάγοντα, αλλά στον οφειλέτη του ενάγοντος. Ειδικότερα, ο δανειστής νομιμοποιείται ενεργητικώς, αν και δεν είναι φορέας του δικαιώματος, κατ' απόκλιση από τον κανόνα που διέπει τη νομιμοποίηση και ως εκ τούτου πρόκειται για περίπτωση μη δικαιούχου διαδίκου και μάλιστα μη γνήσιας μορφής, αφού ο οφειλέτης διατηρεί παραλλήλως τη νομιμοποίησή του και την εξουσία διάθεσης, καθώς και την ικανότητα διεξαγωγής της δίκης για την ίδια έννομη σχέση (ΑΠ 844/2021, ΑΠ 106/2014, ΑΠ 499/2011, ΑΠ 1742/2007).
Από τη διάταξη του άρθρου 68 ΚΠολΔ προκύπτει ότι για τη νομιμοποίηση προς διεξαγωγή συγκεκριμένης δίκης αρκεί καταρχήν ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι αυτός και ο εναγόμενος είναι τα υποκείμενα της επίδικης ουσιαστικής έννομης σχέσης, ότι δηλαδή ο ίδιος είναι φορέας του ασκούμενου επίδικου δικαιώματος και ο εναγόμενος της αντίστοιχης υποχρέωσης.
Για τον έλεγχο της νομιμοποίησης το δικαστήριο οφείλει να αρκεστεί στους εμπεριεχόμενους στο εισαγωγικό δικόγραφο ισχυρισμούς. Αρκεί, δηλαδή, μόνον ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι αυτός είναι ο φορέας του δικαιώματος και ο εναγόμενος ο φορέας της αντίστοιχης υποχρεώσεως ή ότι αυτοί είναι τα υποκείμενα της έννομης σχέσης, που φέρεται προς κρίση.
Αν οι αγωγικοί ισχυρισμοί δεν αιτιολογούν ένα τέτοιο σύνδεσμο ενάγοντος και εναγομένου, η αγωγή θα είναι ανομιμοποίητη και θα απορριφθεί ως απαράδεκτη. Αν, όμως, οι αγωγικοί ισχυρισμοί αιτιολογούν μεν τον ως άνω σύνδεσμο αλλά αποδεικνύεται η αναλήθεια των ισχυρισμών αυτών, τότε η αγωγή θα απορριφθεί όχι για έλλειψη νομιμοποίησης, αλλά ως αβάσιμη για ανυπαρξία του επίδικου δικαιώματος ή της επίδικης υποχρεώσεως.
Ποια πρόσωπα είναι οι - κατά κανόνα - φορείς συγκεκριμένων δικαιωμάτων ή υποχρεώσεων ορίζεται από το ουσιαστικό δίκαιο που επιτρέπει την άσκηση της αγωγής.
Συνεπώς, η από μέρους του εναγομένου προβαλλόμενη έλλειψη ενεργητικής ή παθητικής νομιμοποίησης δεν συνιστά ένσταση, αλλά άρνηση της βάσης της αγωγής (ΑΠ 1542/2022, ΑΠ 783/2021, ΑΠ 266/2021, ΑΠ 260/2020, ΑΠ 59/2019). Ο αναιρετικός έλεγχος της νομιμοποιήσεως γίνεται με το λόγο αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 25/2008, ΟλΑΠ 18/2005), διότι κατά τον ΚΠολΔ η νομιμοποίηση των διαδίκων νοείται ως η εξουσία διεξαγωγής συγκεκριμένης δίκης για συγκεκριμένη έννομη σχέση. Επειδή λοιπόν το ουσιαστικό δίκαιο καθορίζει το αντικείμενο της έννομης σχέσης αλλά και τους φορείς, η τυχόν εσφαλμένη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για το ζήτημα της νομιμοποίησης κάποιου διαδίκου σημαίνει ότι το σφάλμα αυτό οφείλεται σε παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΑΠ 1542/2022, ΑΠ 266/2021, ΑΠ 260/2020, ΑΠ 59/2019).
Συνεπώς, η εσφαλμένη κρίση του δικαστηρίου ότι συντρέχουν ή όχι οι προϋποθέσεις αυτές ιδρύει τον αναιρετικό λόγο του αριθμού 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. και όχι εκείνο του αριθμού 14 του ίδιου Κώδικα, ο οποίος ανακύπτει μόνο όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν εκτίθενται τα στοιχεία που θεμελιώνουν τη νομιμοποίηση και δικαιολογούν το έννομο συμφέρον για την άσκησή της (ΑΠ 1542/2022, ΑΠ 1278/2017, ΑΠ 632/2014).
Κατά το άρθρο 1287 εδ. α' και β' ΑΚ, όταν το ενυπόθηκο είναι ασφαλισμένο, το δικαίωμα της υποθήκης ασκείται στην οφειλόμενη ασφαλιστική αποζημίωση. Ο δανειστής έχει υποχρέωση να καταθέσει το ποσό της αποζημίωσης δημόσια για να γίνει η διαδικασία της κατάταξης. Από τη διάταξη αυτή, της οποίας η εφαρμογή δεν προϋποθέτει την ύπαρξη εξουσίας διάθεσης εκ μέρους του ασφαλισμένου οφειλέτη της ασφαλιστικής αποζημίωσης, κατά το χρόνο επέλευσης της ασφαλιστικής περίπτωσης, προκύπτει ότι δικαιούχος της ασφαλιστικής αποζημίωσης, μέχρι του ύψους της απαίτησής του που είναι ασφαλισμένη με την υποθήκη, είναι αποκλειστικά ο ενυπόθηκος δανειστής και, επομένως, σε περίπτωση επέλευσης του ασφαλιστικού κινδύνου η αξίωση κατά του ασφαλιστή προς καταβολή του ασφαλίσματος ανήκει όχι στον κύριο του ενυπόθηκου (οφειλέτη ή τρίτο), αλλά στον ενυπόθηκο δανειστή, ο οποίος και μόνος νομιμοποιείται να εγείρει τη σχετική αγωγή κατά του ασφαλιστή (ΑΠ 336/2021, ΑΠ 553/2020, ΑΠ 1725/2014, ΑΠ 1356/2012, ΑΠ 1772/2005).
Περαιτέρω, από τη διάταξη του γ' εδαφίου του ίδιου άρθρου 1287 ΑΚ συνάγεται ότι στην περίπτωση που το ασφαλισμένο ενυπόθηκο είναι οικοδομή, ο οφειλέτης, εφόσον, επέλθει ο ασφαλιστικός κίνδυνος, έχει το δικαίωμα μέσα σε ένα εξάμηνο από τότε που ο κίνδυνος αυτός επήλθε, να απαιτήσει από τον ενυπόθηκο δανειστή να διατεθεί το ποσό της αποζημίωσης για την αποκατάσταση της οικοδομής.
Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 1276, 1277, 1278, ΑΚ και 41 ΕισΝΚΠολΔ, συνάγεται ότι η προσημείωση υποθήκης, αποτελεί εμπράγματο δικαίωμα υποθήκης, το οποίο έχει την ίδια φύση με το πλήρες δικαίωμα υποθήκης, έχει παρακολουθηματικό χαρακτήρα και είναι αδιαίρετο, τελεί, όμως, υπό αναβλητική αίρεση, πληρούμενη με την τελεσίδικη επιδίκαση της απαίτησης με αναδρομικά αποτελέσματα από την ημέρα της εγγραφής της προσημείωσης, με αντίστοιχη προτεραιότητα στην υποθηκική τάξη.
Συνεπώς εξομοιώνεται πλήρως ο ενυπόθηκος με τον προσημειούχο δανειστή, με μόνη την ως άνω διαφορά ως προς τον τρόπο (οριστικής ή τυχαίας, αντίστοιχα) κατάταξης (ΟλΑΠ 14/2006, ΑΠ 1543/2007, ΑΠ 553/2020, ΑΠ 1462/2013), και επομένως έχει εφαρμογή και στην περίπτωση αυτή η διάταξη του άρθρου 1287 εδ. γ' ΑΚ. Με βάση τη φύση της προσημείωσης ως δικαιώματος προσδοκίας, δεν συντρέχει λόγος αποκλεισμού από την ασφαλιστική αποζημίωση εκείνου, που, εφόσον ακόμη συντρέχουν οι προϋποθέσεις της τροπής της προσημείωσης σε υποθήκη, έχει τη νόμιμη δυνατότητα να καταστεί ενυπόθηκος, δηλαδή να αποκτήσει πλήρες το σχετικό δικαίωμα.
Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 41 ΕισΝΚΠολΔ, οι σχετικές με την υποθήκη διατάξεις του ΚΠολΔ εφαρμόζονται και στην προσημείωση, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά, με την έννοια ότι στην αναγκαστική εκτέλεση η προσημείωση υπόκειται στους ίδιους για την υποθήκη κανόνες (ΑΠ 553/2022). Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1, 2, 7 παρ. 1, 7, 11 του ν. 2496/1997, προκύπτει ότι με την ασφαλιστική σύμβαση, η οποία αποδεικνύεται με έγγραφο που εκδίδεται από τον ασφαλιστή, η ασφαλιστική επιχείρηση (ασφαλιστής) αναλαμβάνει την υποχρέωση να καταβάλει, έναντι ασφαλίστρου, στο συμβαλλόμενό της (λήπτη της ασφάλισης) ή σε τρίτο, παροχή (ασφάλισμα) σε χρήμα, όταν επέλθει το περιστατικό από το οποίο συμφωνήθηκε να εξαρτάται η υποχρέωσή της (ασφαλιστική περίπτωση) προκειμένου δε για ασφάλιση κατά ζημιών πραγμάτων, αν δεν συμφωνήθηκε κάτι άλλο, βάση υπολογισμού του ασφαλίσματος είναι η τρέχουσα αξία ή, αν δεν υπάρχει, η συνηθισμένη αξία αυτών κατά το χρόνο επέλευσης του κινδύνου και το ασφάλισμα καθορίζεται από την αντιπαραβολή της αξίας του πράγματος πριν και μετά την πραγματοποίηση του κινδύνου.
Στην ασφάλιση ζημιών είναι δυνατό να οριστεί ως λήπτης του ασφαλίσματος η προσημειούχος τράπεζα, δηλαδή η τράπεζα που για εξασφάλιση δανειακής απαίτησής της έχει εγγράψει προσημείωση υποθήκης στο ασφαλισμένο ακίνητο. Στην περίπτωση επομένως, που επέλθει ο ασφαλισμένος κίνδυνος, δικαιούχος του ασφαλίσματος είναι η τράπεζα αυτή.
Αν η δανείστρια τράπεζα, η οποία, όπως προαναφέρθηκε, είναι, κατ' αρχήν, η μόνη που νομιμοποιείται ενεργητικά να στραφεί κατά του ασφαλιστή και να ζητήσει να της καταβληθεί το ασφάλισμα, αδρανεί και δεν ασκεί την κατά του ασφαλιστή την αξίωσή της αυτή, τότε ο ασφαλισμένος δανειολήπτης, ως έχων άμεσο έννομο συμφέρον, μπορεί να ασκήσει κατά της αδρανούσας να διεκδικήσει το ασφάλισμα λήπτριας της ασφάλισης και δικαιούχου του ασφαλίσματος τράπεζας και κατά του ασφαλιστή όχι μόνο αναγνωριστική αγωγή, κατά το άρθρο 70 ΚΠολΔ, με την οποία θα ζητεί, προς άρση της δημιουργούμενης αβεβαιότητας, να αναγνωρισθεί η υποχρέωση του ασφαλιστή να καταβάλει στην τράπεζα το ασφάλισμα, αλλά και πλαγιαστική αγωγή κατά του ασφαλιστή κατά το άρθρο 72 ΚΠολΔ, ασκώντας κατά του τελευταίου την αξίωση της δανείστριας τράπεζας για την καταβολή του ασφαλίσματος, αφού η αξίωση έχει γεννηθεί και η τράπεζα αδρανεί να την ασκήσει, δεδομένου ότι, μεταξύ των προϋποθέσεων άσκησης της πλαγιαστικής αγωγής, είναι και η ιδιότητα του πλαγιαστικώς ενάγοντος ως δανειστή του δικαιούχου της αξίωσης που ασκείται με την αγωγή (ΑΠ 1542/2022, ΑΠ 462/2020, ΑΠ 965/2015) και στη συγκεκριμένη περίπτωση, ο ασφαλισμένος δανειολήπτης, εκτός από οφειλέτης της τράπεζας ως υπόχρεος προς απόδοση του ληφθέντος δανείου, είναι και δανειστής αυτής, κατά τη διάταξη του άρθρου 1287 εδ.
γ' ΑΚ, καθόσον έχει το δικαίωμα, σε περίπτωση που το ενυπόθηκο ακίνητο είναι ασφαλισμένη οικοδομή, να απαιτήσει, μέσα σε έξι μήνες από τότε που επήλθε ο ασφαλιστικός κίνδυνος, να διατεθεί το ποσό του ασφαλίσματος για την αποκατάσταση της οικοδομής. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006).
Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 27/1998).
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.
Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 8/2018, ΟλΑΠ 7/2006).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Έλλειψη δε νόμιμης βάσης της απόφασης συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της απόφασης, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κι έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 6/2006, ΑΠ 1381/2022).
Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της πρόβλεψης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 18/2008, ΟλΑΠ 15/2006, ΑΠ 1381/2022).
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα: "Δυνάμει του υπ' αριθμόν 5961/2-10-2007 συμβολαίου της Συμβολαιογράφου Αθηνών Καλλιόπης Ρακοπούλου Νατσούλη, νόμιμα μεταγεγραμμένου στα οικεία βιβλία μεταγραφών, οι ενάγοντες (ήδη αναιρεσίβλητοι) αγόρασαν κατά πλήρη κυριότητα και κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου έκαστος, ένα οικόπεδο επιφανείας 271,22 τ.μ., άρτιο και οικοδομήσιμο, με την σε αυτό υπάρχουσα ισόγεια λυόμενη οικία, εμβαδού 54 τ.μ., το οποίο βρίσκεται εντός του σχεδίου πόλεως του ...
του ..., επί των οδών .... Για την αγορά του ανωτέρω ακινήτου οι ενάγοντες έλαβαν από την ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο Ελλάδος Α.Τ.Ε.", στα δικαιώματα και υποχρεώσεις της οποίας υποκαταστάθηκε ως καθολικός διάδοχος, αρχικά η ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "Νέο Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο Ελλάδος Α.Τ.Ε." και στη συνέχεια η δεύτερη εναγόμενη ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "Τ.
E. E. Α..Ε.." δύο (2) δάνεια συνολικού ύψους 120.000 ευρώ, προς εξασφάλιση των οποίων εγράφησαν, υπέρ της δανείστριας τράπεζας, δύο (2) προσημειώσεις υποθήκης επί του άνω ακινήτου τους, για τα ποσά των 84.000 ευρώ και 60.000 ευρώ δυνάμει της υπ' αριθμ. 83122/2007 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (διαδ. Ασφαλιστικών μέτρων).
Σύμφωνα με σχετικό όρο αμφοτέρων των συμβάσεων δανείου, που συνήψαν οι ενάγοντες, ανέλαβαν έναντι της δεύτερης εναγομένης την υποχρέωση να ασφαλίσουν και να διατηρούν ασφαλισμένη την ως άνω οικία τους, κατά των κινδύνων πυρκαγιάς και σεισμού, για ποσό ίσο προς την κατασκευαστική της αξία, με δικές τους δαπάνες, έως και την ολοσχερή όλων των απορρεουσών από τις συμβάσεις αυτές υποχρεώσεών τους, σε ασφαλιστική εταιρεία αποδοχής της 2ης εναγομένης.
Επίσης, οι ενάγοντες ανέλαβαν την υποχρέωση να ανανεώνουν το ασφαλιστήριο συμβόλαιο είκοσι (20) ημέρες πριν από τη λήξη του και να το παραδίδουν στην 2η εναγομένη. Σε εκτέλεση της ανωτέρω συμβατικής τους υποχρέωσης, οι ενάγοντες, δυνάμει του υπ' αριθμόν 2174000847/2007 ασφαλιστηρίου συμβολαίου, ετήσιας διάρκειας, ασφάλισαν στην 1η εναγομένη (ήδη αναιρεσείουσα) ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "Ν..Ρ..
Α. Ν. Π. Α..Ε..Α..Ε..", την ευρισκόμενη εντός του προαναφερθέντος οικοπέδου ισόγεια λυόμενη οικία, για διάφορους ασφαλιστικούς κινδύνους, συμπεριλαμβανομένου και του κινδύνου πυρκαγιάς. Στο άνω ασφαλιστήριο συμβόλαιο, ως ασφαλιζόμενη αξία αναγράφεται "ΟΙΚΟΔΟΜΗ 54.000 ευρώ, ενώ στην ενότητα υπό τον τίτλο οικοδομή, αναφέρεται ως τοποθεσία κινδύνου "...", ως τ.μ.
του ασφαλιζομένου κτιρίου "54 τ.μ.", ως αριθμός ορόφων "ΥΠΕΡ. ΙΣΟΓΕΙΟ", ως έτος κατασκευής "1973", η δε οικοδομή περιγράφεται ως λυόμενο με κεραμοσκεπή. Το άνω ασφαλιστήριο συμβόλαιο οι ενάγοντες ανανέωναν ανελλιπώς, όπως είχαν συμβατική υποχρέωση, καταβάλλοντας στην 1η εναγομένη τα αναλογούντα ασφάλιστρα, για δε το χρονικό διάστημα από 23.11.2012 έως 23.11.2013, ήταν σε ισχύ το υπ' αριθμόν 2177032918/2012 ασφαλιστήριο συμβόλαιο, το οποίο, μεταξύ άλλων κινδύνων, προσέφερε κάλυψη για τον κίνδυνο πυρκαγιάς, με ασφαλιζόμενο κεφάλαιο 54.000 ευρώ για την επίδικη οικία των εναγόντων.
Στο άνω ασφαλιστήριο συμβόλαιο η περιγραφή της ασφαλισμένης περιουσίας είναι η ακόλουθη: "Επί της αξίας μιας υπερυψωμένης ισόγειας λυόμενης μονοκατοικίας (μ.τ. 54), έτους κατασκευής 1973, κεραμοσκεπούς σε ξύλινους δοκούς, χρησιμοποιούμενης για κατοικία, η οποία ευρίσκεται επί των οδών ... και ... στα ... Αττικής." Σύμφωνα δε με τον ειδικό όρο 1 του ως άνω ασφαλιστηρίου ορίστηκε ότι : "Το κτίριο καλύπτεται σε αξία αντικατάστασης, δηλαδή, το ποσό που απαιτείται για την κατασκευή ενός καινούργιου, χωρίς την αφαίρεση της μείωσης της κατασκευαστικής του αξίας λόγω χρήσεως ή παλαιότητας", ενώ με τον ειδικό όρο 5 ορίστηκε δικαιούχος του ασφαλίσματος η 2η εναγομένη ...
Επίσης, σύμφωνα με τον ειδικό όρο 5 παρ. 2 του ως άνω ασφαλιστηρίου συμβολαίου ορίστηκε ότι : "Η από τον ασφαλιζόμενο απόκρυψη, η ψευδής ή εσφαλμένη δήλωση στοιχείου ή περιστατικού, το οποίο είναι γνωστό σε αυτόν και το οποίο είναι αντικειμενικά ουσιώδες για την εκτίμηση του κινδύνου και γενικώς κάθε παράβαση υποχρεώσεως που προβλέπεται από το ασφαλιστήριο αυτό και συνίσταται στη μη συμμόρφωση προς οποιονδήποτε όρο αυτού, ακόμη και αν αυτή θα συνεπάγεται την άρνηση της Εταιρείας να δεχθεί την ασφάλιση ή να διακανονίσει τη ζημία, δεν θα επηρεάζει την παρούσα ασφάλιση και δεν θα γίνεται επίκληση αυτής όσον αφορά στον ως άνω δανειστή, υπό την προϋπόθεση της καλής πίστης αυτού και ο τελευταίος βαρύνεται με την υποχρέωση να γνωστοποιεί στην Εταιρεία κάθε παρόμοια παράβαση όρου ή υποχρεώσεως καθώς και κάθε απόκρυψη, ψευδή ή εσφαλμένη δήλωση, οποιουδήποτε στοιχείου ή περιστατικού κατά το χρόνο που λαμβάνει γνώση αυτού...".
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι κατά τη διάρκεια ισχύος του άνω ασφαλιστηρίου συμβολαίου και συγκεκριμένα στις 31.1.2013 και περί ώρα 20.22 επήλθε ο ασφαλιστικός κίνδυνος, καθώς εκδηλώθηκε πυρκαγιά στην ως άνω λυόμενη οικία των εναγόντων, οφειλόμενη σε αμέλεια, με άγνωστο υπαίτιο και ειδικότερα σε βραχυκύκλωμα ηλεκτρικών καλωδίων εντός της ως άνω οικίας, με αποτέλεσμα αυτή να καταστραφεί ολοσχερώς από τη φωτιά ...
Κατόπιν αυτού, οι ενάγοντες, οι οποίοι κατά το χρόνο εκδήλωσης της πυρκαγιάς, δεν βρίσκονταν στην άνω οικία τους, αλλά ειδοποιήθηκαν από τους περιοίκους, ενημέρωσαν άμεσα την 1η εναγομένη ... Μετά ταύτα, επειδή η 1η εναγομένη δεν ενημέρωσε τους ενάγοντες εάν πρόκειται να καταβάλει σε αυτούς το ασφάλισμα για την καταστραφείσα οικία τους, ο πρώτος των εναγόντων απέστειλε σ' αυτήν την από 26.6.2013 επιστολή του, με την οποία της ζητούσε να τον ενημερώσει εγγράφως, εντός τριών ημερών από τη λήψη της επιστολής, σχετικά με την πορεία της υπόθεσής του.
Σε απάντηση της ανωτέρω επιστολής η 1η εναγομένη απέστειλε στους ενάγοντες την από 10.7.2013 επιστολή της, με την οποία γνωστοποίησε σ' αυτούς ότι δεν θα προβεί σε κάλυψη της ζημίας που υπέστη, κατά τα ανωτέρω, η επίδικη οικία τους, αναφέροντας επί λέξει: "Μετά την ολοκλήρωση του ανωτέρω φακέλου ζημίας, επιφυλασσόμενοι παντός νομίμου δικαιώματός μας, θέλουμε να σας ενημερώσουμε ότι η Εταιρείας μας δεν θα μπορέσει να καλύψει την ζημία που προκλήθηκε από το περιγραφόμενο στη δήλωση του ασφαλισμένου συμβάν, αφού, όπως διαπιστώθηκε από την διενεργηθείσα πραγματογνωμοσύνη, υπάρχει ουσιαστική διαφορά μεταξύ του περιγραφόμενου στο ασφαλιστήριο ακινήτου και του ακινήτου στο οποίο προκλήθηκε ο κίνδυνος της πυρκαγιάς και η εξ αυτής ζημία.".
Από τη συνδυαστική εκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων αποδεικνύεται ότι η καταστραφείσα από την πυρκαγιά οικία των εναγόντων είναι αυτή που ασφάλισε η 1η εναγομένη το πρώτον το έτος 2007 και συνέχιζε να την ασφαλίζει μέχρι το χρόνο επέλευσης του ασφαλιστικού κινδύνου, ευρισκόμενη σε οικόπεδο, επιφανείας 271,22 τ.μ., άρτιο και οικοδομήσιμο, εντός σχεδίου πόλεως του ...
του ..., επί των οδών ..., απορριπτομένου ως αβάσιμου του πρώτου λόγου έφεσης με τον οποίο η 1η εναγομένη και ήδη εκκαλούσα της δεύτερης των συνεκδικαζομένων εφέσεων ισχυρίζεται ότι η ίδια ασφάλισε άλλο κτίριο κι όχι το επίδικο. Ειδικότερα, πρόκειται για λυόμενη προκατασκευασμένη οικία με κεραμοσκεπή, τοποθετημένη πάνω σε βάση από οπλισμένο σκυρόδεμα (μπετόν αρμέ), ισόγεια από την πλευρά της ευρισκόμενης παραπλεύρως αυτής οδού ..., υπερυψωμένη από την πλευρά του οικοπέδου που εφάπτεται με την οδό ..., καθώς στο οικόπεδο αυτό υπάρχει κλίση το εδάφους περίπου 25%.
Η εν λόγω λυόμενη οικία, επιφανείας 54 τ.μ., κατά το χρόνο της αγοράς της, κατασκευάστηκε μετά την έκδοση της υπ' αριθμ. 33578/1973 οικοδομικής άδειας της Νομαρχίας Αττικής (Δ/ση Τεχνικών Υπηρεσιών Ν. Αττικής Τμήμα Πολεοδομικών Εφαρμογών) και χρησιμοποιείτο από την άμεση δικαιοπάροχο των εναγόντων Φ. συζ. Σ.. Μ., ως εξοχική κατοικία, προϋπήρχε δε της αγοράς από τους ενάγοντες του οικοπέδου εντός του οποίου ήταν τοποθετημένη...
Μετά την αγορά του οικοπέδου αυτού οι ενάγοντες προέβησαν σε επισκευές της λυόμενης οικίας, μεταξύ των οποίων ήταν η αντικατάσταση της στέγης της, που ήταν κατασκευασμένη από ελενίτ, με κεραμοσκεπή και η αντικατάσταση των εσωτερικών διαχωρισμάτων, οι οποίες, δεν αναιρούν το χαρακτήρα της ως λυόμενης προκατασκευασμένης οικίας και δεν διαφοροποιούν την ταυτότητά της ως τέτοιας.
Επίσης, οι ενάγοντες, μετά την αγορά της εν λόγω οικίας και μετά τη σύναψη του πρώτου ασφαλιστηρίου συμβολαίου με την 1η εναγομένη (που κατά τα ανωτέρω συνήφθη το 2007) διαμόρφωσαν την κάτωθι αυτής ευρισκόμενη βάση της από μπετόν αρμέ, σε αυτόνομο διαμέρισμα, επιφανείας 33 τ.μ., από το οποίο η πρόσβαση στην άνωθεν αυτού ευρισκόμενη λυόμενη οικία γινόταν με εξωτερική κλίμακα από μπετόν αρμέ, ευρισκόμενη παραπλεύρως της ανωτέρω βάσης.
Την κατά τα ανωτέρω μετατροπή της βάσης από μπετόν, επί της οποίας ήταν τοποθετημένη η καταστραφείσα λυόμενη οικία τους, σε αυτόνομο διαμέρισμα, επιφανείας 33 τ.μ., στην οποία προέβησαν οι ενάγοντες σε μεταγενέστερο χρονικό διάστημα της σύναψης του αρχικού ασφαλιστηρίου συμβολαίου αλλά οπωσδήποτε κατά τη διάρκεια ισχύος της σύμβασης ασφάλισης, βάσει των ασφαλιστηρίων συμβολαίων, καίτοι όφειλαν να την γνωστοποιήσουν στην 1η εναγομένη, σύμφωνα με τις συμβατικές τους δεσμεύσεις, δεν έπραξαν τούτο.
Παρά την ως άνω παράλειψή τους όμως, η 1η εναγομένη δεν απαλλάσσεται από την υποχρέωσή της για καταβολή του ασφαλίσματος, διότι οι ενάγοντες ασκούν κατά της 1ης εναγομένης πλαγιαστικά την έναντι της τελευταίας αξίωση της 2ης εναγομένης, προσημειούχου δανείστριας, για την καταβολή του ασφαλίσματος, έναντι της οποίας (2ης εναγομένης) προσημειούχου δανείστριας, σύμφωνα με τον προαναφερθέντα ειδικό όρο 5 παρ. 2 του ασφαλιστηρίου συμβολαίου, η 1η εναγομένη, η οποία δεν αμφισβητεί την καλή της πίστη, δεν μπορεί να επικαλεστεί, προκειμένου να απαλλαγεί από την υποχρέωσή της για καταβολή του ασφαλίσματος, την απόκρυψη ή ψευδή ή εσφαλμένη δήλωση από τους ασφαλιζόμενους ενάγοντες στοιχείου ή περιστατικού, το οποίο είναι γνωστό σε αυτούς και το οποίο είναι αντικειμενικά ουσιώδες για την εκτίμηση του κινδύνου και γενικώς κάθε από μέρους των εναγόντων παράβαση της υποχρέωσής τους, που προβλέπεται από το ασφαλιστήριο και συνίσταται στην μη συμμόρφωση προς οποιονδήποτε όρο αυτού, ακόμη κι αν θα συνεπάγεται την άρνηση της 1ης εναγομένης να δεχθεί την ασφάλιση ή να διακανονίσει τη ζημία...
περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι για την αντικατάσταση της λυόμενης οικίας των εναγόντων, με αντίστοιχη καινούργια, σύμφωνα με τον ειδικό όρο1 του άνω ασφαλιστηρίου, απαιτείται ποσό 36.816,80 ευρώ πλέον του αναλογούντος Φ.Π.Α. (23%) ύψους 8.467,86 ευρώ, ήτοι συνολικό ποσό 45.284,66 ευρώ... Περαιτέρω, δεδομένου ότι οι ενάγοντες άσκησαν την αγωγή τους εντός έξι (6) μηνών από την επέλευση του ασφαλιστικού κινδύνου, οι επίδικες δανειακές συμβάσεις είναι σε ισχύ και οι ενάγοντες είναι συνεπείς στις απορρέουσες από αυτές συμβατικές τους υποχρεώσεις, πρέπει να αναγνωριστεί η υποχρέωση της 2ης εναγομένης να καταβάλει στους ενάγοντες το ανωτέρω ποσό του ασφαλίσματος που θα λάβει από την 1η εναγομένη και δη ποσό 22.642,33 ευρώ σε έκαστο αυτών, προκειμένου οι τελευταίοι να αποκαταστήσουν των άνω καταστραφείσα οικοδομή τους, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 1287 εδ.
γ' του ΑΚ, υπό τον όρο της προηγούμενης παροχής εγγυοδοσίας από τους ενάγοντες προς τη 2η εναγόμενη, με εγγραφή προσημειώσεως υποθήκης υπέρ αυτής...". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε τις αντίθετες εφέσεις και επικύρωσε την υπ' αριθμόν 1352/2018 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης το οποίο, έχοντας απορρίψει την κύρια βάση της αγωγής, δέχθηκε την επικουρικά σωρευόμενη πλαγιαστική αγωγή και αναγνώρισε α) την υποχρέωση της αναιρεσείουσας - πρώτης εναγομένης να καταβάλει στη δεύτερη εναγομένη το ποσό των 45.284,66 ευρώ ως ασφάλισμα συνεπεία της καταστροφής από πυρκαγιά της ασφαλισμένης λυόμενης οικίας και β) την υποχρέωση της δεύτερης εναγομένης να καταβάλει στους αναιρεσίβλητους - ενάγοντες το ποσό αυτό (ασφάλισμα) για αποκατάσταση της ασφαλισμένης και προσημειωμένης λυόμενης οικίας υπό τον όρο της προηγούμενης παροχής εγγυοδοσίας από αυτούς με εγγραφή προσημειώσεως υποθήκης επί των περιγραφόμενων ακινήτων.
Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1287 εδ. γ' ΑΚ, 68, 70, 72 ΚΠολΔ, αφού τα ως άνω ανελέγκτως δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά στοιχειοθετούν, στη συγκεκριμένη περίπτωση την πλαγιαστικώς ασκηθείσα από τους αναιρεσίβλητους αγωγή κατά της αναιρεσείουσας ασφαλιστικής εταιρείας, με αίτημα την καταβολή του ασφαλίσματος προς την δικαιούχο αυτού εμπραγμάτως ασφαλισμένη δανείστρια τράπεζα, προκειμένου, στη συνέχεια, να υποχρεωθεί η τελευταία να καταβάλει τούτο στους αναιρεσιβλήτους για την αποκατάσταση της ασφαλισμένης οικοδομής (λυόμενης οικίας), ασκώντας κατά της δανείστριας τράπεζας το χορηγούμενο σ' αυτούς, από τη διάταξη του άρθρου 1287 εδ.
γ' του ΑΚ, σχετικό δικαίωμα, καθώς, σύμφωνα με τις ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης: α) μεταξύ των αναιρεσιβλήτων και της τράπεζας E. E. Α..Ε.. καταρτίστηκαν δύο συμβάσεις δανείου συνολικού ύψους 120.000 ευρώ για την αγορά του περιγραφόμενου ακινήτου μετά της επ' αυτού λυόμενης οικίας, β) οι αναιρεσίβλητοι αγόρασαν το ακίνητο και προς εξασφάλιση της δανείστριας τράπεζας ενεγράφησαν στο ακίνητο αυτό δύο προσημειώσεις υποθήκης, γ) ανέλαβαν έναντι της δανείστριας την υποχρέωση να ασφαλίσουν και να διατηρούν ασφαλισμένη για όλη τη διάρκεια αποπληρωμής του δανείου την επί του ακινήτου οικία μεταξύ άλλων κινδύνων και για τον κίνδυνο πυρκαγιάς για ποσό ίσο με την κατασκευαστική της αξία, με δικαιούχο του ασφαλίσματος την δανείστρια, δ) οι αναιρεσίβλητοι κατάρτισαν με την αναιρεσείουσα την ένδικη σύμβαση ασφάλισης στην οποία ως δικαιούχος του ασφαλίσματος ορίστηκε η δανείστρια τράπεζα, ε) επήλθε ο κίνδυνος (πυρκαγιά) και καταστράφηκε ολοσχερώς η ασφαλισμένη λυόμενη οικία, το δε κόστος για την αντικατάσταση αυτής ανέρχεται στο ποσό των 45.284,66 ευρώ, και στ) οι αναιρεσίβλητοι ζήτησαν εντός εξαμήνου να διατεθεί το ασφάλισμα από την δικαιούχο του ασφαλίσματος τράπεζα σε αυτούς, προκειμένου να προβούν σε αποκατάσταση της οικίας, καθιστάμενοι έτσι τούτοι (αναιρεσείοντες), ως προς την συγκεκριμένη αξίωση της διαθέσεως του ασφαλίσματος για την αποκατάσταση της καταστραφείσας ασφαλισμένης οικίας, δανειστές της εμπραγμάτως ασφαλισμένης τράπεζας και έχοντες έτσι άμεσο έννομο προς τούτο συμφέρον και νομιμοποιούμενοι στην άσκηση κατά της αναιρεσείουσας της υπό κρίση πλαγιαστικής αγωγής.
Περαιτέρω, το Εφετείο, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές του, δεν στέρησε την προσβαλλομένη απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον διέλαβε σ' αυτήν την απαιτούμενη αιτιολογία, που ανταποκρίνεται στο πραγματικό των ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων και καθιστά εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή αυτών, τις οποίες έτσι δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου, αφού αναφέρονται στην απόφαση, με σαφήνεια, επάρκεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν το σαφώς διατυπούμενο αποδεικτικό της πόρισμα, ότι οι αναιρεσείοντες είναι οφειλέτες των αναφερομένων δανείων έναντι της Τράπεζας Eurobank, στην οποία παραχώρησαν δικαίωμα προσημείωσης υποθήκης επί του ακινήτου που αγόρασαν με το προϊόν των δανείων, ότι ασφάλισαν την λυόμενη οικία που ευρίσκεται μέσα στο ακίνητο κατά του κινδύνου πυρός στην αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρεία με δικαιούχο του ασφαλίσματος την δανείστρια τράπεζα, ότι ζήτησαν από την τελευταία να διατεθεί το ασφάλισμα για την αποκατάσταση της οικίας με αντίστοιχη παροχή ασφάλειας και μάλιστα με εγγραφή προσημείωσης υποθήκης επί ετέρων ακινήτων ιδιοκτησίας τους.
Επομένως, οι πρώτος, δεύτερος και τρίτος λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι από τους αριθμούς 1 (κατ' εκτίμηση και όχι 14), κυρίως, και 19, επικουρικώς, του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειες της εσφαλμένης εφαρμογής των ανωτέρω διατάξεων και της έλλειψης νόμιμης βάσης λόγω ασαφών, ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών, και δη αναφορικά με το ζήτημα της αδράνειας της δικαιούχου του ασφαλίσματος προσημειούχου τράπεζας και ως προς το έννομο συμφέρον των αναιρεσιβλήτων για την άσκηση της πλαγιαστικής αγωγής, είναι αβάσιμοι.
Περαιτέρω, από τα άρθρα 68 και 556 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι για το παραδεκτό του λόγου αναίρεσης ο αναιρεσείων πρέπει να έχει έννομο συμφέρον να ανατρέψει την προσβαλλόμενη απόφαση λόγω του σφάλματος που επικαλείται. Στην περίπτωση λοιπόν που το διατακτικό της στηρίζεται αυτοτελώς σε περισσότερες από μια επάλληλες, κύριες ή επικουρικές, αιτιολογίες οι οποίες όμως δεν πλήττονται όλες με την αίτηση αναιρέσεως ή δεν πλήττεται αποτελεσματικά η μια από αυτές, τότε οι λόγοι αναίρεσης που προσβάλλουν τις λοιπές απορρίπτονται ως αλυσιτελείς, διότι το διατακτικό στηρίζεται όχι σε όλες ταυτοχρόνως τις αιτιολογίες, αλλά μόνον στην μία, πρωτίστως στην κύρια και επικουρικά στις λοιπές (ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 34/2020, ΑΠ 859/2020).
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το ως άνω εκτεθέν περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο στήριξε το καταληκτικό αποδεικτικό του πόρισμα σε δύο επάλληλες (κύριες) αιτιολογίες, κάθε μια από τις οποίες στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της απόφασης, και ειδικότερα δέχθηκε: α) με την πρώτη αιτιολογία ότι η οικία των αναιρεσιβλήτων που καταστράφηκε από την πυρκαγιά είναι αυτή που αναιρεσείουσα ασφάλισε τον πρώτον το έτος 2007 και συνέχισε να ασφαλίζει μέχρι το χρόνο επέλευσης του ασφαλισμένου κινδύνου, την οποία περιγράφει ως λυόμενη προκατασκευασμένη οικία με κεραμοσκεπή, επιφανείας 54 τ.μ., τοποθετημένη πάνω σε βάση από οπλισμένο σκυρόδεμα, ισόγεια από την μία πλευρά της και υπερυψωμένη από την άλλη καθώς το οικόπεδο επί του οποίου ευρίσκεται εμφανίζει κλίση εδάφους 25%, την αξία αποκατάστασης της οποίας προσδιόρισε στο ποσό των 45.284,66 ευρώ δεχόμενο έτσι, εμμέσως, πλην σαφώς, το δικαστήριο της ουσίας ότι δεν υπήρξε απόκρυψη ουσιωδών για την ασφάλιση στοιχείων, και β) με τη δεύτερη επάλληλη αιτιολογία, ότι οι αναιρεσίβλητοι προέβησαν μεν σε διαμόρφωση της βάσης από την υπερυψωμένη πλευρά σε αυτοτελές διαμέρισμα 33 τ.μ., την οποία παρέλειψαν να δηλώσουν προς την αναιρεσείουσα, πλην όμως η παράλειψη αυτή δεν οδηγεί στο πλαίσιο της πλαγιαστικής αγωγής σε απαλλαγή της τελευταίας από την καταβολή του ασφαλίσματος προς την εμπραγμάτως ασφαλισμένη τράπεζα, δεδομένου ότι η αναιρεσείουσα δεν αμφισβητεί την καλή πίστη της τελευταίας και, ως εκ τούτου, σύμφωνα με ειδικό όρο του ασφαλιστηρίου συμβολαίου δεν μπορεί να επικαλεστεί προς απαλλαγή της την απόκρυψη εκ μέρους των αναιρεσιβλήτων της προσθήκης του αυτοτελούς διαμερίσματος κάτωθι της βάσεως της λυόμενης οικίας.
Με τον τέταρτο λόγο της αίτησης αναίρεσης προσάπτεται στην απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι δηλαδή έλαβε υπόψη πράγματα μη προταθέντα, και ειδικότερα για την απόρριψη της ένστασης απαλλαγής από την καταβολή του ασφαλίσματος, την οποία νομίμως η αναιρεσείουσα είχε προβάλει τόσο με τις προτάσεις της στον πρώτο βαθμό όσο και με αντίστοιχο λόγο έφεσης, δέχθηκε τον μη προταθέντα από τους αναιρεσίβλητους ισχυρισμό ότι αυτή (αναιρεσείουσα) δεν αμφισβητεί την καλή πίστη της προσημειούχου τράπεζας και, ως εκ τούτου, δεν μπορεί να προτείνει την ένσταση απαλλαγής έναντι της τελευταίας, στο πλαίσιο της πλαγιαστικής αγωγής.
Ενόψει, όμως, του ότι, κατά τα ανωτέρω εκτεθέντα, δεν προσβάλλεται επιτυχώς με λόγο αναίρεσης η πρώτη από τις προαναφερόμενες αιτιολογίες, ο συγκεκριμένος λόγος προβάλλεται αλυσιτελώς και ως εκ τούτου είναι απαράδεκτος, αφού, τυχόν αποδοχή του, δεν επηρεάζει το διατακτικό της αποφάσεως, το οποίο στηρίζεται αυτοτελώς στην μη πληγείσα πρώτη επάλληλη αιτιολογία της απόφασης.
Σε κάθε περίπτωση ο ανωτέρω λόγος είναι αβάσιμος, αφού, όπως προκύπτει από την παραδεκτή κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση του περιεχομένου των προτάσεων των αναιρεσιβλήτων στο Εφετείο, παραδεκτά αυτοί, ως εφεσίβλητοι (άρθρο 527 παρ. 1 ΚΠολΔ προέβαλαν τον παραπάνω, γενόμενο δεκτό, ισχυρισμό τους.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει η ένδικη αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα για την άσκηση αυτής παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν προτάσεις, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσείουσας λόγω της ήττας της (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 2.2.2021 αίτηση της εταιρείας με την επωνυμία "Ν. Α. Ν. Π. Α. Ε. Α. Ε." για αναίρεση της υπ' αριθμόν 2958/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Απορρίπτει την από 25.8.2022 αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση της εταιρείας με την επωνυμία "d.V. G. Α. Ε. Δ. Α. από Δ. και Π." Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο. Επιβάλλει εις βάρος της αναιρεσείουσας τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Μαΐου 2023.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Μαρτίου 2024.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ