Supreme Court dismisses appeal on property ownership claim based on acquisitive prescription without good faith requirement.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the Greek State's appeal against the Court of First Instance's ruling on a property ownership dispute. The plaintiffs argued for ownership through acquisitive prescription based on twenty years of physical control and a correction of the land registry, while the State contended that good faith was required. The court held that good faith is not a prerequisite for acquisitive prescription in this context, as the plaintiffs' claim was based on a specific legal title distinct from ordinary possession.
Legislator headnote
AI generatedArticles 1-3 of the Ottoman Law on Lands of 1856; Articles 1041 of the Civil Code: Acquisitive prescription does not require the claimant to invoke good faith when establishing ownership through specific legal titles.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 391 / 2023 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 391/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χριστοδούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Μουλιανιτάκη, Μαρουλιώ Δαβίου, Μαρία Κουφούδη, Αθανάσιο Θεοφάνη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, τη 2α Μαρτίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Αλέξανδρο Σταυράκη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Κ. Κ. του Α., 2) Σ. Π. του Ε., κατοίκων ... οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Αντωνία Παπαδάκη και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-7-2017 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Φλώρινας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 225/2018 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 35/2020 του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας. Την αναίρεση της τελευταίας απoφάσεως ζητεί το αναιρεσείον με την από 3-9-2020 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Η πληρεξούσια των αναιρεσιβλήτων ζήτησε απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη από 03.09.2020 αίτηση αναιρέσεως, προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων και κατά την τακτική διαδικασία, εκδοθείσα, υπ' αριθμ. 35/2020 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας, το οποίο απέρριψε την από 03.01.2019 έφεση του αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθμ. 225/2018 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Φλώρινας, το οποίο είχε κάνει δεκτή την από 18.07.2017 αγωγή κυριότητας από το άρθρο 6§2α' του ν. 2664/1998 των αναιρεσιβλήτων. Η αίτηση αυτή αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553§1 στοιχ. β', 556§1, 558 εδάφ. α', 564§1, 566§1 Κ.Πολ.Δ.). Επομένως, είναι παραδεκτή (άρθρο 577§1 Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους της (άρθρο 577§2 Κ.Πολ.Δ.).
Κατά τα άρθρα 1-3 του οθωμανικού "Νόμου περί των γαιών" της 7ης Ραμαζάν 1274 (έτους εγίρας)/1856 "Kanunname-i arazi" (οθΝπΓαιών) οι γαίες διακρίνονται στις ακόλουθες πέντε κατηγορίες: α. Τις γαίες καθαρής ιδιοκτησία ("mulk", "arazi-i memluke") (οικόπεδα, οικοδομήματα, εργαστήρια, αμπελώνες κτλ), των οποίων την κυριότητα είχε αυτός που τις εξουσίαζε και μπορούσε να τις διαθέτει ελεύθερα προς τρίτους με άτυπη συμφωνία περί μεταβιβάσεως, β.
τις δημόσιες γαίες ("arazi-i empiriye") (τα καλλιεργήσιμα χωράφια, βοσκοτόπια, δάση), των οποίων η κυριότητα ανήκε στο οθωμανικό δημόσιο και επί των οποίων οι ιδιώτες μπορούσαν να αποκτήσουν μόνο δικαίωμα εξουσιάσεως ("tassaruf"), γ. τις αφιερωμένες γαίες ("arazi-i mevkufe"), των οποίων η χρήση και εκμετάλλευση γινόταν υπέρ κάποιου αγαθοεργού σκοπού και οι οποίες θεωρούνταν ως πράγματα εκτός συναλλαγής, δ.
τις εγκαταλελειμμένες σε κοινότητες γαίες ("arazi-i metruke") (δημόσιοι δρόμοι, πλατείες κτλ), οι οποίες ήταν προορισμένες για την κοινή χρήση και ανήκαν στο οθωμανικό δημόσιο, και ε. τις νεκρές γαίες ("arazi-i mevat") (βουνά, ορεινά και πετρώδη μέρη, αδέσποτα), οι οποίες αποτελούσαν γαίες που κανείς δεν κατείχε, δεν εξουσίαζε, δεν καλλιεργούσε και ανήκαν στο οθωμανικό δημόσιο.
Με τα πρωτόκολλα του Λονδίνου της 22.02/03.02.1830 "Περί Ανεξαρτησίας της Ελλάδος", 04/16.06.1830 και 19.06/01.07.1830, με τα οποία κυρώθηκε η Ανεξαρτησία της Ελλάδος και ρυθμίστηκαν οι σχέσεις του Ελληνικού Δημοσίου ως προς τις άλλοτε ιδιοκτησίες των οθωμανών στην Ελλάδα, ορίζεται, σε συνδυασμό με την από 27.06/09.07.1832 Συνθήκη της Κωνσταντινουπόλεως, ότι το Ελληνικό Δημόσιο αποκτά την κυριότητα στα κτήματα των οθωμανών, τα οποία είχε καταλάβει κατά τη διάρκεια του απελευθερωτικού αγώνα (έως τις 03.02.1830) και είχε δημεύσει κατά τη διάρκεια αυτού, καθώς και σε εκείνα, τα οποία, κατά τον χρόνο της υπογραφής των άνω τριών πρωτοκόλλων είχαν εγκαταλειφθεί από τους αναχωρήσαντες από την απελευθερωθείσα Ελλάδα οθωμανούς, πρώην κυρίους τους, οι οποίοι αποχώρησαν, και δεν εξουσιάζονταν πλέον από αυτούς, χωρίς παράλληλα να έχουν καταληφθεί από τρίτους έως την έναρξη ισχύος του νόμου της 21.06/03.07.1837 "Περί διακρίσεως κτημάτων", περιερχόμενα, κατά το άρθρο 16 αυτού, στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου ("Όλα τα παρ' ιδιωτών, ή κοινοτήτων, μη δεσποζόμενα, δηλαδή όλα τα αδέσποτα, και τα των ακλήρων αποθανόντων κτήματα, ή τα εγκαταλελειμμένα από των κληρονόμων κτήματα, επί των οποίων δεν υπάρχουν άλλων αποδεδειγμέναι απαιτήσεις, ανήκουν εις το δημόσιον.").
Με τις ρυθμίσεις αυτές το Ελληνικό Δημόσιο δεν κλήθηκε ως καθολικός διάδοχος των οθωμανών, αλλά διαδέχθηκε το Τουρκικό Δημόσιο in globo με τη γενόμενη δήμευση "δικαιώματι πολέμου", ως ειδικού τίτλου, στο δικαίωμα κυριότητας των κτημάτων, τα οποία κατέχονταν μόνο από τους οθωμανούς κατά την έναρξη της Ελληνικής Επαναστάσεως και τα κατέλαβε είτε διαρκούντος του πολέμου, είτε ως εγκαταλελειμμένα από τους πρώην κυρίους τους.
Η διαδοχή εκ μέρους του Ελληνικού Δημοσίου του Τουρκικού Δημοσίου "δικαιώματι πολέμου" αφορά και τις νήσους του Αιγαίου, με ρητή αναφορά τους στο σχετικό κείμενο του πρακτικού (αριθμ. 3) και στο προηγούμενο πρωτόκολλο της 10/22.03.1829 με τον παράτιτλο: "Οροθεσία της Στερεάς και των Νήσων", διαλαμβάνοντας ότι "Αι νήσοι αι εις την Πελοπόννησον παρακείμεναι, η Εύβοια και αι κοινώς καλούμεναι Κυκλάδες, θέλουσιν ωσαύτως συμπεριληφθή εντός αυτού τούτου του Κράτους.".
Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 2§4 του ν. 147/1914 "Περί της εν ταις προσαρτωμέναις χώραις εφαρμοστέας νομοθεσίας και της δικαστικής αυτών οργανώσεως" στις περιοχές οι οποίες βρίσκονταν προηγουμένως κάτω από την άμεση επικυριαρχία του οθωμανικού κράτους εισάγεται εν γένει η Ελληνική αστική νομοθεσία πλην όμως διατηρούνται σε ισχύ οι διατάξεις περί γαιών, οι οποίες ρύθμιζαν τα σχετικά με την κτήση δικαιωμάτων ιδιωτικής φύσεως επ' αυτών, ενώ οι δικαιοπραξίες γι' αυτά συντελούνται εφεξής κατά τους Ελληνικούς νόμους.
Στην κατηγορία των προσαρτώμενων χωρών ανήκει και η Μακεδονία, στην οποία, από την 01.02.1914, άρχισε να ισχύει, σύμφωνα με το άρθρο 36§3 του ίδιου ως άνω νόμου (147/1914 - Φ.Ε.Κ. Α' 25 της 01.02.1914), η Ελληνική νομοθεσία. Εξάλλου, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 51 και 55 του Εισ.Ν.Α.Κ., η κτήση κυριότητας ή άλλου εμπραγμάτου δικαιώματος, που έλαβε χώρα πριν από την εισαγωγή του Α.Κ., κρίνεται κατά το δίκαιο που ίσχυε κατά τον χρόνο κατά τον οποίο έγιναν τα πραγματικά περιστατικά, που απαιτούνται για την κτήση αυτών, ενώ η προστασία τους διέπεται εφεξής από τις διατάξεις του Α.
Κ. . Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 3 του οθωμανικού "Νόμου περί των γαιών" της 7ης Ραμαζάν 1274 (έτους εγίρας)/1856 "Kanunname-i arazi" (οθΝπΓαιών), του οποίου οι διατάξεις, που ρυθμίζουν τα δικαιώματα ιδιωτικής φύσεως σ' αυτές, διατηρήθηκαν σε ισχύ στις προσαρτώμενες χώρες, με τη διάταξη του άρθρου 2§4 του ν. 147/1914, "Άρθρο 3.
Δημόσιαι γαίαι εισί τα χωράφια, λειμώνες, χειμάδια, θέρετρα (θεριναί βοσκαί), δάση και παραπλήσια, των οποίων η ιδιοκτησία ανήκει εις το δημόσιον. ... ." (βλ. και άρθρα 4, 9, 12, 34 και 49 του ίδιου νόμου). Η παραχώρηση στους ιδιώτες των παραπάνω ακινήτων, τα οποία αποτελούν την κατηγορία των δημόσιων γαιών ("arazi-i empiriye"), γίνεται με τη χορήγηση από το δημόσιο εγγράφου τίτλου, ονομαζόμενου ταπίο ("tapu"), το οποίο φέρει το μονόγραμμα ("τουρά", "τουγράς", "tugra) του σουλτάνου, με το οποίο παρέχεται σ' αυτούς δικαίωμα, όχι κυριότητας, αλλά διηνεκούς εξουσιάσεως ("tassaruf"), αντικείμενο της οποίας είναι η αναφερόμενη στον τίτλο χρήση του εδάφους.
Εξαίρεση του κανόνα ότι μόνο με τίτλο (ταπίο) αποκτάται το δικαίωμα εξουσιάσεως για ορισμένη χρήση των δημόσιων γαιών καθιερώνει το άρθρο 78 του ίδιου παραπάνω "Νόμου περί των γαιών", σύμφωνα με το οποίο, εάν κάποιος καταλάβει και καλλιεργήσει δημόσιες και αφιερωμένες γαίες για δέκα (10) έτη, χωρίς αμφισβήτηση, αποκτά δικαίωμα εγκαταστάσεως και είτε έχει έγκυρο τίτλο, είτε δεν έχει, οι γαίες δεν θεωρούνται σχολάζουσες, αλλά δίδεται σ' αυτόν δωρεάν νέος τίτλος.
Από το σαφές περιεχόμενο της παραπάνω διατάξεως, του άρθρου μόνου της ερμηνευτικής εγκυκλίου του Υπουργείου Δικαιοσύνης της 28ης Σεφέρ 1304 "Περί του δικαιώματος εγκαταστάσεως επί των δασών", του άρθρου 13 του νόμου "Περί ταπίων" της 8ης Δζεμάζηλ - αχίρ 1275, του άρθρου 2 των διασαφητικών διατάξεων (περί ταπίων) της 15ης Σαμπάν 1276, αλλά και του συνόλου των διατάξεων του "Νόμου περί των γαιών" (ειδικότερα των άρθρων 9, 30, 71), συνάγεται ότι απαραίτητη προϋπόθεση για την απόκτηση του δικαιώματος αυτού της μόνιμης εγκαταστάσεως είναι όχι μόνο η συνεχής επί δέκα (10) έτη κατοχή, αλλά και η ταυτόχρονη καλλιέργεια της γης.
Επομένως, η διάταξη του άρθρου 78 έχει εφαρμογή μόνο επί καλλιεργήσιμων γαιών και όχι επί οικοπέδων και κήπων, έστω και αν καλλιεργούνται με κηπευτικά και με οπωροφόρα δένδρα, ούτε επί των λοιπών δημόσιων γαιών [λειμώνων, δασών, χειμερινών και θερινών (δηλαδή βοσκοτόπων) και παρόμοιων τόπων], οι οποίες εξουσιάζονταν μόνο με έκδοση έγγραφου τίτλου (ταπίου) κατ' εφαρμογήν και των άρθρων 2 και 3 των οδηγιών της 23 Μουχαρέμ 1923 "Περί εξελέγξεως τίτλων δασών" (Ολ.Α.Π. 609/1963, Α.Π. 24/2020, Α.Π. 1204/2014, Α.Π. 1122/2008)..
Περαιτέρω, με το διάταγμα υπ' αριθμ. 2468/1917 "Περί ρυθμίσεως των εννόμων σχέσεων επί των κατά τους οθωμανικούς Νόμους δημοσίων γαιών" της Προσωρινής Κυβερνήσεως της Θεσσαλονίκης (άρθρα 1 και 2 αυτού), το οποίο κυρώθηκε με τον ν. 1072/1917 "Περί επεκτάσεως καθ' άπαν το Κράτος των υπ' αριθμ. 2466, 2467, 2468, 2469 και 2470 διαταγμάτων της Προσωρινής Κυβερνήσεως περί του αγροτικού ζητήματος", καταργήθηκε, κατά βάση, ο θεσμός των δημόσιων γαιών του οθωμανικού δικαίου.
Από της ισχύος του ως άνω διατάγματος, δηλαδή, από τις 20.05.1917, ως προς τους καλλιεργούμενους και μόνο αγρούς, το δικαίωμα διηνεκούς εξουσιάσεως ("τεσσαρούφ", "tassaruf") μεταβλήθηκε σε δικαίωμα πλήρους και οριστικής κυριότητας των 4/5 εξ αδιαιρέτου, του υπολοίπου 1/5 εξ αδιαιρέτου παραμείναντος στο Ελληνικό Δημόσιο, ενώ ο ν. 2052/1920 ("Αγροτικός Νόμος") επανέλαβε στα άρθρα 49 επόμ.
τις διατάξεις του διατάγματος υπ' αριθμ. 2468/1917. Στη συνέχεια, με τα άρθρα 101 - 104 του διατάγματος της 11/12.11.1929 ("Περί διοικήσεως Δημοσίων Κτημάτων"), που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 2 του ν. 4226/1929 και τροποποιήθηκε με τα άρθρα 17, 18 και 19 του ν. 1540/1938 ("Περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως της περί διοικήσεως των Δημοσίων Κτημάτων νομοθεσίας"), παραχωρήθηκε στους ιδιοκτήτες των 4/5 και το υπόλοιπο 1/5 εξ αδιαιρέτου και έτσι αυτοί που είχαν αποκτήσει δικαίωμα διηνεκούς εξουσιάσεως έγιναν καθ' ολοκληρίαν κύριοι του ακινήτου, χωρίς εγγραφή στα βιβλία μεταγραφών.
Η κυριότητα δε όλων των λοιπών κατηγοριών δημόσιων γαιών, με την απελευθέρωση των προσαρτώμενων χωρών, κατά το έτος 1912, περιήλθε στο Ελληνικό Δημόσιο δικαιώματι πολέμου βάσει διεθνών συνθηκών (άρθρο 60§1 της Συνθήκης της Λωζάνης της 24.07.1923 που κυρώθηκε με το από 25.08.1923 διάταγμα - Φ.Ε.Κ. Α'238/25.08.1923), σε συνδυασμό με τα άρθρα 1, 7 και 27 της από 10.06.1930 Συμφωνίας μεταξύ Ελλάδος και Τουρκίας, που υπεγράφη στην Άγκυρα και κυρώθηκε με τον ν. 4793/1930 "Περί κυρώσεως της μεταξύ Ελλάδος και Τουρκίας Συμφωνίας περί τρόπου εφαρμογής της εν Λωζάννη υπογραφείσης Συμβάσεως περί ανταλλαγής Ελληνοτουρκικών πληθυσμών και της υπ' αριθ. 9 Δηλώσεως" και της από 21.06.1924, συμπληρωματικής της VIII/07.12.1923, αποφάσεως της μικτής επιτροπής ανταλλαγής πληθυσμών και με τις διατάξεις του οθωμανικού νόμου περί γαιών που διατηρήθηκε σε ισχύ, όπως παραπάνω αναφέρεται.
Τέλος, κατά τις διατάξεις των άρθρων 1248 και 1814 του οθωμανικού Α.Κ., που δεν αναγνώριζε τον θεσμό της χρησικτησίας ως τρόπο κτήσεως της κυριότητας σε ακίνητα, 1 και 2 του ν. 197/1914, που επεξέτεινε την ισχύ της Ελληνικής νομοθεσίας (διατάξεις του βζρδ, που προέβλεπαν τον θεσμό της χρησικτησίας), του ν.δ. της 22.04/16.05.1926, με το οποίο απαγορεύθηκε από τις 11.05.1915 και μετέπειτα οποιαδήποτε κτητική ή αποσβεστική παραγραφή των δικαιωμάτων του Ελληνικού Δημοσίου στα ακίνητα της κυριότητάς του και των άρθρων 2 και 4 του α.ν. 1539/1938, που περιέχει όμοιες προς το άνω διάταγμα διατάξεις, σαφώς προκύπτει ότι δεν είναι δυνατή η υπό τρίτου κτήση της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία σε ακίνητο της κυριότητας του Ελληνικού Δημοσίου που κείται στη Μακεδονία (Α.Π. 24/2020, Α.Π. 545/2017).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 1045 του Α.Κ., για την κτήση της κυριότητας ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία απαιτείται άσκηση νομής επί μία συνεχή εικοσαετία. Νομέας, κατά το άρθρο 974 του ίδιου κώδικα, είναι όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο ακίνητο, αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου. Περί της συνδρομής ή όχι των προαναφερομένων στοιχείων κρίνει το δικαστήριο, κατά την κοινή αντίληψη, με βάση τα συγκεκριμένα, σε κάθε περίπτωση, περιστατικά.
Ο διάδικος που προβάλλει χρησικτησία, πρέπει να επικαλεστεί τη νομή και να καθορίσει συνάμα τις μερικότερες υλικές πράξεις αυτής, από τις οποίες, αν αποδειχθούν, θα συναχθεί η πραγμάτωση της θελήσεως του κατόχου να κατέχει το πράγμα ως εάν να ήταν δικό του. Τέτοιες δε πράξεις είναι και η εποπτεία, η επίβλεψη, η επίσκεψη, η καλλιέργεια, η οριοθέτηση, η περιμάνδρωση, η περιτοίχιση και η καταμέτρηση των διαστάσεών του κτλ χωρίς παράλληλα να απαιτείται και ο ημερολογιακός προσδιορισμός των επιμέρους πράξεων μέσα στον χρόνο της χρησικτησίας.
Οι στηριζόμενοι στις παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις ισχυρισμοί του Ελληνικού Δημοσίου, προς αντίκρουση της εναντίον του ασκηθείσας αγωγής, αποτελούν ενστάσεις, ως γεγονότα διακωλυτικά της γενέσεως του δικαιώματος κυριότητας του ενάγοντος, και όχι αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής. Επομένως, τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν την ιστορική βάση αυτών των ισχυρισμών (καταλυτικών ενστάσεων), πρέπει να αποδείξει το ενιστάμενο Ελληνικό Δημόσιο και, για τον λόγο αυτό, τις συνέπειες της αμφιβολίας του δικαστηρίου περί της βασιμότητας των ισχυρισμών του και εντεύθεν της απορρίψεώς τους τις φέρει εκείνο (Ελληνικό Δημόσιο) και όχι ο ενάγων (Α.Π. 1182/2018).
Για να είναι όμως ορισμένη η αγωγή που στηρίζεται σε απόκτηση της κυριότητας ακινήτου με χρησικτησία, δεν απαιτείται να εκτίθεται σ' αυτή ότι το ακίνητο δεν είναι ανεπίδεκτο χρησικτησίας ούτε να δικαιολογείται για ποιο λόγο αυτό δεν συμβαίνει. Εξάλλου από τις διατάξεις των άρθρων 1094, 1045 και 1054 του Α.Κ., προκύπτει ότι ο ισχυρισμός ότι ορισμένο πράγμα είναι ανεπίδεκτο χρησικτησίας συνιστά ένσταση του αντιδίκου του επικαλούμενου κτήση κυριότητας με χρησικτησία (Α.Π. 894/2020, Α.Π. 977/2007) που είναι διακωλυτική του επικαλούμενου με την αγωγή δικαιώματος κυριότητας του ενάγοντος στο επίδικο και πρέπει να προτείνεται από τον εναγόμενο, αφού ούτε από το δικαστήριο λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως και, όταν εναγόμενο είναι το Ελληνικό Δημόσιο, αυτό επίσης πρέπει να επικαλεστεί και, σε περίπτωση αμφισβητήσεως, να αποδείξει, ότι το επίδικο ακίνητο είναι ανεπίδεκτο χρησικτησίας, διότι περιήλθε στην κυριότητά του με κάποιο νόμιμο τρόπο, τον οποίο πρέπει συγκεκριμένα να προσδιορίζει για να είναι ορισμένη η σχετική ένσταση του.
Η απλή άρνηση από τον ενάγοντα της ενστάσεως ανεπίδεκτου χρησικτησίας του επίδικου, λόγω αποκτήσεως κυριότητας από το ίδιο, τον οποίο προβάλλει το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο δεν καθιστά την αγωγή αόριστη, αλλά υποχρεώνει αυτό (Ελληνικό Δημόσιο) σε απόδειξη των περιστατικών που θεμελιώνουν τη δική του κυριότητα στο επίδικο.
Η ανεπάρκεια των εκτιθέμενων στην αγωγή ή στην ένσταση πραγματικών περιστατικών, σε σχέση με αυτά που απαιτούνται από τον νόμο για τη θεμελίωσή τους, χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία και ελέγχεται αναιρετικά με τον λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. ως παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας έκρινε τελικά ως ορισμένη την αγωγή ή την ένσταση, αρκούμενο σε λιγότερα ή διαφορετικά στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος.
Με τον ίδιο λόγο ελέγχεται και το σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας να κρίνει ως αόριστη την αγωγή ή την ένσταση, αξιώνοντας για τη θεμελίωσή τους περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του αντίστοιχου δικαιώματος. Πρόκειται και πάλι για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ως προς τη διαπίστωση νομικής δήθεν αοριστίας της αγωγής ή της ενστάσεως.
Επομένως, νομική είναι η αοριστία που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου. Αντίθετα η έλλειψη εξειδικεύσεως των πραγματικών περιστατικών που θεμελιώνουν κατ' αρχήν το ασκούμενο με την αγωγή ή την ένσταση ουσιαστικό δικαίωμα και αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του αντίστοιχου κανόνα ουσιαστικού δικαίου χαρακτηρίζεται ως ποσοτική αοριστία της αγωγής ή της ενστάσεως, ενώ η επίκληση απλώς των στοιχείων του νόμου χωρίς αναφορά πραγματικών περιστατικών χαρακτηρίζεται ως ποιοτική αοριστία της αγωγής ή της ενστάσεως και ελέγχονται και οι δύο αναιρετικά με λόγο από τους αριθμούς 8 ή, αναλόγως, 14 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 192/2016).
Ειδικότερα, ο από το άρθρο 559 αριθμ. 8 του Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη αναγκαία για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα που δεν εκτίθενται σε αυτή ή εάν απέρριψε ως αόριστη ή μη νόμιμη την αγωγή, παραγνωρίζοντας εκτιθέμενα για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα, που με επάρκεια εκτίθενται σε αυτήν, ενώ ο από το άρθρο 559 αριθμ. 14 του Κ.Πολ.Δ.
λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σε αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν, παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών, την απέρριψε ως αόριστη. Ο αναιρετικός αυτός έλεγχος γίνεται με βάση την κυριαρχική εκτίμηση του δικογράφου της αγωγής από το δικαστήριο της ουσίας (Α.Π. 29/2021, Α.Π. 480/2010).
Στην ένδικη περίπτωση, οι ενάγοντες - αναιρεσίβλητοι, με την από 18.07.2017 αγωγή τους, από το άρθρο 6§2α' του ν. 2664/1998, που έστρεψαν κατά του εναγομένου - αναιρεσείοντος και απηύθηναν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Φλώρινας, ζήτησαν να αναγνωριστούν συγκύριοι που περιγραφόμενου στην αγωγή ακινήτου ήτοι ενός γεωτεμαχίου, κειμένου στη Δημοτική Κοινότητα Φλώρινας, της Δημοτικής Ενότητας Φλώρινας, του Δήμου Φλώρινας, της Περιφερειακής Ενότητας Φλώρινας, της Περιφέρειας Δυτικής Μακεδονίας, του οποίου το δικαίωμα συγκυριότητας, κατά ποσοστό 50% έκαστος, απέκτησαν με έκτακτη χρησικτησία, με χρόνο ενάρξεως το έτος 1994, και να διαταχθεί η διόρθωση της εγγραφής στο σχετικό κτηματολογικό φύλλο έτσι ώστε να φαίνονται αυτοί, κατά τα ανωτέρω, συγκύριοι αυτού (γεωτεμαχίου) και να απαλειφθεί η ένδειξη ότι ο κύριος του γεωτεμαχίου είναι άγνωστος.
Το εναγόμενο - αναιρεσείον, διατείνεται ότι, με τις προτάσεις του ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, εκτός άλλων, ισχυρίστηκε ότι η ως άνω αγωγή είναι αόριστη, αρνήθηκε δηλαδή τη διαδικαστική προϋπόθεση του ορισμένου της αγωγής. Ότι ο ισχυρισμός αυτός απορρίφθηκε από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, επαναφέρθηκε ενώπιον του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, με λόγο εφέσεως, πλην όμως απορρίφθηκε και πάλι.
Με τον μοναδικό λόγο αναιρέσεως, το αναιρεσείον αιτιάται το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο ότι με την προσβαλλόμενη απόφασή του, παρά τον νόμο, δεν κήρυξε απαράδεκτο και, τοιουτοτρόπως, υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 14 του Κ.Πολ.Δ. τούτο δε διότι, καίτοι αυτό (αναιρεσείον) διατύπωσε πρωτοδίκως, με τις νομίμως κατατεθείσες προτάσεις του, ισχυρισμό περί αοριστίας της ως άνω αγωγής επανέφερε δε τον ισχυρισμό αυτό με λόγο εφέσεως, μετά την απόρριψή του πρωτοδίκως, αυτό (δευτεροβάθμιο Δικαστήριο) απέρριψε εσφαλμένως και πάλι τον ισχυρισμό του όπως και την έφεσή του στο σύνολό της.
Από την παραδεκτή, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου (άρθρο 561§2 του Κ.Πολ.Δ.) επισκόπηση του περιεχομένου της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, αναφορικά με τον λόγο εφέσεως του αναιρεσείοντος, τον σχετικό με την ισχυριζόμενη αοριστία της ένδικης αγωγής, δέχτηκε τα ακόλουθα: "Ο ισχυρισμός περί αοριστίας της αγωγής, για να είναι παραδεκτός, πρέπει να προτείνεται νόμιμα στο Δικαστήριο της ουσίας, και, ειδικότερα, αν ο εκκαλών έχει ηττηθεί στον πρώτο βαθμό, η νόμιμη επαναφορά του ισχυρισμού του στο Εφετείο μόνο με λόγο έφεσης (κύριο ή πρόσθετο) μπορεί να γίνει ... .
Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 216 παρ. 1 περ. α' και β' του ΚΠολΔ, 974, 1045 και 1046 του ΑΚ 1, 3, 4 παρ. 1, 6 παρ. 1 - 2 - 3, 9, 10 και 11 του Ν. 2664/1998, που ρυθμίζει τη λειτουργία του Εθνικού Κτηματολογίου, όπως ίσχυε κατά το χρόνο δημοσίευσης της εκκαλουμένης (άρθρο 533§2 του ΚΠολΔ), προκύπτει ότι για το ορισμένο αγωγής διόρθωσης ανακριβούς πρώτης εγγραφής στο κτηματολογικό φύλλο αναφορικά με την ένδειξη "άγνωστος" ως δικαιούχου κυριότητας γεωτεμαχίου, με επικαλούμενη αιτία κτήσεως από τον ενάγοντα - πραγματικό δικαιούχο κυριότητας την έκτακτη χρησικτησία, η οποία (αγωγή) είναι πρωτίστως αναγνωριστική κυριότητας με παρεπόμενο το διαπλαστικό αίτημα περί διόρθωσης των κτηματολογικών εγγραφών, απαιτείται να αναφέρονται στο αγωγικό δικόγραφο:
Α) 'Οτι ο πραγματικός δικαιούχος απέκτησε την κυριότητα του επιδίκου ακινήτου με πρωτότυπο τρόπο και δη με έκτακτη χρησικτησία κατά το χρονικό διάστημα πριν την έναρξη λειτουργίας του Εθνικού Κτηματολογίου σε μία περιοχή και είχε ταύτη (κυριότητα) στο συγκεκριμένο χρονικό σημείο (έναρξη λειτουργίας του Ε.Κ.), καθόσον κρίσιμος χρόνος για την ύπαρξη εμπράγματου δικαιώματος, που προσβάλλεται με τις ανακριβείς πρώτες εγγραφές, είναι αυτός της ενάρξεως του Εθνικού Κτηματολογίου σε μία περιοχή όπως καθορίσθηκε με σχετική απόφαση του ΟΚΧΕ (για τις παλιές κτηματογραφήσεις) και μετέπειτα με απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας (ήδη με το Ν. 4512/2018 για τις νέες κτηματογραφήσεις με απόφαση του ΔΣ του ΝΠΔΔ "ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟ") και όχι αυτός της έγερσης της αγωγής του άρθρου 6 παρ. 2 του Ν. 2664/1998 ..., ενώ η διάταξη του άρθρου 37 παρ. 2 του Ν. 4315/24-12-2014, με την οποία προστέθηκε στην παρ. 3 του άρθρου 6 του Ν. 2664/1998 η περίπτωση στ', σύμφωνα με την οποία "Όταν ο τίτλος κτήσης του δικαιώματος που προσβάλλεται με την ανακριβή εγγραφή και για το οποίο ζητείται η διόρθωση είναι χρησικτησία, η συμπλήρωση της νομής υπολογίζεται κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής ......" , χωρίς ουδεμία μνεία στην αιτιολογική έκθεση του νόμου, ελέγχεται ως αντισυνταγματική ένεκα της αντίθεσής της με την αρχή της ισότητας (άρθρο 4 παρ. 1 και 2 του Σ) και της προστασίας της ιδιοκτησίας (άρθρο 17 παρ. 1 του Σ), καθόσον προσδίδει περισσότερα δικαιώματα σε αυτόν που ουδέν δικαίωμα είχε κατά την κτηματογράφηση και γι' αυτό δεν το δήλωσε έναντι αυτού που είχε δικαίωμα και προέβη σε υποβολή δήλωσης και επιπλέον ανατρέπει την έννοια των "πρώτων εγγραφών" ... .
Για την επίκληση της κυριότητας κτηθείσας με έκτακτη χρησικτησία αρκεί να αναφέρεται στο αγωγικό δικόγραφο ότι ο ενάγων επί εικοσαετία και μέχρι την έναρξη λειτουργίας του Εθνικού Κτηματολογίου στην περιοχή όπου κείται το επίδικο ακίνητο συνεχώς ασκεί τη φυσική εξουσίαση επί του γεωτεμαχίου με διάνοια κυρίου (νομή), δηλ.
να αναφέρει εμφανείς υλικές πράξεις επί του γεωτεμαχίου, που είναι δηλωτικές της βούλησης του να εξουσιάζει τούτο και οι οποίες ποικίλουν ανάλογα με τον κατά τη βούλησή του προορισμό του γεωτεμαχίου, δηλ. εποπτεία, επίβλεψη, επίσκεψη, καλλιέργεια, οριοθέτηση, καθαρισμός, παραχώρηση σε τρίτον με ή χωρίς αντάλλαγμα, κ.α., χωρίς παράλληλα να απαιτείται και ο ημερολογιακός προσδιορισμός των επιμέρους πράξεων, μέσα στο χρόνο της χρησικτησίας ... , Β) Περιγραφή του επιδίκου γεωτεμαχίου και δη αναφορά του ΚΑΕΚ (Κωδικός
Αριθμός Εθνικού Κτηματολογίου) ... και Γ) Την ανακριβή εγγραφή που περιέχεται στο οικείο κτηματολογικό φύλλο του επιδίκου γεωτεμαχίου και συγκεκριμένα ότι στις πρώτες εγγραφές αναγράφεται ως δικαιούχος κυριότητας "άγνωστος" ... . Στην προκείμενη περίπτωση με τον πρώτο λόγο της έφεσης το εκκαλούν Ελληνικό Δημόσιο μέμφεται το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που εξέδωσε την εκκαλούμενη απόφαση, ότι δεν έλαβε υπόψη του τον ισχυρισμό του περί αοριστίας της ένδικης αγωγής των εφεσιβλήτων. Όπως, όμως, προκύπτει από την επισκόπηση του προσκομιζόμενου αντιγράφου της ανωτέρω αγωγής, της οποίας το περιεχόμενο εκτέθηκε περιληπτικά ανωτέρω, οι ενάγοντες επικαλούνται όλα τα αναγκαία - σύμφωνα με την προηγηθείσα μείζονα σκέψη - πραγματικά περιστατικά για τη θεμελίωση του δικαιώματος κυριότητάς τους με τίτλο κτήσης την έκτακτη χρησικτησία και τη διόρθωση της ανακριβούς πρώτης εγγραφής, δηλ. επικαλούνται την άσκηση συγκεκριμένων εμφανών υλικών πράξεων φυσικής εξουσίασης επί του επιδίκου με διάνοια κυρίου επί εικοσαετία ήδη μέχρι την έναρξη λειτουργίας του Εθνικού Κτηματολογίου στην περιοχή της Φλώρινας στις 14-10-2015, τον ΚΑΕΚ του επιδίκου γεωτεμαχίου και την ανακρίβεια της πρώτης εγγραφής.
Συνεπώς, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο πρώτος λόγος της έφεσης, καθόσον για την θεμελίωση κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία, που είναι η μόνη αγωγική βάση της ένδικης αγωγής, δεν απαιτείται η επίκληση καλής πίστης, όπως στις περιπτώσεις της τακτικής χρησικτησίας (ΑΚ 1041) ή της ιδιάζουσας χρησικτησίας επί ακινήτων του Δημοσίου του άρθρου 4 του Ν. 3127/2003, που αδόκιμα εν προκειμένω επικαλείται ότι συντρέχει το εκκαλούν Ελληνικό Δημόσιο. ... .".
Με βάση τις παραδοχές αυτές το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε τον νόμο και απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμο τον σχετικό λόγο εφέσεως του αναιρεσείοντος. Συγκεκριμένα, εφόσον η ένδικη αγωγή αφορούσε σε δικαίωμα συγκυριότητας των αναιρεσιβλήτων κτηθέν πρωτοτύπως (με έκτακτη χρησικτησία), η άρνηση του αναιρεσείοντος για την ύπαρξη ή μη του δικαιώματος κυριότητας των δικαιοπαρόχων αυτών (αναιρεσιβλήτων) ήταν νομικώς αδιάφορη και δεν δημιούργησε δικονομικό βάρος στους τελευταίους να συμπληρώσουν με τις προτάσεις τους ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου την αγωγή τους.
Σε αντίθετη περίπτωση ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος ότι το ένδικο ακίνητο ήταν εξηρημένο χρησικτησίας για τον λόγο ότι αυτό (αναιρεσείον) είχε γίνει κύριο αυτού και, συνεπώς, οι αναιρεσίβλητοι δεν μπορούσαν νομίμως να χρησιδεσπόσουν θα συνιστούσε ένσταση, αποδεικτέα από το αναιρεσείον, κατά τα ως άνω παρατεθέντα, χωρίς να δημιουργείται κανένα ζήτημα ως προς το ορισμένο της αγωγής.
Κατόπιν αυτών και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως προς εξέταση, πρέπει η αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί. Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί, κατά παραδοχή σχετικού αιτήματος του αναιρεσιβλήτων, το αναιρεσείον, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα αυτών (πρώτου αναιρεσιβλήτων), τα οποία θα καταλογισθούν μειωμένα (άρθρα 176, 183, 191§2 Κ.Πολ.Δ., 22§§1, 3 του ν. 3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αριθμός 18 του Εισ.Ν.Κ.Πολ.Δ., όπως τούτο ισχύει μετά την έκδοση της Κ.Υ.Α. 134423ΟΙΚ./08.12.1992 των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (Φ.Ε.Κ.
Β' 11/20.01.1993) που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 5§12 του ν. 1738/1987).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 03.09.2020 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της υπ' αριθμ. 35/2020 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας. Και
Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων ευρώ (300,00€).
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Φεβρουαρίου 2023.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 13 Μαρτίου 2023.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ