Supreme Court dismisses appeal on inadmissibility grounds regarding evidence evaluation and factual findings in labor dispute.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn a first-instance labor judgment regarding unpaid wages and severance. The appellant argued that the court failed to consider a sworn witness testimony and incorrectly evaluated evidence, but the court ruled these were not grounds for appeal. The court held that the appeal was inadmissible because the alleged errors concerned the evaluation of evidence and factual findings, which fall outside the scope of reviewable grounds under Greek civil procedure law.
Legislator headnote
AI generatedArticles 560 and 561 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may not review the evaluation of evidence or the factual findings of the lower court, rendering such grounds for appeal inadmissible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 391 / 2022 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 391/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Μαντούβαλο - Εισηγητή, Μαρία Σιμιτσή - Βετούλα, Αριστείδη Βαγγελάτο και Κωνσταντίνα Νάκου, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 12 Οκτωβρίου 2021, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ι. Μ. του Ν., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Πανάγο, ο oποίος δεν κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "..." και το διακριτικό τίτλο "...." που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αντώνιο Νταλαχάνη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο oποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22/12/2015 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 588/2016 του ίδιου Δικαστηρίου και 5755/2018 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 17/9/2018 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη της αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 17-9-2018 και με αριθ. κατάθεσης 88804/131/25-9-2018 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών υπ' αριθ. 5755/2018 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Με την απόφαση αυτή, το Πρωτοδικείο, δικάζον ως Εφετείο, δέχθηκε (μεταξύ άλλων) τυπικά και κατ' ουσίαν την από 16-1-2017 έφεση της αναιρεσίβλητης -εναγομένης κατά της υπ' αριθ. 588/2016 οριστικής απόφασης του Ειρηνοδικείου Αθηνών, με την οποία έγινε δεκτή εν μέρει η από 22-12-2015 αγωγή του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος, ο οποίος επικαλούμενος σύμβαση εξαρτημένης εργασίας του αορίστου χρόνου ως δημοσιογράφος στην εναγομένη -αναιρεσίβλητη, ζήτησε από την τελευταία για απλήρωτους μισθούς, επιδόματα εορτών και άδειας και αποζημίωση απολύσεως το συνολικό ποσό των 8.286,17 € εντόκως και, αφού εξαφάνισε αυτή, απέρριψε την αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (ΚΠολΔ 552, 553, 556, 558, 564, 566 § 1, 144). Είναι συνεπώς παραδεκτή (ΚΠολΔ 577 § 1) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τις λοιπές προϋποθέσεις του παραδεκτού αυτής.
Κατά το άρθρο 169 ΚΠολΔ, το δικαστήριο, ύστερα από αίτηση του διαδίκου εναντίον του οποίου ασκήθηκε ένδικο μέσο, συνεπώς και αίτηση αναίρεσης (ΑΠ 308/2009), μπορεί να υποχρεώσει σε εγγυοδοσία το διάδικο που το άσκησε για τα έξοδα της διαδικασίας που γίνεται στο ίδιο δικαστήριο, αν αυτό κρίνει ότι υπάρχει προφανής κίνδυνος αδυναμίας να εκτελεστεί η ενδεχόμενη καταδίκη του στα έξοδα. Σύμφωνα, όμως, με τη διάταξη του άρθρου 170 ίδιου Κώδικα "Δεν επιτρέπεται εγγυοδοσία, σύμφωνα με το άρθρο 169, 1)... 2)... 6) στις εργατικές διαφορές και στις διαφορές από αμοιβές για την παροχή εργασίας".
Εν προκειμένω, η αναιρεσίβλητη, με τις από 10-9-2020 προτάσεις της, οι οποίες κατατέθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθ. 570 § 1 ΚΠολΔ) στη Γραμματεία του Δικαστηρίου τούτου στις 10-9-2020 υπέβαλε αίτημα να υποχρεωθεί ο αναιρεσείων σε εγγυοδοσία ποσού 3.000 ευρώ για τα δικαστικά έξοδα της προκειμένης δίκης, γιατί υπάρχει έκδηλη αδυναμία και προφανής αφερεγγυότητα αυτού, ώστε να καθίσταται αδύνατη η εκτέλεση της εκδοθησόμενης απόφασης κατά τη διάταξη της ενδεχόμενης καταδίκης του στα δικαστικά έξοδα.
Σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί προηγουμένως, το αίτημα αυτό είναι απορριπτέο ως απαράδεκτο, αφού πρόκειται για εργατική διαφορά, επί των οποίων κατ' άρθρο 170 ΚΠολΔ, δεν επιτρέπεται εγγυοδοσία. Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 297, 298, 299, 573 § 1 και 577 §§ 1 & 2 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι ο (μετέπειτα) αναιρεσείων μπορεί να αποδεχθεί την προσβαλλόμενη απόφαση, η αποδοχή δε αυτή έχει ως συνέπεια το απαράδεκτο της μετά ταύτα ασκηθείσας αίτησης αναίρεσης, λόγω έλλειψης εννόμου συμφέροντος, και υποδηλώνει παραίτηση από το δικαίωμα άσκησης αυτής, χωρίς να απαιτείται γι' αυτό η τήρηση ορισμένου τύπου.
Επομένως η αποδοχή μπορεί να γίνει είτε με την τήρηση των διατυπώσεων του άρθρου 297 του ΚΠολΔ (με δήλωση η οποία καταχωρίζεται στα πρακτικά ή με δικόγραφο το οποίο επιδίδεται στον αντίδικο), είτε σιωπηρά, με πράξεις από τις οποίες υποδηλώνεται σαφώς η προς τούτο βούληση. Μετά όμως από την άσκηση της αίτησης αναίρεσης, δεν χωρεί σιωπηρή αποδοχή της απόφασης, αλλά μόνον ρητή, δηλαδή κατά τους διαγραφόμενους στο άρθρο 297 ΚΠολΔ τρόπους, καθόσον η αποδοχή στην περίπτωση αυτή υποδηλώνει παραίτηση από την ήδη ασκηθείσα αίτηση αναίρεσης, η οποία δεν μπορεί να γίνει σιωπηρά.
Εξ άλλου δεν συνιστά σιωπηρή αποδοχή της απόφασης η εκ μέρους του οφειλέτη -μετέπειτα αναιρεσείοντος καταβολή του συνόλου των επιδικασθέντων με την προσβαλλόμενη απόφαση χρηματικών ποσών στον δικαιούχο -μετέπειτα αναιρεσίβλητο, αφού η καταβολή των επιδικασθέντων, έστω και με αναγνωριστική διάταξη, χρηματικών ποσών, γίνεται προδήλως προς αποφυγή των από τη μη πληρωμή συνεπειών, ήτοι της αναγκαστικής εκτέλεσης (με την έκδοση διαταγής πληρωμής επί αναγνωριστικής απόφασης) ή την επιβάρυνση με τόκους υπερημερίας (ΑΠ 750/2020, ΑΠ 113/2016, ΑΠ 1306/2014).
Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσίβλητη, με τις από 10-9-2020 προτάσεις της, οι οποίες κατατέθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 570 § 1 ΚΠολΔ) στη Γραμματεία του Δικαστηρίου τούτου στις 10-9-2020 (βλ. επισημείωση αρμοδίας γραμματέως παρά πόδας αυτών), ισχυρίζεται ότι η ένδικη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, καθόσον ο αναιρεσείων, πριν την άσκηση αυτής, είχε αποδεχθεί σιωπηρά την προσβαλλόμενη απόφαση, πράγμα το οποίο, κατά την αναιρεσίβλητη, συνάγεται από το γεγονός ότι αυτός, επ' απειλή εκτελέσεως της απόφασης, προέβη με εκούσιες αλλά καθυστερημένες δόσεις στην καταβολή και εξόφληση των δικαστικών εξόδων που είχαν επιδικαστεί υπέρ της με την προσβαλλόμενη, χωρίς τη ρητή εναντίωση ή δήλωση αμφισβήτησης της απόφασης αυτής.
Από το γεγονός όμως αυτό δεν μπορεί να συναχθεί σιωπηρά αποδοχή της απόφασης εκ μέρους αναιρεσείοντος, η οποία έγινε προδήλως προς αποφυγή των από την μη πληρωμή συνεπειών. Επομένως ο περί απαραδέκτου της ένδικης αίτησης αναίρεσης ισχυρισμός της αναιρεσίβλητης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, εφόσον η αίτηση αναίρεσης είναι παραδεκτή (άρθ. 577 § 1 ΚΠολΔ), πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των λόγων αυτής (άρθ. 577 § 3 ΚΠολΔ).
Από τις διατάξεις των άρθρων 118 § 4, 562 § 2, 566 § 1, 577 § 3 & 578 ΚΠολΔ συνάγεται ότι όταν η αγωγή κρίθηκε κατ' ουσίαν βάσιμη ή αβάσιμη, για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο λόγος αναιρέσεως με τον οποίο προσάπτεται στο δικαστήριο της ουσίας ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου εκ του άρθρου 560 αριθ. 1 ΚΠολΔ δεν αρκεί να εκτίθεται στο αναιρετήριο το κατά την εκδοχή του αναιρεσείοντος πραγματικό μέρος της υποθέσεως, οι διατάξεις που φέρονται ότι παραβιάσθηκαν, η έννοια που αποδίδει σ' αυτές ο αναιρεσείων και το συμπέρασμα του δικαστηρίου που φέρεται ως προϊόν ερμηνευτικού ή υπαγωγικού σφάλματος, αλλά πρέπει πρωταρχικά να αναφέρονται με πληρότητα και σαφήνεια και όχι αποσπασματικά οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ως θεμελιωτικά της κρίσεώς του για το βάσιμο ή αβάσιμο της αγωγής, αφού διαφορετικά δεν είναι δυνατή με βάση το περιεχόμενο του αναιρετηρίου, η στοιχειοθέτηση του σχετικού λόγου αναιρέσεως, διότι η τύχη της αναιρέσεως εξαρτάται σύμφωνα με το άρθρο 578 ΚΠολΔ όχι από την ορθότητα ή μη των νομικών αιτιολογιών αλλά του διατακτικού της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το οποίο συνάπτεται αιτιωδώς με τις ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου.
Επομένως, η έκθεση των παραδοχών αυτών στο αναιρετήριο είναι αναγκαία για να μπορεί να ελεγχθεί από το περιεχόμενό του αν η αποδιδόμενη στην απόφαση παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό (όμοια η 559 αρ. 1 ΚΠολΔ και επ' αυτής ΟλομΑΠ 1/2016, 2/2013, 20/2005, ΟλομΑΠ 28/1998, ΑΠ 1354/2017, ΑΠ 644/2013).
Επίσης για να είναι ορισμένος και, κατά συνέπεια, παραδεκτός ο λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας η νομική πλημμέλεια, ότι η απόφασή του στερείται νόμιμης βάσης (άρθρο 560 αριθ. 6 ΚΠολΔ), πρέπει να αναφέρονται, μεταξύ άλλων, έστω συνοπτικά αλλά με πληρότητα και σαφήνεια, οι κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου, υπό τις οποίες συντελέσθηκε η επικαλούμενη παράβαση, ήτοι να εκτίθενται σαφώς και τα πραγματικά γεγονότα, που έγιναν δεκτά από το δικαστήριο της ουσίας με την ελάσσονα πρόταση του νομικού του συλλογισμού πλήρη και να προσδιορίζεται σε τι συνίσταται η αποδιδόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια της έλλειψης νόμιμης βάσης (εξειδίκευση του σφάλματος), δηλαδή η αιτία, συνεπεία της οποίας τούτο συμβαίνει, ήτοι, ότι δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή, ότι έχει αντιφατικές αιτιολογίες, οπότε πρέπει να καθορίζεται σε τι συνίσταται η αντίφαση και από ποία αντιτιθέμενα μέρη τους προκύπτει ή, ότι έχει ανεπαρκείς αιτιολογίες, οπότε πρέπει περαιτέρω να καθορίζεται σε τι συνίσταται η ανεπάρκειά τους, ποίο δηλαδή το ελλείπον στοιχείο που είναι αναγκαίο για την επάρκειά τους (όμοια η 559 αρ. 19 ΚΠολΔ και επ' αυτής ΑΠ 1038/2020, ΑΠ 1778/2013).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης και υπό την επίκληση του αριθ. 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, ο αναιρεσείων αιτιάται την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση ότι παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 648 επ. ΑΚ, 6 ν. 765/1943, 1 § 1 ν. 2639/1998, τις οποίες δεν εφάρμοσε ορθά καίτοι συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή τους, καθότι, ενώ δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν πραγματικά περιστατικά τα οποία όφειλαν να οδηγήσουν στην υπαγωγή αυτών στις άνω διατάξεις και να χαρακτηριστεί η μεταξύ αυτού και της αναιρεσίβλητης έννομη σχέση ως σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, κατάληξε τελικώς στην κρίση ότι μεταξύ των διαδίκων υπήρχε σχέση παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών και απέρριψε την αγωγή.
Και με το δεύτερο λόγο αναίρεσης εκ του αριθ. 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, ότι επί του ιδίου ζητήματος ότι η έννομη σχέση του με την αναιρεσίβλητη δεν αποτελεί σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου διέλαβε αντιφατικές, ανεπαρκείς και ασαφείς αιτιολογίες. Ωστόσο, οι λόγοι αυτοί είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι λόγω αοριστίας, αφού, αν και η αγωγή κρίθηκε στην ουσία, δεν αναφέρονται με πληρότητα και σαφήνεια, αλλά μόνο αποσπασματικά και κατ' επιλογή του αναιρεσείοντος, οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ως θεμελιωτικά της κρίσεώς του για το αβάσιμο της αγωγής, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να ελεγχθεί, από το περιεχόμενο του αναιρετηρίου, αν οι αποδιδόμενες με τους λόγους αναίρεσης, στην απόφαση, παραβάσεις κανόνων ουσιαστικού δικαίου, είτε ευθέως είτε εκ πλαγίου, οδήγησαν σε εσφαλμένο διατακτικό.
Από τη διάταξη του άρθρου 560 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση για ορισμένους λόγους που αναφέρονται περιοριστικώς στην εν λόγω διάταξη [όπως συνάγεται και από τη χρησιμοποίηση της λέξεως "μόνο" (ΟλομΑΠ 45/1987)], μεταξύ δε αυτών δεν περιλαμβάνεται ο λόγος αναίρεσης που αναφέρεται στο άρθρο 559 αριθ. 11 ΚΠολΔ.
Έτσι, δεν ιδρύεται ο λόγος, όταν το Πολυμελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, έλαβε υπόψη μη επιτρεπόμενο αποδεικτικό μέσο, όπως ένορκη βεβαίωση ή δεν έλαβε υπόψη άλλο αποδεικτικό μέσο που προσκομίστηκε. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο αναίρεσης κατ' επίκληση του αριθ. 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, ο αναιρεσείων αποδίδει στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι έλαβε υπόψη ένορκη βεβαίωση μάρτυρα της αναιρεσίβλητης, ενώ δεν έπρεπε να την λάβει λόγω μη νόμιμης κλήτευσης αυτού.
Και με τον συναφή έκτο λόγο, επικαλούμενος επίσης τον αριθ. 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, ότι δεν έλαβε υπόψη την ένορκη βεβαίωση μάρτυρα αυτού. Οι αναιρετικοί αυτοί λόγοι, ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει και δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο διάδικος επικαλέστηκε και προσκόμισε, δεν περιέχονται στο άρθρο 560 αριθ. 1 ΚΠολΔ που εσφαλμένα επικαλείται ο αναιρεσείων, αλλά προβλέπονται από το άρθρο 559 αριθ. 11 ΚΠολΔ, το οποίο σύμφωνα με τα παραπάνω δεν υφίσταται στους επιτρεπόμενους, κατ' άρθρο 560 ΚΠολΔ, περιοριστικούς λόγους αναίρεσης στις υποθέσεις ειρηνοδικείων καθώς και των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατ' αποφάσεων των ειρηνοδικείων ως εν προκειμένω και συνεπώς είναι απαράδεκτοι.
Κατά το άρθρο 560 αριθ. 5 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπ' όψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. "Πράγματα", κατά την έννοια τη διατάξεως αυτής, θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως θεμελιώνουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως και όχι οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή την εκτίμηση των αποδείξεων, καθώς και οι εν γένει νομικοί ισχυρισμοί που αφορούν στην ερμηνεία και εφαρμογή των κανόνων δικαίου (ΟλομΑΠ 3/1997, ΑΠ 701/2008). Στην προκειμένη περίπτωση με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων αιτιάται την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια από τον αριθμό 5 περ. β' του άρθρου 560 ΚΠολΔ, γιατί το ως Εφετείο δικάσαν Πρωτοδικείο δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό του -ένσταση περί μη λήψεως υπόψη της ως άνω ένορκης βεβαίωσης του μάρτυρα της αναιρεσίβλητης. Ο ισχυρισμός, όμως, αυτός δεν αποτελεί αυτοτελή πραγματικό ισχυρισμό που θεμελιώνει το αίτημα της αγωγής αλλά αίτημα μη λήψεως υπόψη αποδεικτικού μέσου του αντιδίκου που ανάγεται στο στάδιο των αποδείξεων και επομένως, δεν συνιστά 'πράγμα' και ο λόγος είναι απαράδεκτος και απορριπτέος.
Κατά το άρθρο 561 § 1 του ΚΠολΔ, η εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου και συνεπώς η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστά παραδεκτό λόγο αναίρεσης. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης από τους αριθ. 1 & 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, ο αναιρεσείων αιτιάται την αναιρεσιβαλλόμενη γιατί δέχεται ότι από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προέκυψε ποια ήταν η αμοιβή αυτού και κάθε πότε καταβαλλόταν σ' αυτόν, ενώ υπήρχε η ένορκη κατάθεση του μάρτυρά του που αποδείκνυε το γεγονός αυτό. Ο λόγος πλήττει την ανέλεγκτη επί της ουσίας κρίση του ως Εφετείου δικάσαντος Πρωτοδικείου και συνεπώς, σύμφωνα με το άρθρο 561 § 1 του ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος και απορριπτέος.
Μετά από όλα αυτά και μη προβαλλομένου ετέρου λόγου αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων λόγω της ήττας του στην εν μέρει δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, λόγω της απορρίψεως των ως άνω αιτημάτων της (ΚΠολΔ 178 § 1, 183, 191 § 2), κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 17-9-2018 και με αριθ. κατάθεσης 88804/131/25-9-2018 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 5755/2018 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών δικάσαντος ως Εφετείου. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα σε μέρος της δικαστικής δαπάνης της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων (1.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 8 Φεβρουαρίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 8 Μαρτίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ