Legislator Case Law & Legislation
391/2021 AI generated

Supreme Court suspends appeal on employment contract validity due to pending full bench ruling on significant legal issue.

Case Number 391/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court suspended the appeal regarding the validity of fixed-term employment contracts and claims for unjust enrichment. The appellants argued that the state agencies had illegally hired fixed-term workers, creating unjust enrichment, while the respondent agencies contended the claims were inadmissible. The court decided to stay the proceedings because a serious legal question regarding the admissibility of such claims had already been referred to the full bench for a definitive ruling to ensure uniformity.

Legislator headnote

AI generated

Articles 648 and 669 of the Civil Code; Article 249 of the Code of Civil Procedure: When a serious legal issue of exceptional importance has been referred to the full bench of the Supreme Court, the decision on the appeal must be suspended to prevent contradictory rulings and ensure the unity of jurisprudence.

Keywords

AI generated
fixed-term employment contracts unjust enrichment claims suspension of proceedings full bench referral unity of jurisprudence admissibility of claims state employment agencies

Cited Legislation

AI generated
Articles 648 and 669 of the Civil Code
Article 249 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 391 / 2021 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 391/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Δήμητρα Κοκοτίνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, Σοφία Τζουμερκιώτη και Γεώργιο Δημάκη, αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 3η Δεκεμβρίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Κ. Ξ. του Κ., και 2) Κ. Μ. του Α., κατοίκων … Θεσσαλονίκης, που παραστάθηκαν δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Βασιλείου Καρταλτζή, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσίβλητων: 1) Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία «ΕΝΙΑΙΟΣ ΦΟΡΕΑΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ» και το διακριτικό τίτλο ΕΦΚΑ, ως καθολικού διαδόχου του νπδδ με την επωνυμία «ΙΔΡΥΜΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ (ΙΚΑ-ΕΤΑΜ)», όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της πληρεξουσίας δικηγόρου Μαρινέττας Γούναρη, η οποία δεν κατέθεσε προτάσεις• και 2) Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία «ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΑΠΑΣΧΟΛΗΣΗΣ ΕΡΓΑΤΙΚΟΥ ΔΥΝΑΜΙΚΟΥ (ΟΑΕΔ)», όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στον Άλιμο και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Βασίλειου Γεωργάκη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 01-12-2010 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν η 1299/2015 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 1391/2016 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 05-04-2018 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγητής ορίσθηκε η αρεοπαγίτης Μαρία Νικολακέα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

[1] Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648 και 669 ΑΚ προκύπτει ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αόριστου χρόνου υπάρχει όταν οι συμβαλλόμενοι δεν έχουν συμφωνήσει ορισμένη διάρκεια για την παροχή της εργασίας, ούτε η χρονική αυτή διάρκεια συνάγεται από το είδος και το σκοπό της εργασίας. Αντίθετα η σύμβαση εξαρτημένης εργασίας είναι ορισμένου χρόνου όταν συνομολογείται η διάρκεια αυτής μέχρι ορισμένο χρονικό σημείο ή μέχρι την επέλευση ορισμένου μέλλοντος και βέβαιου γεγονότος ή την εκτέλεση ορισμένου έργου, μετά την περάτωση του οποίου ή την επέλευση του βέβαιου γεγονότος ή του χρονικού σημείου, αυτή παύει να ισχύει αυτοδικαίως. Επομένως η διάρκεια της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου είναι σαφώς καθορισμένη είτε γιατί συμφωνήθηκε ρητά ή σιωπηρά, είτε γιατί προκύπτει από το είδος και το σκοπό αυτής. Χαρακτηριστικό της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου είναι ότι τα μέρη γνωρίζουν επακριβώς το χρονικό σημείο της λήξης της. Η σύμβαση αυτή, σύμφωνα με το άρθρο 669 παρ. 1 ΑΚ, παύει αυτοδικαίως όταν λήξει ο χρόνος για τον οποίο συνομολογήθηκε, χωρίς να χρειάζεται να λάβει χώρα καταγγελία και καταβολή αποζημίωσης (ΑΠ 217/2017, ΑΠ 104/2016, ΑΠ 509/2016).

Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 8 παρ. 1 και 3 του Ν. 2112/1920, όπως αυτό έχει τροποποιηθεί και αυθεντικώς ερμηνευθεί με το άρθρο 11 του ΑΝ 547/1937, ορίζεται ότι «είναι άκυρος οιαδήποτε σύμβασις αντικείμενη εις τον παρόντα νόμον, πλην αν είναι μάλλον ευνοϊκή διά τον υπάλληλον [...]. Αι διατάξεις του νόμου τούτου εφαρμόζονται ωσαύτως και επί συμβάσεων εργασίας με ορισμένην χρονική διάρκειαν, εάν ο καθορισμός της διαρκείας ταύτης δεν δικαιολογείται εκ της φύσεως της συμβάσεως, αλλ' ετέθη σκοπίμως προς καταστρατήγησιν των περί υποχρεωτικής καταγγελίας της υπαλληλικής συμβάσεως διατάξεων του παρόντος νόμου».

Η διάταξη αυτή, η οποία εφαρμόζεται σε όλες τις περιπτώσεις συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου, ανεξάρτητα αν έχουν συναφθεί στον ιδιωτικό ή στο δημόσιο τομέα, ενώ κατά τη γραμματική της διατύπωση αναφέρεται στην προστασία των εργαζομένων από την μη τήρηση εκ μέρους του εργοδότη των τυπικών όρων που επιβάλλει κατά την καταγγελία ο Ν. 2112/1920, αξιοποιήθηκε γενικότερα για τον ορθό νομικό χαρακτηρισμό των συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ως ορισμένης ή αόριστης χρονικής διάρκειας, στις περιπτώσεις ιδίως των διαδοχικών συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου που στη πραγματικότητα καλύπτουν πάγιες και διαρκείς και όχι πρόσκαιρες ή απρόβλεπτες ανάγκες του εργοδότη, οπότε ο καθορισμός της ορισμένης διάρκειας αυτών δεν δικαιολογείται από τη φύση ή το είδος ή το σκοπό της εργασίας και δεν υπαγορεύεται από ειδικό λόγο, που ανάγεται κυρίως στις ιδιαίτερες συνθήκες λειτουργίας της επιχείρησης, παρέχοντας μάλιστα πληρέστερη προστασία έναντι εκείνης της μεταγενέστερης με αριθμό 1999/70 κοινοτικής Οδηγίας (ΟλΑΠ 7/2011).

Στην περίπτωση αυτή ανακύπτει ακυρότητα των συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, ως προς τον καθορισμό ορισμένης χρονικής διάρκειας της σύμβασης εργασίας και θεωρείται ότι τότε καταρτίστηκε ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αόριστου χρόνου, επί της οποίας δεν είναι δυνατή η απόλυση του εργαζομένου χωρίς έγγραφη καταγγελία και καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης (ΑΠ 907/2017, ΑΠ 509/2016, ΑΠ 1664/2007).

Εξάλλου, με τη διάταξη του άρθρου 21 παρ. 1, 2 και 3 του Ν. 2190/1994 ορίσθηκε ότι οι δημόσιες υπηρεσίες, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, οι οργανισμοί τοπικής αυτοδιοίκησης και γενικότερα τα νομικά πρόσωπα του δημόσιου τομέα που αναφέρονται στο άρθρο 14 παρ. 1 του αυτού νόμου, επιτρέπεται να απασχολούν προσωπικό με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου, για αντιμετώπιση εποχιακών ή άλλων περιοδικών ή πρόσκαιρων αναγκών με διάρκεια απασχόλησης, η οποία δεν μπορεί να υπερβαίνει τους οκτώ μήνες, μέσα σε συνολικό χρόνο δώδεκα μηνών, ενώ στις περιπτώσεις προσωρινής πρόσληψης προσωπικού για αντιμετώπιση κατεπειγουσών αναγκών, λόγω απουσίας προσωπικού ή κένωσης θέσεων, η διάρκεια της απασχόλησης δεν μπορεί να υπερβαίνει τους τέσσερις μήνες για το ίδιο άτομο, χωρίς να επιτρέπεται εγκύρως παράταση ή σύναψη νέας σύμβασης κατά το αυτό ημερολογιακό έτος ή μετατροπή αυτής σε σύμβαση αορίστου χρόνου.

Με την παράγραφο 4 του ιδίου άρθρου ορίζεται ότι τα αρμόδια για την εκκαθάριση των αποδοχών όργανα υποχρεούνται να παύσουν να καταβάλλουν τις αποδοχές στο προσωπικό που συμπλήρωσε την κατά τις προηγούμενες παραγράφους διάρκεια απασχόλησης, άλλως καταλογίζονται στα ίδια οι αποδοχές που καταβλήθηκαν, ενώ στην παράγραφο 5 του ίδιου άρθρου, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 8 παρ. 10 περ. ε του Ν. 2225/1994, ορίζεται ότι οι προϊστάμενοι ή άλλα αρμόδια όργανα που ενεργούν κατά παράβαση των προηγούμενων παραγράφων διώκονται αυτεπαγγέλτως για παράβαση καθήκοντος κατά το άρθρο 259 ΠΚ και παραπέμπονται υποχρεωτικά στην αρμόδια πειθαρχική δικαιοδοσία.

Αντίστοιχες ρυθμίσεις, διαφέρουσες αυτών ως προς τη διάρκεια του χρόνου των συμβάσεων εργασίας (πέντε μήνες για την κάλυψη εποχιακών ή περιοδικών αναγκών, ένα έτος για τη κάλυψη πρόσκαιρων αναγκών, δυνάμενες να ανανεωθούν για τρεις μήνες και ένα έτος αντίστοιχα), περιείχαν και οι διατάξεις των άρθρων 65 ( σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 64) και 72 παρ. 1 και 73 του Π.Δ/τος 410/1988, που κωδικοποίησε σε ενιαίο κείμενο τις διατάξεις της κείμενης νομοθεσίας για το με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου προσωπικό του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των ΝΠΔΔ.

Ο ίδιος νόμος (2190/1994) ορίζει στην παρ.3 του άρθρου 14 αυτού ότι ο διορισμός ή η πρόσληψη τακτικού προσωπικού με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου στις υπηρεσίες και τα νομικά πρόσωπα της παρ.1, γίνεται είτε με γραπτό διαγωνισμό, είτε με καθορισμένη σειρά προτεραιότητας, σύμφωνα με τους όρους και διαδικασίες που ορίζονται από τις διατάξεις του, τις οποίες ειδικότερα θεσπίζει αντίστοιχα στις διατάξεις των άρθρων 15 και 18 αυτού, αναλόγως των απαιτουμένων κατά τη κείμενη νομοθεσία τυπικών προσόντων για τις αντίστοιχες προσλήψεις, και μετά από προηγουμένη προκήρυξη, υπό την έγκριση ή τον έλεγχο και εποπτεία του Ανώτατου Συμβουλίου Επιλογής Προσωπικού (ΑΣΕΠ).

Περαιτέρω, στις διατάξεις του άρθρου 103 παρ. 2 και 3 του Συντάγματος, με τις οποίες επιβάλλεται η νομοθετική πρόβλεψη οργανικών θέσεων για την κάλυψη των πάγιων και διαρκών αναγκών του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και των άλλων νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, ορίζονται τα εξής:

«Κανένας δεν μπορεί να διοριστεί υπάλληλος σε οργανική θέση που δεν είναι νομοθετημένη. Εξαιρέσεις μπορεί να προβλέπονται από ειδικό νόμο, για να καλυφθούν απρόβλεπτες και επείγουσες ανάγκες με προσωπικό που προσλαμβάνεται για ορισμένη χρονική περίοδο με σχέση ιδιωτικού δικαίου» (παρ. 2).

«Οργανικές θέσεις ειδικού επιστημονικού, καθώς και τεχνικού ή βοηθητικού προσωπικού, μπορούν να πληρούνται με προσωπικό που προσλαμβάνεται με σχέση ιδιωτικού δικαίου. Νόμος ορίζει τους όρους για την πρόσληψη, καθώς και τις ειδικότερες εγγυήσεις τις οποίες έχει το προσωπικό που προσλαμβάνεται» (παρ. 3).

Με την αναθεώρηση του Συντάγματος, που έλαβε χώρα με το από 06-04-2001 ψήφισμα της Ζ' Αναθεωρητικής Βουλής (ΦΕΚ Α 84/17.4.2001) και με σκοπό τη μέγιστη δυνατή διασφάλιση των συνταγματικών αρχών της ισότητας ενώπιον του νόμου, της αξιοκρατίας και της διαφάνειας κατά τις προσλήψεις στο Δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, προστέθηκε στο άρθρο 103 του Συντάγματος παράγραφος 7, που προβλέπει ότι:

«Η πρόσληψη υπαλλήλων στο Δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, πλην των περιπτώσεων της παρ. 5 (περί της οποίας δεν πρόκειται στην ένδικη υπόθεση), γίνεται είτε με διαγωνισμό, είτε με επιλογή σύμφωνα με προκαθορισμένα και αντικειμενικά κριτήρια και υπάγεται στον έλεγχο ανεξάρτητης αρχής, όπως νόμος ορίζει».

Επίσης, στο ίδιο πιο πάνω άρθρο προστέθηκε παράγραφος 8 που προβλέπει ότι: "Νόμος ορίζει τους όρους και τη χρονική διάρκεια των σχέσεων εργασίας ιδιωτικού δικαίου στο Δημόσιο και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, για την κάλυψη είτε οργανικών θέσεων και πέραν των προβλεπομένων στο πρώτο εδάφιο της παραγράφου 3 είτε πρόσκαιρων είτε απρόβλεπτων και επειγουσών αναγκών κατά το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 2.

Νόμος ορίζει επίσης τα καθήκοντα που μπορεί να ασκεί το προσωπικό του προηγούμενου εδαφίου. Απαγορεύεται η από το νόμο μονιμοποίηση προσωπικού που υπάγεται στο πρώτο εδάφιο ή η μετατροπή των συμβάσεών του σε αορίστου χρόνου. Οι απαγορεύσεις της παραγράφου αυτής ισχύουν και ως προς τους απασχολουμένους με σύμβαση έργου».

Έτσι, με την αναθεώρηση του άρθρου 103 του Συντάγματος η Ζ'Αναθεωρητική Βουλή επέβαλε στον κοινά νομοθέτη και στη διοίκηση αυστηρούς όρους σχετικά με την πρόσληψη προσωπικού για την κάλυψη των λειτουργικών αναγκών του Δημοσίου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα. Στους προαναφερόμενους κανόνες, τους οποίους αρχικά διατύπωσε ο κοινός νομοθέτης με τις πιο πάνω διατάξεις του ΓΊ.Δ/τος 410/1988 και στη συνέχεια του Ν. 2190/1994 και οι οποίοι κατέστησαν ήδη συνταγματικού επιπέδου, υπάγεται, ενόψει της αδιάστικτης διατύπωσης του άρθρου 103 παρ. 7 και 8 του Συντάγματος, τόσο το προσωπικό που συνδέεται με το Δημόσιο, τους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης και τα άλλα νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιου τομέα με υπαλληλική σχέση δημόσιου δικαίου, όσο και το προσωπικό που προσλαμβάνεται με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου για την πλήρωση οργανικών θέσεων σύμφωνα με το άρθρο 103 παρ. 3 και 8 του Συντάγματος.

Από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι διαδοχικές συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου συναπτόμενες με το Δημόσιο, τους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης και τους λοιπούς φορείς του ευρύτερου δημόσιου τομέα υπό την ισχύ των πιο πάνω διατάξεων του άρθρου 103 παρ.7 και 8 του Συντάγματος (ήτοι από τις 17-04-2001 και εφεξής) δεν μπορούν, ούτε και με νόμο, να μετατραπούν σε συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αόριστου χρόνου, έστω και αν καλύπτουν πάγιες και διαρκείς και όχι πρόσκαιρες ή απρόβλεπτες ανάγκες του οικείου φορέα που προέβη στην πρόσληψη.

Ούτε καταλείπεται πλέον πεδίο εκτίμησης των συμβάσεων αυτών, κατ’ ορθό νομικό χαρακτηρισμό της έννομης σχέσης κατά τη δικαστική διαδικασία, ως συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αόριστου χρόνου στην περίπτωση που αυτές καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες διότι, έστω και αν τούτο συμβαίνει, ο εργοδότης βάσει των πιο πάνω διατάξεων δεν έχει την ευχέρεια να προβεί στη σύναψη σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, χωρίς την τήρηση της διαδικασίας και των προϋποθέσεων που θέτει ο νόμος (Ν. 2190/1994) για την πρόσληψη τακτικού προσωπικού.

Δηλαδή, ένας τέτοιος χαρακτηρισμός είναι πλέον αλυσιτελής. Τυχόν αντίθετη ερμηνεία, ότι δηλαδή συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου με τις οποίες καλύπτονται πάγιες και διαρκείς ανάγκες μπορούν να αναγνωρίζονται, κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό, ως συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και μετά την πιο πάνω συνταγματική αναθεώρηση, θα είχε ως συνέπεια τη διαιώνιση ενός αποδοκιμασθέντος από τον αναθεωρητικό νομοθέτη φαινομένου (ΟλΑΠ 19, 20/2007).

Συνεπώς στις συναφθείσες μετά τις 17-04-2001 συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου στο δημόσιο ή σε φορείς του δημοσίου τομέα, δεν είναι πλέον δυνατή η εφαρμογή της ως άνω διάταξης του άρθρου 8 παρ.1 και 3 του Ν.2112/1920 σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 281, 671 του ΑΚ και 25 παρ.1 και 3 του Συντάγματος, από τις οποίες προκύπτει, κατά τα ήδη προαναφερθέντα, ότι όταν συνάπτονται αλλεπάλληλες συμβάσεις εργασίας ορισμένης χρονικής διάρκειας, αν ο καθορισμός της διάρκειάς τους δεν δικαιολογείται από τη φύση ή το είδος ή το σκοπό της εργασίας ή δεν υπαγορεύεται από ειδικό λόγο που ανάγεται ιδίως στις ιδιαίτερες συνθήκες λειτουργίας της επιχείρησης, αλλά έχει τεθεί με σκοπό την καταστρατήγηση των διατάξεων περί υποχρεωτικής καταγγελίας των αόριστου χρόνου συμβάσεων (άρθρα 1 και 3 του Ν. 2112/1920 και 1, 3, 5 του Β. Δ/τος 16/18.7.1920), ανακύπτει ακυρότητα αυτών ως προς τον καθορισμό ορισμένης χρονικής διάρκειας και θεωρείται ότι τότε καταρτίστηκε ενιαία σύμβαση αόριστου χρόνου, επί της οποίας δεν είναι δυνατή η απόλυση του εργαζομένου, χωρίς έγγραφη καταγγελία και καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης (ΟλΑΠ 19 και 20/2007).

Σε κάθε περίπτωση όμως, με το άρθρο 20 παρ. 4 του Ν. 2738/1999 εισήχθη συγκεκριμένη ρύθμιση και δη προσετέθη ως περίπτωση (κα') στο άρθρο 14 παρ. 2 Ν. 2190/1994 επιπλέον εξαίρεση στο σύστημα προσλήψεων του νόμου αυτού, η οποία αφορά την πρόσληψη προσωπικού σε εκτέλεση ειδικού προγράμματος απασχόλησης, που προκηρύσσεται και επιδοτείται από τον ΟΑΕΔ, ειδικότερα δε ορίσθηκε ότι η πρόσληψη του προσωπικού που προσλαμβάνεται σε εκτέλεση ειδικού προγράμματος, που προκηρύσσετε και επιδοτείτε από τον Ο.Α.Ε.Δ.

διενεργείται σύμφωνα με τους όρους, τη διαδικασία και τα κριτήρια που καθορίζονται στα προγράμματα αυτά. Η επιδοτούμενη αυτή πρόσληψη υπαλλήλων είναι εξαιρετική, διότι συνδέεται με την ανάγκη πραγμάτωσης των προγραμμάτων, που με τους υφιστάμενους κανόνες θα απέβαινε ατελέσφορη και για το λόγο αυτό ορίζεται ότι η πρόσληψη διενεργείται με τους όρους, τη διαδικασία και τα κριτήρια, που καθορίζονται στα προγράμματα.

Συνακόλουθα, η πρόσληψη υπαλλήλων, που έχει πραγματοποιηθεί στο πλαίσιο συγκεκριμένου προγράμματος του ΟΑΕΔ και οι εξ αυτής απορρέουσες εργασιακές σχέσεις έχουν συγκεκριμένο χρόνο διάρκειας, είναι δηλ. συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, η πάροδος του οποίου συνεπιφέρει αυτοδικαίως και τη λήξη τους (άρθρο 669 παρ. 1 ΑΚ), καθόσον η σύναψη αυτών, ως συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, επιβάλλεται από αντικειμενικούς λόγους που συνδέονται με την φύση τους (ΑΠ 217/2017, ΑΠ 775/2017, ΑΠ 780/2017, ΑΠ 2024/2017, ΑΠ 885/2014, ΑΠ 126/2015) και κατά την έννοια του άρθρου 8 παρ. 3 του Ν. 2112/1920.

Περαιτέρω, η Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28-06-1999 (που δημοσιεύθηκε στις 10-07-1999 στην Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και άρχισε να ισχύει από 10-07-2001, με δικαίωμα παράτασης της προθεσμίας για την ενσωμάτωση αυτής στην εσωτερική έννομη τάξη των κρατών - μελών κατά ένα έτος, του οποίου η Ελλάδα έκανε χρήση) έχει ως σκοπό την αποτροπή της κατάχρησης σύναψης διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου με την λήψη από τα κράτη - μέλη, όταν δεν υπάρχουν ισοδύναμα μέτρα για την πρόληψη των καταχρήσεων, συγκεκριμένων μέτρων προσαρμογής (ρήτρα 5 του παραρτήματος αυτής).

Η Οδηγία αυτή ειδικότερα παρέχει στα κράτη - μέλη ευρεία ευχέρεια επιλογών, μεταξύ περισσοτέρων λύσεων, προκειμένου να αποτρέψουν την καταχρηστική χρησιμοποίηση των διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, χωρίς να επιβάλλει, σε περίπτωση σύναψης τέτοιων συμβάσεων, τον χαρακτηρισμό αυτών ως συμβάσεων αορίστου χρόνου, καθόσον τούτο προβλέπεται ως μέτρο δυνητικό (ΔΕΚ C - 212/2004).

Η Οδηγία αυτή ενσωματώθηκε στην ελληνική έννομη τάξη με τα Π.Δ/τα 81/2003 και 164/2004, που ήδη εφαρμόζονται στους εργαζομένους με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου στον ιδιωτικό και δημόσιο τομέα αντίστοιχα, η ισχύς των οποίων άρχισε από την δημοσίευσή τους στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης την 02-04-2003 και 19-07-2004 αντίστοιχα.

Ειδικότερα, με το Π.Δ/μα 154/2004 «Ρυθμίσεις για τους εργαζομένους με συμβάσεις ορισμένου χρόνου στο δημόσιο τομέα» (ΦEK A 134), που άρχισε να ισχύει από 19 Ιουλίου 2004, θεσπίσθηκαν νομοθετικά μέτρα που λήφθηκαν στο δημόσιο τομέα, όπως αυτός οριοθετείται από τις διατάξεις του άρθρου 51 παρ.1 του Ν. 1892/1990 ή από άλλες ειδικές διατάξεις, όπως εκάστοτε ισχύουν, καθώς και για το προσωπικό δημοτικών και κοινοτικών επιχειρήσεων (άρθ. 2 παρ.1 και 3 στοιχ.

γ αυτού), με σκοπό την ενσωμάτωση στην ελληνική έννομη τάξη των ρυθμίσεων της ως άνω με αριθμό 1999/70 Οδηγίας. Η επιλογή από την ελληνική πολιτεία με το Π.Δ/μα 164/2004 των μέτρων που αυτό προβλέπει για την επίτευξη του στόχου της εν λόγω με αριθ.1999/70 Οδηγίας έγινε, αφού αυτή έλαβε υπόψη, όπως ορίζει και η Οδηγία, τις ανάγκες ειδικών τομέων, όπως είναι, μεταξύ άλλων, και ο ευρύτερος δημόσιος τομέας, που δικαιολογεί διαφορετική ρύθμιση σε σχέση με τον ιδιωτικό τομέα, καθόσον υφίστανται διαφορές στη φύση της εργασίας και διαφορετικά χαρακτηριστικά του εργασιακού περιβάλλοντος και των διαδικασιών πρόσληψης στον ιδιωτικό και δημόσιο τομέα, εξού και η θέσπιση των πιο πάνω διατάξεων του άρθρου 103 του Συντάγματος.

Οι ρυθμίσεις του ανωτέρω Π.Δ/τος κρίθηκαν συμβατές με το κοινοτικό δίκαιο (ΔΕΕ της 23-04-2009 υποθέσεις C - 378 έως C - 380). Ειδικότερα, με το άρθρο 7 του εν λόγω με αριθ. 164/2004 Προεδρικού Διατάγματος, ως κύρωση για την περίπτωση της παράνομης, ήτοι κατά παράβαση των ρυθμίσεων αυτού, κατάρτισης διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου προβλέφθηκε η αυτοδίκαιη ακυρότητά τους και η καταβολή στον εργαζόμενο τόσο των αποδοχών για την εργασία που παρέσχε, εφόσον οι άκυρες συμβάσεις εκτελέστηκαν εν όλω ή εν μέρει, όσο και αποζημίωσης ίσης με το ποσό το οποίο δικαιούται ο αντίστοιχος εργαζόμενος αορίστου χρόνου σε περίπτωση καταγγελίας της συμβάσεώς του, ενώ επίσης θεσπίστηκε ποινική και πειθαρχική ευθύνη για την παράβαση των κανόνων αυτών.

Σημειώνεται δε, ότι με την μεταβατικού χαρακτήρα διάταξη του άρθρου 11 παρ.1 περ.α, 2 εδ.α και β, 3 και 5 του πιο πάνω Προεδρικού Διατάγματος, που κρίθηκε συνταγματικώς ανεκτή ως μεταβατική διάταξη τακτοποίησης εκκρεμών εργασιακών σχέσεων (ΟλΑΠ 16/2017), ρυθμίσθηκε το ζήτημα του χαρακτηρισμού διαδοχικών συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ορισμένης διάρκειας κατά την παρ.1 του άρθρου 5 του παρόντος διατάγματος (δηλαδή διαδοχικών συμβάσεων με αντικείμενο την ίδια ή παρεμφερή εργασία μεταξύ του ίδιου εργοδότη και του ίδιου εργαζομένου, μεταξύ των οποίων μεσολαβεί διάστημα μικρότερο των τριών μηνών), που είχαν συναφθεί πριν την έναρξη ισχύος του και ήσαν ενεργές έως την έναρξη ισχύος αυτού (19-07-2004) ή είχαν λήξει εντός του προηγουμένου τριμήνου, ως συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου για τον εφεξής χρόνο, υπό τις τασσόμενες στη διάταξη αυτή προϋποθέσεις, με απόφαση του αρμοδίου οργάνου του φορέα απασχόλησης και έλεγχο από το ΑΣΕΠ.

Η διάταξη αυτή όμως δεν ευρίσκει έδαφος εφαρμογής στην κρινόμενη υπόθεση, εφόσον η αρχική πρόσληψη των εναγουσών κατά τα στην αγωγή εκτιθέμενα, έλαβε χώρα σε μεταγενέστερο χρόνο και συγκεκριμένα στις 26-06-2006 και 01-09-2005 αντίστοιχα. Ενόψει δε των ανωτέρω συνταγματικών ρυθμίσεων και της προσαρμογής της ελληνικής νομοθεσίας στις ρυθμίσεις της με αριθ. 1999/70 Οδηγίας, που δεν επιβάλλει τον χαρακτηρισμό των συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, έστω και αν αυτές καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες, ως συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, η διάταξη του άρθρου 8 παρ.1 και 3 του Ν. 2112/1920 δεν ευρίσκει πλέον έδαφος εφαρμογής στο δημόσιο ή στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, ούτε κατ’ επιταγή της ως άνω Οδηγίας, για το μεσοδιάστημα από 10-07-2002 (ημερομηνία λήξης της προθεσμίας προσαρμογής της ελληνικής νομοθεσίας σε αυτήν) μέχρι την έναρξη ισχύος του Π.Δ/τος 164/2004 (19-07-2004), ούτε βεβαίως μετά την έναρξη ισχύος του τελευταίου (ΟλΑΠ 19/2007).

Σε κάθε δε περίπτωση, πρέπει να επισημανθεί ότι με βάση τη ρήτρα 2 της ως άνω Οδηγίας παρέχεται η δυνατότητα στα κράτη μέλη να εξαιρέσουν από το πεδίο εφαρμογής αυτής τις σχέσεις βασικής επαγγελματικής κατάρτισης και τα συστήματα μαθητείας (περ. α), ως και τις συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας που έχουν συναφθεί στο πλαίσιο ενός ειδικού ή από το δημόσιο υποστηριζόμενου προγράμματος κατάρτισης ένταξης και επαγγελματικής επανεκπαίδευσης (περ.

β), της οποίας (δυνατότητας) η Ελλάδα έκανε χρήση, εξαιρώντας από το πεδίο εφαρμογής του Π.Δ/τος 164/2004, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 2 παρ.2 αυτού, τις σχέσεις επαγγελματικής κατάρτισης και τις συμβάσεις ή σχέσεις μαθητείας και τις συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας που έχουν συναφθεί στο πλαίσιο ενός ειδικού προγράμματος κατάρτισης, ένταξης και επαγγελματικής επανεκπαίδευσης υποστηριζομένου από τον Οργανισμό Απασχόλησης Εργατικού Δυναμικού.

Εξ άλλου, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648 επ. του ΑΚ και 6 του Ν. 765/1943 (που κυρώθηκε με την 324/1946 ΠΥΣ και διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ, κατά το άρθρο 38 του ΕισΝΑΚ) προκύπτει, ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, στην οποία και μόνο εφαρμόζονται οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, υπάρχει όταν οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην παροχή της εργασίας του μισθωτού για ορισμένο ή αόριστο χρόνο, ανεξαρτήτως αποτελέσματος, έναντι της καταβολής μισθού, αδιαφόρως του τρόπου καθορισμού και καταβολής αυτού, και εφόσον ο μισθωτός τελεί σε νομική και προσωπική εξάρτηση από τον εργοδότη του, η οποία εκδηλώνεται με το δικαίωμα του τελευταίου να ασκεί έλεγχο και εποπτεία, ως προς τον τρόπο, τόπο και χρόνο παροχής της εργασίας και την επιμελή εκτέλεσή της και με την υποχρέωση του μισθωτού να συμμορφώνεται στις δεσμευτικές γι' αυτόν εντολές ή οδηγίες του εργοδότη.

Αντιθέτως, σύμβαση μαθητείας είναι η σύμβαση, κατά την οποία ο ένας από τους συμβαλλόμενους αναλαμβάνει την υποχρέωση να μεταδώσει στον άλλο τις αναγκαίες εμπειρικές γνώσεις, για την άσκηση από τον τελευταίο ορισμένου επαγγέλματος ή ορισμένης τέχνης. Ειδικότερες μορφές της σύμβασης μαθητείας είναι η γνήσια σύμβαση μαθητείας και η σύμβαση εξαρτημένης εργασίας μαθητευόμενου (μη γνήσια σύμβαση μαθητείας).

Στη γνήσια σύμβαση μαθητείας προέχον στοιχείο είναι η παροχή εκπαίδευσης στον μαθητευόμενο, η δε τυχόν παροχή εργασίας από αυτόν δεν γίνεται με σκοπό εκτέλεσης παραγωγικού έργου, αλλά για τις ανάγκες της εκπαίδευσης και της εξοικείωσης του με το αντικείμενο του επαγγέλματος ή της τέχνης του. Στη γνήσια σύμβαση μαθητείας, για την οποία δεν υπάρχει σχετική νομοθετική ρύθμιση, όταν ο μαθητευόμενος παρέχει για ορισμένο ή αόριστο χρόνο την εργασία του, εφαρμόζονται αναλογικά οι διατάξεις του Αστικού Κώδικα για τη σύμβαση εργασίας, εφόσον συμβιβάζονται με τη φύση και το σκοπό της σύμβασης αυτής, ενώ δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας για τα χρονικά όρια εργασίας, τις νόμιμες αποδοχές, την καταγγελία της σύμβασης εργασίας, την αποζημίωση απόλυσης κλπ, οι οποίες προϋποθέτουν παροχή εξαρτημένης εργασίας.

Αντίθετα, στη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας μαθητευόμενου, ο μαθητευόμενος μισθωτός παρέχει εργασία σε επιχείρηση ή εκμετάλλευση, επιδιώκοντας παραλλήλως την απόκτηση γνώσεων ή ικανότητας σε ορισμένη ειδικότητα ή επάγγελμα, οπότε η εκμάθηση εκ μέρους του επέρχεται ως αυτόματη συνέπεια της εφαρμογής της σύμβασης και εντός των πλαισίων της συνήθους λειτουργίας αυτής και δεν αποτελεί αντικείμενο ιδιαίτερης υποχρέωσης του εργοδότη.

Στις συμβάσεις αυτές, εφαρμόζονται τόσο οι γενικές, όσο και οι ειδικές διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, εφόσον προέχων σκοπός της σύμβασης αυτής είναι η παροχή εκ μέρους του μαθητευόμενου εργασίας έναντι αμοιβής, και παρεπόμενος σκοπός είναι η εκμάθηση τέχνης ή επαγγέλματος σύμφωνα με τις οδηγίες και κατευθύνσεις του εργοδότη (ΑΠ 496/2020, ΑΠ 217/2017, ΑΠ 933/2015, ΑΠ 126/2015, ΑΠ 885/2014, ΑΠ 1080/2014, ΑΠ 1592/2009).

Συνακόλουθα, στις συμβάσεις αυτές εφαρμόζονται [στις περιπτώσεις που οι συμβάσεις αυτές δεν μπορούν κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό να κριθούν ως έγκυρες συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας, λόγω μη συνδρομής των νομίμων προϋποθέσεων για την πρόσληψη του μισθωτού] και οι ρυθμίσεις του άρθρου 904 επ. του ΑΚ προς απόδοση της ωφέλειας του εργοδότη, από την παροχή εργασίας εκ μέρους του μαθητευόμενου εργαζομένου.

Ειδικότερα δε, με το άρθρο 20 παρ. 1 (όπως η παρ.1 συμπληρώθηκε με την παρ. 8 του άρθρου 6 του Ν. 2956/2001) και 15 του Ν. 2639/1998 «Ρύθμιση εργασιακών σχέσεων, σύσταση Σώματος Επιθεώρησης Εργασίας και άλλες διατάξεις» (ΦΕΚ Α 205), ορίσθηκαν με την πρώτη ότι ο Οργανισμός Απασχόλησης Εργατικού Δυναμικού (Ο.Α.Ε.Δ) μπορεί να αναθέτει στο Δημόσιο, σε φορείς του Δημοσίου, συμπεριλαμβανομένων των επιχειρήσεων και οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης, σε επιχειρήσεις του ευρύτερου δημόσιου τομέα, σε Ν.Π.Ι.Δ., σε πιστοποιημένα Κέντρα Επαγγελματικής Κατάρτισης, σε Α.Ε.Ι.-Τ.Ε.Ι.

και σε ιδιωτικές επιχειρήσεις ημεδαπής ή αλλοδαπής, την υλοποίηση στο θεωρητικό ή στο πρακτικό μέρος ή στο σύνολο του προγραμμάτων της Συνεχιζόμενης Επαγγελματικής Κατάρτισης Ανέργων και ότι η ανάθεση γίνεται σύμφωνα με τις διατάξεις που διέπουν τη σύναψη των δημοσίων συμβάσεων εκτέλεσης έργων, προμηθειών και παροχής υπηρεσιών των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου (παρ. 1) και με τη δεύτερη ότι ο Ο.Α.Ε.Δ.

μπορεί να συνεργάζεται με φορείς της παραγράφου 1, με σκοπό την υλοποίηση προγραμμάτων απόκτησης εργατικής εμπειρίας άνεργων αποφοίτων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης και αποφοίτων Λυκείου και ότι με απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, μετά από γνώμη του Δ.Σ. του Ο.Α.Ε.Δ., καθορίζονται το ύψος της ημερήσιας αποζημίωσης, οι ειδικότητες σε σχέση με τις θέσεις πρακτικής άσκησης, η διάρκεια, ο αριθμός και η ηλικία των δικαιούχων και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή των προγραμμάτων του προηγούμενου εδαφίου (παρ. 15 εδ α' και β).

Όπως δε ήδη προαναφέρθηκε, με το άρθρο 20 παρ. 4 του Ν. 2738/1999 εισήχθη συγκεκριμένη ρύθμιση και δη προστέθηκε ως περίπτωση (κα') στο άρθρο 14 παρ. 2 του Ν. 2190/1994 (μετέπειτα καταργηθείσα με το άρθρο 1 του Ν. 3812/2009) επιπλέον εξαίρεση στο σύστημα προσλήψεων του νόμου αυτού, η οποία αφορά την πρόσληψη προσωπικού σε εκτέλεση ειδικού προγράμματος απασχόλησης, που προκηρύσσεται και επιδοτείται από τον ΟΑΕΔ, οι συμβάσεις αυτές φέρουν εκ των πραγμάτων και γι' αντικειμενικούς λόγους τον χαρακτήρα των συμβάσεων ορισμένου χρόνου, αφού διαφορετικά θα ήταν ανέφικτη η υλοποίηση των σχετικών προγραμμάτων και τέλος στις συμβάσεις αυτές, που έχουν συναφθεί στο πλαίσιο ενός ειδικού κατά τ' ανωτέρω προγράμματος υποστηριζομένου από τον ΟΑΕΔ, δεν εφαρμόζονται οι ρυθμίσει του Π.Δ/τος 164/2004 κατά το άρθρο 2 παρ. 2 εδ.

β αυτού. Περαιτέρω, ορθός νομικός χαρακτηρισμός της μεταξύ των μερών συμβατικής σχέσης ως σύμβασης ή σχέσης εξαρτημένης εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου ή σύμβασης μαθητείας, γνήσιας ή μη, ως κατ' εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας, όπως αυτή οριοθετείται από τα άρθρα 26 παρ.3 και 87 παρ.2 του Συντάγματος, ανήκει στο δικαστήριο της ουσίας, το οποίο, μη δεσμευόμενο από τον χαρακτηρισμό που προσέδωσαν σε αυτήν τα συμβαλλόμενα μέρη ή ο νόμος, αξιολογεί τα πραγματικά περιστατικά που εκτίθενται στο δικόγραφο της αγωγής και, εφόσον στη συνέχεια ήθελαν προκύψει και από την αποδεικτική διαδικασία, προσδίδει τον ορθό νομικό χαρακτηρισμό στη σύμβαση.

Η δυνατότητα δε του ορθού χαρακτηρισμού από το δικαστήριο της έννομης σχέσης ως σχέσης εξαρτημένης εργασίας ή μαθητείας (γνήσιας ή μη) ή ως σύμβασης εργασίας ορισμένης ή αόριστης διάρκειας δεν αποκλείεται στις εργασιακές σχέσεις του Δημοσίου, των ΟΤΑ, των ΝΠΔΔ και γενικότερα των φορέων του ευρύτερου δημόσιου τομέα (ΟλΑΠ 7/2011, ΟλΑΠ 18/2006).

Τέλος, κατά τη διάταξη του όρθρου 559 παρ.1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 6/2019, ΟλΑΠ 4/2018, ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006). Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ’ ουσία (ΑΠ 58/2015).

[2] Στην προκειμένη περίπτωση με την ένδικη από 01-12-2010 αγωγή τους οι ήδη αναιρεσείουσες εξέθεταν ότι στις 26-06-2006 η πρώτη και την 01-09-2005 η δεύτερη συνυπέγραψαν η κάθε μία εξ αυτών με τα ήδη αναιρεσίβλητα-εναγόμενα ΝΠΔΔ τα υπό τις αυτές χρονολογίες "συμφωνητικά συνεργασίας" δεκαεπτάμηνης διάρκειας στο πλαίσιο σχετικού προγράμματος κατάρτισης ανέργων (πρόγραμμα stage), στο οποίο το πρώτο αναιρεσίβλητο συμμετείχε ως φορέας υλοποίησης αυτού, για δήθεν απόκτηση εργασιακής εμπειρίας.

Ότι μετά την λήξη του αρχικού χρόνου απασχόλησης οι συμβάσεις τους ανανεώθηκαν αρχικά για 12 ακόμη μήνες και μετά από δεύτερη ανανέωση μέχρι την 12-11-2010 για την πρώτη και 23-09-2010 για την δεύτερη αναιρεσείουσα, οπότε το πρώτο εναγόμενο - αναιρεσίβλητο ΙΚΑ - ΕΤΑΜ έπαυσε πλέον να δέχεται τις υπηρεσίες των, καταγγέλλοντας με τον τρόπο αυτό σιωπηρά την σύμβαση χωρίς την τήρηση των νομίμων προϋποθέσεων.

Ότι οι συμβάσεις αυτές έφεραν τον χαρακτήρα έγκυρης σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, αφού καταρτίσθηκαν κατ' επίφαση για απόκτηση επαγγελματικής εμπειρίας, ενώ στην πραγματικότητα έγιναν για την κάλυψη πάγιων και διαρκών αναγκών του πρώτου εναγομένου - αναιρεσιβλήτου ΙΚΑ - ΕΤΑΜ.

Ότι κατά την διάρκεια της απασχόλησης βάσει των ανωτέρω συμβάσεων αμείβοντο με αποδοχές κατώτερες αυτών που προεβλέποντο από τους Ν. 3205/2003, Ν. 3553/2007 και Ν. 3670/2008 και με τις οποίες αμείβοντο οι μόνιμοι συνάδελφοί τους, ενώ επίσης τα εναγόμενα, ήδη αναιρεσίβλητα ΝΠΔΔ, δεν τους κατέβαλλαν τα επιδόματα εορτών Χριστουγέννων, Πάσχα και αδείας, ούτε τις αποδοχές αδείας με συνέπεια να τους οφείλουν για την αιτία αυτή το ποσό των 25.157,24 ευρώ στην πρώτη και αυτό των 35.618,995 ευρώ στην δεύτερη αναιρεσείουσα.

Ότι τα ως άνω ποσά οφείλουν να τους καταβάλουν τα εναγόμενα - αναιρεσίβλητα ΝΠΔΔ με βάση την αρχή της ίσης μεταχείρισης, επικουρικά δε, εφόσον ήθελε κριθεί ότι οι εργασιακές τους συμβάσεις ήταν άκυρες, τα εναγόμενα τους οφείλουν τα ανωτέρω ποσά με βάση τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, δεδομένου ότι από την εργασία των αυτή έγιναν πλουσιότερα χωρίς νόμιμη αιτία σε βάρος της περιουσίας τους κατά τα εν λόγω ποσά, τα οποία θα κατέβαλε σε άλλους μισθωτούς των ειδικοτήτων τους, τους οποίους θα απασχολούσε υπό τις αυτές συνθήκες απασχόλησης και εργασίας.

Ζήτησαν δε, κατά την κύρια βάση της αγωγής, να αναγνωρισθεί ότι αυτές συνδέοντο εξ αρχής με το πρώτο των εναγομένων - αναιρεσιβλήτων ΙΚΑ-ΕΤΑΜ με έγκυρες συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, να αναγνωρισθεί η ακυρότητας της σιωπηράς καταγγελίας των εργασιακών αυτών συμβάσεων, να υποχρεωθεί το ανωτέρω πρώτο εναγόμενο να τις απασχολεί στις προηγούμενες θέσεις αυτών καταβάλλοντας τις αποδοχές μονίμων υπαλλήλων, άλλως να υποχρεωθούν τα εναγόμενα ΝΠΔΔ να τους καταβάλουν το ποσό των 3.489,50 ευρώ στην πρώτη και αυτό των 3.839,50 ευρώ στην δεύτερη των ήδη αναιρεσειουσών ως αποζημίωση απολύσεως και επικουρικά να υποχρεωθούν τα εναγόμενα και ήδη αναιρεσίβλητα ΝΠΔΔ με βάση την αρχή της ίσης μεταχείρισης, άλλως με βάση τις διατάξεις περί αδικοπραξιών, άλλων με βάση τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού, να τους καταβάλουν τα προαναφερθέντα ποσά για διαφορές αποδοχών.

Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη ως προς όλα τα αιτήματά της πλην αυτών που συνδέονται με την επικουρική βάση περί αδικαιολογήτου πλουτισμού ως προς την οποία απέρριψε την αγωγή ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας, μετά δε την άσκηση εφέσεως εκ μέρους των εναγουσών, ήδη αναιρεσειουσών, κατά της ως άνω πρωτοδίκης απόφασης εξεδόθη η ήδη προσβαλλόμενη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία έκρινε την αγωγή μη νόμιμη ως προς τον δεύτερο των εναγομένων-αναιρεσιβλήτων ΟΑΕΔ, επειδή, όπως έκρινε, αυτός δεν συνεδέετο με τις ενάγουσες με οποιαδήποτε σχέση εργασίας και απέρριψε την έφεση κατ’ αυτού.

Ακολούθως και όσον αφορά το πρώτο εναγόμενο ΙΚΑ-ΕΤΑΜ έκρινε την αγωγή μη νόμιμη ως προς το αίτημά της να αναγνωρισθεί ότι οι ήδη αναιρεσείουσες - ενάγουσες συνδέονται με το πρώτο εναγόμενο-αναιρεσίβλητο ΙΚΑ-ΕΤΑΜ με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ότι εχώρησε άκυρη καταγγελία των συμβάσεων αυτών, ότι πρέπει να υποχρεωθεί το πρώτο εναγόμενο να αποδέχεται τις υπηρεσίες τους και να τους καταβάλει μισθούς υπερημερίας, άλλως να υποχρεωθεί αυτό να τους καταβάλει την νόμιμη αποζημίωση απολύσεως και αβάσιμη κατ’ ουσίαν ως προς το αίτημά της να τους καταβληθούν οι διαφορές των αποδοχών μεταξύ των αποδοχών που τους καταβλήθηκαν και αυτών που προβλέποντο από το μισθολόγιο των μονίμων υπαλλήλων του πρώτου εναγομένου, τόσο κατά την κύρια βάση της από την εφαρμογή της αρχής της ισότητας, όσο και κατά την επικουρική βάσει των διατάξεων του αδικαιολογήτου πλουτισμού.

Ειδικότερα, όσον αφορά την κύρια βάση της αγωγής, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφασή του έκρινε ότι αυτή δεν ήταν νόμιμη για τον λόγο ότι με βάση τα εκτιθέμενα σ'αυτήν οι αρχικές συμβάσεις των ήδη αναιρεσειουσών συνήφθησαν το έτος 2006 της πρώτης και 2005 της δεύτερης, ήτοι μετά την έναρξη ισχύος των παρ. 7 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος που προστέθηκαν με την Αναθεώρηση του έτους 2001 και που απαγορεύουν ακόμη και με νόμο την μονιμοποίηση του προσλαμβανομένου προσωπικού ή την μετατροπή των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου σε αορίστου ακόμη και σε περίπτωση που αυτοί καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγομένου, με συνέπεια υπό την ισχύ των ως άνω διατάξεων και του άρθρου 21 του Ν. 2194/1994 να μην είναι δυνατόν να τύχει εφαρμογής η διάταξη του άρθρου 8 παρ. 3 του Ν. 2112/1920.

Επίσης έκρινε ότι ούτε μέσω των διατάξεως της Οδηγίας 1999/70 και των εφαρμοστικών αυτής διατάξεων των ΠΔ 81/2003 και 164/2004 η αγωγή ήταν νόμιμη αφού οι συμβάσεις των εναγουσών - αναιρεσειουσών συνήφθησαν στο πλαίσιο προγραμμάτων για την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας ανέργων με την συμμετοχή του ΟΑΕΔ, βάσει του οποίου προγράμματος παρείχαν αυτές τις υπηρεσίες τους στο πρώτο εναγόμενο - αναιρεσίβλητο και το οποίο έχει εξαιρετικό χαρακτήρα, με συνέπεια οι εν λόγω συμβάσεις να μη μπορούν να μετατραπούν σε συμβάσεις αορίστου χρόνου, ακόμη και αν οι συμμετέχοντες στα προγράμματα αυτά, εν προκειμένω οι ενάγουσες, κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγομένου, ώστε και υπό την ισχύ των πιο πάνω ρυθμίσεων να μην είναι δυνατή η εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 8 παρ. 3 του Ν. 2112/1920.

Με την κρίση του αυτή το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, απορρίπτοντας ως μη νόμιμη την αγωγή κατά την κύρια βάση αυτής, ορθώς ερμήνευσε τις διατάξεις των άρθρων 103 παρ. 7 και 8 του Συντάγματος, 648 επ. ΑΚ, 21 του Ν. 2190/1994, 20 παρ. 1 και 15 Ν. 2639/1998, καθόσον από τις διατάξεις αυτές προκύπτει με βάση τα όσα αναλυτικά εκτίθενται στην μείζονα σκέψη και με βάση τα εκτιθέμενα στην αγωγή ότι δεν μπορεί να υπάρξει έγκυρη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου κατ' εφαρμογή του άρθρου 8 παρ. 3 του Ν. 2112/1920.

Επίσης, με την μη εφαρμογή του άρθρου 8 παρ. 3 του Ν. 2112/1920 δεν παραβιάσθηκαν οι ρυθμίσεις της υπ'αριθ. 1999/70 οδηγίας και οι διατάξεις του ΠΔ/τος 164/2004, αφού από το ρυθμιστικό πεδίο της Οδηγίας, σύμφωνα με την ρήτρα 2 αυτής και το άρθρο 2 του ΠΔ/τος 164/2009 εκφεύγουν οι συμβάσεις που έχουν καταρτισθεί στο πλαίσιο ενός ειδικού προγράμματος απόκτησης εργασιακής εμπειρίας ανέργων, υποστηριζόμενου από τον ΟΑΕΔ, όπως στην προκειμένη περίπτωση.

Επομένως, ο περί του αντιθέτου πρώτος λόγος αναιρέσεως κατά το σκέλος αυτού με το οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη η από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Περαιτέρω, και δεδομένου ότι με τους προτεινόμενους λόγους της υπό κρίση αναίρεσης δεν πλήττεται το κεφάλαιο της απόφασης του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου με το οποίο απερρίφθη η αγωγή ως μη νόμιμη ως προς το δεύτερο εναγόμενο - αναιρεσίβλητο (ΟΑΕΔ ΝΠΔΔ) και συνεπώς δεν αφορούν αυτό, η αίτηση αναίρεσης είναι απαράδεκτη ως προς τον δεύτερο αναιρεσίβλητο (ΑΠ 1521/2007, ΑΠ 125/2006, ΑΠ 443/2005), αφού δεν είναι δυνατόν να αναιρεθεί η απόφαση ως προς αυτόν και αν ακόμη ευδοκιμήσουν οι προβληθέντες αναιρετικοί λόγοι.

Η από τα άρθρα 4 παρ. 1 και 22 παρ. 1 εδ. β' του Συντάγματος επιβαλλόμενη αρχή της ίσης μισθολογικής μεταχείρισης των εργαζομένων προϋποθέτει, οι εργαζόμενοι αυτοί, αφενός μεν να έχουν τα ίδια προσόντα και να εργάζονται κάτω από τις ίδιες συνθήκες, αφετέρου δε να τελούν κάτω από το ίδιο νομικό καθεστώς εργασίας (ΑΠ 1450/2017, ΑΠ 509/2016, ΑΠ 933/2015, ΑΠ 883/2014) και κατά συνέπεια προϋποθέτει εργαζομένους της ίδιας κατηγορίας (ΑΠ 25/2018, ΑΠ 1052/2018, ΑΠ 109/2017, ΑΠ 1805/2017).

Επομένως η έχουσα το προαναφερόμενο περιεχόμενο αγωγή, αναφορικά με την επιδίκαση των μισθολογικού χαρακτήρα διαφορών, ως προς τη βάση αυτής για παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχείρισης, είναι μη νόμιμη διότι αυτή προϋποθέτει, εκτός των άλλων και παροχή εργασίας υπό το αυτό νομικό καθεστώς, πράγμα το οποίο δεν συνέβαινε εν προκειμένω, αφού με βάση τα εκτιθέμενα σ' αυτήν οι ενάγουσες αφενός μεν είχαν προσληφθεί με σύμβαση προς απόκτηση εργασιακής εμπειρίας στο πλαίσιο σχετικού προγράμματος του ΟΑΕΔ, γνωρίζοντας ότι θα απασχολούντο για τη κάλυψη πάγιων και διαρκών του φορέα παροχής της εργασίας της, αφετέρου δε η πρόσληψη αυτών έλαβε χώρα χωρίς να τηρηθεί η νόμιμη διαδικασία για την πρόσληψη προσωπικού, είτε με διαγωνισμό είτε με επιλογή υπό τον έλεγχο της ανεξάρτητης αρχής.

Το Εφετείο, όμως, με την προσβαλλόμενη απόφασή του έκρινε την ένδικη αγωγή νόμιμη μεν ως προς την ανωτέρω βάση της από την αρχή της ίσης μισθολογικής μεταχείρισης των εργαζομένων, βάσει των διατάξεων των άρθρων 4 παρ. 1 και 22 παρ. 1 εδ. β του Συντάγματος, σχετικά με το αίτημά της για επιδίκαση των μισθολογικών διαφορών, πλην αβάσιμη κατ' ουσίαν και απέρριψε αυτή.

Παρά την εσφαλμένη, επομένως, νομική αιτιολογία της είναι ορθό το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης και συνεπώς ο πρώτος λόγος αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος αυτού, από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για παραβίαση των προαναφερόμενων διατάξεων πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, σύμφωνα με το άρθρο 578 ΚΠολΔ.

Ακολούθως και ως προς το επικουρικό αίτημα της αγωγής για επιδίκαση των ως άνω μισθολογικών διαφορών βάσει των διατάξεων περί αδικαιολογήτου πλουτισμού το Εφετείο δέχθηκε, κατά το μέρος που ενδιαφέρει τον αναιρετικό έλεγχο, τα ακόλουθα: «|Με την 3203/30.11.2004 απόφαση του διοικητικού συμβουλίου του ΟΑΕΔ και την ΚΥΑ 33072/23.2.2005, που εκδόθηκε στη συνέχεια, αποφασίστηκε η ένταξη ανέργων στη λειτουργία των μονάδων υγειονομικής περίθαλψης των Οργανισμών Κοινωνικής Ασφάλισης ανά την Ελλάδα, με σκοπό την απόκτηση εμπειρίας στο γνωστικό αντικείμενο των υπηρεσιών τους και με στόχο τη δημιουργία προϋποθέσεων για μόνιμη απασχόληση.

Το πρόγραμμα ορίστηκε να έχει διάρκεια δεκαοκτώ μηνών, με το πέρας της οποίας παρατάθηκε για άλλους δώδεκα μήνες από τον ΟΑΕΔ και χωρίς να υποβληθεί σχετικό αίτημα από το ΙΚΑ. Οι ενάγουσες υπέβαλαν αίτηση για την ένταξη τους στο πρόγραμμα, ή οποία έγινε δεκτή και υπέγραψαν χωριστά συμφωνητικά συνεργασίας, στα οποία ως συμβαλλόμενοι φέρονταν ο ΟΑΕΔ, ως "Υπεύθυνος Φορέας" του προγράμματος, το ΙΚΑ, ως "Φορέας Υλοποίησης", και η κάθε ενάγουσα ως "Συμβαλλόμενη".

Κατά τους όρους του συμφωνητικού, η "Συμβαλλόμενη" αποδεχόταν την τοποθέτησή της σε θέση του "Φορέα Υλοποίησης" προς απόκτηση εργασιακής εμπειρίας και αναλάμβανε την υποχρέωση να εξασκηθεί με συνέπεια και να επιδείξει επιμέλεια αφενός στη θεωρητική και πρακτική εξοικείωση με το εργασιακό της περιβάλλον, διάρκειας ενός μηνός και αφετέρου στην τοποθέτησή της, σε συγκεκριμένη θέση σχετική με τον τομέα της ειδίκευσης της, διάρκειας δεκαεπτά μηνών.

Η αμοιβή της θα καταβαλλόταν από τον ΟΑΕΔ και ανερχόταν στο ποσό των 30 ευρώ ανά ημέρα, μικτά, για τους πτυχιούχους ΑΕΙ και ΤΕΙ ή τους κατόχους ισότιμων τίτλων σπουδών και στο ποσό των 25 ευρώ ανά ημέρα μικτά για τους διπλωματούχους των ΙΕΚ και για τους αποφοίτους των TEA ΕΠΑ, TEE Β' κύκλου και Λυκείου Γενικής Εκπαίδευσης ή τους κατόχους ισότιμων τίτλων σπουδών.

Ορίστηκε ακόμη ότι το ωράριο δεν θα υπερέβαινε τις επτά ώρες ημερησίως και τις πέντε ημέρες εβδομαδιαίως, ότι η ασκού μένη μπορούσε να απουσιάσει από την εργασία της δικαιολογημένα ή αδικαιολόγητα, χωρίς αποζημίωση και χωρίς παράταση του προγράμματος, για σαράντα εργάσιμες ημέρες, ενώ μπορούσε να λάβει άδεια ανά έτος έως είκοσι εργάσιμες ημέρες, με αντίστοιχη παράταση του προγράμματος.

Σε εκτέλεση του συμφωνητικού συνεργασίας που υπέγραψε, κάθε ενάγουσα απασχολήθηκε στο χρόνο και στη θέση που αναφέρεται στη συνέχεια, ως ακολούθως: 1) Η Κ. Ξ., ή οποία ως απόφοιτος λυκείου και κάτοχος πτυχίου χειρισμού ηλεκτρονικού υπολογιστή της σχολής ΑΚΤΑ, υπέγραψε το ως άνω συμφωνητικό συνεργασίας για την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας διαρκείας (της συνεργασίας) από 26-06-2006 έως 30-01-2008, η οποία παρατάθηκε στη συνέχεια για άλλους δώδεκα μήνες, δηλαδή έως τις 30-01-2009, ενώ, ακολούθως, η σύμβασή της ανανεώθηκε στις 12-05-2010 και διήρκεσε έως τις 12-11-2010, οπότε το εναγόμενο έπαψε, ρητώς, να αποδέχεται την εργασία της, απασχολήθηκε στο τμήμα πληρωμών συντάξεων του παραρτήματος ΙΚΑ ..., [...], 3) Η Κ.

Μ., η οποία ως απόφοιτος λυκείου και κάτοχος πτυχίου Νοσηλευτικής Τραυματολογίας του ΙΕΚ Σερρών, υπέγραψε το ως άνω συμφωνητικό συνεργασίας για την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας διαρκείας (της συνεργασίας) από 01-09-2005 έως 28-02-2007, η οποία παρατάθηκε στη συνέχεια για άλλους δώδεκα μήνες, ενώ, ακολούθως, η σύμβαση της ανανεώθηκε στις 05-02-2009 και διήρκεσε έως τις 23-09-2010, οπότε το εναγόμενο έπαψε, ρητώς, να αποδέχεται την εργασία της, απασχολήθηκε στο τμήμα του Νοσηλευτικού Προσωπικού της Νομαρχιακής Μονάδας Υγείας ΙΚΑ ΕΤΑΜ Θεσσαλονίκης.

Οι ενάγουσες ασκούσαν τα καθήκοντα που ασκούσαν και οι άλλοι υπάλληλοι της ίδιας υπηρεσίας, ευλόγως, αφού σκοπός του προγράμματος ήταν η απόκτηση εργασιακής εμπειρίας, η οποία μπορούσε να αποκτηθεί μόνο με την ενεργή ενασχόληση τους με τις δραστηριότητες της συγκεκριμένης υπηρεσίας στην οποία είχαν τοποθετηθεί, δραστηριότητες στις οποίες υπάγονται τα αντικείμενα ενασχόλησης των εναγουσών, και όχι με την παρακολούθηση της εργασίας των εργαζομένων της υπηρεσίας, δοθέντος ότι στη σύμβαση μαθητείας ο ρόλος του απασχολούμενου στα πλαίσια της είναι όχι η παρακολούθηση της εργασίας των εργαζομένων αλλά η, διά της ασκήσεως των δραστηριοτήτων που αποτελούν το αντικείμενο εργασίας του εργοδότη, απόκτηση της αντίστοιχης εργασιακής εμπειρίας. [...] Επομένως προέχων σκοπός των επίδικων συμβάσεων ήταν η απόκτηση ειδικών γνώσεων και ικανοτήτων" η δε παροχή εργασίας εκ μέρους των εναγουσών, δεν έγινε με σκοπό την εκτέλεση παραγωγικού έργου, αλλά για την ανάγκη της εκπαίδευσης και της εξοικείωσης τηφ με το αντικείμενο της εργασίας Συνακόλουθα, η σύμβαση που συνέδεε τις ενάγουσες με το εναγόμενο ΙΚΑ ήταν σύμβαση μαθητείας και όχι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας [...].

Αβάσιμη είναι και η επικουρική βάση της αγωγής, που στηρίζεται στις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, αφού, κατά την κρίση του δικαστηρίου, οι διάδικοι δεν συνδέονταν με απλή σχέση εργασίας, αλλά με έγκυρη σύμβαση μαθητείας. Επομένως η αγωγή πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη [...]|».

[3] Σύμφωνα με το άρθρο 249 εδ. α1 ΚΠολΔ, αν η διάγνωση της διαφοράς εξαρτάται εν όλω ή εν μέρει από την ύπαρξη ή ανυπαρξία μιας έννομης σχέσης ή την ακυρότητα ή τη διάρρηξη μιας δικαιοπραξίας που συνιστά αντικείμενο άλλης δίκης εκκρεμούς σε πολιτικό ή διοικητικό δικαστήριο ή από ζήτημα που πρόκειται να κριθεί ή κρίνεται από διοικητική αρχή, το δικαστήριο μπορεί αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου να διατάξει την αναβολή της συζήτησης εωσότου περατωθεί τελεσίδικα ή αμετάκλητα η άλλη δίκη ή εωσότου εκδοθεί από τη διοικητική αρχή απόφαση που δεν μπορεί να προσβληθεί.

Από τη διατύπωση και το σκοπό της διάταξης αυτής, η οποία έχει θεσπισθεί προς εξοικονόμηση χρόνου και δαπάνης και προς αποφυγή εκδόσεως αντιφατικών αποφάσεων, συνάγεται ότι η εφαρμογή της δεν είναι εκ προοιμίου ασυμβίβαστη με την αναιρετική δίκη (πρβλ. ΚΠολΔ 575). Διότι, παρά τη μη ειδική αναφορά της στο άρθρο 573 παρ.1 ΚΠολΔ, όπου γίνεται ενδεικτική μνεία μιας σειράς από διατάξεις του γενικού μέρους του ΚΠολΔ, που μπορούν να έχουν εφαρμογή και στην αναιρετική διαδικασία, δεν αποκλείεται, σε συγκεκριμένη περίπτωση, η διακριτική ευχέρεια, που παρέχεται από το άρθρο 249 ΚΠολΔ, να εξασφαλίζει την προσφορότερη λύση για την εξυπηρέτηση του ως άνω σκοπού.

Αυτό συμβαίνει, προεχόντως, όταν κάποιο σοβαρό, νομικό ζήτημα, το οποίο πρέπει να επιλυθεί από το οικείο αναιρετικό τμήμα, έχει παραπεμφθεί ήδη στην ολομέλεια του Αρείου Πάγου, ως ζήτημα εξαιρετικής σημασίας, όπου και εκκρεμεί.

Επί του ανωτέρω νομικού θέματος κρίθηκε με αποφάσεις του Β2 Τμήματος του Αρείου Πάγου ότι οι αγωγές με το προαναφερόμενο αίτημα (διαφορές μεταξύ νομίμων και καταβληθεισών αποδοχών) ήταν νόμιμες στις περιπτώσεις απλής σχέσης εργασίας λόγω ακυρότητας της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας για οποιοδήποτε λόγο για την αμοιβή του εργαζόμενου λόγω της από αυτόν παροχής της εργασίας του προς τον εργοδότη κατά την επικουρική της βάση επί των διατάξεων του αδικαιολογήτου πλουτισμού, πλέον των επιδομάτων εορτών και αδείας, καθόσον εάν ήθελε κριθεί ότι οι εν λόγω συμβάσεις εργασίας ήταν άκυρες το εναγόμενο κατέστη αδικαιολογήτως πλουσιότερο χωρίς νόμιμη αιτία σε βάρος της περιουσίας των εναγόντων - εργαζομένων κατά τα εν λόγω ποσά, τα οποία θα κατέβαλλε σε οποιοδήποτε άλλο μισθωτό που θα απασχολούσε στην ίδια θέση και ο οποίος θα παρείχε τις ίδιες με αυτούς υπηρεσίες υπό τις αυτές συνθήκες απασχόλησης.

Κατ' άλλη όμως άποψη, η οποία υποστηρίζεται από σειρά πρόσφατων αποφάσεων του Β1 αναιρετικού Τμήματος, η έχουσα το προαναφερόμενο περιεχόμενο αγωγή είναι μη νόμιμη και ως προς την επικουρική από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό (άρθ. 904 του ΑΚ) βάση αυτής, καθόσον ο φορέας απασχόλησης δεν είχε τη δυνατότητα νόμιμης πρόσληψης εργαζομένου στη θέση, στην οποία απασχόλησε ακύρως κάποιο συμβασιούχο, με την επιφύλαξη των αξιώσεων των εργαζομένων για την επιδίκαση των επιδομάτων εορτών και αδείας, όπου για την γέννηση των σχετικών αξιώσεων που οφείλονται ευθέως από τις πιο πάνω διατάξεις αρκεί η ύπαρξη απλής σχέσης εργασίας (ΑΠ 1052/2018, ΑΠ 1049/2018, ΑΠ 25/2018, ΑΠ 1805/2017, ΑΠ 109/2017).

Τέλος, λόγω της ως άνω διαφωνίας, με την υπ' αριθ. 186/2019 απόφαση του Β2 Τμήματος του Αρείου Πάγου το ανωτέρω ζήτημα έχει παραπεμφθεί στην πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου. Επομένως, για την ενότητα της νομολογίας και προς αποφυγήν εκδόσεως αντιφατικών αποφάσεων, συντρέχει εύλογη περίπτωση εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 249 ΚΠολΔ. Κατόπιν αυτού πρέπει να αναβληθεί (ανασταλεί) η έκδοση απόφασης επί της ενδίκου αιτήσεως μέχρι την έκδοση οριστικής αποφάσεως για το ως άνω ζήτημα από την πλήρη ολομέλεια του Αρείου Πάγου.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την αναίρεση ως προς το δεύτερο αναιρεσίβλητο ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΑΠΑΣΧΟΛΗΣΗΣ ΕΡΓΑΤΙΚΟΥ ΔΥΝΑΜΙΚΟΥ (ΟΑΕΔ).

Καταδικάζει τις αναιρεσείουσες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του ως άνω αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ.

Αναβάλλει κατά τα λοιπά τη συζήτηση επί της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως εωσότου εκδοθεί απόφαση της πλήρους Ολομέλειας του Αρείου Πάγου για το ζήτημα που έχει παραπεμφθεί σ' αυτήν με την υπ'αριθ. 186/2019 απόφαση του Β2 Τμήματος αυτού.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 2 Ιουνίου 2021.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 29 Μαρτίου 2021.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ