391/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημητρούλα Υφαντή, Χαράλαμπο Καλαματιανό, Ειρήνη Καλού και Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated391/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και του προσθέτων λόγου, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 391 / 2018 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 391/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημητρούλα Υφαντή, Χαράλαμπο Καλαματιανό, Ειρήνη Καλού και Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Ιανουαρίου 2018, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Φ. χας Δ. Γ., 2) Τ. Γ. του Δ., 3) Β. Γ. του Δ. και 4) Γ. Γ. του Δ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Μηχιώτη.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Θ. Γ. του Α., 2) Α. Γ. του Κ., κατοίκων ... και 3) ανώνυμης εταιρείας γενικών ασφαλίσεων ζημιών με την επωνυμία "...", που εδρεύει στη … και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Καραγκούνη, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι ανακαλεί την από 11-1-2018 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και παρίσταται.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-12-2010 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λάρισας.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 334/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 389/2015 του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 7-11-2016 αίτησή τους και τον από 11-12-2017 πρόσθετο λόγο αυτής.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και του προσθέτων λόγου, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 7.11.2016 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 43/2016 αίτηση αναιρέσεως και τον, παραδεκτώς, με ιδιαίτερο δικόγραφο και εντός της οριζόμενης από την διάταξη του άρθρου 569 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ. προθεσμίας ασκηθέντα και προς τους αναιρεσιβλήτους επιδοθέντα, από 11.12.2017 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως ...2017 πρόσθετο σ’ αυτήν λόγο, ζητείται, υπό την επίκληση των διαλαμβανομένων στα παραπάνω δικόγραφα αιτιάσεων, η αναίρεση της 389/2015 τελεσίδικης αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας.
Από τις διατάξεις των άρθρων 914 επ. του Α.Κ. και 1 επ. του ν. ΓΠΝ/1911 προκύπτει ότι η αξίωση αποζημιώσεως, εξαιτίας αυτοκινητικού ατυχήματος, κατά το οποίο προκαλείται βλάβη σε πρόσωπα ή πράγματα, μπορεί να στηριχθεί τόσο στην Α.Κ. 914, όσο και στο νόμο ΓΠΝ/1911. Οι προϋποθέσεις ευθύνης καθεμιάς ρυθμίσεως είναι διαφορετικές.
Η πρώτη προϋποθέτει πταίσμα, όχι όμως και η άλλη, με την οποία καθιερώνεται ειδική ευθύνη του ιδιοκτήτη, του κατόχου και του οδηγού αυτοκινήτου για τις ζημίες που προκαλούνται σε τρίτους κατά την λειτουργία του (αυτοκινητικό ατύχημα), ήτοι ευθύνη από διακινδύνευση, ανεξάρτητη από το πταίσμα (γνήσια αντικειμενική ευθύνη).
Ειδικότερα, από τον συνδυασμό των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 του Α.Κ. προκύπτει ότι προϋποθέσεις της ευθύνης προς αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, το παράνομο της πράξεως ή παραλείψεως αυτού και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της πράξεως ή της παραλείψεως και της επελθούσας ζημίας.
Αμέλεια, κατ’ άρθρο 330 του Α.Κ., υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, αυτή δηλαδή που πρέπει να καταβάλλεται κατά την συναλλακτική καλή πίστη από τον δράστη στον κύκλο της αρμοδιότητάς του, είτε υπάρχει προς τούτο σαφές νομικό καθήκον είτε όχι, αρκεί να συμπεριφέρθηκε κατά τρόπο αντίθετο από εκείνο που επιβάλλεται από τις καταστάσεις.
Εξάλλου, αιτιώδης συνάφεια υπάρχει όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει κατά την συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων το επιζήμιο αποτέλεσμα. Επομένως, για την θεμελίωση αγωγής αποζημιώσεως για ζημίες που προξενούνται από αυτοκίνητο κατά την λειτουργία του σε τρίτους που έχει ως βάση την από το άρθρο 914 του Α.Κ.
ευθύνη του οδηγού του φερόμενου ως ζημιογόνου αυτοκινήτου, μεταξύ των αναγκαίων στοιχείων που πρέπει να εκτίθενται σ’ αυτή, είναι τα περιστατικά που συνιστούν την παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά αυτού, η οποία μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφ’ όσον εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο, την δικαιοπραξία ή από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.
Περαιτέρω, κατά την διάταξη του άρθρου 4 εδ. α’ του Ν. ΓΠΝ/4-5-1911 "περί της εκ των αυτοκινήτων ποινικής και αστικής ευθύνης" για κάθε ζημία που προξενείται από το αυτοκίνητο κατά την λειτουργία του προς τρίτους ενέχεται σε αποζημίωση ο οδηγός και ο κατά το άρθρο του νόμου αυτού κάτοχος, ο δε ιδιοκτήτης, σε περίπτωση που είναι άλλος από τον κάτοχο, ενέχεται μόνο μέχρι της αξίας του αυτοκινήτου.
Κατά δε την διάταξη του άρθρου 5 εδ. α’ του ίδιου νόμου, από την κατά το προηγούμενο άρθρο αποζημίωση κανείς δεν απαλλάσσεται από τους ενεχόμενους σ’ αυτή από οποιονδήποτε λόγο, εκτός εάν αποδείξει ότι το ατύχημα προήλθε από ανώτερη βία ή από υπαιτιότητα του θύματος ή από πταίσμα τρίτου προσώπου μη ανήκοντος στην υπηρεσία του αυτοκινήτου.
Κατά την διάταξη του άρθρου 9 του ιδίου νόμου "ο δικαστής, κατά την επιδίκασιν της αποζημιώσεως, οφείλει να λαμβάνη υπ’ όψιν τας κατ’ ιδίαν περιστάσεις, οίον την τυχόν ύπαρξιν ή μη πταίσματος, το μέγεθος αυτού, τον ποινικόν ή μη χαρακτήρα της πράξεως ή παραλείψεως, τας περιουσιακάς συνθήκας ζημιώσαντος και ζημιωθέντος, προς δε και καταθέσεις μαρτύρων παρόντων κατά το ατύχημα και υποκειμένων, κατά τας διατάξεις της Πολ.
Δικονομίας εις εξαίρεσιν, λόγω συγγενείας". Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει ότι για την θεμελίωση αγωγής που έχει ως βάση το Ν. ΓΠΝ/1911, το θύμα (τρίτος) ζητώντας αποζημίωση με βάση τον εν λόγω Νόμο, έχει υποχρέωση να επικαλεστεί και να αποδείξει ζημία που προήλθε από το αυτοκίνητο κατά την διάρκεια της λειτουργίας του και την ιδιότητα του εναγόμενου ως οδηγού, κατόχου ή ιδιοκτήτη του ζημιογόνου αυτοκινήτου κατά τον χρόνο της προκλήσεως της ζημίας.
Στις προϋποθέσεις αυτές δεν περιλαμβάνεται ούτε η πράξη ούτε το παράνομο. Επίσης, από τις ίδιες πιο πάνω διατάξεις του Ν. ΓΠΝ/1911, που, όπως προαναφέρθηκε, καθιερώνει γνήσια αντικειμενική ευθύνη (ευθύνη από διακινδύνευση) σε βάρος των πιο πάνω προσώπων, που συνδέονται με το ζημιογόνο αυτοκίνητο με κάποια από τις παραπάνω σχέσεις (ιδιοκτήτης, κάτοχος, οδηγός), προκύπτει ότι προβλέπεται απαλλαγή του ενεχομένου προσώπου, πλην άλλων, και σε περίπτωση αποκλειστικής υπαιτιότητας του θύματος στην ζημία του, μη αρκούσης συντρέχουσας υπαιτιότητας του τελευταίου (Α.Κ. 300) (βλ.
Α.Π. 1159/2017, Α.Π. 204/2016, Α.Π. 52/2016). Εξ άλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθμ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δικ. προκύπτει, ότι στο έγγραφο της αναιρέσεως πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί αν και ποιο λόγο αναιρέσεως, από τους περιοριστικώς αναφερομένους στο άρθρο 559 του Κ.Πολ.Δικ., θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση.
Ειδικά, για να είναι ορισμένος ο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ. λόγος αναιρέσεως, δεν αρκεί να αναφέρονται στο αναιρετήριο οι ουσιαστικού δικαίου διατάξεις που φέρονται ότι παραβιάστηκαν, η ανάλυση των εννοιών που ο αναιρεσείων αποδίδει στις φερόμενες ως παραβιασθείσες διατάξεις και οι σχετικές παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας, αλλά πρέπει να εξειδικεύεται και το, κατά την εκδοχή του αναιρεσείοντος, ερμηνευτικό ή υπαγωγικό σφάλμα και ειδικότερα, στην τελευταία περίπτωση, που ακριβώς έγκειται το σφάλμα κατά την εφαρμογή του κανόνα, εφόσον δε το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν την υπόθεση, την ελάσσονα πρόταση του νομικού του συλλογισμού, δηλαδή, τα πραγματικά γεγονότα που αυτό δέχθηκε, υπό τα οποία και συντελέστηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων του ουσιαστικού δικαίου, εάν δε απέρριψε την αγωγή ή γενικώς τον ισχυρισμό ως μη νόμιμο, το περιεχόμενο της αγωγής ή του ισχυρισμού.
Επιπρόσθετα πρέπει να εκτίθεται στο αναιρετήριο ότι υποβλήθηκε στο Εφετείο ο αυτοτελής ισχυρισμός για την αντιμετώπιση του οποίου εσφαλμένα εφαρμόστηκε ή δεν εφαρμόστηκε ο επικαλούμενος κανόνας ουσιαστικού δικαίου, ώστε από το αναιρετήριο να προκύπτει η προβαλλόμενη νομική πλημμέλεια, ενόψει του ότι η αοριστία του λόγου της αναιρέσεως δεν μπορεί να συμπληρωθεί με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο (Ολ.ΑΠ 27/1998, Ολ.ΑΠ 32/1996).
Περαιτέρω, κατά την έννοια του λόγου αναιρέσεως από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται συνεπώς εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.
Δηλαδή, ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται μόνον όταν η πλημμέλεια αφορά παράβαση κανόνων ουσιαστικής φύσεως και όχι δικονομικών διατάξεων, που ρυθμίζουν τη διαδικασία. Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στην θεμελίωση ή στην κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της αποφάσεως για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περιπτώσεως στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περιπτώσεως.
Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για την στοιχειοθέτηση της διατάξεως ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα.
Δεν υπάρχει, επομένως, ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και, επομένως, αιτιολογία της αποφάσεως ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (Α.Π. 1361/2013, 1266/2011).
Σε κάθε περίπτωση ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι ορισμένος, εφόσον στο αναιρετήριο αναφέρεται σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια ή η αντιφατικότητα των αιτιολογιών της αποφάσεως, δηλαδή εφόσον προσδιορίζεται ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις σε σχέση με νόμιμο ισχυρισμό, που παραδεκτά προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε από το ίδιο το αναιρετήριο να προκύπτει η αποδιδόμενη στην απόφαση νομική πλημμέλεια (Ολ.ΑΠ 20/2005).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Λάρισας, με την προσβαλλομένη 389/2015 απόφασή του, δέχθηκε ανελέγκτως, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Στις 09.02.2010 και περί ώρα 10.00’ ο πρώτος εναγόμενος, οδηγών το υπ’ αριθμ. κυκλ. ... Ι.Χ.Φ αυτοκίνητο, κυριότητος της δεύτερης εναγόμενης μητέρας του, το οποίο ήταν ασφαλισμένο για την περίπτωση πρόκλησης ζημιών σε τρίτους κατά την κυκλοφορία του στην τρίτη εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία, κινούνταν επί της παλαιάς Εθνικής Οδού Λαμίας - Λάρισας, στα Φάρσαλα.
Στο αυτοκίνητο επέβαινε και ο πατέρας του Α. Γ., καθήμενος στη θέση του συνοδηγού. Στη διασταύρωση της οδού αυτής με την παλαιά περιφερειακή οδό Φαρσάλων, έχοντας πρόθεση να κινηθεί αριστερά επί της τελευταίας ως άνω οδού με κατεύθυνση προς Τ.Ο.Ε.Β, κατέλαβε την αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας της Π.Ε.Ο Φαρσάλων - Λάρισας και ακινητοποίησε το όχημά του προ του ερυθρού σηματοδότη που είχε στην πορεία του και πίσω από δύο προπορευόμενα αυτοκίνητα, που είχαν την ίδια με αυτόν πορεία.
Με την αφή του πράσινου φωτός του σηματοδότη διήλθαν τη διασταύρωση τα προπορευόμενα αυτού αυτοκίνητα και ακολούθως και ο ίδιος. Σημειωτέον ότι η παλαιά περιφερειακή οδός Φαρσάλων είναι ευθεία, διπλής κατεύθυνσης με δύο λωρίδες κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση στο σημείο που διασταυρώνεται με την Π.Ε.Ο. Φαρσάλων - Λάρισας, πλάτους 10,10 μέτρων το καθένα, μεταξύ δε των δύο κατευθύνσεων της άνω οδού στο σημείο εκείνο υπάρχει νησίδα μήκους 19,30 μέτρων και πλάτους 4,80 μέτρων, ενώ υφίσταται και διάβαση πεζών, μη ελεγχόμενη από φωτεινό σηματοδότη, η οποία, ωστόσο, κατά το χρόνο εκείνο δεν ήταν ευκρινής (αποχρωματισμένη).
Ο πρώτος εναγόμενος, μετά την αριστερή στροφή που διενήργησε, εισήλθε επί της παλαιάς περιφερειακής οδού Φαρσάλων με κατεύθυνση προς Τ.Ο.Ε.Β., καταλαβών το αριστερό ρεύμα κυκλοφορίας αυτής, διότι στο δεξιό της ρεύμα ήταν σταθμευμένα οχήματα, λόγω της παρακείμενης λειτουργούσας κατά την ημέρα εκείνη λαϊκής αγοράς, διήνυσε και το σημείο, όπου η διάβαση των πεζών, όταν αιφνίδια, μετά από 7-8 μέτρα από τη διάβαση, παρενεβλήθη στην πορεία του ο 80ετής Δ.
Γ., ο οποίος, προερχόμενος από το χώρο όπου λειτουργούσε η λαϊκή αγορά, είχε κατέλθει στο οδόστρωμα, επιχειρώντας να διασχίσει αυτό κάθετα, ανάμεσα από τα σταθμευμένα Ι.Χ.Φ αυτοκίνητα, με κατεύθυνση την αντικρινή νησίδα και από τα δεξιά προς τα αριστερά σε σχέση με την πορεία του οχήματος. Από την αιφνίδια και αναπάντεχη παρεμβολή του πεζού στο ρεύμα πορείας του, ο πρώτος εναγόμενος ουδέ καν πρόλαβε να αντιδράσει και με το εμπρόσθιο μέρος του αυτοκινήτου του κτύπησε τον πεζό, το σώμα του οποίου επέπεσε αρχικά επί του καπώ του αυτοκινήτου και στη συνέχεια επί του οδοστρώματος.
Ο υπερήλικας πεζός Δ. Γ. υπέστη βαρεία κρανιοεγκεφαλική κάκωση, εκ της οποίας ως μόνης ενεργού αιτίας επήλθεν ο θάνατος αυτού, διαπιστωθείς από τους ιατρούς του Γενικού Νοσοκομείου Λάρισας, όπου εσπευσμένα μεταφέρθηκε. Ο εξετασθείς στο ακροατήριο αυτόπτης μάρτυρας - επιβάτης του οχήματος, πατέρας του πρώτου εναγομένου, καταθέτει ότι ο πεζός εμφανίστηκε αιφνίδια στο ρεύμα πορείας του οχήματος, που οδηγούσε ο γιός του, ανάμεσα από τα σταθμευμένα στο άκρο δεξιό του οδοστρώματος ογκώδη οχήματα (κλούβες τα χαρακτηρίζει) και ότι το σημείο του ατυχήματος είναι αυτό που φέρεται ως πιθανό σημείο σύγκρουσης στο προς τούτο συνταχθέν από τους άνδρες του Αστυνομικού Τμήματος Φαρσάλων πρόχειρο σχεδιάγραμμα του τόπου του ατυχήματος, ήτοι στο μέσον περίπου της νησίδας, σε απόσταση περί τα οκτώ μέτρα από τη διάβαση πεζών.
Ο επίσης εξετασθείς στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου μάρτυρας απόδειξης Β. Μ. κατ’ ουσίαν επιβεβαιώνει την άνω μαρτυρία του πατέρα του πρώτου εναγομένου περί της ύπαρξης σταθμευμένων οχημάτων στο δεξιό άκρο του οδοστρώματος, καταθέτοντας ότι κατά την ημέρα της Λαϊκής Αγοράς συνήθως υπάρχουν σταθμευμένα αυτοκίνητα μετά τη διάβαση, γεγονός που συμβαδίζει και με τα διδάγματα της κοινής πείρας, αφού δεδομένο είναι ότι οι πωλητές των λαϊκών αγορών πλησίον του χώρου αυτών σταθμεύουν τα οχήματά τους, με αποτέλεσμα να δημιουργείται πλήρης δικανική πεποίθηση στο Δικαστήριο ότι υπήρχαν σταθμευμένα οχήματα στο άκρο δεξιό του οδοστρώματος, ανεξαρτήτως του ότι ουδεμία αναφορά περί αυτών γίνεται στο πρόχειρο σχεδιάγραμμα της Τροχαίας, ανάμεσα από τα οποία κατήλθε στο οδόστρωμα ο υπερήλικας και ως εκ τούτου ο πρώτος εναγόμενος οδηγός δεν είχε τη δυνατότητα - ορατότητα από απόσταση να αντιληφθεί έγκαιρα την κίνηση του πεζού, παρά μόνον όταν αυτός εμφανίσθηκε και παρενεβλήθη στο ρεύμα πορείας του σε ελάχιστη προ αυτού απόσταση.
Η ανώτερη επιτρεπόμενη ταχύτητα στο σημείο εκείνο είναι 50 χλ/ω, σύμφωνα με υπάρχουσα ρυθμιστική της κυκλοφορίας πινακίδα, πλην η ταχύτητα του φερομένου ως ζημιογόνου οχήματος κατά το χρόνο του ατυχήματος ήταν σημαντικά μικρότερη, ενόψει του ότι η κίνησή του είχε προσωρινά διακοπεί προ του ερυθρού σηματοδότη και μόλις είχε γίνει επανεκκίνησή του, με συνέπεια αφενός την εξ αυτού του λόγου αδυναμία ανάπτυξης ταχύτητας και αφετέρου της αριστερής στροφής που μόλις είχε διενεργήσει.
Εξάλλου, ενισχυτικό στοιχείο του ότι το Ι.Χ.Φ αγροτικό αυτοκίνητο εκινείτο με μικρή ταχύτητα αποτελεί και το γεγονός ότι το σώμα του ατυχούς υπερήλικα ευθύς μετά την πρόσκρουσή του στο εμπρόσθιο μέρος αυτού δεν εκτινάχθηκε σε απόσταση, αλλά επέπεσε επί του καπώ του αυτοκινήτου και ακολούθως επί του οδοστρώματος, οπότε και το αυτοκίνητο σταμάτησε σε απόσταση μόλις δύο μέτρων περίπου.
Από τα ανωτέρω αποδεικνυόμενα πραγματικά περιστατικά κρίνεται ότι ο πρώτος εναγόμενος οδηγός εκινείτο σύννομα με τεταμένη την προσοχή του στην οδήγηση και με μικρή ταχύτητα, πλην ενόψει της εμφάνισης αιφνιδίως, ανάμεσα από τα σταθμευμένα ογκώδη οχήματα στα δεξιά της οδού, του πεζού στο ρεύμα πορείας του δεν είχε τον απαιτούμενο χρόνο αντίδρασης, προκειμένου να διενεργήσει επί του συστήματος πέδησης, αφού δυνατότητα πραγματοποίησης αποφευκτικού ελιγμού προς τα αριστερά δεν είχε λόγω της εκεί υπάρχουσας νησίδας, με συνέπεια να μη φέρει οιαδήποτε ευθύνη στην πρόκληση του ατυχήματος, αποκλειστικός υπαίτιος του οποίου και του εντεύθεν προκληθέντος θανάσιμου τραυματισμού του είναι ο οικείος των εκκαλούντων πεζός, ο οποίος, κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 12 παρ. 1 και 38 παρ. 1 και 4 του Κ.Ο.Κ, τελείως ανέλεγκτα κατήλθε επί του οδοστρώματος, ανάμεσα από σταθμευμένα οχήματα και όχι από την σε απόσταση ολίγων μόλις μέτρων από την εκεί υπάρχουσα διάβαση πεζών και επεχείρησε να διασχίσει κάθετα το οδόστρωμα της οδού, χωρίς να βεβαιωθεί ότι μπορούσε να πράξει αυτό με ασφάλεια και χωρίς να παρεμποδίσει την κυκλοφορία των οχημάτων.
Σημειώνεται ότι ο ερευνητής ζημιών Π. Κ. στην από 14.09.2014 σχετική πραγματογνωμοσύνη του καταλήγει σε διάφορη κρίση, ότι δηλαδή ο πρώτος εναγόμενος - εφεσίβλητος οδηγός ευθύνεται στην πρόκληση του ατυχήματος διότι δεν είχε τεταμένη την προσοχή του στην οδήγηση και δεν αντιλήφθηκε έγκαιρα την κίνηση του πεζού, ώστε να ενεργήσει άμεσα επί του συστήματος πέδησης, προκειμένου να αποφύγει την πρόσκρουση του αυτοκινήτου του επί του πεζού.
Όμως, ο άνω πραγματογνώμονας καταλήγει στο άνω πόρισμα στηριζόμενος επί της αναληθούς προϋπόθεσης ότι ο οδηγός είχε ορατότητα και μπορούσε να αντιληφθεί τον πεζό καθ’ όλο το χρόνο που απαιτήθηκε για να φθάσει αυτός περί το κέντρο του οδοστρώματος, που αποτελεί το πιθανό σημείο σύγκρουσης. Και τούτο διότι ουδόλως έλαβε υπόψη του το αποδεικνυόμενο γεγονός της κίνησης του πεζού επί του οδοστρώματος αρχικά ανάμεσα από ογκώδη οχήματα, που εμπόδιζαν τον οδηγό να διακρίνει αυτόν, παρά μόνον αντιλήφθηκε αυτόν όταν αιφνίδια εμφανίστηκε στο ρεύμα πορείας του".
Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε την έφεση των ήδη αναιρεσειόντων κατά της πρωτόδικης 334/2011 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας, που είχε κρίνει ομοίως, απορρίπτοντας ως αβάσιμη κατ’ ουσίαν την από 15.12.2010 αγωγή τους, κατά παραδοχήν ως και κατ’ ουσίαν βάσιμης της προβληθείσας από τους εναγομένους ενστάσεως, εκ του άρθρου 5 του ν.
ΓΠΝ/1911, περί αποκλειστικής υπαιτιότητας του θανασίμως τραυματισθέντος πεζού. Με τον πρώτο, κατά το πρώτο μέρος του, λόγο της αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ. πλημμέλεια, συνισταμένη στο ότι, αν και η κρινόμενη αγωγή τους στηριζόταν τόσο στην Α.Κ. 914, όσο και στο νόμο ΓΠΝ/1911, το Εφετείο εσφαλμένως δεν υπήγαγε τα δεκτά γενόμενα από αυτό ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά στις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 4 και 5 του ν.
ΓΠΝ/1911, τις οποίες παραβίασε ευθέως. Ο λόγος αυτός, ανεξαρτήτως της αοριστίας του, εφόσον οι αναιρεσείοντες, εκτός από τις παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, τις καθιερώνουσες ευθύνη από διακινδύνευση, ανεξάρτητη από το πταίσμα (γνήσια αντικειμενική ευθύνη) ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 4 και 5 του ν.
ΓΠΝ/1911, που ισχυρίζονται ότι παραβιάστηκαν, καθώς και τις νομικές τους απόψεις γι’ αυτές, δεν εξειδικεύουν και το, κατά την εκδοχή τους, ερμηνευτικό ή υπαγωγικό σφάλμα και στην τελευταία περίπτωση που ακριβώς έγκειται το σφάλμα, αρκούμενοι μόνο σε ανάλυση των πραγματικών παραδοχών της αποφάσεως και των επιχειρημάτων κατ’ αυτών, που, όμως, πλήττουν την άνω ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου, κρίνεται απορριπτέος, προεχόντως, ως αβάσιμος, καθ’ όσον το Εφετείο απέρριψε την έφεση των ήδη αναιρεσειόντων, επικυρώνοντας την ομοίως κρίνασα πρωτόδικη απόφαση, δεχόμενο ότι αποκλειστικώς υπαίτιος για την πρόκληση του ατυχήματος και του εντεύθεν θανάσιμου τραυματισμού του ήταν ο πεζός, οικείος αυτών (αναιρεσειόντων), περίπτωση, δηλαδή, για την οποία προβλέπεται, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, απαλλαγή του ενεχομένου προσώπου.
Περαιτέρω, το Εφετείο, με το να οδηγηθεί στην προαναφερθείσα κρίση του, δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, καθ’ όσον διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες ζήτημα των περιστάσεων και των ειδικοτέρων συνθηκών της προκλήσεως του ενδίκου τροχαίου ατυχήματος, οι αιτιολογίες δε αυτές επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο της ορθότητας των διατάξεων που εφαρμόστηκαν και συνεπώς η προσβαλλομένη απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσεως, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων για να αιτιολογηθεί χωρίς αμφιβολία η ανυπαρξία υπαιτιότητας του πρώτου εναγομένου και ήδη πρώτου αναιρεσιβλήτου στο ζημιογόνο αποτέλεσμα.
Δεν συντρέχει, επομένως, η επικαλούμενη από τους αναιρεσείοντες πλημμέλεια της παραθέσεως αντιφασκουσών αιτιολογιών στην προσβαλλομένη απόφαση, επειδή, όπως αυτοί (αναιρεσείοντες) διατείνονται, οι παραδοχές της ότι: "α) το οδόστρωμα στο σημείο που έλαβε χώρα το ένδικο τροχαίο ατύχημα έχει πλάτος 10,10 μ., β) το αυτοκίνητο που προκάλεσε το ατύχημα, ευρισκόμενο αρχικά στην Παλαιά Εθνική Οδό Λαμίας - Λάρισας, μετά την αριστερή στροφή που διενήργησε, εισήλθε επί της Παλαιάς Περιφερειακής Οδού Φαρσάλων καταλαμβάνοντας το αριστερό ρεύμα κυκλοφορίας αυτής, διότι στο δεξιό της ρεύμα ήταν σταθμευμένα οχήματα και γ) το σημείο του ατυχήματος είναι αυτό που "φέρεται ως πιθανό σημείο συγκρούσεως στο προς τούτο συνταχθέν από τους άνδρες του Αστυνομικού Τμήματος Φαρσάλων πρόχειρο σχεδιάγραμμα του τόπου του ατυχήματος", εκ των οποίων παραδοχών προκύπτει ως εύλογη συνέπεια ότι ο πεζός Δ.
Γ. είχε ήδη διανύσει πλέον των πέντε μέτρων απόσταση από το πεζοδρόμιο εκ του οποίου εκκίνησε" αντιφάσκουν με την παραδοχή ότι "ο πρώτος εναγόμενος οδηγός δεν είχε τη δυνατότητα - ορατότητα από απόσταση να αντιληφθεί έγκαιρα την κίνηση του πεζού" με το επιχείρημα ότι στο άκρο δεξιό του οδοστρώματος υπήρχαν σταθμευμένα οχήματα, λόγω της λειτουργίας της λαϊκής αγοράς".
Τούτο δε διότι οι ως άνω επικαλούμενες από τους αναιρεσείοντες, ως αντιφάσεις, πέραν του ότι, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, δεν συνιστούν τέτοιες, αναφέρονται στην εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, την αιτιολόγηση, τον συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων από το Εφετείο, καθώς και στην σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων, με βάση τα οποία αυτό στήριξε το προαναφερόμενο σαφές αποδεικτικό του πόρισμα, υπό την επίκληση δε της προβαλλομένης πλημμέλειας της παραβάσεως εκ πλαγίου των άνω ουσιαστικών διατάξεων πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων αναφορικά με το σαφώς εκτιθέμενο πόρισμα και, συνεπώς, απαραδέκτως προβάλλονται.
Συνεπώς, ο από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ. μοναδικός πρόσθετος λόγος του δικογράφου προσθέτων λόγων, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια της ελλείψεως νόμιμης βάσεως, πρέπει να απορριφθεί, υπό τις προαναφερόμενες διακρίσεις.
Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 13 αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος της αποδείξεως. Εξ άλλου, κατά την διάταξη του άρθρου 338 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ. κάθε διάδικος οφείλει να αποδείξει τα πραγματικά γεγονότα που είναι αναγκαία για να υποστηρίξει την αυτοτελή αίτηση ή ανταίτησή του.
Με την διάταξη αυτή επιβάλλεται στους διαδίκους το δικανικό βάρος αποδείξεως των πραγματικών γεγονότων, τα οποία ο εφαρμοστέος κανόνας δικαίου προϋποθέτει γενικά και αφηρημένα για να ισχύει η έννομη συνέπεια, της οποίας διώκεται η δικαστική διάγνωση. Το βάρος αποδείξεως διακρίνεται σε υποκειμενικό και αντικειμενικό.
Το υποκειμενικό προσδιορίζει τον διάδικο, στον οποίο το δικαστήριο πρέπει να επιβάλλει με απόφασή του την ευθύνη προσκομιδής του αποδεικτικού υλικού προς βεβαίωση στον απαιτούμενο βαθμό της πλήρους δικανικής πεποιθήσεως των θεμελιωτικών της αξιώσεώς του πραγματικών γεγονότων. Το πεδίο εφαρμογής του υποκειμενικού βάρους αποδείξεως έχει περιορισθεί σημαντικά μετά την κατάργηση της προδικαστικής αποφάσεως (άρθρο 14 Ι του ν. 2915/2001) και την εφαρμογή της διαδικασίας του άρθρου 270 του Κ.Πολ.Δικ.
σε όλες τις υποθέσεις, ενώ, σε κάθε περίπτωση, δεν τίθεται θέμα παραβιάσεως του υποκειμενικού βάρους αποδείξεως και ιδρύσεως του από το άρθρο 559 αριθμ. 13 του Κ.Πολ.Δικ. αναιρετικού λόγου στις ειδικές διαδικασίες και ειδικότερα στην διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο και από την σύμβαση ασφαλίσεώς του, κατά την οποία το δικαστήριο της ουσίας, χωρίς να ορίζει ποίος από τους διαδίκους φέρει το βάρος αποδείξεως, εκτιμά ελεύθερα τα αποδεικτικά στοιχεία που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι και κρίνει εάν αποδείχθηκαν ή όχι οι προβαλλόμενοι πραγματικοί ισχυρισμοί (Α.Π. 233/2011, Α.Π. 1113/2009).
Αντίθετα, αντικειμενικό βάρος αποδείξεως είναι ο κίνδυνος που διατρέχει ο διάδικος στην περίπτωση αμφιβολίας του δικαστή ως προς την συνδρομή των θετικών προϋποθέσεων γενέσεως της επίδικης έννομης συνέπειας. Η εσφαλμένη κατανομή του αντικειμενικού βάρους αποδείξεως, με την έννοια εσφαλμένου προσδιορισμού του φέροντος τον κίνδυνο της αμφιβολίας του δικαστή ως προς την συνδρομή των θετικών προϋποθέσεων γενέσεως της επίδικης έννομης συνέπειας διαδίκου, στοιχειοθετεί τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αρ. 13 του Κ.Πολ.Δικ.
λόγο αναιρέσεως. Ο λόγος όμως αυτός απορρίπτεται ως αβάσιμος, αν από την προσβαλλομένη απόφαση προκύπτει ότι ο προβληθείς ισχυρισμός του εναγομένου έγινε δεκτός, όχι εξαιτίας μη (αντ)αποδείξεως του αντίθετου (αρνητικού) ισχυρισμού του αναιρεσείοντος, αλλά επειδή θεωρήθηκαν επαρκείς οι προσκομισθείσες από αυτόν αποδείξεις (βλ.
Α.Π. 435/2016, πρβλ. Α.Π. 319/2009). Τέλος, ο ισχυρισμός του εναγομένου περί αποκλειστικής υπαιτιότητας του ενάγοντος παθόντος στην πρόκληση του αυτοκινητικού ατυχήματος συνιστά ένσταση, στηριζόμενη στην διάταξη του άρθρου 5 του ν. ΓΠΝ/1911 (Α.Π. 1159/2017, Α.Π. 204/2016), το βάρος αποδείξεως της οποίας έχει ο εναγόμενος, ο οποίος πρέπει να επικαλεσθεί και να αποδείξει ευθέως αποκλειστική υπαιτιότητα του παθόντος.
Επομένως, ο πρώτος, κατά το δεύτερο μέρος του, λόγος της αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθμός 13 του Κ.Πολ.Δικ., με τον οποίο, κατ’ εκτίμηση, προβάλλεται η αιτίαση ότι το δικάσαν Εφετείο παραβίασε τις διατάξεις περί κατανομής του (υποκειμενικού) βάρους αποδείξεως ως προς την απόδειξη της προβληθείσας από τους εναγομένους ενστάσεως περί αποκλειστικής υπαιτιότητας του θανασίμως τραυματισθέντος πεζού, οικείου των αναιρεσειόντων, στην πρόκληση του ενδίκου ατυχήματος είναι απαράδεκτος, διότι στην προκειμένη περίπτωση δεν εκδόθηκε απόφαση περί αποδείξεως, ώστε να τίθεται θέμα παραβιάσεως του υποκειμενικού βάρους αποδείξεως, δεδομένου ότι το δικαστήριο, δικάσαν, κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο και από την σύμβαση ασφαλίσεως αυτού και εκτιμώντας ελεύθερα το σύνολο των αποδεικτικών στοιχείων, κατέληξε στην κρίση του ότι αποδείχθηκε ως και κατ’ ουσίαν βάσιμη η προβληθείσα από τους εναγομένους ως άνω ένσταση.
Αλλά και υπό την εκδοχή ότι, κατ’ εκτίμηση των σχετικών με τον λόγο αυτό αιτιάσεων του αναιρετηρίου, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η αιτίαση περί εσφαλμένης κατανομής του αντικειμενικού βάρους, ο λόγος αυτός, κατά το δεύτερο μέρος του, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, στην ανωτέρω κρίση κατέληξε το Δικαστήριο, όχι εξαιτίας της μη (αντ)αποδείξεως του αντίθετου (αρνητικού) ισχυρισμού των αναιρεσειόντων, αλλά επειδή θεωρήθηκαν επαρκείς οι προσκομισθείσες από τους αντιδίκους τους εναγομένους και ήδη αναιρεσιβλήτους αποδείξεις.
Από τις διατάξεις των άρθρων 270 παρ. 1 και 4, 591 παρ. 1, 670, 671 παρ. 2 και 3, 674 παρ. 2 και 681Α’ του Κ.Πολ.Δικ., σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 237 παρ. 1β’ του ιδίου Κώδικα, κατά την οποία οι διάδικοι μαζί με τις προτάσεις πρέπει να καταθέσουν τα επικαλούμενα αποδεικτικά μέσα, προκύπτει ότι, στην ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο, οι διάδικοι μέχρι το τέλος της συζητήσεως της υποθέσεως στο ακροατήριο προσκομίζουν όλα τα αποδεικτικά των ισχυρισμών τους μέσα, ότι η συζήτηση στο ακροατήριο και η διεξαγωγή της αποδείξεως τελειώνει κατά το δυνατόν σε μια δικάσιμο, εκτός αν υπάρχει ανάγκη για να γίνει αυτοψία ή πραγματογνωμοσύνη και ότι για να ληφθούν υπόψη από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο που δικάζει υπόθεση κατά την παραπάνω ειδική διαδικασία, αποδεικτικά μέσα που προσκόμισαν οι διάδικοι προς απόδειξη ισχυρισμών που έχουν προταθεί, πρέπει να γίνει άμεση επίκληση και προσκομιδή αυτών το αργότερο μέχρι το τέλος της συζητήσεως στο ακροατήριο, εκτός αν πρόκειται για έγγραφο που προσκομίζεται για απόκρουση ισχυρισμού που προτάθηκε για πρώτη φορά κατά την συζήτηση, οπότε είναι επιτρεπτή η προσκομιδή του μετά την συζήτηση, μέσα στη προθεσμία της προσθήκης - αντικρούσεως (591 παρ. 1δ του Κ.Πολ.Δικ.).
Εξ άλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 341 του Κ.Πολ.Δικ. συνάγεται ότι το δικαστήριο για να σχηματίσει την δικανική του πεποίθηση ως προς την βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για άμεση και έμμεση απόδειξη, χωρίς βέβαια να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά.
Η παράβαση της υποχρεώσεως αυτής ιδρύει τον λόγο της αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ’ του Κ.Πολ.Δικ. υπό την αποκλειστική προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού μόνο ένα τέτοιο (ουσιώδες) γεγονός καθίσταται αντικείμενο αποδείξεως (ΑΠ 1363/2008).
Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες με τον δεύτερο λόγο της αναιρέσεως προβάλλουν την αιτίαση ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 11 περ. γ’ του Κ.Πολ.Δικ. διότι δεν έλαβε υπόψη του έγγραφο και δη το απόσπασμα της υπ’ αριθμ. 2163/2014 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Λάρισας, με την οποία ο πρώτος εναγόμενος και ήδη πρώτος αναιρεσίβλητος, οδηγός του ως άνω εμπλακέντος στο ατύχημα οχήματος, κρίθηκε ένοχος της αποδιδόμενης σ’ αυτόν πράξεως της ανθρωποκτονίας εξ αμελείας του Δ.
Γ. και επεβλήθη σ’ αυτόν ποινή φυλακίσεως επτά (7) μηνών, που ανεστάλη, το οποίο (ως άνω απόσπασμα) είχαν προσκομίσει νομίμως μετ’ επικλήσεως, με την προσθήκη των προτάσεών τους, μετά την συζήτηση της υποθέσεως στο ακροατήριο, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, προς απόκρουση του προταθέντος για πρώτη φορά κατά την συζήτηση της υποθέσεως, ενώπιον του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, ισχυρισμού των εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων, ότι ο θανών ήταν αποκλειστικά υπαίτιος άλλως συνυπαίτιος για την πρόκληση του ατυχήματος και του εξ αυτού θανάσιμου τραυματισμού του, καθώς και ότι υπήρχαν σταθμευμένα οχήματα ανάμεσα από τα οποία κινούμενος εισήλθε στο οδόστρωμα, μη καθιστώντας, κατά τον τρόπο αυτό, αντιληπτή την παρουσία του.
Ωστόσο από την επιτρεπτή επισκόπηση της υπ’ αριθμ. 334/2011 πρωτόδικης αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας προκύπτει ότι οι εναγόμενοι και ήδη αναιρεσίβλητοι είχαν προτείνει τον προαναφερθέντα ισχυρισμό (περί αποκλειστικής υπαιτιότητας του θανόντος, άλλως συνυπαιτιότητας αυτού) και τα θεμελιούντα αυτόν παραπάνω αναφερόμενα πραγματικά περιστατικά, κατά την πρώτη συζήτηση της αγωγής, ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου.
Συνεπώς, εφόσον ο ισχυρισμός, για την απόκρουση του οποίου, κατά τους ισχυρισμούς των αναιρεσειόντων, προσκομίστηκε το ως άνω απόσπασμα της προαναφερόμενης ποινικής αποφάσεως δεν προτάθηκε για πρώτη φορά κατά την συζήτηση της υποθέσεως, ενώπιον του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, όπως οι αναιρεσείοντες αβασίμως υποστηρίζουν, δεν είναι επιτρεπτή η προσκομιδή του μετά την συζήτηση, μέσα στην προθεσμία της προσθήκης - αντικρούσεως.
Κατ’ ακολουθίαν, το Εφετείο, μη λαμβάνοντας υπόψη το ως άνω έγγραφο για τον σχηματισμό της κρίσεώς του, σχετικώς με τις συνθήκες του ατυχήματος, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 11 περ. γ ‘ του Κ.Πολ.Δικ. και, συνεπώς, ο δεύτερος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, κρίνεται αβάσιμος και απορριπτέος.
Ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, στοιχειοθετείται όταν το δικαστήριο της ουσίας, είτε κάνοντας εσφαλμένη ανάγνωση του κειμένου αποδεικτικού εγγράφου κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 του ίδιου Κώδικα, είτε παραλείποντας την ανάγνωση κρισίμων περικοπών ή φράσεων αυτού, αποδίδει σ` αυτό περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιέχει και ακολούθως, με βάση μόνο αυτό ή κυρίως αυτό, καταλήγει σε αποδεικτικό πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα για πράγματα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή στο διατακτικό της αποφάσεώς του.
Αντίθετα, δεν υπάρχει παραμόρφωση εγγράφου, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υποπίπτει σε διαγνωστικό σφάλμα ως προς το περιεχόμενο του εγγράφου και, αξιολογώντας τα περιστατικά που πράγματι περιέχονται σ` αυτό, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που θεωρεί ο αναιρεσείων ορθό, οπότε πρόκειται για εκτίμηση αποδείξεων που δεν ελέγχονται αναιρετικά.
Επίσης δεν θεμελιώνεται ο προαναφερόμενος λόγος αναιρέσεως, όταν το δικαστήριο της ουσίας στήριξε το αποδεικτικό πόρισμά του σε συνεκτίμηση και άλλων αποδεικτικών μέσων, χωρίς να εξαίρει τη βαρύτητα του σχετικού εγγράφου στη διαμόρφωση της γνώμης του ως προς την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος (Ολ.ΑΠ 2/2008, 1/1999, ΑΠ 861/2014).
Με τον τρίτο λόγο της αναιρέσεως οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια ότι το Εφετείο, για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, παραμόρφωσε το περιεχόμενο της από 16.9.2014 τεχνικής εκθέσεως πραγματογνωμοσύνης του Μηχανολόγου Π. Κ., την οποία είχαν προσκομίσει μετ’ επικλήσεως στο δικαστήριο της ουσίας, με τις προτάσεις τους, σύμφωνα με την οποία "...ο πεζός διήνυσε περί τα 5,50 μέτρα από το πεζοδρόμιο του ρεύματος του ατυχήματος έως το Σ.Π. (σημείο πρόσκρουσης), καθώς από τα στοιχεία της επιληφθείσας αρχής διαπιστώνουμε ότι η παράσυρση έλαβε χώρα εντός της αριστερής λωρίδας του ρεύματος Π.Π.Ο.
Φαρσάλων με κατεύθυνση από Ανατολάς προς Δυσμάς (βλ. σχετικά σχήματα παρακάτω)", με την έννοια ότι από εσφαλμένη ανάγνωση του εγγράφου αυτού δέχθηκε ως περιεχόμενο κάτι διαφορετικό από το πραγματικό, διαλαμβάνοντας στην προσβαλλομένη απόφαση "...Σημειώνεται ότι ο ερευνητής ζημιών Π. Κ. στην από 14.09.2014 σχετική πραγματογνωμοσύνη του καταλήγει σε διάφορη κρίση, ότι δηλαδή ο πρώτος εναγόμενος - εφεσίβλητος οδηγός ευθύνεται στην πρόκληση του ατυχήματος διότι δεν είχε τεταμένη την προσοχή του στην οδήγηση και δεν αντιλήφθηκε έγκαιρα την κίνηση του πεζού, ώστε να ενεργήσει άμεσα επί του συστήματος πέδησης, προκειμένου να αποφύγει την πρόσκρουση του αυτοκινήτου του επί του πεζού.
Όμως, ο άνω πραγματογνώμονας καταλήγει στο άνω πόρισμα στηριζόμενος επί της αναληθούς προϋπόθεσης ότι ο οδηγός είχε ορατότητα και μπορούσε να αντιληφθεί τον πεζό καθ’ όλο το χρόνο που απαιτήθηκε για να φθάσει αυτός περί το κέντρο του οδοστρώματος, που αποτελεί το πιθανό σημείο σύγκρουσης. Και τούτο διότι ουδόλως έλαβε υπόψη του το αποδεικνυόμενο γεγονός της κίνησης του πεζού επί του οδοστρώματος αρχικά ανάμεσα από ογκώδη οχήματα, που εμπόδιζαν τον οδηγό να διακρίνει αυτόν, παρά μόνον αντιλήφθηκε αυτόν όταν αιφνίδια εμφανίστηκε στο ρεύμα πορείας του...", με αποτέλεσμα, στηριζόμενο αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο εν λόγω έγγραφο, να καταλήξει στην δυσμενή γι’ αυτούς κρίση περί της αποκλειστικής υπαιτιότητας του θανασίμως τραυματισθέντος οικείου τους και να απορρίψει ως αβάσιμη κατ’ ουσίαν την έφεσή τους.
Έτσι διατυπούμενος ο λόγος αυτός αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως απαράδεκτος, καθ’ όσον με αυτόν δεν αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση διαγνωστικό σφάλμα κατά την ανάγνωση του παραπάνω εγγράφου, αλλά σφάλμα ως προς την εκτίμηση και αξιολόγηση του περιεχομένου του, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
Παρεκτός του ότι είναι αβάσιμος, καθ’ όσον το Εφετείο στην κρίση του για την αμελή συμπεριφορά του πεζού δεν κατέληξε στηριζόμενο αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο προαναφερθέν έγγραφο, αλλά μετά από συνεκτίμησή του με άλλα της ίδιας αποδεικτικής ισχύος και αξιολογήσεως αποδεικτικά μέσα. Πλέον του ότι ο ίδιος λόγος είναι απαράδεκτος, καθ’ όσον υπό την επίκληση της παραπάνω αναιρετικής πλημμέλειας πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για το προαναφερόμενο ουσιώδες ζήτημα (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δικ.).
Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και ο ασκηθείς με ιδιαίτερο δικόγραφο πρόσθετος λόγος και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες, λόγω της ήττας τους, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα των τελευταίων (άρθρα 176, 180, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ.), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό. Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου, λόγω της ήττας τους, στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 εδ. ε’ του Κ.Πολ.Δικ., όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, που ισχύει, κατ’ άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 αυτού, για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από 1.1.2016).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 7.11.2016 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως …2016 αίτηση και τον ασκηθέντα με ιδιαίτερο, από 11.12.2017 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως ...2017, δικόγραφο προσθέτου λόγου για αναίρεση της 389/2015 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, το ύψος των οποίων καθορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
Και
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Φεβρουαρίου 2018.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Φεβρουαρίου 2018.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ