391/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 3 Μαρτίου 2015, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-11-2008 του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:2878/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3979/2013 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 10-6-2014 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης, Σοφία Καρυστηναίου ανέγνωσε την από 19-2-2015 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Legislator headnote
AI generated391/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η δέσμευση δε αυτή του νομοθέτη υφίσταται και κατά την εκδήλωση της κρατικής μέριμνας για την κοινωνική ασφάλιση των εργαζομένων και επιβάλλει τη συμμετοχή αυτών στο σύστημα παροχών και αντιπαροχών της κοινωνικής ασφάλισης, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και η παροχή εφάπαξ βοηθήματος - αποζημιώσεως σε όσους αποχωρούν από την ενεργό υπηρεσία, με ίσους όρους.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 391 / 2015 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 391/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Νικόλαο Λεοντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο, Μιχαήλ Αυγουλέα και Σοφία Καρυστηναίου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 3 Μαρτίου 2015, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία "Αλληλοβοηθητικό Ταμείο Πρόνοιας Εργαζομένων Α.Τ.Ε." που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεόδωρο Πέππα και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Χ. Ψ. του Δ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αλέξανδρο Στρίμπερη, ο οποίος παραστάθηκε με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-11-2008 του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:2878/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3979/2013 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 10-6-2014 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης, Σοφία Καρυστηναίου ανέγνωσε την από 19-2-2015 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1 και 22 παρ. 5 του ισχύοντος Συντάγματος, που ορίζουν ότι "οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου" (4 παρ. 1) και "το κράτος μεριμνά για την κοινωνική ασφάλιση των εργαζομένων όπως ο νόμος ορίζει" (22 παρ. 5), προκύπτει δέσμευση του νομοθέτη, ο οποίος δεν δύναται, κατά τη ρύθμιση ουσιωδώς ομοίων πραγμάτων, σχέσεων ή καταστάσεων και κατηγοριών προσώπων, να μεταχειρίζεται τις περιπτώσεις αυτές κατά τρόπο ανόμοιο, εισάγοντας εξαιρέσεις και κάνοντας διακρίσεις, εκτός αν η διαφορετική ρύθμιση δεν είναι αυθαίρετη αλλά επιβάλλεται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος, η συνδρομή του οποίου υπόκειται στον έλεγχο των δικαστηρίων.
Η δέσμευση δε αυτή του νομοθέτη υφίσταται και κατά την εκδήλωση της κρατικής μέριμνας για την κοινωνική ασφάλιση των εργαζομένων και επιβάλλει τη συμμετοχή αυτών στο σύστημα παροχών και αντιπαροχών της κοινωνικής ασφάλισης, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και η παροχή εφάπαξ βοηθήματος - αποζημιώσεως σε όσους αποχωρούν από την ενεργό υπηρεσία, με ίσους όρους.
Έτσι, η, συνταγματικώς επιτρεπτή ,εισαγωγή με νόμο ανωτάτου ορίου στο παρεχόμενο από τον φορέα εφάπαξ βοήθημα, τελεί υπό την προϋπόθεση ότι αυτό δεν έχει αμιγώς ανταποδοτικό χαρακτήρα, δηλαδή το ασφαλιστικό κεφάλαιο από το οποίο καταβάλλεται το εφάπαξ βοήθημα, δεν σχηματίζεται αποκλειστικά, κατά τη νομοθεσία που το διέπει, με κρατήσεις από τις αποδοχές των ασφαλισμένων αλλά συμμετέχουν στο σχηματισμό τους και άλλοι, ιδίως κοινωνικοί πόροι ή ουσιώδεις επιβαρύνσεις τρίτων.
Όταν όμως το κεφάλαιο αυτό σχηματίζεται αποκλειστικά με κρατήσεις από τις αποδοχές των ασφαλισμένων και έχει επομένως ανταποδοτικό χαρακτήρα, η νομοθετική επιβολή ανωτάτου ορίου στην παροχή του εφάπαξ βοηθήματος παραβιάζει την αρχή της ισότητας, του άρθρου 4 παρ 1 του Συντάγματος, αφού ενέχει αδικαιολόγητη δυσμενή διάκριση σε βάρος των υπαλλήλων, οι οποίοι ως εκ του μακρού χρόνου υπηρεσίας και των υψηλών αποδοχών τους, υποβλήθηκαν σε μεγαλύτερες κρατήσεις και παρά ταύτα θα λάβουν το ίδιο εφάπαξ βοήθημα με τους συναδέλφους τους, οι οποίοι ως εκ του μικρού χρόνου υπηρεσιών τους και των χαμηλών αποδοχών τους, υποβλήθηκαν σε μικρότερες κρατήσεις, παρά τον κανόνα του άρθρου 4 παρ. 1 του Συντάγματος, ότι το μέγεθος της εφάπαξ αποζημιώσεως υπολογιζόμενο με βάση το χρόνο υπηρεσίας και τις αποδοχές του εργαζομένου είναι ανάλογο προς τις εισφορές που καταβλήθηκαν από αυτόν.
Εξάλλου η Φ46/3239/ 23/2/1987 απόφαση του Υπουργού Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, με την οποία ανασυντάχθηκε, τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε το καταστατικό του Ταμείου Συντάξεων και Πρόνοιας Προσωπικού Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος (ΦΕΚ Β'108), ορίζει στο άρθρο 2 παρ. 2, ότι η ασφάλιση που ασκείται από το εν λόγω Ταμείο ενεργείται από δύο κλάδους, τον Κλάδο Συντάξεων και τον Κλάδο Πρόνοιας, από τον οποίο χορηγούνται τα εφάπαξ βοηθήματα και στο άρθρο 9 παρ. 3 ότι: "Για τον Κλάδο Πρόνοιας (εφάπαξ βοήθημα) πόροι είναι:
α) εισφορά του ασφαλισμένου ίση με 3% που υπολογίζεται στις πάσης φύσεως αποδοχές του για κάθε πραγματική υπηρεσία στην Α.Τ.Ε., β) εισφορά του εργοδότη ίση με 3% που υπολογίζεται στις πάσης φύσεως αποδοχές του ασφαλισμένου για κάθε πραγματική υπηρεσία στην Α.Τ.Ε., γ) ποσοστό από τα έσοδα που προέρχονται από τις ασφαλιστικές εργασίες του εργοδότη ή θυγατρικών των εταιρειών.
Το πιο πάνω ποσοστό καθορίζεται μέσα στο πρώτο εξάμηνο κάθε χρόνου με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του εργοδότη, δ) ποσοστό προμήθειας από τις ασφαλιστικές εργασίες της Τράπεζας σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 4 του άρθρου 13 του ν. 1256/1982. Το ποσό αυτό καθορίζεται κάθε χρόνο με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της Τράπεζας, ε) οι τόκοι και γενικά οι πρόσοδοι των κεφαλαίων και κάθε άλλου περιουσιακού στοιχείου του Κλάδου Πρόνοιας ".
Εξάλλου η ίδια ως άνω υπουργική απόφαση στο άρθρο 34 ορίζει ότι: "1. Οι ασφαλισμένοι του Κλάδου (νοείται Πρόνοιας) δικαιούνται εφάπαξ βοηθήματος υπό τις προϋποθέσεις :α)... β) Εφόσον αποχωρήσουν από την υπηρεσία της Τράπεζας λόγω συμπλήρωσης του ορίου ηλικίας που προβλέπεται από τον Οργανισμό της ή για οποιουσδήποτε άλλους λόγους, εφόσον έχουν χρόνο πραγματικής υπηρεσίας στην ...
Τράπεζα, ασφαλισμένη στον Κλάδο Πρόνοιας, όχι από αναγνώριση, πέντε (5) τουλάχιστον ετών, 2) το εφάπαξ βοήθημα υπολογίζεται στον τελευταίο ετήσιο μισθό, όπως αυτός καθορίζεται στην επόμενη παράγραφο, κατά την ακόλουθη κλίμακα: 4% για κάθε χρόνο ασφάλισης από του 1ου μέχρι και του 10ου, 8% για κάθε χρόνο ασφάλισης από του 11ου μέχρι και του 15ου, 10% για κάθε χρόνο ασφάλισης από του 16ου μέχρι και του 32ου, 3) για την εφαρμογή των διατάξεων της προηγούμενης παραγράφου ...
ετήσιος μισθός λογίζεται το άθροισμα δεκατεσσάρων (14) μισθών βάσης, με βάση το μήνα εξόδου του ασφαλισμένου από την υπηρεσία, προσαυξημένων με τα επιδόματα - πολυετούς υπηρεσίας, βαθμού θέσεως, επιστημονικής απόδοσης, γάμου, τέκνων και αυτόματης τιμαριθμικής αναπροσαρμογής (Α.Τ.Α.), 4) αν διακοπεί η χορήγηση των επιδομάτων γάμου, τέκνων και θέσεως πριν από τη συμπλήρωση πενταετίας, για τον καθορισμό του εφάπαξ βοηθήματος λαμβάνονται ποσοστά των επιδομάτων αυτών ως εξής:
Αν ο ασφαλισμένος αποχώρησε από την υπηρεσία μέσα στον πρώτο χρόνο από τη διακοπή, λαμβάνεται υπόψη το 90% του εισοδήματος, μέσα στο δεύτερο χρόνο το 80%, μέσα στον τρίτο χρόνο το 70%, μέσα στον τέταρτο χρόνο το 60% και μέσα στον πέμπτο χρόνο το 50%. Μετά τον πέμπτο χρόνο διακοπής του επιδόματος δεν υπολογίζονται τα επιδόματα γάμου, τέκνων και θέσεως, για τον καθορισμό του εφάπαξ βοηθήματος. "Περαιτέρω, το άρθρο 37 του ν. 2084/1992 (ΦΕΚ Α'165) το οποίο εντάσσεται στο Δ' Κεφάλαιο του Τρίτου Μέρους με τον τίτλο "Ρυθμίσεις για τους ασφαλιζόμενους στους φορείς κοινωνικής ασφάλισης από 1/1/1993 "του ως άνω νόμου, ορίζει, ότι "Η συνολική εισφορά ασφάλισης για εφάπαξ βοήθημα σε φορείς ασφάλισης πρόνοιας ορίζεται σε ποσοστό 4% και βαρύνει αποκλειστικά τους ασφαλισμένους".
Εξάλλου στο άρθρο 57 του Δ' Κεφαλαίου του Τετάρτου Μέρους του ως άνω νόμου (2084/1992), με τον τίτλο "Ρυθμίσεις για τους ασφαλισμένους μέχρι 31/12/1992" ορίζει ότι, "1. Η προβλεπόμενη από τις οικείες διατάξεις των φορέων ασφαλίσεως πρόνοιας των Υπαλλήλων Εθνικής, Ελλάδος και Κτηματικής, Αγροτικής, Ε.Τ.Β.Α. Ιονικής και Λαϊκής και Εμπορικής, του Ο.Τ.Ε.
και του Κλάδου Πρόνοιας του Ταμείου Ασφαλίσεων Προσωπικού Ασφαλιστικής Εταιρείας "Η Εθνική" που χορηγούν εφάπαξ βοηθήματα ,η εισφορά του εργοδότη μειώνεται προοδευτικά αρχής γενομένης από 1/1/1993 κατά το 1/10 για κάθε έτος. Η κατά τα άνω μειούμενη εισφορά προστίθεται αντίστοιχα στην εργοδοτική εισφορά υπέρ του φορέα κύριας σύνταξης, στον οποίο υπάγονται οι ασφαλισμένοι των φορέων ή κλάδων ασφάλισης πρόνοιας, πλην του Κλάδου Πρόνοιας του Ταμείου Ασφαλίσεως Προσωπικού Εμπορικής Τράπεζας, η οποία προστίθεται στην εργοδοτική εισφορά υπέρ του Ταμείου Επικουρικής Ασφαλίσεως Προσωπικού Εμπορικής Τράπεζας της Ελλάδος, 2 )...3) Το ακαθάριστο ποσό του εφάπαξ βοηθήματος που χορηγούν οι φορείς ασφάλισης πρόνοιας της παρ.1 του άρθρου αυτού για 35 έτη ασφάλισης, δεν μπορεί να υπερβαίνει το ποσό των 10.000.000 δραχμών.
Επιπλέον ποσό εφάπαξ βοηθήματος προβλεπόμενο από τις καταστατικές διατάξεις των φορέων χορηγείται μειωμένο κατά το 1/6 για κάθε έτος από 1/1/1993 και μετά. . Για χρόνο ασφάλισης μικρότερο ή μεγαλύτερο των 35 ετών, το παραπάνω ποσό μειούται ή αυξάνεται αναλόγως των ετών ασφάλισης 4)(όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο εν προκειμένω χρόνο, πριν δηλαδή, αντικατασταθεί με την παρ. 4 του άρθρου 84 του ν. 2676/1999 (ΦΕΚ Α'1).
Με απόφαση του Υπουργού Υγείας Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων αναπροσαρμόζεται κάθε φορά το ανώτατο όριο του εφάπαξ βοηθήματος της προηγούμενης παραγράφου μέχρι του εκάστοτε ποσοστού αύξησης των συντάξεων των δημοσίων υπαλλήλων". Κατ' εξουσιοδότηση της τελευταίας αυτής διατάξεως της παρ. 4 του άρθρου 57 του ν. 2084 /1992, εκδόθηκαν υπουργικές αποφάσεις και ειδικότερα, η απόφαση του Υπουργού Υγείας Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων 7/οικ. 1490 / 24/8/1994 (ΦΕΚ Β'653) και 7/οικ. 1237/ 6/7/1995 (ΦΕΚ Β '646), με τις οποίες αναπροσαρμόσθηκε το ανώτατο όριο του εφάπαξ βοηθήματος για τα έτη 1993, 1994 και 1995 αντιστοίχως.
Από τις αμέσως παραπάνω διατάξεις συνάγεται ότι το παρεχόμενο εφάπαξ βοήθημα έχει αμιγώς ανταποδοτικό χαρακτήρα, αφού το ασφαλιστικό Κεφάλαιο του Κλάδου Πρόνοιας του ανωτέρω Ταμείου σχηματιζόταν καθ' όλο το χρόνο ασφαλίσεως των καθών μόνο από ασφαλιστικές εισφορές και όχι από άλλους πόρους και ειδικότερα σχηματιζόταν αρχικώς μεν από ισόποσες ασφαλιστικές εισφορές των ασφαλισμένων και της εργοδότριας Τράπεζας, οι οποίες υπολογίζονταν επί των αυτών αποδοχών των ασφαλισμένων, από δε 1/1/1993 και έως την έξοδο των καθών από την ασφάλιση και πάλι από εισφορές τόσο των ασφαλισμένων, όσο και της εργοδότριας Τράπεζας, με τη διαφορά ότι οι εισφορές της εργοδότριας Τράπεζας έβαιναν συνεχώς μειούμενες Και ναι μεν στις περιπτώσεις γ' έως ε' της παραγράφου 3 του άρθρου 9 του Καταστατικού του ανωτέρω Ταμείου προβλέπονταν ως πόροι του Κλάδου Πρόνοιας και άλλα έσοδα (από τις ασφαλιστικές εισφορές της εργοδότριας Τράπεζας ή θυγατρικών της εταιρειών, τόκοι και γενικά πρόσοδοι των κεφαλαίων και κάθε άλλου περιουσιακού στοιχείου του Κλάδου Πρόνοιας του εν λόγω Ταμείου), πλην των ασφαλιστικών εισφορών, τα έσοδα όμως αυτά εν πολλοίς αόριστα και υποθετικά, δεν μπορούν να αποτελέσουν ασφαλές κριτήριο για το χαρακτηρισμό του επιδίκου εφάπαξ βοηθήματος ως ανταποδοτικού ή μη, διότι δεν προκύπτει ότι συνέβαλαν κατά τρόπο σταθερό και μόνιμο, στο σχηματισμό του ασφαλιστικού κεφαλαίου του ανωτέρω Κλάδου Πρόνοιας.
Συνεπώς, οι διατάξεις του άρθρου 57 παρ. 3 του ν. 2084/1992, κατά το μέρος που θεσπίζουν περιορισμό του ανωτάτου ορίου του εφάπαξ βοηθήματος που χορηγείται στους ασφαλισμένους του ανωτέρω Ταμείου, οι οποίοι εξέρχονται από την ενεργό ασφάλιση κατά το χρονικό διάστημα από 1/1/1993 έως την πλήρη κατάργηση της καταβαλλομένης στον Κλάδο Πρόνοιας του Ταμείου εργοδοτικής εισφοράς, αντίκειται στο άρθρο 4 παρ. 1 και 22 παρ. 5 του Συντάγματος.
Εξάλλου η ως άνω διάκριση, ενόψει του αμιγώς ανταποδοτικού χαρακτήρα της παροχής, σύμφωνα με όσα έχουν γίνει δεκτά, δεν δικαιολογείται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος, λαμβανομένης υπόψη και της δίκαιης στάθμισης, η οποία πρέπει να υφίσταται μεταξύ του γενικού συμφέροντος και του συμφέροντος του ατόμου για καταβολή της ασφαλιστικής παροχής, όταν αυτή ως περιουσιακό δικαίωμα, προέρχεται ,όπως στην προκειμένη περίπτωση, από τις ασφαλιστικές εισφορές του ασφαλισμένο , έτσι ώστε βασίμως να προσδοκάται από αυτόν και στο πλαίσιο της κρατικής μέριμνας για την κοινωνική ασφάλιση των εργαζομένων η αποχή από κάθε επέμβαση και η προστασία του εν λόγω δικαιώματος (ΑΕΔ 3, 4, 5/2007, Ολ.
ΑΠ 17/2005). Στην προκείμενη περίπτωση ο ενάγων εξέθετε στην αγωγή του ότι είναι πρώην υπάλληλος της Αγροτικής Τράπεζας, ο οποίος αποχώρησε από την ενεργό υπηρεσία την 25-8-2000, ότι το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον Ταμείο, του χορήγησε εφάπαξ βοήθημα, το οποίο αρχικά υπολογίσθηκε σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 57 του ν. 2084/1992, που έθετε πλαφόν στο καταβαλλόμενο εφάπαξ βοήθημα Ότι μετά την μετατροπή του κλάδου προνοίας του ΤΣΠ-ΑΤΕ από ΝΠΔΔ σε ΝΠΙΔ δυνάμει του άρθρου 6 παρ. 20 του Ν.3029/2002 και τη έγκριση του Καταστατικού του ονομαζόμενου "Αλληλοβοηθητικού ταμείου Προνοίας Εργαζομένων Αγροτικης Τράπεζας της Ελλάδος" με την υπαριθμ. 80000/23358/1107 (ΦΕΚ Β 2/7.1.2004) και μετά την έκδοση των υπ' αριθμ. 3, 4, και 5/2007 αποφάσεων του ΑΕΔ ,που έκρινε ότι η ως άνω διάταξη (του άρθρου 57 του ν. 2084/1992) είναι αντισυνταγματική του χορηγήθηκε με την υπ'αριθμ. 6/16.11.2004 απόφαση του ΔΣ του ως άνω Ταμείου συμπληρωματικό εφάπαξ ποσού 18.141,98 και ότι δικαιούται τη διαφορά μεταξύ του εφάπαξ βοηθήματος, καθώς και του συμπληρωματικού που του καταβλήθηκε σύμφωνα με τους περιορισμούς του άρθρου 57 παρ. 3 του ν. 2084/1992 και εκείνου που πράγματι δικαιούται και ζητούσε την καταβολή της ως άνω διαφοράς του εφάπαξ βοηθήματος.
Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η με αριθμό 2878/2009 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών που δέχθηκε την αγωγή και μετά από άσκηση εφέσεως κατ'αυτής από το αναιρεσείον εκδόθηκε η 3979/2013 απόφαση του Πολυμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία τούτο δέχθηκε τα παρακάτω κρίσιμα για την έρευνα των λόγων αναίρεσης πραγματικά περιστατικά :
ότι "ο ενάγων-εφεσίβλητος προσλήφθηκε από την Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος µε σύµβαση εξαρτηµένης εργασίας την 18-12-1972 και αποχώρησε από την εργασία του στις 25-8-2000 έχοντας συµπληρώσει 27 έτη και 8 µήνες και 7 ηµέρες υπηρεσίας σ' αυτή (άρθρο 127 Α ΤΕ). Το ταµείο συντάξεως και πρόνοιας του προσωπικού ΑΤΕ του κλάδου προνοίας του οποίου καθολικός διάδοχος είναι το εκκαλούν (άρθρο 20 παρ. 6 ν. 3029/02), µε σκοπό µεταξύ άλλων τη χορήγηση εφάπαξ βοηθήµατος στους ασφαλισµένους σ' αυτό υπαλλήλους της ΑΤΕ κατέβαλε στον εφεσίβλητο λόγω της αποχώρησής του µε την υπ' αριθµ. 10686/186/29-8-2000 πράξη απονοµής εφάπαξ και την υπ' αριθµ. 363/18-2-2005 πράξη συµπληρωµατικού εφάπαξ, αντίστοιχα, το συνολικό ποσό των 56.211,19 ευρώ, ως εφάπαξ χρηµατικό βοήθηµα των άρθρων 34, 35, 36 του καταστατικού του, κατ' εφαρµογήν του περιορισµού της διατάξεως του άρθρου 57 παρ. 3 του Ν. 2084/1992.
Όμως, συνεχίζει το Εφετείο οι διατάξεις του άρθρου 57. Παρ. 3 του Ν. 2084/1992, µε τις οποίες επιβάλλεται νοµοθετικά ανώτατο όριο στην παροχή εφάπαξ βοηθήµατος, εισάγουν, ενόψει του ανταποδοτικού χαρακτήρα της παροχής, δυσµενή διάκριση που δεν δικαιολογείται από λόγους κοινωνικού ή δηµοσίου συµφέροντος και παραβιάζει την συνταγµατικά κατοχυρωµένη αρχή της ισότητας και ως εκ τούτου αντίκεινται στις διατάξεις των άρθρων 4 παρ 1 και 22 παρ. 5 του Συντάγµατος.
Συνεπώς ο ενάγων δικαιούνταν να λάβει κατά την αποχώρησή του από την υπηρεσία λόγω συνταξιοδότησης εφάπαξ βοήθηµα κατ' εφαρµογή του άρθρου 34 του εν λόγω καταστατικού, δίχως τον περιορισµό της κριθείσας ως αντισυνταγµατικής άνω διατάξεως, το οποίο (εφάπαξ βοήθηµα) ανέρχεται στο ποσό των 68.668,58 ευρώ (το ύψος του οποίου δεν αµφισβητεί το εκκαλούν) και συνεπώς δικαιούται να λάβει την προκύπτουσα διαφορά, η οποία ανέρχεται στο ποσό των (68.668,58 - 56.211,19) = 12.477,39 ευρώ" Με την κρίση του αυτή το Εφετείο, αφενός μεν έλαβε υπόψη του πραγματικά περιστατικά που ρητά αναφέρονται στην αγωγή, όπως η μετατροπή του αναιρεσείοντος σε ΝΠΔΔ καθώς και η αρχή της ίσης μεταχείρισης που αντιτίθεται στο Καταστατικό του και με τον τρόπο αυτό δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή τις αναφερθείσες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου που εφάρμοσε, αφού κατά τα εκτεθέντα στην προηγηθείσα μείζονα σκέψη και με βάση την εφαρμοσθείσα ως άνω μεταβατική διάταξη του ισχύοντος Καταστατικού του αναιρεσείοντος, έκρινε ότι ο αναιρεσίβλητος δικαιούται το επιδικασθέν σ` αυτόν ποσό, χωρίς να ληφθεί υπόψη, για τον υπολογισμό του, ο προβλεπόμενος από το άρθρο 57 παρ. 3 Ν. 2084/1992, περιορισμός.
Δηλαδή το εφετείο α) δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή τις αναφερθείσες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου που εφάρμοσε, αφού κατά τα εκτεθέντα στην προηγηθείσα μείζονα σκέψη και με βάση την εφαρμοσθείσα διάταξη του ισχύοντος Καταστατικού του αναιρεσείοντος, ο αναιρεσίβλητος δικαιούται το επιδικασθέν σ'αυτόν ποσό, χωρίς να ληφθεί υπόψη, για το υπολογισμό του, ο προβλεπόμενος απο το άρθρο 57 παρ. 3 ν. 2084 περιορισμός (ΑΠ 698/2014, ΑΠ 816/2014) και β) διέλαβε στην απόφασή του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, οι οποίες στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά του και επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή εφαρμογή των παραπάνω διατάξεων.
Επομένως, ο πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, καθώς και ο δεύτερος λόγος αυτής εκ του άρθρου 559 αριθμ. 1 με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.
Οι επιπλέον αιτιάσεις, α) ότι η νομολογία του ΑΕΔ, αναφορικά με την αντισυνταγματικότητα της διατάξεως του άρθρου 57 του ν. 2084/1992, ως προς τον θεσπιζόμενο περιορισμό του ανωτάτου ορίου του εφάπαξ βοηθήματος αναφέρεται σε φορείς κοινωνικής ασφάλισης και όχι σε παροχές που καταβάλλονται από τα Αλληλοβοηθητικά Ταμεία στα μέλη τους και τα οποία λειτουργούν υπό το καθεστώς του ν. 3029/2002 ως σωματεία και β) δεν γίνεται επίκληση αντίθεσης του Καταστατικού του στο νόμο ή στο Σύνταγμα και αν παραβιάζεται η αρχή της ίσης μεταχείρισης, είναι αβάσιμες καθόσον, 1) το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον είναι καθολικός διάδοχος του Κλάδου Προνοίας του Ταμείου Συντάξεως και Προνοίας Προσωπικού ΑΤΕ και 2) δεν απαιτείται επίκληση αντίθεσης του Καταστατικού του αναιρεσείοντος προς το νόμο ή το Σύνταγμα, για τη μη εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 57 παρ. 3 του ν, 2084/1992, ως προς τον καθορισμό του θεσπιζόμενου με αυτό ανωτάτου ορίου εφάπαξ βοηθήματος, ως ανίσχυρης, λόγω αντίθεσης τους προς τις διατάξεις του άρθρου 4 παρ. 1 και 22 παρ. 5 του Συντάγματος, όπως κρίθηκε με τις 3, 4 και 5/2007 αποφάσεις του ΑΕΔ, ούτε επίκληση της αρχής της ίσης μεταχείρισης.
Η προβαλλόμενη με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ. αιτίαση, ότι από τη μεταβατικής ισχύος διάταξη του άρθρου 24 παρ. 5 που ορίζει ότι "Για όσους αποχωρήσουν σε διάστημα πενταετίας από της ενάρξεως εφαρμογής του παρόντος Καταστατικού δεν λαμβάνουν λιγότερα από αυτά που θα ελάμβαναν αν ο υπολογισμός γινόταν με τον παλαιό τρόπο, σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 17 παρ. 1 του ίδιου Καταστατικού, που ορίζει τον τρόπο υπολογισμού του εφάπαξ βοηθήματος των αποχωρούντων υπαλλήλων, προκύπτει ότι με τις μεταβατικής ισχύος ως άνω διατάξεις καθορίστηκε ο τρόπος υπολογισμού του εφάπαξ βοηθήματος των αποχωρούντων υπαλλήλων κατά το ως άνω διάστημα, μόνο ως στοιχείο προσδιοριστικό του κατωτάτου ορίου του εφάπαξ βοηθήματος και όχι των ανωτάτων ορίων του βοηθήματος αυτού, στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, καθόσον ο αναιρεσίβλητος αποχώρησε από την υπηρεσία του πριν από την έναρξη ισχύος του ως άνω Καταστατικού [έναρξη ισχύος 9/2/2004 και μεταβατική διάρκεια έως 9/2/2009, αποχώρηση αναιρεσιβλήτου από την υπηρεσία 25/8/2000] και ως εκ τούτου δεν καταλαμβάνονται από τη μεταβατικής ισχύος διάταξη του άρθρου 24 παρ. 5 του Καταστατικού του εναγομένου Κατά το άρθρο 559 παρ. 1 ΚπολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για εφαρμογή του ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.
Εξ άλλου κατά το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.
Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Αρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.
Πρέπει δηλαδή ν` αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης, είχε προταθεί στο δικαστήριο το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, και μάλιστα ότι είχε προταθεί παραδεκτώς και νομίμως.
Συνεπώς ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, να αναφέρεται δε και ο χρόνος και τρόπος πρότασής του, ή επαναφοράς του στο ανωτέρω δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί, αν ήταν νόμιμος και παραδεκτός, αν δε συντρέχει εξαιρετική περίπτωση των εδαφ.
α'- γ' της παρ. 2 του άρθρου 562 να εκτίθεται στο αναιρετήριο ο λόγος αυτός. Περαιτέρω από τα άρθρα 591 παρ. 1β', 666 παρ. 1, 115 παρ. 3 και 256 παρ. 1δ' του ΚΠολΔ. προκύπτει ότι στη διαδικασία των εργατικών διαφορών, κατά την οποία δεν είναι υποχρεωτική η κατάθεση προτάσεων ενώπιον του μονομελούς πρωτοδικείου, οι διάδικοι οφείλουν να προτείνουν όλους τους αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς τους προφορικά κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο και επιπλέον οι ισχυρισμοί αυτοί πρέπει να καταχωρηθούν στα πρακτικά, με συνοπτική έκθεση των γεγονότων που τους θεμελιώνουν, εκτός αν τα γεγονότα αυτά περιέχονται στις κατατιθέμενες προτάσεις, απαιτείται δηλονότι, σε κάθε περίπτωση προφορική πρόταση των ισχυρισμών που, "ως γενόμενο κατά τη συζήτηση" σημειώνεται στα πρακτικά και έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν τους αυτοτελείς ισχυρισμούς στις κατατιθέμενες προτάσεις.
Κατά το άρθρο 871 ΑΚ με τη σύμβαση του συμβιβασμού, οι συμβαλλόμενοι διαλύουν με αμοιβαίες υποχωρήσεις, μία φιλονικία τους ή μία αβεβαιότητα, για κάποια έννομη σχέση, αρκεί το αντικείμενο της συμβάσεως αυτής να μην έχει εξαιρεθεί από την ιδιωτική πρωτοβουλία, γιατί, στην αντίθετη περίπτωση, η εν λόγω σύμβαση θεωρείται ως μη γενόμενη. (ΑΚ 174 και 180) .Ειδικά για τα δικαιώματα των εργαζομένων που πηγάζουν από διατάξεις αναγκαστικού δικαίου, γίνεται δεκτό, ότι επιτρέπεται η επίλυση και των διαφορών αυτών με συμβιβασμό, όπου όμως υπάρχει σοβαρή αμφισβήτηση ή αβεβαιότητα, είτε σε σχέση με τις νομικές και πραγματικές προϋποθέσεις, είτε ως προς την έννοια των δικαιωμάτων αυτών και με αμοιβαίες υποχωρήσεις, επιλύονται αυτές, οπότε, στην περίπτωση αυτή, δεν θεωρείται πως αντιβαίνει ο συμβιβασμός στο άρθρο 679 ΑΚ, 8 ν. 2112/1920, όπως ισχύει, 8 παρ. 2 και 4 ν.δ. 4020/1959, 2 και 5 παρ. 3 ν. 3198/1955 και επομένως είναι έγκυρος, διότι έτσι αποφεύγει ο εργαζόμενος ν' αποδυθεί σε δικαστικό αγώνα αβέβαιης διάρκειας και έκβασης.
Στην αντίθετη περίπτωση, όταν δεν είναι αμοιβαίες οι υποχωρήσεις και γίνονται μόνο από τον ένα των συμβαλλομένων, τότε δεν υπάρχει συμβιβασμός με την ανωτέρω έννοια, αλλά τυχόν άλλη σχέση (άφεση χρέους ή αναγνώριση αξιώσεως) και είναι αδιάφορο αν οι συμβαλλόμενοι χαρακτήρισαν τη μεταξύ της σύμβαση ως συμβιβασμό.
Στην προκειμένη περίπτωση, το αναιρεσείον ΝΠΙΔ με τον τέταρτο λόγο της αναίρεσής του, προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την, εκ του άρθρου 559 αρ. 1 ΚπολΔ πλημμέλεια με την αιτίαση ότι το δικαστήριο της ουσίας, δεχόμενο ότι η επικαλούμενη παραίτηση του αναιρεσιβλήτου με αυτό είναι άκυρη, παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 3 και 679 ΑΚ, 8 Ν. 2112/1920, όπως ισχύει, 8 παρ 2 και 4 ΝΔ 4020/1959, 2 και 5 παρ. 3 Ν. 3198/1955.
Ο λόγος αυτός είναι προεχόντως απορριπτέος ως απαράδεκτος, κατά το άρθρο 562 παρ. 2 ΚπολΔ, καθόσον, προκειμένης διαφοράς εκδικαζόμενης κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, το αναιρεσείον δεν επικαλείται παραδεκτή προβολή του ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας, με καταχώρισή του στα πρακτικά συνεδρίασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, και επαναφορά του, κατά νόμιμο τρόπο, ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, κατά τα προεκτεθέντα, ενώ, από την παραδεκτή, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚπολΔ επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, δεν προκύπτει ότι προβλήθηκε παραδεκτά ούτος, διότι στο με αριθμό 2878/09 πρακτικό συζητήσεως ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ουδεμία ένσταση καταχωρήθηκε στα πρακτικά.
Εξ άλλου όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της προσβαλλομένης αποφάσεως, το Εφετείο δέχθηκε ότι "η δήλωση παραίτησης του ενάγοντος από τυχόν υπολοίπου εφάπαξ ποσού αποζημίωσης, που έγινε στα πλαίσια της εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 57 παρ 3 του ν. 2084/1992, η οποία κρίθηκε αντισυνταγματική από το ΑΕΔ, με τις 3, 4 και 5/2007 αποφάσεις του, είναι ανίσχυρη, καθόσον συνιστά παραίτηση από δικαίωμα που πηγάζει από κοινωνικοασφαλιστικές διατάξεις αναγκαστικού χαρακτήρα (δημοσίας τάξεως), των οποίων η βούληση δεν μπορεί να αποκλείσει την εφαρμογή (άρθρ. 3ΑΚ), με ιδιωτικές συμφωνίες", συνεπώς δεν έκρινε επί ενστάσεως καταρτίσεως συμβιβασμού, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται το αναιρεσείον, αλλά επί ισχυρισμού παραιτήσεως, ενώ σε κάθε περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου,ο ισχυρισμός αυτός, (περί συμβιβασμού) που συνιστά γνήσια αυτοτελή, καταλυτική του δικαιώματος, ένσταση, είναι απαράδεκτος διότι ούτε είχε προταθεί προφορικά κατά τη συζήτηση στο ακροατήριό του, όπως απαιτείται σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 256 παρ. 1, 591 παρ. 1 εδ β και 663 έως 669 ΚπολΔ, ούτε και είχαν εκτεθεί οι προϋποθέσεις αυτού (συμβιβασμού), ήτοι αν υφίστατο και ποιά φιλονικία και αβεβαιότητα μεταξύ των διαδίκων, και αν υπήρξαν και από μέρους αμφοτέρων αμοιβαίες υποχωρήσεις, ή έγιναν μόνον εκ μέρους ενός των διαδίκων και σε κάθε περίπτωση, δεν εκθέτει το αναιρεσείον ότι προέβαλε τούτον μεταγενέστερα διότι αγνοούσε την ύπαρξή του (εγγράφου παραιτήσεως-συμβιβασμού) (269 τελ.περίπτωση ΑΚ).
Επομένως και ο τέταρτος λόγος της αναιρέσεως εκ του άρθρου 591 παρ. 1 ΚπολΔ, πρέπει ν'απορριφθεί. Συνακόλουθα αφού απορρίφθηκαν όλοι οι λόγοι αναιρέσεως, πρέπει ν'απορριφθεί η αναίρεση στο σύνολό της. και να καταδικαστεί το αναιρεσείον, ως ηττώμενο, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, σύμφωνα με τo άρθρo 183 ΚΠολΔ, όπως ειδικότερα ορίζονται στο διατακτικό
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορριπτει τη από 10.6.2004 και με αριθ. εκθέσεως καταθέσεως 438/2014 αίτηση του ΝΠΙΔ με την επωνυμία "Αλληλοβοηθητικό ταμείο Προνοίας Εργαζομένων Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος" περί αναιρέσεως της 3979/2013 αποφάσεως του Πολυμελούς Εφετείου Αθηνών .
Καταδικαζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 17 Μαρτίου 2015.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την1 Απριλίου 2015.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ