Legislator Case Law & Legislation
391/2011 AI generated

391/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 391/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 391 / 2011 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:

Legislator headnote

AI generated

391/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 391 / 2011 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 391 / 2011 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:

Τα κοινωφελή ιδρύματα δεν μπορούν να θεωρηθούν ως υγειονομικού ενδιαφέροντος επιχειρήσεις ή καταστήματα και συνεπώς σι εργαζόμενοι σ’ αυτές παιδοκόμοι και άλλοι υπάλληλοι, πλην των εργαζομένων στα μαγειρεία, εστιατόρια και λοιπούς βοηθητικούς χώρους, δεν υποχρεούνται να εφοδιαστούν με βιβλιάριο υγείας. Το δεδικασμένο καλύπτει ολόκληρο το δικανικό συλλογισμό βάσει του οποίου το δικαστήριο κατέληξε στην αναγνώριση της επίδικης έννομης σχέσεως. Ενόψει του ότι η έλλειψη βιβλιαρίου υγείας καθ’ όλη τη διάρκεια της εργασίας του εργαζομένου ή η μη θεώρησή του, κατ’ αυτήν, επιφέρει ακυρότητα της συμβάσεως εργασίας του, το δεδικασμένο για την εγκυρότητα της σύμβασης, για το χρονικό διάστημα που κρίθηκε με προηγούμενη τελεσίδικη απόφαση, δεν καλύπτει την εγκυρότητα αυτής και για το μεταγενέστερο, που αναφέρεται στη νέα αγωγή.

Αριθμός 391/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Κομνηνάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 15 Φεβρουαρίου 2011, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Κοινωφελούς Ιδρύματος με την επωνυμία "ΙΔΡΥΜΑ ΕΙΔΙΚΩΝ ΠΑΙΔΩΝ ΜΑΓΝΗΣΙΑΣ - ΑΣΠΡΕΣ ΠΕΤΑΛΟΥΔΕΣ", που εδρεύει στη Νέα Ιωνία Βόλου (θέση "Ζάχαρη") και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Νιζάμη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Δεν κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: Κ. χας Ι. Π., το γένος Ι. Μ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Καραβίδα με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-3-2008 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Βόλου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 52/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 320/2010 του Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 3-9-2010 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Δουλγεράκης διάβασε την από 2-2-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Σύμφωνα με την ΑΙΒ/8577/1983 απόφαση του Υπουργού Υγείας και Προνοίας (ΦΕΚ Β' 526/8.9.1983) η οποία εκδόθηκε κατά νομοθετική εξουσιοδότηση του Α.Ν. 2520/1940, άρθρο 1 παρ. 1. Υγειονομικός έλεγχος είναι η λεπτομερής εξέταση από τις αρμόδιες Υγειονομικές Υπηρεσίες των τροφίμων γενικής ή φυτικής προελεύσεως ή των ποτών, καθώς και των αντικειμένων, των χώρων και των εγκαταστάσεων, που παρουσιάζουν υγειονομικό ενδιαφέρον, όπως αναλυτικά περιγράφονται στο άρθρο 2, για να διαπιστωθούν τυχόν δυσμενείς επιδράσεις στη δημόσια Υγεία και το περιβάλλον γενικότερα. Σκοπός του Υγειονομικού ελέγχου είναι η προστασία της Δημόσιας Υγείας. Αναλυτικά ο Υγειονομικός έλεγχος ασκείται τακτικά ή έκτακτα, πλην των τροφίμων και ποτών και: Στους χώρους και στα μέσα παραγωγής, επεξεργασίας, βιομηχανοποιήσεως, εμπορίας, διακινήσεως, αποθηκεύσεως, συντηρήσεως, πωλήσεως και καταναλώσεως τροφίμων και ποτών. Στα μαγειρεία, εστιατόρια και λοιπούς βοηθητικούς χώρους υγιεινής των εργοστασίων γενικά, ιδιωτικών κλινικών, οίκων ευγηρίας και άλλων παρόμοιων επιχειρήσεων. Στα υγειονομικού ενδιαφέροντος καταστήματα και γενικά στις εγκαταστάσεις των επιχειρήσεων παροχής υπηρεσιών (ξενοδοχεία ύπνου, αίθουσες δημοσίων θεαμάτων, κομμωτήρια, κουρεία, λουτρά, χώροι υγιεινής και κυλικεία υπαιθρίων δημόσιων θεαμάτων, όπως θερινών κινηματογράφων και θεάτρων, αθλητικών γηπέδων, καθώς και σε κάθε είδους κατασκηνώσεις κλπ). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 14 παρ. 1 της ίδιας αποφάσεως Α1Β/8577/1983 του Υπουργού Υγείας και Πρόνοιας που αντικαταστάθηκε ήδη από 11-11-1992 με την 8405/29-10-1992 απόφαση των Υπουργών Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων (ΦΕΚ 665Β'/11-11-92), "όσοι ασκούν ή επιθυμούν να ασκήσουν το επάγγελμα του χειριστή τροφίμων ή ποτών, είτε ως ειδικοί επαγγελματίες, είτε ως υπάλληλοι ή εργάτες ή βοηθοί αυτών, ή απασχολούνται με οποιαδήποτε σχέση σε ξενοδοχεία, εστιατόρια, ζαχαροπλαστεία, καφενεία και άλλες επιχειρήσεις υγειονομικού ενδιαφέροντος, παρέχοντας τις υπηρεσίες τους στο κοινό, πρέπει να είναι εφοδιασμένοι με βιβλιάριο υγείας, στο οποίο θα βεβαιώνεται ότι ο κάτοχός του δεν πάσχει από μεταδοτικό νόσημα και δεν είναι φορέας εντερικών παθογόνων μικροβίων, ιών και παρασίτων". Από τις παραπάνω διατάξεις, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 3, 174, 180 του ΑΚ, συνάγεται ότι: 1) η έλλειψη βιβλιαρίου υγείας ή η μη θεώρησή του επιφέρει ακυρότητα της συμβάσεως εργασίας των εργαζομένων, 2) με βιβλιάρια υγείας πρέπει να είναι εφοδιασμένοι και οι απασχολούμενοι με οποιαδήποτε σχέση σε επιχειρήσεις υγειονομικού ενδιαφέροντος και όχι μόνον οι εργαζόμενοι σ' αυτές με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας και 3) με τα βιβλιάρια αυτά πρέπει να εφοδιάζονται όσοι ασκούν εργασία χειριστή τροφίμων ή ποτών ή απασχολούνται σε επιχειρήσεις υγειονομικού ενδιαφέροντος και ειδικότερα αυτοί που ασχολούνται με την παρασκευή, συσκευασία και προετοιμασία των τροφίμων ή ποτών για τη διάθεσή τους στην κατανάλωση ή που παρέχουν υπηρεσίες προς το κοινό και έρχονται έτσι σε άμεση επαφή με τα τρόφιμα ή ποτά ή με τον καταναλωτή τούτων ή με τον χρήστη των υπηρεσιών, ώστε να υπάρχει κίνδυνος μεταδόσεως των νοσημάτων από τα οποία τυχόν πάσχουν ή των μικροβίων, των ιών και των παρασίτων, των οποίων είναι φορείς. Τα κοινωφελή ιδρύματα, τα οποία δεν έχουν κερδοσκοπικό χαρακτήρα, για την ίδρυση και λειτουργία των οποίων ισχύουν ειδικές διατάξεις (στην προκειμένη περίπτωση τα πδ 733/1974, 711/1992 και ο Α.Ν. 2039/1939), δεν μπορούν να θεωρηθούν ως υγειονομικού ενδιαφέροντος επιχειρήσεις ή καταστήματα σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 3 και 14 της παραπάνω υγειονομικής διάταξης και συνεπώς οι εργαζόμενοι σ' αυτές παιδοκόμοι και άλλοι υπάλληλοι, πλην των εργαζομένων στα μαγειρεία, εστιατόρια και λοιπούς βοηθητικούς χώρους, για τους οποίους ρητά προβλέπει το άρθρο 2 παρ. 2 της ως άνω υγειονομικής διάταξης, δεν υποχρεούνται να εφοδιαστούν με βιβλιάριο υγείας (πρβλ. ΑΠ 1277/2001). Περαιτέρω, από τα άρθρα 324 και 330 ΚΠολΔ συνάγεται ότι το δεδικασμένο καλύπτει ολόκληρο το δικανικό συλλογισμό βάσει του οποίου το δικαστήριο κατέληξε στην αναγνώριση της επίδικης έννομης σχέσεως και συγκεκριμένως καλύπτει όχι μόνο το κριθέν δικαίωμα, δηλαδή την έννομη σχέση που έχει διαγνωσθεί, αλλά και την ιστορική αιτία που έγινε δεκτή από την απόφαση υπό την έννοια των περιστατικών που ήσαν αναγκαία για την διάγνωση της έννομης σχέσεως, καθώς και τη νομική αιτία, ήτοι το νομικό χαρακτηρισμό που το δικαστήριο έδωσε στα πραγματικά περιστατικά, υπάγοντάς τα στην οικεία διάταξη νόμου. Ειδικότερα, όταν ζητούνται μισθοί υπερημερίας, η τελεσίδικη μεταξύ των αυτών διαδίκων απόφαση επί αγωγής με το ίδιο αντικείμενο για τον ίδιο ή προγενέστερο χρόνο παράγει δεδικασμένο ως προς τα διαγνωσθέντα ζητήματα που ήσαν αναγκαία για την στήριξη του διατακτικού της αρχικής αποφάσεως, καθώς και τις ενστάσεις που μπορούσαν να προταθούν και δεν προτάθηκαν. Επομένως, εν όψει της διατάξεως του άρθρ. 656 Α.Κ., κατά την έννοια της οποίας όσο διαρκεί η υπερημερία του εργοδότη έχει αυτός την υποχρέωση να καταβάλλει στον μισθωτό όλες τις απολαβές που θα έπρεπε να του καταβάλλει κατά το ίδιο διάστημα σύμφωνα με την εργατική νομοθεσία, συνάγεται ότι καλύπτονται από το δεδικασμένο το κύρος της συμβάσεως εργασίας, το είδος της συμφωνημένης και παρεχομένης εργασίας και τα πραγματικά περιστατικά που διαμορφώνουν εκάστοτε σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές το ύψος των αποδοχών, αφού και αυτά είναι αναγκαία για την στήριξη του διατακτικού της αρχικής αποφάσεως. Εξάλλου, από την παραπάνω διάταξη του άρθρου 656 Α.Κ. σαφώς προκύπτει ότι προϋπόθεση της άσκησης των αξιώσεων του μισθωτού, που πηγάζουν από την άκυρη καταγγελία της σύμβασης εργασίας, είναι η εγκυρότητα αυτής, διότι σε περίπτωση άκυρης συμβάσεως ο εργοδότης, αν παύσει να αποδέχεται τις υπηρεσίες του μισθωτού, δεν καθίσταται υπερήμερος και δεν είναι υποχρεωμένος να καταβάλει μισθούς υπερημερίας. Ενόψει του ότι, όπως προαναφέρθηκε, η έλλειψη βιβλιαρίου υγείας καθ' όλη τη διάρκεια της εργασίας του εργαζομένου ή η μη θεώρησή του, κατ' αυτήν, επιφέρει ακυρότητα της συμβάσεως εργασίας του, το δεδικασμένο για την εγκυρότητα της σύμβασης, για το χρονικό διάστημα που κρίθηκε με προηγούμενη τελεσίδικη απόφαση, δεν καλύπτει την εγκυρότητα αυτής και για το μεταγενέστερο, που αναφέρεται στη νέα αγωγή, διότι η κτήση ή η θεώρηση του βιβλιαρίου κατά το επόμενο χρονικό διάστημα, η οποία αποτελεί αναγκαίο στοιχείο για την εγκυρότητα της σύμβασης εργασίας, είναι μεταγενέστερο πραγματικό περιστατικό και δεν ήταν αναγκαίο ζήτημα για τη στήριξη του διατακτικού της αρχικής απόφασης. Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο δέχθηκε, ανέλεγκτα, ότι το εναγόμενο Κοινωφελές ίδρυμα με την επωνυμία ΙΔΡΥΜΑ ΕΙΔΙΚΩΝ ΠΑΙΔΩΝ ΜΑΓΝΗΣΙΑΣ - ΑΣΠΡΕΣ ΠΕΤΑΛΟΥΔΕΣ έχει ως σκοπό την περίθαλψη και φροντίδα των εξωτερικών ή εσωτερικών τροφίμων, ατόμων με ειδικές ανάγκες, οποιασδήποτε ηλικίας αμφοτέρων των φύλων. Στις 21-4-2003 η ενάγουσα προσελήφθη από το ίδρυμα αυτό για να προσφέρει υπηρεσίες υπαλλήλου και συγκεκριμένα παιδοκόμου, που βασικά συνίσταντο στη φύλαξη των αρρένων ατόμων που διαβιούν στις εγκαταστάσεις του. Ο μισθός της καθορίστηκε στο ποσό των 750 € μηνιαίως (καθαρά) για πλήρη απασχόληση 40 ωρών εβδομαδιαίως, παρείχε δε την παραπάνω εργασία στο Ίδρυμα μέχρι την 13-1-2006, που το τελευταίο κατήγγειλε την εργασιακή αυτή σύμβαση και αρνήθηκε έκτοτε την προσφορά των υπηρεσιών της. Η ενάγουσα, με την από 20-6-2006 προηγούμενη αγωγή της, ζήτησε να αναγνωριστεί ότι η άνω καταγγελία της συμβάσεως είναι άκυρη και να υποχρεωθεί το εναγόμενο να αποδέχεται τις υπηρεσίες της, όπως επίσης να υποχρεωθεί να της καταβάλει, λόγω της υπερημερίας του, ως προς την αποδοχή των προσφερόμενων υπηρεσιών της και ως προς την καταβολή των αντίστοιχων αποδοχών της, τις οφειλόμενες αποδοχές της.

Εκδόθηκε η 124/2006 απόφαση του Μονοµελούς Πρωτοδικείου Βόλου, µε την οποία απορρίφθηκε η αγωγή. Με την 81/2008 απόφαση του (Εφετείου Λάρισας), η απόφαση αυτή εξαφανίσθηκε, αναγνωρίσθηκε ότι η καταγγελία της συµβάσεως εργασίας της ενάγουσας ήταν άκυρη και ότι είναι υποχρεωμένο το εναγόμενο να αποδέχεται τις υπηρεσίες της, τις οποίες το Ίδρυµα απέκρουσε για το χρονικό διάστηµα από 1-1-06 έως 23-1-2006, ήδη δε η απόφαση αυτή έχει καταστεί αμετάκλητη, µετά την έκδοση της 285/2009 αποφάσεως του Αρείου Πάγου, µε την οποία απορρίφθηκε η αναίρεση του εκκαλούντος Κοινωφελούς Ιδρύµατος. Στη συνέχεια δέχθηκε, ότι με την τελεσίδικη αυτή κρίση καλύπτονται από δεδικασμένο το κύρος της συµβάσεως εργασίας, το είδος της εργασίας της εφεσίβλητης, η ακυρότητα της καταγγελίας, η εντεύθεν υπερημερία του εκκαλούντος και οι αποδοχές της εφεσίβλητης κατά το χρόνο της καταγγελίας και µε το δεδομένο ότι το κύρος της συµβάσεως εργασίας είναι αναγκαία προϋπόθεση του κυρίου ζητήματος δηλαδή της βασιμότητας της αξιώσεως προς επιδίκαση μισθών υπερημερίας, καλύπτεται από το δεδικασμένο και η ένσταση περί ακυρότητας της συµβάσεως εργασίας, που προτείνει µε τις προτάσεις της παρούσης συζητήσεως το εκκαλούν, εκ του λόγου ότι η εφεσίβλητη κατά την πρόσληψή της στερείτο βιβλιαρίου υγείας (βλ. αρθρ. 14 παρ. 1 της υπ' αριθ. Α1Β/8577/1983 Υ.Α.). Επίσης, δέχθηκε ότι το δεδικασμένο που απορρέει από την άνω απόφαση, καλύπτει το ύψος του μηνιαίου μισθού της ενάγουσας για το ήδη επίδικο διάστηµα, αφού το ύψος αυτό (750 €) αποτέλεσε στην προηγούμενη δίκη την αναγκαία βάση για την επιδίκαση στην τελευταία αποδοχών υπερημερίας και έκτοτε δεν υπήρξε μεταβολή από την οποία να επηρεάζεται, δηλαδή το δεδικασμένο από την προηγούμενη δίκη καλύπτει και στην παρούσα δίκη το ύψος του μηνιαίου μισθού της ενάγουσας όχι βέβαια ως αυτοτελές πραγματικό περιστατικό, αλλά ως κοινό στοιχείο της ίδιας και στις δύο δίκες ιστορικής αιτίας. Επομένως, αφού το εκκαλούν μετά την τελεσίδικη αναγνώριση της ακυρότητας της απόλυσης της εφεσίβλητης, αποκρούοντας την πραγματική και προσήκουσα προσφορά της εργασίας της τελευταίας καθίσταται αυτό υπερήμερο κατά το άρθρο 656 ΑΚ και παρέχει στην εφεσίβλητη το δικαίωμα να απαιτήσει το μισθό της, εφόσον η υπερημερία του εργοδότη δεν έχει αρθεί, ούτε με επαναπρόσληψή της ενάγουσας, ούτε με νέα έγκυρη καταγγελία, η ενάγουσα δικαιούται να απαιτήσει ό,τι ακριβώς θα ελάμβανε ως "μισθό" αν το εναγόμενο δεν απέκρουε την προσφορά της εργασίας της και ειδικότερα α) αποδοχές υπερημερίας για το χρονικό διάστημα από 24/1/06 έως 31/3/08, β) επιδόματα εορτών Πάσχα και Χριστουγέννων για το ίδιο ανωτέρω χρονικό διάστημα, γ) αποδοχές αδειών και επιδόματα αδείας, για το ίδιο ανωτέρω χρονικό διάστημα. Λόγω της μη μεταβολής του νομικού καθεστώτος που διέπει τη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας της ενάγουσας (υπ' αριθ. 12191/06 - ΦΕΚ 11198Β/17-8-2006 απόφαση των Υπ. Οικονομίας και Οικονομικών - Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας "καθορισμός των όρων αµοιβής και εργασίας για το προσωπικό που απασχολείται στα πάσης φύσεως Νοµικά Πρόσωπα Ιδιωτικού Δικαίου µη κερδοσκοπικού χαρακτήρα, (Κοινωφελή Ιδρύµατα, Οργανισµοί, Σωματεία, Σύλλογοι, Κληροδοτήματα κ.λπ.)" τόσο κατά το χρονικό διάστηµα που αφορούσε στην αγωγή της εφεσίβλητης επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθ. 81/08 απόφαση του Εφετείου Λάρισας, όσο και κατά το διάστηµα της κρινόμενης αγωγής, λόγω του ανωτέρω δεδικασμένου οι αξιώσεις της ενάγουσας θα υπολογισθούν µε βάση το μηνιαίο μισθό ύψους 750 €, που αυτή ελάµβανε. Επομένως, συνεχίζει το Εφετείο η ενάγουσα λόγω υπερημερίας του εναγομένου δικαιούται για το χρονικό διάστηµα από 24/1/06 έως 31/3/08: α) Μισθούς υπερημερίας συνολικού ποσού ύψους 19.680 €. Β) 1) Για επίδοµα εορτής Πάσχα έτους 2006 ποσό ύψους 406,24 €. 2) Για επίδοµα εορτής Χριστουγέννων έτους 2006 ποσό ύψους 781,24 €. 3) Για επίδοµα εορτής Πάσχα έτους 2007 ποσό ύψους 406,24 €. 4) Για επίδοµα εορτής Χριστουγέννων έτους 2007 ποσό 781,24 €. 5) Για επίδομα εορτής Πάσχα έτους 2008 ποσό ύψους 242,18 €. Γ) 1) Για αποδοχές αδείας του έτους 2006 ποσό ύψους 750 € (ένα μισθό) και για επίδομα αδείας του ιδίου έτους ποσό ύψους 375 (1/2 Χ 750) €. 2) Για αποδοχές αδείας του έτους 2007 ποσό ύψους 750 € (ένα μισθό) και για επίδομα αδείας του ιδίου έτους ποσό 375 €. 3) Για αποδοχές αδείας του έτους 2008 ποσό ύψους 750 € (ένα μισθό) και για επίδομα αδείας του ιδίου έτους ποσό ύψους 375 €. Με βάση τις παραδοχές αυτές, δέχθηκε κατά ένα μέρος την αγωγή και επιδίκασε στην αναιρεσίβλητη το συνολικό ποσό των 25.672,14 €. Έτσι κρίνοντας το Εφετείο, δεχόμενο δηλαδή την εγκυρότητα της συμβάσεως εργασίας της αναιρεσίβλητης, δεν παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 14 παρ. 1 της αποφάσεως Α1Β/8577/1983 του Υπουργού Υγείας και Πρόνοιας, που αντικαταστάθηκε ήδη από 11-11-1992 με την 8405/29-10-1992 απόφαση των Υπουργών Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων (ΦΕΚ 665Β'/11-11-92) και έχει ισχύ ουσιαστικού νόμου, διότι, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, τα καθήκοντά της αναγόταν στη φύλαξη των τροφίμων του αναιρεσείοντος και συνεπώς δεν υπήρχε υποχρέωση αυτής να έχει το βιβλιάριο υγείας, αφού δεν ανήκε στους εργαζόμενους στα μαγειρεία, εστιατόρια και λοιπούς βοηθητικούς χώρους, για τους οποίους ρητά προβλέπει το άρθρο 2 παρ. 2 της ως άνω υγειονομικής διάταξης, πλεοναστικώς δε διέλαβε στην απόφασή του αιτιολογία για την ύπαρξη βιβλιαρίου. Επομένως εφόσον η αιτιολογία αυτή δεν στηρίζει το διατακτικό, ο τρίτος λόγος της αναίρεσης, από τον αρ. 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλεται η πλημμέλεια ότι το Εφετείο δεχόμενο την εγκυρότητα της συμβάσεως εργασίας της αναιρεσίβλητης, δίχως η τελευταία να έχει βιβλιάριο υγείας, παραβίασε, με το να μην την εφαρμόσει, την απόφαση που προαναφέρθηκε είναι αβάσιμος, προεχόντως, ως αλυσιτελής. Εξάλλου το Εφετείο, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, παρά το νόμο, δέχθηκε ότι καλύπτεται από το δεδικασμένο το κύρος της συμβάσεως εργασίας για το μεταγενέστερο χρονικό διάστημα, κατά το οποίο το αναιρεσείον δεν αποδεχόταν τις υπηρεσίες της αναιρεσίβλητης. Δοθέντος όμως, ότι, πλεοναστικώς, (αφού στην προκειμένη περίπτωση, ως εκ της φύσεως των καθηκόντων της αναιρεσίβλητης, δεν απαιτείτο), ερεύνησε την ύπαρξη βιβλιαρίου υγείας, δέχθηκε την εγκυρότητα της σύμβασης και κατέληξε σε ορθό διατακτικό, είναι αβάσιμος ο σχετικός, περί του αντιθέτου, δεύτερος λόγος αναιρέσεως, από τον αριθμό 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που πλήττει την απόφαση, ως προς την παραδοχή του δεδικασμένου για την εγκυρότητα της συμβάσεως εργασίας της αναιρεσείουσας και κατά τον επίδικο χρόνο. Ο λόγος αναίρεσης του αριθ. 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ δίδεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν, ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, ή λόγου έφεσης όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων αλλά ούτε και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί. Στην προκειμένη περίπτωση το αναιρεσείον, με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, προβάλλει την πλημμέλεια ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του ουσιώδη ισχυρισμό, που είχε προτείνει ενώπιόν του και ειδικότερα ότι η αναιρεσίβλητη, κατά το επίδικο χρονικό διάστημα δεν είχε βιβλιάριο υγείας με συνέπεια να είναι άκυρη η σύμβαση εργασίας και να μη δικαιούται τις αποδοχές που διεκδικεί. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι ενόψει των καθηκόντων της αναιρεσίβλητης που προαναφέρθηκαν και προκύπτουν από τις παραδοχές της απόφασης, δεν ήταν αναγκαίο, για την εγκυρότητα της σύμβασης εργασίας, να έχει βιβλιάριο ασθενείας και συνεπώς ο σχετικός ισχυρισμός δεν είναι νόμιμος. Μετά από αυτά πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί το αναιρεσείον, ως ηττώμενο, στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης (άρθρ. 176, 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την, από 3-9-2010, αίτηση αναιρέσεως της 320/2010 αποφάσεως, του Εφετείου Λάρισας. Και

Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 1η Μαρτίου 2011. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 15 Μαρτίου 2011.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ