Legislator Case Law & Legislation
391/2010 AI generated

391/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 391/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 2 Δεκεμβρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

391/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι οι ιδιοκτήτες παραποτάμιων κτημάτων γίνονται κύριοι του εδάφους της κοίτης μη πλεύσιμου ποταμού που εγκαταλείφθηκε οριστικά, είτε από φυσικά αίτια είτε, προ του Ν. 116/1975, ο οποίος με το άρθρο 1 αυτού τροποποίησε σιωπηρώς το άρθρο 1072 ΑΚ, από τεχνικά έργα του Δημοσίου. (Ολ.

Keywords

AI generated
territorial scope of the Treaty scope and term of protection extension of expropriation deprivation of existing use extra-territoriality action for boundary determination
AI generated
1430/2010
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Μαΐου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-10-1996 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 395/1998 μη οριστική, 266/2002 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1137/2003 μη οριστική, 897/2006 οριστική του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση των εφετειακών αποφάσεων ζήτησε ο αναιρεσείων με την από 2-5-2007 αίτησή του και με τους από 8-4-2010 πρόσθετους λόγους, επί της πρώτης από τις οποίες εκδόθηκε η 682/2008 απόφαση του Αρείου Πάγου η οποία κήρυξε τη συζήτηση απαράδεκτη. Την υπόθεση επαναφέρει προς συζήτηση ο καλών με την από 16-10-2009 κλήση του.
1590/2021
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-9-2009 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων και την από 12-1-2010 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Τρικάλων και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 67/2012 μη οριστική, 112/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 185/2017 του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 25-9-2018 αίτησή τους.
1448/2010
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Μαΐου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6-10-1989 αγωγή του ΑΑ, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Σύρου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 99ΤΠ/1999 του ίδιου Δικαστηρίου και 119/2002 μη οριστική, 18/2007 οριστική του Εφετείου Αιγαίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 7-1-2008 αίτησή τους.
1829/2017
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, και Πέτρο Σαλίχο, Αρεοπαγίτες.
507/2024
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-1-2007 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων και προσώπου που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3355/2008 του ίδιου Δικαστηρίου που κήρυξε εαυτό καθ' ύλην αναρμόδιο και παρέπεμψε την αγωγή προς εκδίκαση ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, 4618/2011 μη οριστική, 7941/2020 οριστική, του τελευταίου Δικαστηρίου και 800/2022 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 391 / 2010 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 391/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου - Μπρίλλη, Λεωνίδα Ζερβομπεάκο, Μιχαήλ Θεοχαρίδη και Δημήτριο Μαζαράκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 2 Δεκεμβρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Χ, η οποία εκπροσωπήθηκε από τoν πληρεξούσια δικηγόρο της Νικόλαο Καλλέ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1.Ψ1, και 2. Δήμου Αλμυρού Μαγνησίας, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Δήμαρχο. Εκπροσωπήθηκαν, ο πρώτος από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Χρήστο Βούλγαρη, με δήλωση του αρθρ. 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. και ο δεύτερος από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Αλέξανδρο Κοσμά, με δήλωση του αρθρ. 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6-10-1994 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Βόλου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 68/1996 του ίδιου Δικαστηρίου, 753/1997 του Εφετείου Λαρίσης που ανέπεμψε την υπόθεση στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, 285/1999 μη οριστική και 118/2004 οριστική του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου και τελικά 134/2007 του Εφετείου Λαρίσης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 2-6-2008 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Μιχαήλ Θεοχαρίδης ανέγνωσε την από 19-11-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος δικηγόρος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη των αντιδίκων της στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

ΕΠΕΙΔΗ, κατά το άρθρο 1072 του ΑΚ " η κοίτη ποταμού μη πλεύσιμου που εγκαταλείφθηκε, ανήκει στους κυρίους των παραποτάμιων κτημάτων. Η διάταξη του προηγούμενου άρθρου εφαρμόζεται αναλόγως. Οι κύριοι του εδάφους της νέας κοίτης έχουν δικαίωμα μέσα σε ένα έτος να αποκαταστήσουν το ρεύμα στην προηγούμενη κοίτη".

Το αμέσως προηγούμενο άρθρο 1071 ΑΚ ρυθμίζει πως γίνεται η κατανομή νησιού που πρόβαλε σε ποταμό μη πλεύσιμο στους κυρίους των παραποτάμιων κτημάτων, ορίζοντας ότι " το νησί που πρόβαλε σε ποταμό μη πλεύσιμο ανήκει στους κυρίους των παραποτάμιων κτημάτων. Σε καθένα από αυτούς ανήκει το τμήμα που περιλαμβάνεται μεταξύ νοητής γραμμής κατά μήκος και στη μέση του ποταμού και γραμμών που σύρονται κάθετα προς αυτήν και στην άκρη της πλευράς κάθε κτήματος".

Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι οι ιδιοκτήτες παραποτάμιων κτημάτων γίνονται κύριοι του εδάφους της κοίτης μη πλεύσιμου ποταμού που εγκαταλείφθηκε οριστικά, είτε από φυσικά αίτια είτε, προ του Ν. 116/1975, ο οποίος με το άρθρο 1 αυτού τροποποίησε σιωπηρώς το άρθρο 1072 ΑΚ, από τεχνικά έργα του Δημοσίου. (Ολ.

ΑΠ 46/1990). Περαιτέρω, από την προπαρατιθέμενη διάταξη της παρ.1 του άρθρου 1072 ΑΚ, σε συνδυασμό προς εκείνες των άρθρων 966, 967 και 968 του ίδιου Κώδικα, σαφώς συνάγεται ότι ο μη πλεύσιμος ποταμός που ρέει με ελεύθερη και αέναη ροή και το καταλαμβανόμενο από την κοίτη του έδαφος είναι κοινής χρήσεως και εκτός συναλλαγής πράγματα και ανήκουν στο Δημόσιο, εφόσον δεν ανήκουν σε δήμο ή κοινότητα ή ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά και ότι προϋπόθεση της εφαρμογής της παραπάνω διάταξης του άρθρου 1072 ΑΚ είναι η ύπαρξη παραποτάμιου κτήματος ή κτημάτων τα οποία βρίσκονται σε επαφή με τον ποταμό, του οποίου η κοίτη εγκαταλείφθηκε.

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 106 του ίδιου ΚΠολΔ, το δικαστήριο ενεργεί μόνο ύστερα από αίτηση διαδίκου και αποφασίζει με βάση τους πραγματικούς ισχυρισμούς που προτείνουν και αποδεικνύουν οι διάδικοι και τις αιτήσεις που υποβάλλουν, εκτός αν ο νόμος ορίζει διαφορετικά. Κατά δε το άρθρο 224 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν από την αντικατάστασή του με το άρθρο 4 του ν. 2915/2001, "είναι απαράδεκτο να μεταβληθεί η βάση της αγωγής.

Ως την πρώτη συζήτηση της αγωγής μπορεί ο ενάγων να συμπληρώσει, διευκρινίσει και διορθώσει τους ισχυρισμούς του, αρκεί να μη μεταβάλλεται η βάση της αγωγής". Κατά την έννοια της τελευταίας διάταξης ανεπίτρεπτη μεταβολή της βάσης της αγωγής επέρχεται όταν στις προτάσεις που κατατίθενται ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου γίνεται προσθήκη νέων περιστατικών, παλαιότερων ή οψιγενών, με τα οποία τροποποιείται ή αντικαθίσταται η ιστορική βάση της αγωγής με άλλη ή προστίθεται στην αγωγή και νέα ιστορική βάση (Ολ.ΑΠ 2/1994).

Σύμφωνα δε με την παρ.2 του πιο πάνω άρθρου 224 ΚΠολΔ επιτρέπεται στον ενάγοντα να συμπληρώσει, να διευκρινίσει ή να διορθώσει με τις προτάσεις του της πρώτης πρωτοβάθμιας συζήτησης όσα ουσιώδη γεγονότα αποτυπώθηκαν ανεπαρκώς ή ασαφώς στην αγωγή του, αρκεί να μη μεταβάλλεται η βάση της αγωγής. Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις από τους αριθμούς 1 και 8 περ.β' του άρθρθρου 559 ΚΠολΔ αιτιάσεις ότι το Εφετείο, αφενός παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 1071 του ΑΚ, την οποία δεν εφάρμοσε, και αφετέρου παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν νόμιμα και ασκούσαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Ειδικότερα οι παραβάσεις αυτές συντελέστηκαν, κατά την αναιρεσείουσα, επειδή το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον ουσιώδη ισχυρισμό που αυτή πρότεινε προς συμπλήρωση της αγωγής της, με τις προτάσεις της ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, σύμφωνα με τον οποίο " η επίδικη έκταση δεν αποτελούσε κοινόχρηστη έκταση, εφόσον ο ξεροπόταμος ή χείμαρρος "..." έπαψε να είναι ρέμα και απέβαλε την οποιαδήποτε ιδιότητά του ως εκτός συναλλαγής εδώ και 40 έτη, σε κάθε δε περίπτωση μετά την εγκατάλειψη του ρέματος, ένα τμήμα του μετατράπηκε σε δρόμο και το υπόλοιπο περιήλθε στην κυριότητά της ως ιδιοκτήτριας παρακείμενου κτήματος".

Ο ισχυρισμός αυτός, πέραν της αοριστίας του, η οποία υπάρχει, εφόσον δεν προσδιορίζεται ούτε ο χρόνος κατά τον οποίο εγκαταλείφθηκε η κοίτη του ποταμού, ούτε ποιό τμήμα της εγκαταλειφθείσης κοίτης έγινε δρόμος και ποιό τμήμα αυτής ανήκει στην αναιρεσείουσα ως ιδιοκτήτρια παραποτάμιου κτήματος, ήταν απαράδεκτος, γιατί μετέβαλε τη βάση της αγωγής, η οποία θεμελιώνεται αποκλειστικά στην κτήση της κυριότητας του επιδίκου από την αναιρεσείουσα με παράγωγους τρόπους (συμβάσεις σύστασης προίκας, δωρεάς και κληρονομικές διαδοχές) και με έκτακτη χρησικτησία.

Επομένως το Εφετείο, που δεν έλαβε υπόψη τον παραπάνω αόριστο και απαράδεκτο ισχυρισμό της αναιρεσείουσας και δεν εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 1072 ΑΚ σε σχέση με την αγωγή της, δεν υπέπεσε στις από τους αριθμ.1 και 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειες , ο δε περί του αντιθέτου υπό εξέταση πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

ΕΠΕΙΔΗ, κατά το άρθρο 1033 ΑΚ, για τη μεταβίβαση της κυριότητας ακινήτου απαιτείται συμφωνία μεταξύ του κυρίου και εκείνου που την αποκτά, ότι μετατίθεται σ' αυτόν η κυριότητα για κάποια νόμιμη αιτία. Η συμφωνία γίνεται με συμβολαιογραφικό έγγραφο και υποβάλλεται σε μεταγραφή. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι μεταξύ των προϋποθέσεων που απαιτούνται για την απόκτηση της κυριότητας ακινήτου με σύμβαση είναι ότι ο μεταβιβάσας ήταν κύριος του ακινήτου που μεταβιβάσθηκε.

Περαιτέρω, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1045 και 974 του ΑΚ, για την κτήση της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία απαιτείται άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία, με τη δυνατότητα εκείνου που απέκτησε τη νομή του πράγματος με καθολική ή με ειδική διαδοχή να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του (άρθρο 1051 Α.Κ.).

Άσκηση νομής, προκειμένου για ακίνητο, συνιστούν εμφανείς υλικές ενέργειες επάνω σ'αυτό που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του, με τις οποίες εκδηλώνεται η βούληση του νομέα να το εξουσιάζει. Εξάλλου, ο προβλεπόμενος από το άρθρο559 αρ.1 εδ.α' του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, εφόσον το δικαστήριο ερεύνησε κατ' ουσίαν την υπόθεση, κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο.

Ιδρύεται δε ο αναιρετικός αυτός λόγος αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίασή του. Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.

Ειδικότερα οι γενικοί κανόνες που τίθενται από τα άρθρα 173 και 200 του ΑΚ, σύμφωνα με τα οποία, κατά την ερμηνεία των δικαιοπραξιών αναζητείται η αληθινή βούληση των μερών, χωρίς προσήλωση στις λέξεις, και οι συμβάσεις ερμηνεύονται όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη, εφαρμόζονται μόνο στην περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο της ουσίας , κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη ως προς αυτό κρίση του, διαπιστώνει, έστω και εμμέσως, ότι υπάρχει στη σύμβαση κενό ή αμφιβολία ως προς τις βουλήσεις των συμβαλλομένων που δηλώθηκαν.

Υπό την προϋπόθεση αυτή παραβιάζει τους κανόνες τούτους το δικαστήριο της ουσίας, είτε όταν παραλείπει να προσφύγει σ' αυτούς για να διαπιστώσει την αληθινή έννοια της δήλωσης της βούλησης των συμβαλλομένων, είτε όταν προβαίνει σε κακή εφαρμογή τους, εφαρμόζοντας εσφαλμένα τις νομικές έννοιες στις οποίες στηρίζονται, είτε όταν παραλείπει να παραθέσει στην απόφασή του τα πραγματικά στοιχεία από τα οποία προκύπτει η συγκεκριμένη εφαρμογή τους.

Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.1 εδ. β' του ΚΠολΔ, η οποία ορίζει ότι η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς, προκύπτει ότι ο λόγος αυτός ιδρύεται, όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποίησε ή παρέλειψε να χρησιμοποιήσει διδάγματα της κοινής πείρας, προκειμένου να ανεύρει με βάση αυτά την αληθή έννοια κανόνα δικαίου ή να υπαγάγει σ' αυτόν τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς και όχι όταν παραβαίνει τα διδάγματα αυτά κατά την εκτίμηση των αποδείξεων.

Τέλος, κατά το άρθρ. 559 αρ.19 Κ. Πολ. Δ. η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν στο αιτιολογικό που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που δεν εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που εφαρμόσθηκε.

Στην προκειμένη περίπτωση , όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε ως αποδειχθέντα τα ακόλουθα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά: "Ο πατέρας της ενάγουσας Ζ είχε καταστεί κύριος, προσμετρώντας το χρόνο της δικής του νομής στον προηγούμενο χρόνο νομής του πατέρα του ..., ενός αστικού οικοπέδου που βρίσκεται μέσα στο εγκεκριμένο σχέδιο του οικισμού ...

και συνορεύει βόρεια με τη δημοτική οδό ..., ανατολικά με την ιδιοκτησία ..., νότια με το ρέμα "..." και δυτικά με τη δημοτική οδό .... Το οικόπεδο αυτό είχε έκταση περίπου ενός και μισού στρέμματος. Αυτά προκύπτουν από το υπ'αριθμ. ... συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αλμυρού Γεωργίου Δεληστάθη, με το οποίο ο Ζ είχε δώσει στο σύζυγο της ενάγουσας και υπέρ αυτής ως προίκα το 1/2 εξ αδιαιρέτου του οικοπέδου αυτού και στο οποίο τα όρια και η έκταση του οικοπέδου αναφέρονται ευκρινώς και χωρίς επιφύλαξη.

Ο πατέρας της ενάγουσας, Ζ, αποβίωσε στις 6-10-1966 χωρίς να αφήσει διαθήκη και κληρονομήθηκε από την ενάγουσα, την αδελφή της ... και τη μητέρα τους .... Μετά πέντε έτη αυτές αποδέχθηκαν από κοινού την κληρονομία εκείνου και υπέγραψαν την υπ'αριθμ.9050/4-6-1970 πράξη αποδοχής του συμβολαιογράφου Αλμυρού Αθανασίου Γιωτόπουλου, στην οποία χωρίς να αποστούν από την περιγραφή των ορίων, που υπάρχει στο ανωτέρω προικοσύμφωνο, καθόρισαν την έκταση του κληρονομιαίου οικοπέδου σε 3.500 τ.μ.

περίπου. Παράλληλα οι ίδιες από την επαχθείσα σ'αυτές κληρονομία μεταβίβασαν προς τον πρώτο εναγόμενο, λόγω πωλήσεως, με το ... συμβόλαιο του ίδιου συμβολαιογράφου Αλμυρού, ένα διαιρετό τμήμα του ως άνω οικοπέδου, εκτάσεως 219,20 τ.μ., το οποίο βρίσκεται εντός του εγκεκριμένου ρυμοτομικού σχεδίου και ορίζεται βόρεια και ανατολικά με συνεχόμενη ιδιοκτησία των πωλητριών, νότια με οικόπεδο των πωλητριών εκτός σχεδίου πόλεως και πέραν αυτού με ρεύμα "..." και δυτικά με τη δημοτική οδό ....

Παρατηρείται ότι, ενώ ο δικαιοπάροχος της ενάγουσας είχε δηλώσει ως ιδιοκτησία του στην εν λόγω περιοχή ένα οικόπεδο εμβαδού περίπου 1500 τ.μ., κείμενο εντός σχεδίου, από το οποίο είχε μεταβιβάσει το 1/2 εξ αδιαιρέτου στην ενάγουσα, λόγω προίκας, οι καθολικοί διάδοχοί του αποδέχονται κληρονομία που αφορά οικόπεδο συνολικής εκτάσεως 3.500 τ.μ.

περίπου, που βρίσκεται στην ίδια θέση και έχει τα ίδια με εκείνο όρια, χωρίς μνεία του ότι κληρονόμησαν μόνο το υπόλοιπο 1/2 εξ αδιαιρέτου αυτού και χωρίς να αναφέρουν σαφώς αν είναι εντός ή εκτός σχεδίου, αλλά υπονοώντας ότι ολόκληρο είναι εντός σχεδίου, αφού δηλώνουν ότι αυτό βρίσκεται στη συνοικία ... του ...

και επί της δημοτικής οδού .... Και ότι την ίδια ημέρα, που υπογράφουν την πράξη αποδοχής κληρονομίας, πωλούν και μεταβιβάζουν διαιρετώς τα 219,20 τ.μ. προς τον πρώτο εναγόμενο και, αποφεύγοντας να προσδιορίσουν την έκταση του μείζονος οικοπέδου από το οποίο προέρχεται το πωλούμενο τμήμα, αναφέρονται κατά την περιγραφή των ορίων του τμήματος αυτού, αφενός σε υπόλοιπο οικόπεδο των πωλητριών, το οποίο βρίσκεται βορείως και ανατολικώς αυτού και είναι εντός σχεδίου και αφετέρου σε έτερο οικόπεδο των πωλητριών, το οποίο βρίσκεται νοτίως αυτού και είναι εκτός σχεδίου.

Οι παρατηρήσεις αυτές, αν συνδυασθούν με το ότι στην ανωτέρω πράξη αποδοχής κληρονομίας η αναγραφή της εκτάσεως του οικοπέδου έγινε με γραφομηχανή μεν, αλλά εκ των υστέρων στο αφεθέν κενό του αρχικού κειμένου, και με το ότι στο πωλητήριο συμβόλαιο η αναφορά στο έτερο οικόπεδο, που βρίσκεται μεταξύ του πωλούμενου τμήματος και του ρέματος "...", έγινε με χειρόγραφη παραπομπή στο περιθώριο αυτού, οδηγούν στο συμπέρασμα ότι οι προαναφερθέντες συγκληρονόμοι, παρά τη νομιμοφάνεια των ανωτέρω ενεργειών τους, επιδίωκαν κάτι διαφορετικό από την απεικόνιση της αλήθειας, ήτοι τη δημιουργία ενός "τίτλου" για τη νομιμοποίηση της προσάρτησης στο αρχικό οικόπεδο του καθολικού δικαιοπαρόχου τους Ζ μιας επιπλέον εκτάσεως σε συνέχεια της νότιας πλευράς αυτού και σε βάρος της κοίτης του ρέματος "...", που είχε αποξηρανθεί.

Ακόμη αποδεικνύεται ότι, μετά το θάνατο της αδελφής της ..., η ενάγουσα, συνεχίζοντας την ανωτέρω επιδίωξή της και ύστερα από νέες καταμετρήσεις, συνέπραξε στη σχετική συμβολαιογραφική πράξη αποδοχής της κληρονομίας της αδελφής της και στην εκ μέρους της μητέρας της δωρεά προς αυτήν των μεριδίων που η τελευταία είχε αποκτήσει από τις κληρονομίες του πατέρα της και της αδελφής της.

Έτσι, στα αντίστοιχα συμβόλαια το αρχικό οικόπεδο του Ζ μνημονεύεται με έκταση 1640 τ.μ. και με νότιο όριο το πωληθέν προς τον πρώτο εναγόμενο τμήμα και άλλη ιδιοκτησία των αυτών κληρονόμων, χωρίς μνεία του ρέματος "...". Επιπλέον αυτού, εμφανίζεται ένα έτερο οικόπεδο εκτός σχεδίου, με έκταση 1000 τ.μ. και με όρια, βορείως το πωληθέν προς τον πρώτο εναγόμενο τμήμα και το αρχικό οικόπεδο του Ζ, ανατολικώς την ιδιοκτησία ..., νοτίως το ρέμα "..." και δυτικώς την επέκταση της οδού .... (βλ. ...

και ... συμβόλαια του συμβολαιογράφου Αλμυρού Λεωνίδα Κουκουσέλη). Αυτό το έτερο οικόπεδο των 1000 τ.μ. δεν έχει καμιά σχέση με το αρχικό οικόπεδο και προέρχεται από την κοίτη του ρέματος "ΛΛΛ". Το ρέμα αυτό, από την ονομασία του οποίου προκύπτει ότι ανέκαθεν δεν είχε συνεχή και μεγάλη ροή υδάτων, είχε απωλέσει οποιαδήποτε δραστηριότητα κατά τη δεκαετία του 1960.

Τότε, περί το έτος 1966, ο δεύτερος εναγόμενος, Δήμος ..., προέβη σε επιχωματώσεις και συνέργησε για τη δημιουργία συγκροτήματος δημοσίων σχολείων σε τμήμα της πρώην κοίτης του χειμάρρου, που βρίσκεται στη νότια πλευρά αυτής. Μεταξύ των σχολείων αυτών και του οικισμού, που βρίσκεται στη βόρεια πλευρά της πρώην κοίτης, διανοίχθηκε νέα δημοτική οδός που χαρακτηρίζεται ως "ανώνυμη".

Μεταξύ δε της οδού αυτής και του οικισμού παρέμεινε μία επικλινής και πετρώδης έκταση , η οποία παλαιότερα κατακλυζόταν από τα νερά του χειμάρρου, όταν αυτός πλημμύριζε, ενώ, κατά τα μεγάλα διαστήματα που παρέμενε στεγνή χρησιμοποιείτο από τους κατοίκους της περιοχής για διάφορες δευτερεύουσες εργασίες, (όπως εναπόθεση μηχανημάτων ή άλλων αγαθών, διεξαγωγή εμποροπανηγύρεων κ.λ.π.), χωρίς διαχωρισμό ιδιοκτησιών και χωρίς διάνοια κυρίων εκείνων που έκαναν τη χρήση.

Το ότι η επικλινής αυτή έκταση δεν είχε σχέση με τις παρακείμενες ιδιοκτησίες και δεν αποτελούσε συνέχεια αυτών, συνάγεται από το γεγονός ότι μεταξύ αυτής και των ιδιοκτησιών υπάρχει υψομετρική διαφορά που κυμαίνεται στο ένα μέτρο περίπου. Για το λόγο αυτό, άλλωστε, οι διακάτοχοι των ιδιοκτησιών είχαν κατασκευάσει ξερολιθιές με τις οποίες οριοθετούσαν τις ιδιοκτησίες τους και συγκρατούσαν το έδαφος αυτών, πράγμα που είχε γίνει και στο αρχικό οικόπεδο του δικαιοπαρόχου της ενάγουσας Ζ.

Όμως, μετά την κατάργηση του "..." και τη διάνοιξη της νέας δημοτικής οδού, άρχισε να διαφαίνεται ότι η έκταση αυτή, μετά τις αναγκαίες επιχωματώσεις, θα προσαύξανε κατά τμήματα τις ιδιοκτησίες με τις οποίες εφαπτόταν. Ακόμη αποδείχθηκε ότι, μετά τους καταστροφικούς σεισμούς που έγιναν στην περιοχή κατά το έτος 1980, ο πρώτος εναγόμενος, προκειμένου να αντιμετωπίσει στεγαστικές ανάγκες της οικογένειάς του, εγκατέστησε αντίσκηνο σε μέρος που βρίσκεται νοτίως του οικοπεδικού τμήματος των 219,20 τ.μ., το οποίο είχε αγοράσει από την ενάγουσα και τις συγκληρονόμους της, και ακολούθως έκανε κάποιες πρόχειρες, πρόσθετες, κατασκευές γύρω από τη σκηνή.

Για τις ενέργειές του αυτές είχε τη συναίνεση του εναγόμενου Δήμου, ο οποίος, ως υπεύθυνος οργανισμός τοπικής αυτοδιοίκησης της περιοχής, άρχισε να επιτρέπει στους δημότες του να επεκτείνουν τις ιδιοκτησίες τους και κατά το πλάτος αυτών προς την έκταση που είχε απομείνει από την πρώην κοίτη του "...", με την προοπτική της παραχωρήσεως τίτλων κυριότητας σε ευθετότερο χρόνο.

Με τον τρόπο αυτό ο πρώτος εναγόμενος επέκτεινε την ιδιοκτησία του, προς τη νότια πλευρά, κατά 362,19 τ.μ. περίπου, καταλαμβάνοντας αντίστοιχο τμήμα από την πρώην κοίτη του "...". Το τμήμα αυτό, στο οποίο έγινε η επέκταση, εμπίπτει στο προαναφερόμενο έτερο οικόπεδο των 1000 τ.μ. (το οποίο η ενάγουσα θεωρεί δικό της), και αποτελεί το επίδικο ακίνητο.

Προς το ανατολικό όριο του επιδίκου ακινήτου εκτείνεται άλλο τμήμα της πρώην κοίτης του πιο πάνω ρέματος, το οποίο συνορεύει με το αρχικό οικόπεδο του δικαιοπαρόχου πατέρα της ενάγουσας, διακατέχεται από αυτήν και πρόκειται να περιέλθει σ' αυτήν στα πλαίσια της πολιτικής που εφαρμόζει ο εναγόμενος Δήμος.

Το επίδικο, όμως, τμήμα ουδέποτε αποτέλεσε ιδιοκτησία της ενάγουσας, διότι ούτε στην κυριότητα του δικαιοπαρόχου πατέρα της ανήκε, σύμφωνα με την περιγραφή του οικοπέδου του που ο ίδιος κάνει στο προαναφερόμενο συμβόλαιο σύστασης προίκας, ούτε στη νομή αυτής περιήλθε πριν από το έτος 1970, κατά το οποίο εκδήλωσε διάνοια κυρίας με τις αναληθείς περιγραφές που έγιναν στη συμβολαιογραφική πράξη αποδοχής της κληρονομίας του πατέρα της και στο συμβόλαιο πώλησης του τμήματος των 219,20 τ.μ προς τον πρώτο εναγόμενο.

Από το έτος, όμως, 1970 μέχρι την κατάληψη του επιδίκου τμήματος από τον πρώτο εναγόμενο κατά το έτος 1980 δεν συμπληρώνεται ο απαιτούμενος για την κτήση της κυριότητας αυτού με έκτακτη χρησικτησία χρόνος των είκοσι ετών". Με βάση τις πραγματικές αυτές παραδοχές το Εφετείο έκρινε ότι η ένδικη αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας περί διεκδικήσεως του επιδίκου ακινήτου είναι ουσιαστικά αβάσιμη, τόσο κατά τη βάση της επικαλούμενης από παράγωγο τρόπο κτήσης από αυτήν της κυριότητας του επιδίκου ακινήτου , όσο και κατά τη βάση τη στηριζόμενη στον πρωτότυπο τρόπο κτήσης της κυριότητας, με έκτακτη χρησικτησία.

Ακολούθως το Εφετείο απέρριψε ως αβάσιμη την έφεση της αναιρεσείουσας κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, το οποίο, κρίνοντας ομοίως, είχε απορρίψει τη αγωγή της αναιρεσείουσας. Με εκείνα που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1033, 1045, 1051, 974 και 1094 του ΑΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, ούτε τη διάταξη του άρθρου 1041 ΑΚ, η οποία δεν είχε στην προκειμένη περίπτωση εφαρμογή, αφού η αγωγή δεν περιείχε και βάση περί κτήσεως της κυριότητας με τακτική χρησικτησία.

Εξάλλου το Εφετείο σχημάτισε το αποδεικτικό του πόρισμα, ότι το επίδικο ακίνητο, εμβαδού 362,19 τ.μ, δεν εμπεριέχεται στο μείζον οικόπεδο, εκτάσεως ενός και μισού περίπου στρέμματος, που ανήκε στην κυριότητα του αμέσου και απωτέρου δικαιοπαρόχου της αναιρεσείουσας Ζ και το οποίο περιγράφεται κατά τη θέση, τα όρια και την έκτασή του στο υπ'αριθμ. ...

προικοσυμβόλαιο, από την αξιολόγηση και συνεκτίμηση του περιεχομένου του συμβολαίου τούτου και των προαναφερομένων υπ'αριθμ. 9050/4-6-1970 και 9300/4-7-1980 συμβολαιογραφικών πράξεων αποδοχής κληρονομίας, υπ'αριθμ. ... συμβολαίου δωρεάς και υπ'αριθμ. ... πωλητηρίου συμβολαίου, με τα λοιπά αναφερόμενα στην απόφασή του αποδεικτικά μέσα, χωρίς να δεχθεί, ούτε εμμέσως, την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στα συμβόλαια αυτά, και συνεπώς ορθώς δεν εφάρμοσε τους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ.

Περαιτέρω το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού διέλαβε σ' αυτήν πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς τα ουσιώδη ζητήματα της μη συνδρομής των προϋποθέσεων για την απόκτηση κυριότητας επί του επιδίκου ακινήτου από την αναιρεσείουσα με τους επικαλούμενους στην αγωγή παράγωγους τρόπους (σύσταση προίκας, δωρεάς και κληρονομικές διαδοχές) ή με έκτακτη χρησικτησία, οι οποίες επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εφαρμογή των πιο πάνω αναφερομένων διατάξεων του ΑΚ.

Επομένως ο δεύτερος, μέρος πρώτο και δεύτερο, λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προβάλλει κατά της προσβαλλόμενης απόφασης αιτιάσεις από το άρθρο 559 αριθ.1 και 19 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο παραβίασε τις διατάξεις του ΑΚ που αναφέρθηκαν και ότι σε σχέση με την εφαρμογή των διατάξεων αυτών στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, περιλαμβάνοντας σ' αυτήν ανεπαρκείς και ασαφείς αιτιολογίες, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Ο ίδιος λόγος της αίτησης αναίρεσης, κατά το μέρος που με αυτόν προβάλλεται η από το άρθρο 559 αριθμ.1 εδ.β'ΚΠολΔ αιτίαση ότι το Εφετείο, με το να δεχθεί ότι το επίδικο ακίνητο δεν περιλαμβάνεται στους τίτλους κτήσης της αναιρεσείουσας, παραβίασε το δίδαγμα της κοινής πείρας , σύμφωνα με το οποίο, όταν στους τίτλους ιδιοκτησίας υπάρχει ασάφεια ως προς το εμβαδόν του ακινήτου, τότε ο ακριβής προσδιορισμός της ταυτότητας του ακινήτου γίνεται με βάση τα αναφερόμενα στον τίτλο όριά του, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι η αιτίαση αυτή ανάγεται στην εκτίμηση και αξιολόγηση των αποδείξεων, η σχετικά με την οποία κρίση του δικαστηρίου της ουσίας δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ).

ΕΠΕΙΔΗ, κατά το άρθρο 559 αριθ.20 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό προς εκείνες των άρθρων 118 αριθ.4 και 566 παρ.1 του ίδιου Κώδικα, συνάγεται ότι για το ορισμένο του λόγου αυτού αναίρεσης πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο τα εξής: 1) το αληθινό περιεχόμενο του εγγράφου που φέρεται ότι παραμορφώθηκε, ώστε από τη σύγκριση με εκείνο που δέχθηκε η απόφαση να υπάρχει δυνατότητα στον Άρειο Πάγο να κρίνει αν υφίσταται διαγνωστικό λάθος,2) Το από την προσβαλλόμενη απόφαση δεκτό γενόμενο διαφορετικό από το αληθινό περιεχόμενο,3) το συμπέρασμα στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο για το ότι υπάρχουν ή όχι κρίσιμα γεγονότα, 4) ο ουσιώδης πραγματικός ισχυρισμός για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο.

Αν ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ δεν περιέχει τα παραπάνω στοιχεία είναι αόριστος και πρέπει να απορριφθεί. Στην προκειμένη περίπτωση με το δεύτερο, μέρος τρίτο, λόγο της αίτησης αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο του υπ' αριθμ....

προικοσυμβολαίου του συμβολαιογράφου Αλμυρού Γ. Δεληστάθη, αφού δέχθηκε ότι "ο δικαιοπάροχος της ενάγουσας είχε δηλώσει ιδιοκτησία του στην εν λόγω περιοχή ένα οικόπεδο εμβαδού 1.500 τ.μ., κείμενο εντός σχεδίου", ενώ το συμβόλαιο αυτό ομιλεί περί εντός της κτηματικής περιφέρειας του Δήμου .... Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αόριστος, διότι δεν προσδιορίζεται με ακρίβεια σ' αυτόν ούτε το αληθινό περιεχόμενο που διαλαμβάνεται στο συμβόλαιο αυτό, ούτε και ο ουσιώδης πραγματικός ισχυρισμός, για την απόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο αυτό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 2-6-2008 αίτηση της Χ για αναίρεση της υπ' αριθμ. 134/2007 απόφασης του Εφετείου Λάρισας.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων τα οποία ορίζει για μεν τον αναιρεσίβλητο Γεώργιο Μιχάλη σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ για δε τον αναιρεσίβλητο Δήμο Αλμυρού σε εξακόσια (600) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Ιανουαρίου 2010. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 2 Μαρτίου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ