Supreme Court dismisses appeal against bank's loan contract termination, upholding lower court's finding of non-abuse of right.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to annul the Athens Court of Appeal's decision regarding a loan contract termination. The court found that the bank's right to terminate was not abused because the appellant failed to exhaust all debt restructuring options and the bank was not legally obligated to accept a proposal detrimental to itself. Consequently, the appeal was rejected, costs were assigned to the appellant, and the lower court's ruling stood.
Legislator headnote
AI generatedArt. 1 § 2 of Law 4224/2013; Art. 281 of the Civil Code: The right of a creditor to terminate a loan contract is not considered an abuse of right if the debtor has not exhausted all available debt restructuring procedures and the termination does not create manifestly unacceptable consequences for the debtor.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 390 / 2024 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 390/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Παναγιώτη Βενιζελέα, Κλεόβουλο - Δημήτριο Κοκκορό και Μιχαήλ Αποστολάκη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 29 Ιανουαρίου 2024, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Π. Λ. του Ι., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Τριαντάφυλλο Σταυρακίδη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Τ. Π. Α..Ε..", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και 2) αυτοτελώς προσθέτως παρεμβαίνουσας ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "I. H. Α. Ε. Δ. Α. Α. Δ. Κ. Π.", που εδρεύει στον Δήμο Αθηναίων και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Θωμά Καναβέλη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3-7-2017 ανακοπή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5117/2018 του ίδιου Δικαστηρίου και 3185/2020 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 20-4-2021 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 54 § 1 ν. 4601/2019 "Εταιρικοί μετασχηματισμοί κ.λπ.", η διάσπαση των εταιριών διακρίνεται σε κοινή διάσπαση, μερική διάσπαση και απόσχιση κλάδου, ενώ κατά το άρθρο 57 §§ 1 και 3 του ίδιου νόμου, η απόσχιση κλάδου πραγματοποιείται είτε με απορρόφηση, είτε με σύσταση μίας ή περισσότερων νέων εταιριών, είτε με απορρόφηση και με σύσταση μίας ή περισσότερων νέων εταιριών, ειδικότερα δε η απόσχιση με σύσταση νέας εταιρίας ή νέων εταιριών είναι η πράξη, με την οποία μία εταιρία (διασπώμενη), χωρίς να λυθεί, μεταβιβάζει σε μία ή περισσότερες εταιρίες, που συνιστώνται ταυτόχρονα (επωφελούμενες), τον καθοριζόμενο ή τους καθοριζόμενους στο σχέδιο διάσπασης κλάδο ή κλάδους δραστηριότητας.
Επίσης, το άρθρο 140 § 3 του ίδιου νόμου ορίζει ότι εταιρικοί μετασχηματισμοί του νόμου αυτού, οι οποίοι πραγματοποιούνται από ή στους οποίους μετέχει πιστωτικό ίδρυμα, ή άλλο νομικό πρόσωπο που εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 16 του ν. 2515/1997, διέπονται από τις διατάξεις του νόμου αυτού συμπληρωματικά προς τις διατάξεις του άρθρου 16 του ν. 2515/1997, οι οποίες παραμένουν σε ισχύ, ενώ κατά την παράγραφο 2 του άρθρου 16 του ν. 2515/1997 στη συγχώνευση της παραγράφου 1 εφαρμόζονται, αν δεν ορίζεται διαφορετικά, οι διατάξεις των άρθρων 69 έως και 80 του κ.ν. 2190/1920.
Επομένως, εφαρμόζεται και η διάταξη του άρθρου 75 § 1 περ. α' του νόμου αυτού, η οποία προβλέπει ότι από την καταχώριση στο Μητρώο Ανωνύμων Εταιρειών της εγκριτικής απόφασης της συγχώνευσης επέρχεται αυτοδίκαια και ταυτόχρονα χωρίς καμία άλλη διατύπωση, τόσο για τις συγχωνευόμενες εταιρίες, όσο και έναντι των τρίτων, μεταξύ άλλων η υποκατάσταση της απορροφώσας εταιρίας στο σύνολο των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων της απορροφώμενης, και η μεταβίβαση αυτή εξομοιώνεται με καθολική διαδοχή.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 62 ΚΠολΔ ικανός να είναι διάδικος είναι εκείνος που έχει την ιδιότητα να είναι υποκείμενο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων. Η ικανότητα αυτή, που εξετάζεται και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο κατ' άρθρο 73 ΚΠολΔ, παύει να υπάρχει με το θάνατο του φυσικού προσώπου, προκειμένου δε για το νομικό πρόσωπο, αφότου τούτο κατά νόμο έχει λυθεί.
Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι, αν το νομικό πρόσωπο που ήταν διάδικος στη δίκη, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, λύθηκε νομίμως, πράγμα που συμβαίνει και σε περίπτωση συγχώνευσης εταιριών με απορρόφηση, οπότε η απορροφώμενη λύεται και στη θέση της ως καθολικός διάδοχος υπεισέρχεται η απορροφώσα εταιρία, χωρίς να γνωρίζει τούτο ο αναιρεσείων, δεν είναι άκυρη η αναίρεση και νομίμως χωρεί η συζήτησή της κατά της καθολικής διαδόχου του νομικού προσώπου, η οποία καλείται προς τούτο ή εμφανίζεται κατά τη συζήτηση, με την ιδιότητα αυτή, στη θέση του αναιρεσιβλήτου και προβάλλει υπεράσπιση επί της ουσίας της διαφοράς (Α.Π. 402/2014, Α.Π. 1612/2013, Α.Π. 512/2011).
Το ίδιο συμβαίνει, για την ταυτότητα του νομικού λόγου, και στην περίπτωση της διάσπασης πιστωτικού ιδρύματος με απόσχιση και υποκατάσταση της επωφελούμενης εταιρίας στις λειτουργίες του πιστωτικού ιδρύματος, δηλαδή η δίκη κατά του διασπώμενου πιστωτικού ιδρύματος, όταν το αντικείμενό της εμπίπτει στις μεταφερόμενες δραστηριότητες, νομίμως συνεχίζεται από την επωφελούμενη εταιρία, αφού η υποκατάσταση αυτή εξομοιώνεται από το νόμο με καθολική διαδοχή.
Στην προκειμένη περίπτωση, αρχικός διάδικος (καθ' ης η ανακοπή) στη δίκη, επί της οποίας εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, ήταν το πιστωτικό ίδρυμα με την επωνυμία "Τ. Π. Α..Ε..", αριθμό Γ.Ε.ΜΗ. ... και Α.Φ.Μ. .... Μετά την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης (8-5-2020), το εν λόγω πιστωτικό ίδρυμα διασπάστηκε με απόσχιση του κλάδου τραπεζικής δραστηριότητας, στον οποίο περιλαμβάνεται η επίδικη έννομη σχέση από σύμβαση τραπεζικού δανείου, και εισφορά του στη νέα εταιρία-πιστωτικό ίδρυμα με την επωνυμία "Τ.
Π. Α..Ε..", αριθμό Γ.Ε.ΜΗ. ... και Α.Φ.Μ. ... (επωφελούμενη), που έγινε με την 26199/18-12-2020 "Σύμβαση Διάσπασης κ.λπ." του συμβολαιογράφου Πειραιά Στέφανου Βασιλάκη. Η διάσπαση αυτή με απόσχιση εγκρίθηκε με την 139241/30-12-2020 απόφαση του Προϊσταμένου της Διεύθυνσης Εταιριών της Γενικής Γραμματείας Εμπορίου του Υπουργείου Ανάπτυξης και Επενδύσεων, η οποία καταχωρίσθηκε στο Γ.Ε.ΜΗ.
την 30-12-2020. Η κρινόμενη από 20-4-2021 αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε την 10-5-2021, όπως προκύπτει από την 2947/393/10-5-2021 έκθεση κατάθεσης του Γραμματέως του Εφετείου Αθηνών κάτω από το δικόγραφό της, κατά της αρχικής διαδίκου "Τ. Π. Α..Ε.." (διασπώμενης), ενώ κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο εμφανίστηκε στη θέση της η επωφελούμενη εταιρία "Τ.
Π. Α..Ε.." και έλαβε μέρος στη δίκη, καταθέτοντας προτάσεις για την ουσία της διαφοράς. Σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, η επωφελούμενη εταιρία νομίμως μετέχει στη δίκη ως καθολική διάδοχος της αρχικής διαδίκου, η δε αίτηση αναίρεσης είναι έγκυρη, παρόλο που ασκήθηκε κατά της διασπώμενης εταιρίας, εφόσον δεν προκύπτει, ούτε οι αναιρεσίβλητοι ισχυρίζονται, ότι ο αναιρεσείων γνώριζε κατά το χρόνο της άσκησής της την επελθούσα μεταβολή.
Με την κρινόμενη από 20-4-2021 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 3185/2020 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ' επιτρεπτή κατ' άρθρο 561 § 2 ΚΠολΔ εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων: Με την από 3-7-2017 ανακοπή του κατά της αρχικής καθ' ης εταιρίας με την επωνυμία "Τ. Π. Α..Ε.." (διασπώμενης), ο ανακόπτων και ήδη αναιρεσείων ζήτησε την ακύρωση της 3514/2017 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία υποχρεώθηκε να καταβάλει στην αρχική καθ' ης 3.461.511,30 ευρώ πλέον τόκων και εξόδων για απαίτηση από σύμβαση δανείου, επικαλούμενος, μεταξύ άλλων, ότι η καταγγελία του δανείου και το δικαίωμα δικαστικής επιδίωξης της απαίτησης της καθ' ης ασκήθηκε καταχρηστικά και κατά παράβαση του Κώδικα Δεοντολογίας της Επιτροπής Πιστωτικών και Ασφαλιστικών Θεμάτων της Τράπεζας της Ελλάδος, επειδή δεν υπήρξε, πριν από την καταγγελία, πρόταση της Τράπεζας για ρύθμιση ή οριστική διευθέτηση της οφειλής του, όπως επιβάλλει ο Κώδικας, ούτε αξιολόγηση των δικών του προτάσεων, μοναδικός δε σκοπός της καθ' ης ήταν να του αποσπάσει την ακίνητη περιουσία του σε ιδιαίτερα χαμηλή τιμή, εκμεταλλευόμενη την υπάρχουσα σοβαρή οικονομική κρίση.
Η ανακοπή απορρίφθηκε με την 5117/2018 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατά της οποίας ο ανακόπτων-αναιρεσείων άσκησε έφεση, παραπονούμενος για την απόρριψη του ανωτέρω λόγου της. Στη δευτεροβάθμια δίκη άσκησε αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση κατ' άρθρα 80, 83, 225 §§ 1 και 2 ΚΠολΔ η δεύτερη αναιρεσίβλητη εταιρία διαχείρισης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις (Α.Ε.Δ.Α.Δ.Π.), υπό την ιδιότητά της ως διαχειρίστριας κατ' άρθρα 1 και 2 § 4 ν. 4354/2015 της επίδικης απαίτησης από δάνειο, η οποία κατά τη διάρκεια της δίκης μεταβιβάστηκε από την καθ' ης η ανακοπή σε τρίτη εταιρία βάσει σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης επιχειρηματικών απαιτήσεων μέσω τιτλοποίησης κατ' άρθρο 10 ν. 3156/2003.
Η έφεση και η παρέμβαση συνεκδικάστηκαν και εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη 3185/2020 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία απέρριψε την έφεση.
Με την ανακοπή από το άρθρο 632 § 1 ΚΠολΔ, ο ανακόπτων οφειλέτης μπορεί να επικαλεστεί ως λόγους ακύρωσης της εις βάρος του διαταγής πληρωμής, είτε την έλλειψη των διαδικαστικών (τυπικών) προϋποθέσεων που απαιτούνται, σύμφωνα με τα άρθρα 623 επ. ΚΠολΔ, για την έκδοση διαταγής πληρωμής, είτε ενστάσεις κατά της απαίτησης, ήτοι τη βασιμότητα ή το ύψος αυτής (Α.Π. 631/2020, Α.Π. 1443/2017).
Ειδικότερα, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 623 και 624 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι μεταξύ των ουσιαστικών και διαδικαστικών προϋποθέσεων, με τη συνδρομή ή μη των οποίων μπορεί να ζητηθεί η έκδοση διαταγής πληρωμής, είναι αφενός η ύπαρξη χρηματικής απαίτησης του αιτούντος από ορισμένη έννομη σχέση και αφετέρου η απαίτηση αυτή, καθώς και το ποσόν της, να αποδεικνύονται με δημόσιο ή ιδιωτικό έγγραφο.
Εάν η απαίτηση ή το ποσόν αυτής δεν αποδεικνύονται εγγράφως, ο δικαστής οφείλει, κατ' άρθρο 628 ΚΠολΔ, να μην εκδώσει διαταγή πληρωμής, και εάν παρά την έλλειψη της διαδικαστικής αυτής προϋπόθεσης, εκδοθεί διαταγή πληρωμής, τότε αυτή ακυρώνεται ύστερα από ανακοπή του οφειλέτη, κατά τα άρθρα 632 και 633 ΚΠολΔ.
Η ακύρωση της διαταγής πληρωμής για τον λόγο αυτό απαγγέλλεται λόγω διαδικαστικού απαραδέκτου, ανεξάρτητα από την ύπαρξη και τη δυνατότητα απόδειξης της απαίτησης με άλλα αποδεικτικά μέσα (Ολ.Α.Π. 10/1997, Α.Π. 674/2020, Α.Π. 1166/2020). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 1 § 2 του ν. 4224/2013 "Κυβερνητικό Συμβούλιο Διαχείρισης Ιδιωτικού Χρέους Ελληνικό Επενδυτικό Ταμείο Αξιοποίησης Περιουσίας του Δημοσίου κ.λπ.", "με απόφαση της Τράπεζας της Ελλάδος εκδίδεται Κώδικας Δεοντολογίας Τραπεζών για τη διαχείριση των μη εξυπηρετούμενων ιδιωτικών οφειλών, ο οποίος τίθεται σε εφαρμογή το αργότερο στις 31.12.2014.
Ο Κώδικας Δεοντολογίας Τραπεζών θα περιλαμβάνει μεταξύ άλλων διατάξεις σχετικά με τις διαδικασίες αξιολόγησης κινδύνου, τις διαδικασίες αξιολόγησης της δυνατότητας αποπληρωμής, δεσμευτικούς κανόνες συμπεριφοράς των τραπεζών με σαφή χρονοδιαγράμματα, όρους επικοινωνίας μεταξύ πιστωτικών ιδρυμάτων και δανειστών, και σε αυτές θα αξιοποιούνται οι ορισμοί του "συνεργάσιμου δανειολήπτη" και των "εύλογων δαπανών διαβίωσης", των οποίων θα γίνεται χρήση κατά τη λήψη αποφάσεων των τραπεζών σχετικά με παροχή λύσεων/αναδιαρθρώσεων δανείων που βρίσκονται σε καθυστέρηση πληρωμής....".
Βάσει της εξουσιοδότησης αυτής, με την 116/25-8-2014 (Φ.Ε.Κ. 2289 Β'/2014) απόφαση της Επιτροπής Πιστωτικών και Ασφαλιστικών Θεμάτων της Τράπεζας της Ελλάδος θεσπίστηκε για τη διαχείριση των μη εξυπηρετούμενων δανείων ιδιωτών και επιχειρήσεων ο Κώδικας Δεοντολογίας, ο οποίος τέθηκε σε ισχύ την 31-12-2014, τροποποιήθηκε με τις αποφάσεις της Επιτροπής 129/2/26-2-2015 (Φ.Ε.Κ. 486 Β'/31-3-2015) και 148/10/5-10-2015 (Φ.Ε.Κ. 2219 Β'/15-10-2015), αναθεωρήθηκε και αντικαταστάθηκε με την απόφαση 195/1/29-7-2016 (Φ.Ε.Κ. 2376 Β'/02-8-2016) και τροποποιήθηκε εκ νέου με την 221/2/17-3-2017 (Φ.Ε.Κ. 971 Β'/2017) απόφαση της ίδιας Επιτροπής.
Ο Κώδικας αυτός θέτει ως κύριο και πρωταρχικό στόχο του την εξεύρεση συναινετικής λύσης μεταξύ δανειολήπτη και πιστωτικού ή χρηματοδοτικού ιδρύματος, που έχει χορηγήσει πίστωση στον πρώτο, προκειμένου να μειωθεί με συμβιβαστικό τρόπο το υπερβολικό ύψος των μη εξυπηρετούμενων δανείων. Βασική υποχρέωση, που συνεπάγεται η εφαρμογή του Κώδικα, αποτελεί η τήρηση των διαδικασιών του πριν από την καταγγελία της οικείας πιστωτικής σύμβασης.
Ο Κώδικας πρέπει να τηρείται από κάθε πιστωτικό και χρηματοδοτικό ίδρυμα, που έχει λάβει άδεια λειτουργίας από την Τράπεζα της Ελλάδος, και εφαρμόζεται σε κάθε μορφής οφειλή με καθυστέρηση άνω των εξήντα (τριάντα πριν την αναθεώρηση του Κώδικα) ημερολογιακών ημερών. Κάθε ίδρυμα, σύμφωνα με τον Κώδικα, υποχρεούται, μεταξύ άλλων, να θεσπίσει λεπτομερώς καταγεγραμμένη Διαδικασία Επίλυσης Καθυστερήσεων (Δ.Ε.Κ.), στην οποία μπορούν να μετάσχουν φυσικά ή νομικά πρόσωπα, πρωτοφειλέτες, συνοφειλέτες και εγγυητές, εφόσον διατηρούν τον χαρακτηρισμό του συνεργάσιμου δανειολήπτη, όπως ορίστηκε με απόφαση του Κυβερνητικού Συμβουλίου Διαχείρισης Ιδιωτικού Χρέους στο άρθρο 73 § 2 του ν. 4389/2016 "Επείγουσες διατάξεις για την εφαρμογή της συμφωνίας δημοσιονομικών στόχων και διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων και άλλες διατάξεις".
Κατά τις διατάξεις του δεύτερου κεφαλαίου του Κώδικα, η Διαδικασία Επίλυσης Καθυστερήσεων περιλαμβάνει πέντε στάδια, που πρέπει να εφαρμόζονται από το πιστωτικό ίδρυμα: α) την επικοινωνία με τον δανειολήπτη, προαιρετική και συμβουλευτικού χαρακτήρα, αν αυτός καθυστερήσει την καταβολή δόσης, και υποχρεωτική, αν η καθυστέρηση υπερβεί τις 60 ημέρες, β) τη συγκέντρωση οικονομικών και άλλων πληροφοριών από τον δανειολήπτη, γ) την αξιολόγηση των οικονομικών στοιχείων, όπως είναι η περιουσιακή κατάσταση του δανειολήπτη, η τρέχουσα και η μελλοντική δυνατότητα αποπληρωμής και το ιστορικό της οικονομικής του συμπεριφοράς, δ) την πρόταση κατάλληλων λύσεων στο δανειολήπτη, δηλαδή λύσεων ρύθμισης και, αν καμία από αυτές δεν συμφωνηθεί, λύσεων οριστικής διευθέτησης, και ε) τη διαδικασία εξέτασης ενστάσεων.
Ως λύση ρύθμισης νοείται, κατά τις διατάξεις του πρώτου κεφαλαίου του ίδιου Κώδικα, η τροποποίηση της σύμβασης με νέους όρους εξυπηρέτησης της οφειλής, ενώ ως λύση οριστικής διευθέτησης νοείται η συμφωνία ιδρύματος και δανειολήπτη, κατόπιν διερεύνησης και αποκλεισμού της λύσης ρύθμισης, για την οριστική εξόφληση των οφειλών με όρους, που μπορεί να περιλαμβάνουν μεταβολή της κυριότητας των εξασφαλίσεων ή άλλων περιουσιακών στοιχείων του δανειολήπτη με συναίνεσή του.
Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι ο Κώδικας επιβάλλει στα ιδρύματα, που δεσμεύονται από αυτόν, την τήρηση, μεταξύ άλλων, των οριζόμενων σταδίων της Διαδικασίας Επίλυσης Καθυστερήσεων πριν το ίδρυμα προβεί σε καταγγελία της οικείας σύμβασης και εκκινήσει τις διαδικασίες αναγκαστικής είσπραξης της καθυστερούμενης απαίτησης.
Ωστόσο, από καμία ρύθμιση του Κώδικα δεν προκύπτει ότι στον προστατευτικό του σκοπό εμπίπτει και ο έλεγχος του κύρους των επιχειρούμενων (συμβατικά προβλεπόμενων) καταγγελιών. Αντιθέτως, σκοπός του είναι η επιλογή της καταλληλότερης κατά περίπτωση λύσης για τον διαρκώς αυξανόμενο αριθμό πιστώσεων σε καθυστέρηση, αφού ληφθεί από τα ιδρύματα υπόψη η υποχρέωσή τους για συμμόρφωση προς τις ισχύουσες εποπτικές απαιτήσεις και τις κατευθυντήριες γραμμές της Τράπεζας της Ελλάδος.
Η τελευταία, άλλωστε, ορίζεται, σύμφωνα με τον Κώδικα ως η αρμόδια αρχή για την παρακολούθηση και τον έλεγχο του τρόπου εφαρμογής του, για την πλήρη και αποτελεσματική ρύθμιση των οικείων συστημάτων από τα υπόχρεα ιδρύματα, καθώς και η μόνη δυνάμενη να απαιτεί τα απαραίτητα κατά την κρίση της διορθωτικά μέτρα και να επιβάλλει τις κατά νόμο κυρώσεις στο μη συμμορφούμενο ίδρυμα, σε περίπτωση συστηματικής μη εφαρμογής του Κώδικα και αδυναμιών των συστημάτων.
Δεν δύναται, όμως, να παρεμβαίνει ή να επιλαμβάνεται εξατομικευμένων διαφορών μεταξύ ιδρύματος και δανειολήπτη.
Συνεπώς, καθίσταται σαφές ότι η μη τήρηση της Δ.Ε.Κ. από υπόχρεο ίδρυμα συνιστά αθέτηση εποπτικής υποχρέωσης, παρέχουσα στην Τράπεζα της Ελλάδος ως ελέγχουσα αρχή τη δυνατότητα να απαιτεί από το μη συμμορφούμενο ίδρυμα τη λήψη των απαραίτητων μέτρων και να του επιβάλλει κυρώσεις, χωρίς να προκύπτει ότι ο ν. 4224/2013 ή ο Κώδικας αποβλέπει και στην επαγωγή ακυρότητας στις περιπτώσεις, κατά τις οποίες η καταγγελία έλαβε χώρα χωρίς την τήρηση της Δ.Ε.Κ.
Τέλος, και στο πλαίσιο εφαρμογής της Πράξης του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος 2501/31-10-2002 και της κανονιστικής απόφασης 178/19-7-2004 της Επιτροπής Τραπεζικών και Πιστωτικών Θεμάτων της ίδιας Τράπεζας, οι οποίες επιβάλλουν στα δεσμευόμενα από αυτές ιδρύματα συγκεκριμένες υποχρεώσεις ενημέρωσης των συναλλασσομένων με αυτά, γίνεται δεκτό ότι η αθέτηση των σχετικών υποχρεώσεων επάγεται μόνο εποπτικής φύσεως συνέπειες, χωρίς να τίθεται ζήτημα ακυρότητας συμβατικών όρων αποκλειστικά λόγω της αντίθεσης του περιεχομένου τους προς τις ανωτέρω κανονιστικές πράξεις.
Ενόψει των ανωτέρω, από τον σκοπό και το περιεχόμενο του Κώδικα συνάγεται ότι τυχόν παράβαση των κανόνων που συγκροτούν τη Δ.Ε.Κ. συνεπάγεται μόνο εποπτικής φύσεως κυρώσεις και, συνεπώς, η μη τήρηση αυτών από τα υπόχρεα ιδρύματα, δεν επιφέρει κατά την Α.Κ. 174 αυτοδίκαιη ακυρότητα της πραγματοποιηθείσας καταγγελίας.
Όμως, ο ανωτέρω Κώδικας, όπως προκύπτει από τους στόχους του, εξειδικεύει τις σχετικές με την καταγγελία υποχρεώσεις, που απορρέουν από την αντικειμενική (συναλλακτική) καλή πίστη κατά το στάδιο που προηγείται της άσκησης του δικαιώματος καταγγελίας. Επομένως, σε περίπτωση καθυστέρησης δανειολήπτη να καταβάλει συγκεκριμένο ποσό σε χρηματοδοτικό ή πιστωτικό ίδρυμα κατά παράβαση των μεταξύ τους συμφωνηθέντων, η άσκηση του δικαιώματος καταγγελίας χωρίς την προηγούμενη, εν όλω ή εν μέρει, τήρηση της Δ.Ε.Κ.
από το ίδρυμα, μπορεί να είναι καταχρηστική κατ' άρθρο 281 Α.Κ., όταν συντρέχουν και οι άλλες προϋποθέσεις εφαρμογής της διάταξης αυτής (Α.Π. 1761/2023, Α.Π. 916/2023, Α.Π. 323/2021). Κατά το άρθρο 281 Α.Κ., η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος.
Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά, όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, ή οι περιστάσεις που μεσολάβησαν, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αφού τείνει στην ανατροπή κατάστασης που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο, με επακόλουθο να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο.
Απαιτείται δηλαδή, για να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, από τη συμπεριφορά του δικαιούχου, σε συνάρτηση και με εκείνη του υπόχρεου, και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Απαιτείται ακόμη οι πράξεις του υπόχρεου και η υπ' αυτού δημιουργηθείσα κατάσταση, επαγόμενη ιδιαιτέρως επαχθείς για τον υπόχρεο επιπτώσεις, να τελούν σε αιτιώδη σύνδεσμο με την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου.
Το ζήτημα αν οι συνέπειες που συνεπάγεται η άσκηση του δικαιώματος είναι επαχθείς για τον υπόχρεο πρέπει να αντιμετωπίζεται και σε συνάρτηση με τις αντίστοιχες συνέπειες που μπορεί να επέλθουν εις βάρος του δικαιούχου από την παρακώλυση της άσκησης του δικαιώματός του (Ολ.Α.Π. 6/2016, Α.Π. 28/2017). Μόνη η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου και όταν ακόμη δημιούργησε την εύλογη πεποίθηση στον υπόχρεο ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται αυτό να ασκηθεί, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική τη μεταγενέστερη άσκηση αυτού, αλλά απαιτείται να συντρέχουν, προσθέτως, ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες, κυρίως, από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του υπόχρεου, ενόψει των οποίων και της αδράνειας του δικαιούχου, η επακολουθούσα άσκηση του δικαιώματος, τείνουσα στην ανατροπή της κατάστασης που διαμορφώθηκε υπό τις ανωτέρω ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα, να εξέρχεται των υπό της ανωτέρω διατάξεως διαγραφομένων ορίων (Ολ.Α.Π. 10/2012, Α.Π. 267/2021).
Η ως άνω αδράνεια του δικαιούχου, που δεν είναι απαραίτητο να προκαλεί αφόρητες ή δυσβάστακτες για τον υπόχρεο συνέπειες, αρκούσης της επελεύσεως δυσμενών απλώς για τα συμφέροντά του επιπτώσεων, πρέπει να υφίσταται επί μακρό χρονικό διάστημα, πλην μικρότερο του προβλεπόμενου για την παραγραφή της σχετικής αξίωσης, από τότε που ο δικαιούχος μπορούσε να ασκήσει το δικαίωμά του (Ολ.Α.Π. 6/2016).
Το γεγονός ότι η άσκηση του δικαιώματος στη συγκεκριμένη περίπτωση επιφέρει βλάβη, έστω και μεγάλη, στον οφειλέτη δεν μπορεί να αποτελέσει κατάχρηση δικαιώματος, κατ' άρθρο 281 Α.Κ., παρά μόνο αν το γεγονός αυτό μπορεί να συνδυασθεί και με άλλες περιστάσεις, ως λ.χ. όταν ο δανειστής δεν έχει συμφέρον στην άσκηση του δικαιώματος.
Έλλειψη, όμως, συμφέροντος δεν μπορεί να υπάρχει όταν ο δανειστής, όπως έχει δικαίωμα από τη σύμβαση, αποφασίζει να εισπράξει την απαίτησή του, διότι τούτο αποτελεί δικαίωμα συνυφασμένο με τη διαχείριση της περιουσίας του, τον τρόπο της οποίας αυτός αποφασίζει, εκτός αν στη συγκεκριμένη περίπτωση υπάρχει υπέρβαση, και μάλιστα προφανής, των αρχών της καλής πίστεως, των χρηστών ηθών και του οικονομικού ή κοινωνικού σκοπού του δικαιώματος (Α.Π. 267/2021, Α.Π. 311/2020, Α.Π. 333/2019).
Κατά συνέπεια, δεν μπορεί να καταστήσει άκυρη ως καταχρηστική τόσο την άσκηση της καταγγελίας, όσο και την συνακόλουθη επιδίωξη της ικανοποίησης της απαίτησης του δανειστή, μόνη η μη προηγούμενη τήρηση της Διαδικασίας Επίλυσης Καθυστερήσεων, χωρίς η παράλειψη αυτή να συνδυάζεται και με άλλες περιστάσεις, αφού, κατά τα ανωτέρω, η ευχέρεια του πιστωτικού ιδρύματος να καταγγείλει τη δανειακή σύμβαση και να επιδιώξει την ικανοποίηση της απαίτησής του είναι απόρροια του δικαιώματός του για ελεύθερη διοίκηση και διαχείριση της περιουσίας του (Α.Π. 916/2023).
Η διακρίβωση των πράξεων, με τις οποίες ο δικαιούχος άσκησε το δικαίωμά του στη συγκεκριμένη περίπτωση, αποτελεί πραγματικό ζήτημα και κρίνεται ανελέγκτως από το δικαστήριο της ουσίας, η κρίση του, όμως, αυτή ότι ορισμένη συμπεριφορά υπερβαίνει, και μάλιστα προφανώς, τα όρια που θέτουν τα παραπάνω κριτήρια είναι νομική και, επομένως, υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο.
Ο Άρειος Πάγος, δηλαδή, ελέγχει μόνο αν τα πραγματικά περιστατικά, που έγιναν δεκτά από το δικαστήριο της ουσίας συνιστούν την προεκτεθείσα νομική έννοια του άρθρου 281 ΑΚ (Ολ.Α.Π. 8/2018). Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.Α.Π. 7/2006).
Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.Α.Π. 27/1998).
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.
Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ.Α.Π. 8/2018, Ολ.Α.Π. 7/2006).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Έλλειψη δε νομίμου βάσεως της αποφάσεως συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κι έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόσθηκε (Ολ.Α.Π. 6/2006).
Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (Ολ.Α.Π. 18/08, Ολ.Α.Π. 15/2006).
Τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (Α.Π. 50/2020, Α.Π. 1075/2019, Α.Π. 708/2017, Α.Π. 667/2016).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κατά το μέρος που ενδιαφέρει τον αναιρετικό έλεγχο, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Δυνάμει της με αριθμό 1/20.6.2007 σύμβασης χρεολυτικού δανείου, όπως αυτή τροποποιήθηκε..., η καθ' ης η ανακοπή χορήγησε στον ανακόπτοντα πίστωση ποσού 2.500.000 ευρώ, εξοφλητέα σε 14 ισόποσες τρίμηνες δόσεις, κατά τους ειδικότερα συμφωνηθέντες όρους.
Την 5.12.2016 η καθ' ης η ανακοπή προέβη σε έγγραφη καταγγελία της σύμβασης, λόγω μη εκπλήρωσης των υποχρεώσεων του ανακόπτοντος, την οποία του κοινοποίησε την 8.12.2016, ζητώντας του την καταβολή του οφειλομένου ποσού που ανερχόταν σε 3.461.511, 30 ευρώ πλέον τόκων και εξόδων. Στη συνέχεια, η καθ' ης η ανακοπή πέτυχε την έκδοση της υπ' αρ. 3514/2017 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία ο ανακόπτων υποχρεώθηκε να της καταβάλει το άνω ποσό πλέον τόκων και εξόδων.
Ο ανακόπτων αμφισβητεί το κύρος της καταγγελίας, ισχυριζόμενος ότι δεν τηρήθηκε o Κώδικας Δεοντολογίας των Τραπεζών, τον οποίο είναι υποχρεωμένη να τηρεί η καθ' ης η ανακοπή. Αυτό δεν αποδεικνύεται ωστόσο αληθές. Συγκεκριμένα, η καθ' ης η ανακοπή, απέστειλε στον ανακόπτοντα τις από 11.6.2015 και 23.9.2015 επιστολές της με τις οποίες τον κάλεσε να υποβάλει το έντυπο οικονομικής πληροφόρησης συνοδευόμενο από τα απαιτούμενα οικονομικά στοιχεία και δικαιολογητικά, ώστε να εξεταστεί η δυνατότητα ρύθμισης της οφειλής του.
Ο ανακόπτων υπέβαλε τα οικονομικά του στοιχεία, τα οποία η καθ' ης η ανακοπή αξιολόγησε με βάση τους κανόνες που επιβάλει ο Κώδικας Δεοντολογίας και ιδίως τις ανάγκες συμμόρφωσής της προς τις εποπτικές απαιτήσεις και τις ειδικότερες κατευθυντήριες γραμμές της Τράπεζας της Ελλάδος (βλ. ΠΕΕ 42/30.5.2014 αρ. 1.11) και απέκλεισε τη δυνατότητα βιώσιμης ρύθμισης.
Τα κριτήρια για την αξιολόγηση αυτή, ήταν η αδυναμία αποπληρωμής των υφισταμένων τότε ληξιπρόθεσμων οφειλών και εν γένει αδυναμία ικανοποίησης των συμβατικών υποχρεώσεων του ανακόπτοντος κατ' ελάχιστο λόγω του χαμηλού και ανεπαρκούς διαθεσίμου εισοδήματός του σε συνάρτηση με την υψηλή δανειακή του επιβάρυνση προς την Τράπεζα, καθώς επίσης η έλλειψη ικανών εισοδημάτων από την εκμετάλλευση της ακίνητης περιουσίας του.
Τον αποκλεισμό της εξεύρεσης λύσης στα πλαίσια της Δ.Ε.Κ. κοινοποίησε η καθ' ης η ανακοπή με εξώδικη δήλωσή της που κοινοποιήθηκε στον ανακόπτοντα την 27.4.2016... Ο ανακόπτων επανήλθε με νέα πρόταση την 24.5.2016, την οποία βάσισε σε επιχειρηματικό πλάνο που συνέταξε η εταιρία F.V.A.T. Advisory Α.Ε. Την πρόταση αυτή και πάλι εξέτασε η τράπεζα, ομοίως όμως την απέρριψε.
Οι λόγοι για την απόρριψη, τους οποίους κοινοποίησε στον ανακόπτοντα την 4.7.2016... ήταν η σημαντικότατη ζημία για την τράπεζα, εφόσον το ποσό της αποπληρωμής που αναφερόταν στο επιχειρηματικό σχέδιο ανερχόταν σε 2.500.000 ευρώ, χαμηλότερο του μισού της τρέχουσας τότε οφειλής, ο μακροπρόθεσμος ορίζοντας αποπληρωμής σε 20 έτη με συγκέντρωση πιστωτικού κινδύνου σε μία επιχειρηματική μονάδα, καθώς επίσης και οι ασάφειες του σχεδίου ως προς την πηγή χρηματοδότησης 571.000 ευρώ που στη μελέτη αναφέρονται ως απαιτούμενα για την αποπεράτωση των κατοικιών, την ανάληψη της διαχείρισης και λειτουργίας των οικημάτων ως τουριστικών καταλυμάτων και την τακτοποίηση των πολεοδομικών παραβάσεων και της υπό εξέλιξη δικαστικής διαμάχης με το ΙΚΑ.
Από τα ανωτέρω, συνάγεται ότι η τράπεζα προέβη πριν την καταγγελία της σύμβασης και την έκδοση της προσβαλλόμενης διαταγής πληρωμής, σε αξιολόγηση των οικονομικών στοιχείων και των προτάσεων που της προσκόμισε ο ανακόπτων, χωρίς εν τούτοις να προκύψει δυνατότητα βιώσιμης ρύθμισης, η συμπεριφορά της δε αυτή είναι σύμφωνη με τον Κώδικα Δεοντολογίας των Τραπεζών, σε συνδυασμό με τις ανάγκες συμμόρφωσής της προς τις ισχύουσες εποπτικές απαιτήσεις και τις κατευθυντήριες γραμμές της Τράπεζας της Ελλάδος.
Επομένως η καταγγελία που ακολούθησε δεν είναι καταχρηστική, αντίθετη προς τις διατάξεις του άρθρου 281 ΑΚ...". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμο το σχετικό λόγο της ανακοπής του αναιρεσείοντος, καθώς και την έφεση στο σύνολό της.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ότι δηλαδή η Τράπεζα δεν άσκησε καταχρηστικά το δικαίωμα καταγγελίας της δανειακής σύμβασης, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 1 § 2 ν. 4224/2013 και του Κώδικα Δεοντολογίας, δηλαδή της ισχύουσας κατά το χρόνο της καταγγελίας 195/1/29-7-2016 απόφασης της Επιτροπής Πιστωτικών και Ασφαλιστικών Θεμάτων της Τράπεζας της Ελλάδος, και δεν παραβίασε ευθέως με τη μη εφαρμογή τους τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 281, 174, 178, 200 και 288 Α.Κ., οι οποίες δεν ήσαν εφαρμοστέες στη ένδικη υπόθεση, καθόσον, ανεξαρτήτως του ότι, κατά τη μείζονα σκέψη, η επικαλούμενη από την αναιρεσείουσα με την ανακοπή της παράβαση των διατάξεων του ν. 4224/2013 και του Κώδικα Δεοντολογίας δεν επιφέρει αυτοδίκαιη ακυρότητα κατά το άρθρο 174 Α.Κ.
της καταγγελίας από την Τράπεζα της δανειακής σύμβασης, αλλά συνεπάγεται μόνο κυρώσεις εποπτικής φύσεως, δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους, αφού, κατά τις ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, α) η Τράπεζα πριν από την καταγγελία της σύμβασης κάλεσε τον αναιρεσείοντα να προσκομίσει τα οικονομικά του στοιχεία και προβαίνοντας σε αξιολόγηση αυτών βάσει των κανόνων του Κώδικα Δεοντολογίας, καθώς και των κατευθυντηρίων γραμμών της Τράπεζας της Ελλάδος, έκρινε τα στοιχεία αυτά ανεπαρκή για ρύθμιση της οφειλής, δηλαδή για τροποποίηση της σύμβασης με νέους όρους εξυπηρέτησης του δανείου, λόγω αδυναμίας ανταπόκρισης του αναιρεσείοντος έστω και κατ' ελάχιστο στις συμβατικές του υποχρεώσεις, εξαιτίας του χαμηλού και ανεπαρκούς διαθέσιμου εισοδήματός του σε συνάρτηση με την υψηλή δανειακή του επιβάρυνση και την έλλειψη ικανών εισοδημάτων από την εκμετάλλευση της ακίνητης περιουσίας του, και ότι επομένως δεν υπήρχε περίπτωση εξεύρεσης λύσης στα πλαίσια της Διαδικασίας Επίλυσης Καθυστερήσεων, απέρριψε δε ως ασύμφορη και ζημιογόνα για την ίδια πρόταση του αναιρεσείοντος βασιζόμενη σε επιχειρηματικό σχέδιο, επειδή προέβλεπε σοβαρή απομείωση του χρέους, μεγάλη επιμήκυνση του χρόνου αποπληρωμής σε είκοσι έτη και συγκέντρωση του πιστωτικού κινδύνου σε μία επιχειρηματική μονάδα, και υπήρχαν ασάφειες για τον τρόπο χρηματοδότησης ποσού 571.000 ευρώ, που απαιτείτο για την αποπεράτωση των κτισμάτων, τη διαχείριση και λειτουργία της επιχείρησης και την τακτοποίηση των πολεοδομικών παραβάσεων και της δικαστικής αντιδικίας του αναιρεσείοντος με το Ι.Κ.Α., και β) η απόρριψη της λύσης ρύθμισης ήταν αιτιολογημένη και αποτέλεσμα αποκλειστικά της διερεύνησης και αξιολόγησης των οικονομικών στοιχείων του αναιρεσείοντος βάσει των κανόνων του Κώδικα Δεοντολογίας και των κατευθυντηρίων οδηγιών της Τράπεζας της Ελλάδος προς τα πιστωτικά ιδρύματα, και όχι προϊόν κακοβουλίας με σκοπό την απόκτηση σε πολύ χαμηλή τιμή της ακίνητης περιουσίας του αναιρεσείοντος, όπως ισχυρίστηκε αυτός με την ανακοπή του, και συνεπώς, τα αποδειχθέντα αυτά πραγματικά περιστατικά δεν πληρούν το πραγματικό της νομικής έννοιας της καταχρηστικής άσκησης εκ μέρους της Τράπεζας του δικαιώματος καταγγελίας της δανειακής σύμβασης και δεν δικαιολογούν την εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 281 Α.Κ., παρόλο που, από τις παραδοχές της απόφασης, δεν προκύπτει ότι η Τράπεζα, μετά τον αποκλεισμό της λύσης ρύθμισης, προέβη και σε πρόταση οριστικής διευθέτησης προς τον αναιρεσείοντα, δηλαδή δεν προκύπτει ότι εξάντλησε τις δυνατότητες του τέταρτου σταδίου της Δ.Ε.Κ., αφού, κατά τα προαναφερθέντα στη μείζονα σκέψη, η τυχόν μη πλήρης τήρηση της Δ.Ε.Κ.
μπορεί να θεμελιώσει καταχρηστικότητα μόνο όταν συντρέχουν και άλλες προϋποθέσεις, που να καθιστούν προφανώς μη ανεκτή την άσκηση του δικαιώματος (λ.χ. πάροδος μεγάλου χρονικού διαστήματος σε συνδυασμό με τη δημιουργία στον οφειλέτη εύλογης πεποίθησης περί μη άσκησης του δικαιώματος, και ιδιαιτέρως επαχθείς συνέπειες από την άσκησή του), οι οποίες δεν προκύπτει από τις παραδοχές του Εφετείου ότι συντρέχουν εν προκειμένω, και λαμβανομένου υπόψη του ότι η Τράπεζα δεν έχει νόμιμη υποχρέωση να προτείνει στον οφειλέτη λύση με όρους ασύμφορους για την ίδια, ή να δεχτεί πρότασή του που είναι στο σύνολό της ζημιογόνα γι' αυτήν, ακόμη και όταν στην αντιπρόταση περιλαμβάνεται όρος περί μεταβίβασης στην Τράπεζα περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη, το δε συμβατικό δικαίωμα της Τράπεζας να καταγγείλει τη σύμβαση είναι απόρροια του δικαιώματός της για διαχείριση της περιουσίας της, τον τρόπο της οποίας ελεύθερα κατ' αρχήν αυτή αποφασίζει.
Εξάλλου, με τις ανωτέρω παραδοχές του το Εφετείο δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση, καθώς διέλαβε σε αυτήν σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των προδιαληφθεισών ουσιαστικού δικαίου διατάξεων του άρθρου 1 § 2 ν. 4224/2013 και του Κώδικα Δεοντολογίας, και τη μη εφαρμογή των άρθρων 174, 281, 178, 200 και 288 Α.Κ., τις οποίες έτσι δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου, αφού τα ανωτέρω δεκτά, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά θεμελιώνουν σαφώς το διατυπούμενο αποδεικτικό του πόρισμα περί μη καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος της Τράπεζας για καταγγελία της δανειακής σύμβασης.
Επομένως οι πρώτος, δεύτερος και τρίτος λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους ο αναιρεσείων προβάλλει πλημμέλειες της προσβαλλόμενης απόφασης από τους αρ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ με τις ανωτέρω αιτιάσεις, είναι αβάσιμοι.
Κατ' ακολουθίαν τούτων, εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος προς εξέταση, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί κατ' άρθρο 495 § 3 ΚΠολΔ η εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο και να καταδικαστεί ο ηττώμενος αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν προτάσεις, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό, σύμφωνα με τα άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 20-4-2021 αίτηση του Π. Λ. για αναίρεση της 3185/2020 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 26 Φεβρουαρίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 11 Μαρτίου 2024.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ