Greek Supreme Court dismisses bank's appeal against employee's promotion and moral damages award.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece dismissed the Greek National Bank's appeal against a lower court ruling that granted an employee's promotion and moral damages. The employee argued that the bank's deliberate obstruction of his 2007 promotion caused him significant professional and personal harm. The court found the lower court's reasoning sound, noting the bank's bad faith and the employee's clear superiority over his peers, thereby rejecting the bank's claims of procedural error.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(1) and 577 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court held that an appellate court's decision is not arbitrary if it correctly applies substantive law regarding wrongful conduct and moral damages based on clear factual evidence of the employer's bad faith.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 390 / 2022 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 390/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Μαντούβαλο - Εισηγητή, Μαρία Σιμιτσή - Βετούλα, Αριστείδη Βαγγελάτο και Κωνσταντίνα Νάκου, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 12 Οκτωβρίου 2021, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Βερβεσό, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο oποίος κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: Β. Φ. του Ι., κατοίκου ... ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Κάπο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο oποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5/7/2011 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 592/2015 του ίδιου Δικαστηρίου και 6337/2018 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα εταιρεία με την από 19/10/2020 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 19-10-2020 και με αριθ. κατάθεσης 7997/953/19-10-2020 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών υπ' αριθ. 6337/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Με την απόφαση αυτή, κατά το μέρος κατά το οποίο εκτείνεται ο αναιρετικός έλεγχος, το Εφετείο δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσία την από 1-4-2015 έφεση του αναιρεσίβλητου -ενάγοντος κατά της υπ' αριθ. 592/2015 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε ως αόριστη η από 5-7-2011 αγωγή στρεφόμενη κατά της αναιρεσείουσας -εναγομένης, με την οποία ο ενάγων -αναιρεσίβλητος υπάλληλος της εναγομένης ζήτησε να αναγνωριστεί ότι η τελευταία, Τραπεζική εταιρεία, όφειλε να τον προαγάγει στο βαθμό του Υποδιευθυντή της βαθμολογικής κλίμακας των υπαλλήλων της από 27-11-2007 και ότι του οφείλει ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης το ποσό των 20.000€ και, αφού εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση δέχθηκε την αγωγή εν μέρει, όπως προσδιορίζεται πιο κάτω και ως ουσία βάσιμη. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (ΚΠολΔ 552, 553, 556, 558, 564, 566 § 1, 144). Είναι συνεπώς παραδεκτή (ΚΠολΔ 577 § 1) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των λόγων της (ΚΠολΔ 577 § 3).
Από τις διατάξεις των άρθρων 27 § στ', 33 και 38 του έχοντος ισχύ νόμου Καταστατικού της Τράπεζας της Ελλάδος [(αναιρεσείουσας) κυρ. ν. 3234/1927] προκύπτει ότι οι προαγωγές και η υπηρεσιακή εξέλιξη των υπαλλήλων της ρυθμίζονται από τον Οργανισμό Εσωτερικής Υπηρεσίας και Κανονισμό βαθμολογικής και μισθολογικής τάξεως των υπαλλήλων της, ο οποίος καταρτίζεται από το Γενικό Συμβούλιο της Τράπεζας και έχει, ως εκ τούτου, συμβατική ισχύ.
Οι προαγωγές των υπαλλήλων αυτών τελούν υπό αίρεση, η πλήρωση της οποίας συντελείται με την απόφαση του Γενικού Συμβουλίου της Τράπεζας, για την προαγωγή του υπαλλήλου σε ανώτερο βαθμό (άρθρο 201 ΑΚ). Αν κριθεί από τον εργοδότη ότι ο εργαζόμενος δεν συγκεντρώνει τις συμφωνημένες προϋποθέσεις για την προαγωγική ή μισθολογική του εξέλιξη και η κρίση του αυτή είναι κατάφωρα άδικη, η πλήρωση της ανωτέρω αίρεσης παρακωλύεται εναντίον της καλής πίστης από μέρους του εργοδότη, οπότε η αίρεση θεωρείται ότι έχει πληρωθεί (άρθρο 207 ΑΚ).
Κατάφωρα άδικη είναι η κρίση του υπόχρεου εργοδότη, όταν υπερβαίνει τα ακραία όρια μέσα στα οποία μπορεί αυτός να κινηθεί κατά την εκτίμηση της υπηρεσιακής επίδοσης και απόδοσης του υπαλλήλου, εφόσον η συγκεκριμένη αρνητική κρίση είναι καταφανής, δηλαδή κατ' αντικειμενική κρίση άδικη και όχι όταν η κρίση αυτή θα μπορούσε, κατ' υποκειμενική εκτίμηση, να ήταν διαφορετική.
Αν στη συγκεκριμένη περίπτωση διαπιστωθεί ότι η μη πλήρωση της αίρεσης είναι αντίθετη προς την καλή πίστη με την ανωτέρω έννοια του όρου, η προαγωγή του υπαλλήλου αναγνωρίζεται από το Δικαστήριο και, σύμφωνα με το άρθρο 12 του ν. 1082/1980, μετά την τελεσιδικία της απόφασης, θεωρείται ότι πραγματοποιήθηκε από τότε που έπρεπε να συντελεστεί (ΟλομΑΠ 32/2002, ΑΠ 1451/2017, ΑΠ 1976/2013).
Εξάλλου, κατά τις διατάξεις των άρθρων 10 και 12 του Οργανισμού Εσωτερικής Υπηρεσίας και Κανονισμού βαθμολογικής και μισθολογικής τάξεως των υπαλλήλων της αναιρείουσας Τράπεζας της Ελλάδος, που, όπως προειπώθηκε, έχει συμβατική ισχύ, η προαγωγή των υπαλλήλων της από τον 3° βαθμό (του εντεταλμένου Τμηματάρχη -Προϊσταμένου) στον 2° βαθμό (του Υποδιευθυντή) που είναι και ο καταληκτικός, αποφασίζεται από το Γενικό Συμβούλιο αυτής κατά απόλυτη εκλογή και ελεύθερη κρίση, μετά γνώμη του Διοικητού, όταν συντρέχουν οι ακόλουθες προϋποθέσεις:
α) ύπαρξη κενής οργανικής θέσεως, β) συμπλήρωση ευδόκιμης υπηρεσίας ενός έτους στον 3° βαθμό, γ) ύπαρξη προσόντων ανώτερης θέσεως, δ) επίδειξη εξαιρετικής επιδόσεως, ήθους, ικανότητας και φιλεργίας κατά την άσκηση της υπηρεσίας και ε) επίδειξη ικανότητας συστηματικού προσδιορισμού και αποτελεσματικού συνδυασμού διαθεσίμων μέσων και προσωπικού, κατά τρόπο αυξητικό του υπηρεσιακού έργου και της παραγωγικότητας των εργαζομένων.
Ακόμη, με την υπ' αριθ. 20/21.12.1990 απόφαση του Γενικού Συμβουλίου αυτής, συμπληρώθηκε η ως άνω διάταξη του άρθρου 12 του Οργανισμού της και θεσπίστηκαν για τους κρινόμενους με τον βαθμό του λογιστή και άνω, από το έτος 1990 και εφεξής και άλλα προσόντα και ικανότητες, όπως γνώσεις και ικανότητα εκτελέσεως εκτός από τις συνήθεις τραπεζικές, διοικητικές, εκτελεστικές και συναφείς εργασίες, σε άλλα περισσότερο εξειδικευμένα καθήκοντα, που αναφέρονται σε βασικές λειτουργίες της κεντρικής τράπεζας, όπως:
α] η ικανότητα διεκπεραιώσεως συγχρόνων τραπεζικών εργασιών, η γνώση της λειτουργίας των τραπεζικών αγορών και των νέων χρηματοπιστωτικών προϊόντων και υπηρεσιών, η ικανότητα συστηματικής παρακολούθησης και διερεύνησης των εξελίξεων της τραπεζικής αγοράς και της μη τραπεζικής αγοράς χρήματος, β] η ικανότητα να επεξεργάζονται μέτρα και ρυθμίσεις, που αναφέρονται σε θέματα νομισματικής και πιστωτικής πολιτικής και λειτουργίας και προσαρμογής του πιστωτικού συστήματος, γ] η ικανότητα επεξεργασίας στατιστικών στοιχείων, δ] η γνώση και εμπειρία σε θέματα εποπτείας του πιστωτικού συστήματος και η ικανότητα άσκησης ελέγχου εφαρμογής των πιστωτικών και συναλλαγματικών κανόνων, ε] η γνώση και η ικανότητα βελτίωσης μεθόδων και διαδικασιών άσκησης αποτελεσματικής διοίκησης και βελτίωσης των μεθόδων διοίκησης και στ] η ικανότητα εκπροσώπησης της τράπεζας στο εσωτερικό και στο εξωτερικό.
Τα απαιτούμενα για την προαγωγή προσόντα, εξευρίσκονται από το κατά το άρθρο 34 του Κανονισμού καταστάσεως των υπαλλήλων, συντασσόμενο, κάθε έτος, φύλλο ποιότητας για κάθε υπάλληλο, στο οποίο αναφέρονται με λεπτομέρεια τα στοιχεία που λαμβάνονται υπόψη για τον προσδιορισμό της ποιότητας των υπαλλήλων (ΑΠ 1045/2018, ΑΠ 434/2010, ΑΠ 181/2008).
Περαιτέρω, με την Πράξη Διοικητή της ΤτΕ 337/2-6-1989 υλοποιήθηκε η απόφαση του Γενικού Συμβουλίου της ΤτΕ 6/3-3-1989, με την οποία εγκρίθηκε η νέα οργανωτική διάρθρωση των Διευθύνσεων Εσωτερικής Επιθεώρησης και Γενικής Επιθεώρησης Τραπεζών (ΓΕΤ) και Οργάνωσης και Προγραμματισμού. Σύμφωνα με την Πράξη αυτή του Διοικητή (ΠΔ), το προσωπικό της Διεύθυνσης Εσωτερικής Επιθεώρησης και της Γενικής Επιθεώρησης Τραπεζών εντάσσεται υποχρεωτικά με βάση το βαθμό ιεραρχίας και τα έτη παραμονής του σ' αυτές σε μία από τις διαβαθμίσεις:
Βοηθός Επιθεωρητής Β', Βοηθός Επιθεωρητής Α', Επιθεωρητής Γ', Επιθεωρητής Β' και Επιθεωρητής Α', σε κάθε μία δε από αυτές αντιστοιχεί ένα επίδομα εξειδικευμένης εργασίας κλιμακούμενο. Ειδικότερα, η θέση του Επιθεωρητή Α' εξομοιώνεται από άποψη επιδόματος ευθύνης με τη θέση του Υποδιευθυντή, του Προϊσταμένου του Τμήματος, ή του αναπληρωτή Προϊσταμένου του Τμήματος, εφόσον ο υπάλληλος φέρει αντίστοιχα το βαθμό του Υποδιευθυντή, του Εντεταλμένου Τμηματάρχη Προϊσταμένου ή του Τμηματάρχη.
Η θέση του Επιθεωρητή Β' εξομοιώνεται από άποψη επιδόματος ευθύνης με τη θέση ευθύνης του Αναπληρωτή Προϊσταμένου Τμήματος, εφόσον ο υπάλληλος φέρει το βαθμό του Τμηματάρχη ή του Αρχιλογιστή. Τέλος, η θέση του Επιθεωρητή Γ' εξομοιώνεται από άποψη επιδόματος ευθύνης με τη θέση ευθύνης του Προϊσταμένου Υπηρεσίας εφόσον ο υπάλληλος φέρει τον βαθμό του Αρχιλογιστή και Λογιστή ή του Αναπληρωτή Προϊσταμένου Υπηρεσίας, εφόσον φέρει το βαθμό του Υπολογιστή Α'.
Όπως καθορίζεται στην εν λόγω ΠΔ, η Γενική Επιθεώρηση Τραπεζών είναι μια εκ των τριών Διευθύνσεων της εναγομένης που επιτελούν εξειδικευμένη εργασία, δηλαδή εργασία μη τυποποιημένη, η οποία μπορεί να αναφέρεται σε ένα πλήθος θεμάτων, που για την αντιμετώπισή τους δεν ακολουθούνται συνήθως προκαθορισμένες διαδικασίες, αλλά απαιτείται, κάθε φορά, συνδυασμός διαφορετικών ικανοτήτων, μεθόδων τεχνικών και εξειδικευμένων γνώσεων σε συγκεκριμένα γνωστικά πεδία, που αποκτώνται είτε με πανεπιστημιακή εκπαίδευση, συνήθως σε μεταπτυχιακό επίπεδο, είτε με μακρόχρονη εμπειρία, είτε με συνδυασμό και των δύο.
Επομένως, σύμφωνα με την παραπάνω ΠΔ, η ένταξη σε μία από τις ανωτέρω διαβαθμίσεις του προσωπικού της ΓΕΤ (Επιθεωρητών), είναι υποχρεωτική για όλο το προσωπικό της Διεύθυνσης αυτής και αφορά μόνον τη χορήγηση του εξειδικευμένου επιδόματος και δεν εξομοιώνεται, από άποψη καθηκόντων, προς τις προαναφερθείσες θέσεις ευθύνης (του Προϊσταμένου ή Αναπληρωτή Προϊσταμένου Τμήματος, Τομέα ή Υπηρεσίας), έχει δηλαδή καθαρά μισθολογικό χαρακτήρα, αφορά, όμως, εξαιρετικά μικρό κύκλο εργαζομένων που ασκούν εξειδικευμένη εργασία για τους οποίους απαιτούνται αυξημένα προσόντα και η τοποθέτησή τους στη θέση αυτή αποτελεί έμπρακτη αναγνώριση των προσόντων και της ποιότητάς τους ως υπαλλήλων και κατά τούτο αυτοί υπερέχουν έναντι των ομοιόβαθμων (χωρίς ανάθεση υπεύθυνων καθηκόντων) αλλά όχι Επιθεωρητών συναδέλφων τους.
Από όλα τα παραπάνω συνάγεται ότι, εφόσον, στα πλαίσια σύμβασης εξαρτημένης εργασίας, το αρμόδιο εργοδοτικό όργανο της αναιρεσείουσας Τράπεζας, στην οποία οι προαγωγές και η υπηρεσιακή εξέλιξη των υπαλλήλων της ρυθμίζονται από κανονισμό προσωπικού με συμβατική ισχύ, ασκώντας το διαπλαστικό διευθυντικό της δικαίωμα, παρά την αντικειμενικώς υφισταμένη συνδρομή των απαιτουμένων όρων, κατά κρίση καταφώρως άδικη προέβη σε προαγωγικές κρίσεις των υπαλλήλων της, παραλείποντας κάποιον εξ αυτών, συντρέχει περίπτωση όπου η Τράπεζα (εργοδότης), έναντι του παραλειφθέντος, εμπόδισε την πλήρωση της αιρέσεως αντίθετα προς την καλή πίστη, υπό την έννοια του άρθρου 207 ΑΚ.
Στην περίπτωση αυτή, μπορεί να ζητηθεί από τον τελευταίο με αναγνωριστική αγωγή να βεβαιωθεί με δικαστική απόφαση ότι, στα πλαίσια της ενεργού σύμβασης εξαρτημένης εργασίας, που τον συνδέει με την εναγομένη εργοδότρια, αυτή οφείλει έκτοτε (από τις κρίσιμες προαγωγικές κρίσεις) να αποδέχεται τις υπηρεσίες του, ως (μη παραλειφθέντα, αλλά αντίθετα) προαχθέντα, αφού με την τελεσιδικία της αποφάσεως, που δέχεται τη σχετική αναγνωριστική αγωγή, η προαγωγή του λογίζεται ότι πραγματοποιήθηκε αυτοδικαίως, κατά πλάσμα δικαίου, από τον χρόνο κατά τον οποίο έπρεπε να συντελεσθεί (άρθρο 12 ν. 1082/1980).
Δεν αποκλείεται δε, εκτός από την αξίωση του μισθωτού για καταβολή ως αποζημίωσης της διαφοράς του ανώτερου μισθού και η επί πλέον αξίωσή του να του καταβάλει η εργοδότρια εύλογο χρηματικό ποσό, καθοριζόμενο κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου, ως χρηματική ικανοποίηση προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης, που του προκάλεσε η παράλειψη της προαγωγής του, αν αυτή έχει συντελεστεί υπαίτια και υπό συνθήκες που συνιστούν προσβολή της προσωπικότητάς του, κατά τις διατάξεις των άρθρων 57, 59, 299 ΑΚ (ΑΠ 287/2015, ΑΠ 111/2014, ΑΠ 1131/2006).
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλομΑΠ 1/2016, ΟλομΑΠ 7/2006).
Ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις αναγόμενες μόνον στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δε συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνον το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλομΑΠ 1/1999, ΟλομΑΠ 24/1992).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 § 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση του περιεχομένου της προσβαλλομένης αποφάσεώς του, το Εφετείο δέχθηκε, ως προς τα ζητήματα επί των οποίων εκτείνεται ο αναιρετικός έλεγχος, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, επί λέξει τα εξής: "...
Ο ενάγων (ήδη αναιρεσίβλητος) προσλήφθηκε, στις 18.04.1977 από την εναγομένη (ήδη αναιρεσείουσα) ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία 'Τράπεζα της Ελλάδος ΑΕ' με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου,... κατόπιν επιτυχούς συμμετοχής του στον διενεργηθέντα σχετικό διαγωνισμό της, ενταχθείς στο Λογιστικό κλάδο των υπαλλήλων της.
Μετά από βαθμολογική εξέλιξη στο Λογιστικό Κλάδο της εναγόμενης προήχθη στον βαθμό του Εντεταλμένου Τμηματάρχη -Προϊσταμένου από 01.05.2002. Ο ενάγων είναι πτυχιούχος του Νομικού Τμήματος της Νομικής Σχολής του ΕΚΠΛ και πτυχιούχος του Οικονομικού και Πολιτικού Τμήματος της ίδιας Νομικής Σχολής και κατέχει δύο μεταπτυχιακούς τίτλους σπουδών, ήτοι δίπλωμα μεταπτυχιακών σπουδών (master) του Ινστιτούτου Περιφερειακής Ανάπτυξης του Παντείου Πανεπιστημίου και δίπλωμα μεταπτυχιακών σπουδών (master) τής Νομικής Σχολής του ΕΚΠΑ στους κλάδους εμπορικού και εργατικού δικαίου και της πολιτικής οικονομίας.
Χειρίζεται άριστα Η/Υ Word, Excel, Access, Internet γνωρίζει πιστοποιημένα πολύ καλά την αγγλική γλώσσα (First Certificate in English of Cambridge), καλά την ιταλική γλώσσα χωρίς όμως πιστοποίηση και μέτρια την γερμανική και την ισπανική γλώσσα, χωρίς πιστοποίηση επίσης. Κατά την πρόσληψή του τοποθετήθηκε στο Κεντρικό Κατάστημα και στο Τμήμα Προσλήψεων και Κίνησης Προσωπικού στη Διεύθυνση Διοικητικού της εναγομένης, όπου παρέμεινε έως το έτος 1986.
Έκτοτε δηλαδή από το έτος 1986, ενώ αυτός έφερε τον βαθμό του Αρχιλογιστή, και έως το έτος 1992 υπηρέτησε ως Επιθεωρητής Β' στη Διεύθυνση Ελέγχου για την Εφαρμογή των Συναλλαγματικών Κανόνων,... ασκώντας έτσι,... από το έτος 1986 και από θέση ευθύνης υπεύθυνα καθήκοντα αντίστοιχα προς εκείνα του Αναπληρωτή Προϊσταμένου Τμήματος...
Από δε το έτος 1992 έως τις 06.02.1997, άσκησε τα ίδια υπεύθυνα καθήκοντα, αντίστοιχα προς εκείνα του Αναπληρωτή Προϊσταμένου Τμήματος, ως Επιθεωρητής Β' στη Διεύθυνση Γενικής Επιθεώρησης Τραπεζών, με διακοπή ενός περίπου έτους (1995-1996), όπου ήταν αποσπασμένος στο Υπουργείο Οικονομικών. Περαιτέρω, από 06.02.1997 υπηρέτησε στην ίδια άνω Διεύθυνση της εναγομένης, ως Επιθεωρητής Α' επικεφαλής κλιμακίου Επιθεωρητών της, με ευθύνη διενέργειας ελέγχων στις λοιπές εμπορικές τράπεζες, εμπορικές, βιομηχανικές και βιοτεχνικές επιχειρήσεις και ανταλλακτήρια συναλλάγματος και σύνταξη σχετικών πορισμάτων για τα αποτελέσματα των ελέγχων αυτών, ασκώντας έτσι, από υψηλής στάθμης θέση ευθύνης υπεύθυνα καθήκοντα αντίστοιχα προς εκείνα του Προϊσταμένου Τμήματος, που του ανατέθηκαν με την 55/06.02.1997 ΠΔ της εναγομένης, ενώ ο ίδιος έφερε τον βαθμό του Τμηματάρχη (από 01.07.1991), λόγω της εξαιρετικής του ικανότητας, σύμφωνα με τις 337/1989 και 487/1990 Πράξεις Διοικητή της εναγομένης.
Από δε τις 05.09.2003, οπότε αναδιοργανώθηκαν οι υπηρεσίες της εναγόμενης και η άνω Διεύθυνση μετονομάστηκε σε Διεύθυνση Εποπτείας Πιστωτικού Συστήματος, ο ενάγων υπηρέτησε στην ίδια υπηρεσία με τον βαθμό του Εντεταλμένου Τμηματάρχη -Προϊσταμένου τον οποίο κατείχε από 01.05.2002 ως Αναπληρωτής Προϊστάμενος του Γραφείου (οργανωμένου σε επίπεδο Τμήματος, με την από 05.09.2003 απόφαση του ΓΣ της εναγομένης) θεμάτων πρόληψης της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες με χρέη Προϊσταμένου και από 22.11.2005, ως Προϊστάμενος του Τμήματος αυτού.
Κατά τη διάρκεια της υπηρεσίας του στο εν λόγω Γραφείο, συνέβαλε στην οργάνωσή του σε Τμήμα, παρακολουθώντας τις διεθνείς εξελίξεις στο πλαίσιο της FATF (Financial Action Task Force), του Συμβουλίου της Ευρώπης, των ευρωπαϊκών και διεθνών εποπτικών Αρχών και του ΟΠΕ, σε επίπεδο καταπολέμησης της τρομοκρατίας. Συνέβαλε δε ουσιαστικά με τη συμμετοχή του σε ειδική νομοπαρασκευαστική επιτροπή, στη μεταγενέστερη εκπόνηση του βασικού για το ζήτημα αυτό ν. 3691/2008, ο οποίος αναβάθμισε το θεσμικό πλαίσιο και τους μηχανισμούς πρόληψης του ξεπλύματος χρήματος και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας και ενσωμάτωσε τις διατάξεις κοινοτικών Οδηγιών.
Επιπρόσθετα, συνέταξε εγκυκλίους της εναγομένης, διευκρινιστικά έγγραφα και οδηγούς ελέγχου για τη συμμόρφωση των εποπτευόμενων ιδρυμάτων με τις υποχρεώσεις που απορρέουν από το ισχύον θεσμικό πλαίσιο, καθώς και αξιολόγησης της επάρκειας και αποτελεσματικότητας των εφαρμοζόμενων διαδικασιών πρόληψης και αντιμετώπισης του ξεπλύματος χρήματος και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας.
Κατά τη διάρκεια της συνολικής υπηρεσίας του στην εναγομένη και μέχρι τις κρίσιμες προαγωγικές κρίσεις της 27.11.2007, παρακολούθησε 28 σεμινάρια και ημερίδες και συγκεκριμένα, είκοσι ένα (21) ενδοτραπεζικά επιμορφωτικά σεμινάρια, σε δύο από τα οποία (για την πρόληψη και καταστολή του ξεπλύματος χρήματος και για την προστασία του καταναλωτή τραπεζικών προϊόντων) υπήρξε εισηγητής.
Κατά την ίδια χρονική περίοδο παρακολούθησε επτά (7) εξωτραπεζικά σεμινάρια και ημερίδες, υπήρξε μέλος δύο Επιτροπών και μιας Ομάδας εργασίας και Εισηγητής στην Επιτροπή Συναλλαγματικών Παραβάσεων. Κατά δε το ίδιο άνω χρονικό διάστημα εκπόνησε πολυσέλιδες εργασίες επί των τραπεζικών θεμάτων που είχαν συνάφεια με τις αρμοδιότητές του, όπως 1) Η νομική ευθύνη των Επιθεωρητών της ΤτΕ, 2) ΕΥΡΩ και ανταλλακτήρια συναλλάγματος, 3) Το θεσμικό πλαίσιο για την πρόληψη του ξεπλύματος χρήματος και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας και 4) Η πληροφόρηση των συναλλασσομένων με τα πιστωτικά ιδρύματα για τους βασικούς όρους που διέπουν τις τραπεζικές συναλλαγές και αρθρογράφησε σε ειδικά περιοδικά σχετικά με εξειδικευμένα τραπεζικά θέματα.
Στις εκθέσεις αξιολόγησης από το έτος 2002 και εντεύθεν έως το κρίσιμο έτος 2006, ο ενάγων αξιολογήθηκε ως 'εξαίρετος' που είναι ο ανώτατος χαρακτηρισμός, επί 17 φορές και επί συνόλου 17 κριτηρίων (ήτοι με την υψίστη αξιολόγηση). Κατά τις προαγωγικές κρίσεις του έτους 2007, το Γενικό Συμβούλιο της εναγομένης (αρμόδιο για τις προαγωγές όργανο), με την υπ' αριθ. 13/27.11.2007 απόφασή του, βάσει των προτάσεων του Διοικητή της, προήγαγε κατ' εκλογή στο βαθμό του Υποδιευθυντή, 14 ομοιόβαθμους συναδέλφους του ενάγοντος, μεταξύ των οποίων και τους Μ.
Μ., Ι. Γ., Τ. Γ., Ζ. Β. και Μ. Ι., παραλείποντας τον ενάγοντα. Περαιτέρω, από τα ίδια πιο πάνω αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκε ότι καθένας εκ των άνω προαχθέντων, που προτείνονται προς σύγκριση με την αγωγή, είχε τα εξής τυπικά και ουσιαστικά προσόντα: 1) η Μ. Μ. προσλήφθηκε στις 19.07.1976 και προήχθη στο βαθμό του Εντεταλμένου Τμηματάρχη από 01.05.2002.
Διαθέτει πτυχίο Νομικής του ΕΚΠΑ και γνωρίζει πολύ καλά την αγγλική γλώσσα χωρίς όμως πιστοποίηση. Από το έτος 1978 υπηρέτησε στη Διεύθυνση Εμπορικών Συναλλαγών με την Αλλοδαπή και πλην μίας διετίας από το έτος 1982 έως το 1990, που αποσπάστηκε στο Υπουργείο Οικονομικών, άσκησε στην ίδια Διεύθυνση καθήκοντα Προϊσταμένης Υπηρεσίας από 04.12.1990.
Από δε 14.01.1993 ίδια καθήκοντα Προϊσταμένης Υπηρεσίας στη Διεύθυνση Πληροφορικής και Οργάνωσης στον Τομέα Επιμόρφωσης Προσωπικού και από 08.11.2002 καθήκοντα Προϊστάμενης του Τμήματος Επιμόρφωσης. Καθόλη τη διάρκεια της υπηρεσίας της στην εναγομένη και μέχρι τις κρίσιμες προαγωγικές κρίσεις του έτους 2007, παρακολούθησε 32 σεμινάρια και ημερίδες και συγκεκριμένα, 26 σεμινάρια (ενδοτραπεζικά και εξωτραπεζικά) και 6 ημερίδες, συμμετείχε δε και στα ετήσια συνέδρια των επικεφαλής εκπαίδευσης των χωρών του Ευρωσυστήματος, καθώς και σε 4 Επιτροπές, εκ των οποίων σε δύο ως εισηγήτρια και στην Ομάδα Εργασίας για θέματα εκπαίδευσης για τη διαμόρφωση κοινών εκπαιδευτικών προγραμμάτων και δραστηριοτήτων στις εθνικές κεντρικές τράπεζες του Ευρωσυστήματος.
Στις εκθέσεις αξιολόγησης από το έτος 2002 και εντεύθεν έως το κρίσιμο έτος 2006, η εν λόγω αξιολογήθηκε ως 'εξαίρετη' 17 φορές και επί συνόλου 17 κριτηρίων. Από τη συγκριτική αντιπαράθεση των ως άνω τυπικών και ουσιαστικών προσόντων του ενάγοντος και της ως άνω συγκρινόμενης συναδέλφου του προκύπτουν τα ακόλουθα:
Ο ενάγων υπερέχει καταφανώς σε γραμματικές γνώσεις, λόγω τίτλου σπουδών, αφού κατέχει δύο πτυχία ΕΚΠΑ (πανεπιστημιακού επιπέδου με σπουδές στα νομικά και στα οικονομικά, αντίστοιχα) και δύο μεταπτυχιακούς τίτλους σπουδών σχετικούς με το αντικείμενο των τραπεζικών εργασιών, που εκφράζουν όχι μόνο ανώτερο μορφωτικό επίπεδο του κατόχου τους από εκείνο που εκφράζει το ένα και μοναδικό πτυχίο της Νομικής, που κατέχει η συγκρινόμενη, αλλά και την ύπαρξη ουσιαστικών προσόντων του ενάγοντος, ο οποίος υπερέχει επίσης στον αριθμό ξένων γλωσσών, αφού γνωρίζει πολύ καλά και πιστοποιημένα την αγγλική και καλά χωρίς πιστοποίηση την ιταλική και την γερμανική, μέτρια δε την ισπανική, έναντι μόνο της αγγλικής, που γνωρίζει χωρίς πιστοποίηση η συγκρινόμενη.
Ο ενάγων υστερούσε στη γενική αρχαιότητα, αφού προσλήφθηκε στις 18.04.1977 και η συγκρινόμενη στις 19.07.1976, υστερούσε ελαφρώς σε αριθμό επιμορφωτικών σεμιναρίων (28 έναντι 32 της συγκρινόμενης), ενώ είναι ισοδύναμοι στην ειδική αρχαιότητα, αφού αμφότεροι προήχθησαν στις 01.05.2002 στον κατεχόμενο βαθμό, καθώς και στην αξιολόγηση, αφού και οι δύο αξιολογήθηκαν με την υψίστη αξιολόγηση 'εξαίρετος'.
Κυρίως όμως, ο ενάγων υπερέχει στην εργασιακή εμπειρία, αφού άσκησε υπεύθυνα καθήκοντα υψηλής στάθμης από το έτος 1986 στη σημαντική Διεύθυνση Ελέγχου Συναλλαγματικών Κανόνων, από δε το έτος 1992 στη σημαντικότερη Διεύθυνση Γενικής Επιθεώρησης Τραπεζών, καθώς του ανατέθηκαν καθήκοντα Επιθεωρητή Β' ήδη από το έτος 1986, που...
είναι καθήκοντα θέσης ευθύνης, υψηλής στάθμης, που αντιστοιχούν σε καθήκοντα Αναπληρωτή Προϊσταμένου Τμήματος και από 06.02.1997 καθήκοντα Επιθεωρητή Α' που αντιστοιχούν σε καθήκοντα του Προϊσταμένου Τμήματος και επιφυλάσσονται για εξαιρετικά μικρό κύκλο εργαζομένων, του ανατέθηκαν δε ως εξαιρετική περίπτωση ικανότατου υπαλλήλου, ενώ αυτός κατείχε τον βαθμό του Τμηματάρχη, σε αντίθεση με τη συγκρινόμενη, που άσκησε υπεύθυνα καθήκοντα Προϊσταμένης Υπηρεσίας 4 έτη αργότερα και δη, από 04.12.1990 στη Διεύθυνση Εμπορικών Συναλλαγών με την αλλοδαπή, αρχικώς και στη Διεύθυνση Πληροφορικής, στη συνέχεια.
Πέραν τούτων, ο ενάγων υπερτερεί έναντι της συγκρινόμενης και ως προς τη συγγραφή 4 μελετών σχετικών με το αντικείμενο της εργασίας του, ενώ η συγκρινόμενη δεν διαθέτει αντίστοιχο συγγραφικό έργο.
Συνεπώς, από τη σύγκριση των προσόντων τους συνολικώς εκτιμωμένων, ο ενάγων υπερείχε καταφανώς της ως άνω συγκρινόμενης ομοιοβάθμου συναδέλφου του, καθότι υστερούσε μόνο ως προς την γενική αρχαιότητα και ελαφρώς ως προς τον αριθμό των επιμορφωτικών σεμιναρίων και ημερίδων, τα οποία όμως, δεν κρίνονται αποφασιστικά κριτήρια, ενώ υπερτερούσε καταφανώς της συγκρινόμενης στους τίτλους σπουδών, στις ξένες γλώσσες και στην εργασιακή εμπειρία σε τραπεζικά θέματα, που αποτυπώθηκε και σε σχετικό συγγραφικό έργο και τέλος, αμφότεροι ήταν ισοδύναμοι στην ειδική αρχαιότητα και στην αξιολόγηση.
2) n Ι. Γ. προσλήφθηκε στις 25.07.1977 και προήχθη στο βαθμό του Εντεταλμένου Τμηματάρχη από 01.12.2003. Διαθέτει πτυχίο Νομικής και γνωρίζει πολύ καλά την αγγλική και γαλλική γλώσσα με πιστοποίηση (lower Cambridge, τελειόφοιτος των cours superieurs της Γαλλικής Ακαδημίας). Από το έτος 1977 υπηρέτησε στη Διεύθυνση Ταμείων, από το έτος 1978 στο Ταμείο Συντάξεων, από τις 29.07.1980 στη Διεύθυνση Διεθνών Συναλλαγών, από 07.10.1992 στη Διεύθυνση Ταμείων -Τμήμα Ταμείου Τίτλων, από 24.01.1994 στο Τμήμα Αποθεματικών και Εφοδιασμού, από 09.04.1995 στο Τμήμα Υποστήριξης Εργασιών Συναλλάγματος, από 17.02.1997 στη Διεύθυνση Εσωτερικής Επιθεώρησης (Τομείς Επιθεώρησης Κεντρικών Μονάδων και Περιφερειακών Μονάδων) με καθήκοντα Προϊσταμένου Τομέα από 27.12.2005.
Παρακολούθησε μέχρι τις κρίσιμες προαγωγικές κρίσεις του έτους 2007, 37 σεμινάρια και ημερίδες, εκ των οποίων 11 στο εξωτερικό και 26 στο εσωτερικό με αντικείμενο τραπεζικά θέματα, 4 σεμινάρια ξένων γλωσσών (αγγλικής και γαλλικής), ενώ συμμετείχε και σε τέσσερις Ομάδες και Επιτροπές Εργασίας. Συνέταξε και υπέβαλε σημειώματα -προτάσεις, σχετικά με την εκτέλεση επιθεωρήσεων στις διάφορες Υπηρεσιακές Μονάδες της εναγομένης με κριτήριο τους κινδύνους που ενυπάρχουν σε κάθε κατηγορία εργασιών και σχετικά με την κατηγοριοποίηση των ευρημάτων των επιθεωρήσεων (από πλευράς κινδύνων), καθώς και την καθιέρωση Φύλλων Εργασίας και Ερωτηματολογίου για την προετοιμασία της ταμιακής Επιθεώρησης, καθώς και μελέτη -πρόταση με θέμα 'ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ ΘΕΜΑΤΟΦΥΛΑΞΗΣ -ΟΡΓΑΝΩΣΗ ΑΠΟΘΕΤΗΡΙΟΥ ΤΙΤΛΩΝ' και προτάσεις για την ανάπτυξη προγράμματος υλοποίησης για την παροχή υπηρεσιών θεματοφύλαξης από την εναγομένη, για τη δημιουργία αποθετηρίου τίτλων, ενώ πρόταση της δημοσιεύτηκε και στο Δελτίο της Ένωσης Τραπεζών.
Έχει δε συμμετάσχει ως μέλος κλιμακίου και ως υπεύθυνη κλιμακίου σε επιθεωρήσεις Κεντρικών και Περιφερειακών Μονάδων της εναγομένης και διετέλεσε εσωτερικός ελεγκτής του Ταμείου Εγγύησης Καταθέσεων από 31.10.2000 με απόφαση του ΔΣ του ΤΕΚ και έγκριση της Διοίκησης,... δηλαδή απασχολήθηκε στην Διεύθυνση Εσωτερικής Επιθεώρησης με καθήκοντα σαφώς κατώτερα του Επιθεωρητή Β ή Α.
Στις εκθέσεις αξιολόγησης από το έτος 2002 και εντεύθεν έως το κρίσιμο έτος 2006, η εν λόγω αξιολογήθηκε ως 'εξαίρετη' 17 φορές και επί συνόλου 17 κριτηρίων. Από τη συγκριτική αντιπαράθεση των ως άνω τυπικών και ουσιαστικών προσόντων του ενάγοντος και της ως άνω συγκρινόμενης συναδέλφου του προκύπτουν τα ακόλουθα:
Ο ενάγων υπερέχει καταφανώς σε γραμματικές γνώσεις, λόγω τίτλου σπουδών, αφού κατέχει δύο πτυχία ΕΚΠΑ (πανεπιστημιακού επιπέδου με σπουδές στα νομικά και στα οικονομικά) και δύο μεταπτυχιακούς τίτλους σπουδών σχετικούς με το αντικείμενο των τραπεζικών εργασιών, που εκφράζουν όχι μόνο ανώτερο μορφωτικό επίπεδο του κατόχου τους από εκείνο που εκφράζει το ένα και μοναδικό πτυχίο της Νομικής, που κατέχει η συγκρινόμενη, αλλά και την ύπαρξη ουσιαστικών προσόντων του ενάγοντος, ο οποίος υπερέχει επίσης στον αριθμό ξένων γλωσσών, αφού γνωρίζει πολύ καλά και πιστοποιημένα την αγγλική και καλά χωρίς πιστοποίηση την ιταλική και τη γερμανική, μέτρια δε την ισπανική έναντι της αγγλικής και της γαλλικής, που γνωρίζει με πιστοποίηση η συγκρινόμενη.
Ο ενάγων υπερέχει ελαφρώς στη γενική αρχαιότητα, αφού προσλήφθηκε στις 18.04.1977 και η συγκρινόμενη στις 25.07.1977. Κυρίως όμως, ο ενάγων υπερέχει στην εργασιακή εμπειρία, αφού άσκησε υπεύθυνα καθήκοντα υψηλής στάθμης από το έτος 1986 στη σημαντική Διεύθυνση Ελέγχου Συναλλαγματικών Κανόνων, από δε το έτος 1992 στη σημαντικότερη Διεύθυνση Γενικής Επιθεώρησης Τραπεζών, καθώς του ανατέθηκαν καθήκοντα Επιθεωρητή Β' ήδη από το έτος 1986, που...
είναι καθήκοντα θέσης ευθύνης, υψηλής στάθμης, που αντιστοιχούν σε καθήκοντα Αναπληρωτή Προϊσταμένου Τμήματος και από 06.02.1997 καθήκοντα Επιθεωρητή Α' που αντιστοιχούν σε καθήκοντα του Προϊσταμένου Τμήματος και επιφυλάσσονται για εξαιρετικά μικρό κύκλο εργαζομένων, του ανατέθηκαν δε ως εξαιρετική περίπτωση ικανότατου υπαλλήλου, ενώ αυτός κατείχε τον βαθμό του Τμηματάρχη, σε αντίθεση με τη συγκρινόμενη, που άσκησε για πρώτη φορά υπεύθυνα καθήκοντα Προϊσταμένης Τομέα 19 έτη αργότερα και δη, από 27.12.2005, ήτοι δύο μόλις χρόνια πριν από τις κρίσιμες προαγωγικές κρίσεις, ενώ συμμετείχε ως μέλος και ως υπεύθυνη σε κλιμάκια επιθεώρησης, με καθήκοντα σαφώς κατώτερα από εκείνα που άσκησε, ως Επιθεωρητής Β ή Α ο ενάγων.
Ο τελευταίος υστερεί σε αριθμό επιμορφωτικών σεμιναρίων (28 έναντι 37 της συγκρινόμενης), ενώ είναι ισοδύναμοι στην αξιολόγηση, αφού και οι δύο αξιολογήθηκαν με την υψίστη αξιολόγηση 'εξαίρετος'. Πέραν τούτων, ο ενάγων υπερτερεί έναντι της συγκρινόμενης και ως προς τη συγγραφή 4 μελετών σχετικών με το αντικείμενο της εργασίας του, ενώ το συγγραφικό έργο της συγκρινόμενης περιορίζεται στην εκπόνηση 5 προτάσεων για την ανταπόκριση της εναγομένης σε σύγχρονα τραπεζικά θέματα, οι οποίες (προτάσεις), όμως, δεν μπορούν να θεωρηθούν συγγραφή επιστημονικής μελέτης.
Συνεπώς, από τη σύγκριση των προσόντων τους συνολικώς εκτιμωμένων, ο ενάγων υπερείχε καταφανώς της ως άνω συγκρινόμενης ομοιοβάθμου συναδέλφου του, καθότι υστερούσε μόνο ως προς τον αριθμό των επιμορφωτικών σεμιναρίων, που δεν κρίνονται όμως αποφασιστικά κριτήρια, ενώ υπερτερούσε καταφανώς της συγκρινόμενης στην γενική και ειδική αρχαιότητα, στους τίτλους σπουδών, στις ξένες γλώσσες και στην εργασιακή εμπειρία σε τραπεζικά θέματα, διέθετε δε και συγγραφικό έργο (μελέτες) σπουδαιότερο από εκείνο της συγκρινόμενης (υποβολή προτάσεων) και τέλος, αμφότεροι ήταν ισοδύναμοι στην αξιολόγηση. 3) ο Τ.
Γ. προσλήφθηκε στις 12.08.1980 και προήχθη στο βαθμό του Εντεταλμένου Τμηματάρχη από 01.05.2002. Διαθέτει πτυχίο Ανώτατης Βιομηχανικής (Διοίκηση Επιχειρήσεων) και πτυχίο ΠΑΣΠΕ Δημόσιας Διοικήσεως και γνωρίζει μέτρια και χωρίς πιστοποίηση την αγγλική γλώσσα. Από το έτος 1980 υπηρέτησε στη Διεύθυνση Εργασιών Δημοσίου -Τμήμα Δημοσίων Οργανισμών και στην ίδια Διεύθυνση ως Προϊστάμενος του Τμήματος Διαχείρισης τίτλων με λογιστική μορφή από 28.01.2004.
Παρακολούθησε μέχρι τις κρίσιμες προαγωγικές κρίσεις του έτους 2007, μόλις 9 σεμινάρια και ημερίδες μόνο στο εσωτερικό. Στις εκθέσεις αξιολόγησης από το έτος 2002 και εντεύθεν έως το κρίσιμο έτος 2006, ο εν λόγω αξιολογήθηκε ως 'εξαίρετος' 17 φορές και επί συνόλου 17 κριτηρίων. Από τη συγκριτική αντιπαράθεση των ως άνω τυπικών και ουσιαστικών προσόντων του ενάγοντος και του ως άνω συγκρινόμενου συναδέλφου του προκύπτουν τα ακόλουθα:
Ο ενάγων υπερέχει καταφανώς σε γραμματικές γνώσεις, λόγω τίτλου σπουδών, αφού κατέχει δύο πτυχία ΕΚΠΑ (πανεπιστημιακού επιπέδου με σπουδές στα νομικά και στα οικονομικά) και δύο μεταπτυχιακούς τίτλους σπουδών σχετικούς με το αντικείμενο των τραπεζικών εργασιών, που εκφράζουν όχι μόνο ανώτερο μορφωτικό επίπεδο του κατόχου τους από εκείνο που εκφράζουν τα δύο πτυχία της Ανωτάτης Βιομηχανικής και ΠΑΣΠΕ που κατέχει ο συγκρινόμενος, αλλά και την ύπαρξη ουσιαστικών προσόντων του ενάγοντος, ο οποίος υπερέχει επίσης στον αριθμό ξένων γλωσσών, αφού γνωρίζει πολύ καλά και πιστοποιημένα την αγγλική και καλά χωρίς πιστοποίηση την ιταλική και τη γερμανική, μέτρια δε την ισπανική έναντι μόνο της αγγλικής, που γνωρίζει μέτρια και χωρίς πιστοποίηση ο συγκρινόμενος.
Ο ενάγων υπερέχει στη γενική αρχαιότητα, αφού προσλήφθηκε στις 18.04.1977 και ο συγκρινόμενος στις 12.08.1980. Κυρίως όμως, ο ενάγων υπερέχει στην εργασιακή εμπειρία, αφού άσκησε υπεύθυνα καθήκοντα υψηλής στάθμης από το έτος 1986 στη σημαντική Διεύθυνση Ελέγχου Συναλλαγματικών Κανόνων, από δε το έτος 1992 στη σημαντικότερη Διεύθυνση Γενικής Επιθεώρησης Τραπεζών, καθώς του ανατέθηκαν καθήκοντα Επιθεωρητή Β' ήδη από το έτος 1986, που...
είναι καθήκοντα θέσης ευθύνης, υψηλής στάθμης, που αντιστοιχούν σε καθήκοντα Αναπληρωτή Προϊσταμένου Τμήματος και από 06.02.1997 καθήκοντα Επιθεωρητή Α' που αντιστοιχούν σε καθήκοντα του Προϊσταμένου Τμήματος και επιφυλάσσονται για εξαιρετικά μικρό κύκλο εργαζομένων, του ανατέθηκαν δε ως εξαιρετική περίπτωση ικανότατου υπαλλήλου, ενώ αυτός κατείχε τον βαθμό του Τμηματάρχη, σε αντίθεση με τον συγκρινόμενο, που άσκησε υπεύθυνα καθήκοντα Προϊσταμένου του Τμήματος Δημοσίων Οργανισμών στη Διεύθυνση Εργασιών Δημοσίου, 18 έτη αργότερα και δη, από 28.01.2004.
Ο ενάγων υπερτερεί και σε αριθμό επιμορφωτικών σεμιναρίων (28 εκ των οποίων 21 στο εσωτερικό και 7 στο εξωτερικό, έναντι 9 του συγκρινόμενου και μόνο στο εσωτερικό) και ως προς τη συμμετοχή του σε ομάδες εργασίας (συμμετοχή που δεν διαθέτει ο συγκρινόμενος), ενώ είναι ισοδύναμοι μόνο στην αξιολόγηση, αφού και οι δύο αξιολογήθηκαν με την υψίστη αξιολόγηση 'εξαίρετος'.
Πέραν τούτου ο ενάγων υπερτερεί έναντι του συγκρινόμενου και ως προς τη συγγραφή 4 μελετών σχετικών με το αντικείμενο της εργασίας του, ενώ ο συγκρινόμενος δεν διαθέτει αντίστοιχο συγγραφικό έργο.
Συνεπώς, από τη σύγκριση των προσόντων τους συνολικώς εκτιμωμένων, ο ενάγων υπερείχε καταφανώς του ως άνω συγκρινόμενου ομοιοβάθμου συναδέλφου του, καθότι υπερτερούσε καταφανώς του συγκρινόμενου σε όλα τα κριτήρια, ήτοι στην γενική και ειδική αρχαιότητα, στους τίτλους σπουδών, στις ξένες γλώσσες, στην παρακολούθηση σεμιναρίων και στη συμμετοχή του σε Ομάδες εργασίας, καθώς και στην εργασιακή εμπειρία σε τραπεζικά θέματα, διέθετε δε και συγγραφικό έργο, ενώ αμφότεροι ήταν ισοδύναμοι μόνο στην αξιολόγηση.
4) n Ζ. Β. προσλήφθηκε στις 09.12.1991 και προήχθη στο βαθμό του Εντεταλμένου Τμηματάρχη από 01.12.2003. Έχει πτυχίο Χημικού -Μηχανικού ΕΜΠ και είναι κάτοχος μεταπτυχιακού master in Business Administration και διπλώματος Associate Chartered Management Accountant και είναι certified financial risk manager, ενώ γνωρίζει πολύ καλά την αγγλική και ιταλική γλώσσα με πιστοποίηση (proficiency, diploma de la lingua italiana) και καλά την γαλλική γλώσσα, χωρίς πιστοποίηση.
Από το έτος 1991 υπηρέτησε στη Διεύθυνση Γενικής Επιθεώρησης Τραπεζών στον Τομέα Εποπτείας Πιστωτικών Ιδρυμάτων, από το έτος 1995 στον Τομέα Εποπτείας Μεσαίων Εμπορικών Τραπεζών και στην ίδια Διεύθυνση που μετονομάστηκε σε Διεύθυνση Επιθεώρησης Πιστωτικού Συστήματος, απασχολήθηκε από 30.09.2003 στον Α' Τομέα Ανάλυσης και Αξιολόγησης με καθήκοντα Αναπληρωτή Προϊσταμένου Τμήματος από 28.11.2003 και ως Προϊσταμένη Τμήματος από 21.01.2005 στον Τομέα Ανάλυσης Κινδύνων και Εποπτικής μεθοδολογίας και από 07.01.2005 στο Τμήμα ανάλυσης Πιστωτικού και Λειτουργικού Κινδύνου.
Παρακολούθησε από την πρόσληψή της μέχρι τις κρίσιμες προαγωγικές κρίσεις του έτους 2007, 38 σεμινάρια και ημερίδες στο εξωτερικό και στο εσωτερικό, ενώ συμμετείχε και σε έξι Ομάδες και σε πέντε Ολομέλειες Διεθνών Οργανισμών. Συνέταξε τις εξής μελέτες και προτάσεις α) Νέοι Κίνδυνοι Δανειοδότησης, β) Νέες Τράπεζες, γ) Χρηματοοικονομικοί Δείκτες Κλάδων Ελληνικής Οικονομίας, δ) Εγχειρίδιο Ελέγχου Μηχανογραφικών Συστημάτων, ε) Περιγραφή θεσμικού Πλαισίου σχετικά με την πρόληψη νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες στον τραπεζικό τομέα και στ) Πρόσθετα μέτρα για την πρόληψη και καταστολή νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες.
Στις εκθέσεις αξιολόγησης από το έτος 2002 και εντεύθεν έως το κρίσιμο έτος 2006, η εν λόγω αξιολογήθηκε ως 'εξαίρετη' 17 φορές και επί συνόλου 17 κριτηρίων. Από τη συγκριτική αντιπαράθεση των ως άνω τυπικών και ουσιαστικών προσόντων του ενάγοντος και της ως άνω συγκρινόμενης συναδέλφου του προκύπτουν τα ακόλουθα:
Ο ενάγων υπερέχει καταφανώς σε γραμματικές γνώσεις, λόγω τίτλου σπουδών, αφού κατέχει δύο πτυχία ΕΚΠΑ (πανεπιστημιακού επιπέδου με σπουδές στα νομικά και στα οικονομικά, που είναι σχετικές με τις τραπεζικές εργασίες) και δύο μεταπτυχιακούς τίτλους σπουδών σχετικούς με το αντικείμενο των τραπεζικών εργασιών, που εκφράζουν όχι μόνο ανώτερο μορφωτικό επίπεδο του κατόχου τους, αλλά και την ύπαρξη ουσιαστικών προσόντων του ενάγοντος, έναντι της συγκρινόμενης που κατέχει μεν μεταπτυχιακούς τίτλους, πλην όμως κατέχει ένα και μοναδικό βασικό πτυχίο Χημικού Μηχανικού του ΕΜΠ, το γνωστικό αντικείμενο του οποίου, όμως, είναι άσχετο με εκείνο των τραπεζικών εργασιών και καθεαυτό δεν προσδίδει σ' αυτήν υπεροχή.
Ο ενάγων υπερέχει επίσης στον αριθμό ξένων γλωσσών, αφού γνωρίζει πολύ καλά και πιστοποιημένα την αγγλική και καλά χωρίς πιστοποίηση την ιταλική και την γερμανική, μέτρια δε την ισπανική, έναντι της αγγλικής και της ιταλικής, που γνωρίζει με πιστοποίηση η συγκρινόμενη και της γαλλικής που γνωρίζει χωρίς πιστοποίηση.
Ο ενάγων υπερέχει κατά πολύ στη γενική αρχαιότητα, αφού προσλήφθηκε στις 18.04.1977 και η συγκρινόμενη στις 09.12.1991. Κυρίως όμως, ο ενάγων υπερέχει στην εργασιακή εμπειρία, αφού άσκησε υπεύθυνα καθήκοντα υψηλής στάθμης από το έτος 1986 στη σημαντική Διεύθυνση Ελέγχου Συναλλαγματικών Κανόνων, από δε το έτος 1992 στη σημαντικότερη Διεύθυνση Γενικής Επιθεώρησης Τραπεζών, καθώς του ανατέθηκαν καθήκοντα Επιθεωρητή Β' ήδη από το έτος 1986, που...
είναι καθήκοντα θέσης ευθύνης, υψηλής στάθμης, που αντιστοιχούν σε καθήκοντα Αναπληρωτή Προϊσταμένου Τμήματος και από 06.02.1997 καθήκοντα Επιθεωρητή Α' που αντιστοιχούν σε καθήκοντα του Προϊσταμένου Τμήματος και επιφυλάσσονται για εξαιρετικά μικρό κύκλο εργαζομένων, του ανατέθηκαν δε ως εξαιρετική περίπτωση ικανότατου υπαλλήλου, ενώ αυτός κατείχε τον βαθμό του Τμηματάρχη, σε αντίθεση με τη συγκρινόμενη, που άσκησε για πρώτη φορά υπεύθυνα καθήκοντα Αναπληρωτή Προϊσταμένου Τμήματος στη Διεύθυνση Επιθεώρησης Πιστωτικού Συστήματος, 17 έτη αργότερα και δη, από 28.11.2003.
Ο ενάγων υστερεί σε αριθμό επιμορφωτικών σεμιναρίων (28 έναντι 38 της συγκρινόμενης), καθώς και στη συγγραφή μελετών (4 έναντι 6 της συγκρινόμενης), ενώ είναι ισοδύναμοι στην αξιολόγηση, αφού και οι δύο αξιολογήθηκαν με την υψίστη αξιολόγηση 'εξαίρετος'.
Συνεπώς, από τη σύγκριση των προσόντων τους συνολικώς εκτιμωμένων, ο ενάγων υπερείχε καταφανώς της ως άνω συγκρινόμενης ομοιοβάθμου συναδέλφου του, καθότι υστερούσε μόνο ως προς τον αριθμό των επιμορφωτικών σεμιναρίων (28 έναντι 38) και ως προς τον όγκο του συγγραφικού έργου (4 έναντι 6), που δεν κρίνονται όμως αποφασιστικά κριτήρια, ενώ υπερτερούσε καταφανώς της συγκρινόμενης στην γενική και ειδική αρχαιότητα, στους τίτλους σπουδών, που είναι μάλιστα σχετικοί με το αντικείμενο της εργασίας του, στις ξένες γλώσσες και στην εργασιακή εμπειρία σε τραπεζικά θέματα και τέλος, αμφότεροι ήταν ισοδύναμοι στην αξιολόγηση. 5) ο Μ.
Ι., προσλήφθηκε στις 18.04.1977 και προήχθη στο βαθμό τον Εντεταλμένου Τμηματάρχη από 01.05.2002. Διαθέτει πτυχίο ΑΣΟΕΕ (Διοίκηση Επιχειρήσεων) και πτυχίο ΑΣΟΕΕ Οικονομικού Τμήματος και γνωρίζει πολύ καλά χωρίς πιστοποίηση την αγγλική γλώσσα. Από το έτος 1977 υπηρέτησε στη Διεύθυνση Νομισματικής Πολιτικής και Τραπεζικών Εργασιών, από το έτος 1982 στο Υποκατάστημα Πειραιά στο Τμήμα Συναλλαγματικών και Πιστωτικών Ελέγχων, από 06.11.1995 στη Διεύθυνση Γενικής Επιθεώρησης Τραπεζών στον Τομέα Εποπτείας λοιπών Εμπορικών Τραπεζών και από 30.09.2003 στον Α' Τομέα Ανάλυσης και Αξιολόγησης με καθήκοντα Προϊσταμένου Τμήματος από 28.11.2003, ενώ από 07.04.2004 είναι Αναπληρωτής Προϊσταμένου του Τομέα αυτού.
Παρακολούθησε μέχρι τις κρίσιμες προαγωγικές κρίσεις του έτους 2007, 18 σεμινάρια. Στις εκθέσεις αξιολόγησης από το έτος 2002 και εντεύθεν έως το κρίσιμο έτος 2006, ο εν λόγω αξιολογήθηκε ως 'εξαίρετος' 17 φορές και επί συνόλου 17 κριτηρίων. Από τη συγκριτική αντιπαράθεση των ως άνω τυπικών και ουσιαστικών προσόντων του ενάγοντος και του ως άνω συγκρινόμενου συναδέλφου του προκύπτουν τα ακόλουθα:
Ο ενάγων υπερέχει καταφανώς σε γραμματικές γνώσεις, λόγω τίτλου σπουδών, αφού κατέχει δύο πτυχία ΕΚΠΑ (πανεπιστημιακού επιπέδου με σπουδές στα νομικά και στα οικονομικά) και δύο μεταπτυχιακούς τίτλους σπουδών σχετικούς με το αντικείμενο των τραπεζικών εργασιών, που εκφράζουν όχι μόνο ανώτερο μορφωτικό επίπεδο του κατόχου τους από εκείνο που εκφράζουν τα δύο πτυχία της ΑΣΟΕΕ (Διοίκησης Επιχειρήσεων και Οικονομικού Τμήματος) που κατέχει ο συγκρινόμενος, αλλά και την ύπαρξη ουσιαστικών προσόντων του ενάγοντος, ο οποίος υπερέχει επίσης στον αριθμό ξένων γλωσσών, αφού γνωρίζει πολύ καλά και πιστοποιημένα την αγγλική και καλά χωρίς πιστοποίηση την ιταλική και τη γερμανική, μέτρια δε την ισπανική έναντι μόνο της αγγλικής, που γνωρίζει πολύ καλά χωρίς πιστοποίηση ο συγκρινόμενος.
Κυρίως όμως, ο ενάγων υπερέχει στην εργασιακή εμπειρία, αφού άσκησε υπεύθυνα καθήκοντα υψηλής στάθμης από το έτος 1986 στη σημαντική Διεύθυνση Ελέγχου Συναλλαγματικών Κανόνων, από δε το έτος 1992 στη σημαντικότερη Διεύθυνση Γενικής Επιθεώρησης Τραπεζών, καθώς του ανατέθηκαν καθήκοντα Επιθεωρητή Β' ήδη από το έτος 1986, που...
είναι καθήκοντα θέσης ευθύνης, υψηλής στάθμης, που αντιστοιχούν σε καθήκοντα Αναπληρωτή Προϊσταμένου Τμήματος και από 06.02.1997 καθήκοντα Επιθεωρητή Α' που αντιστοιχούν σε καθήκοντα του Προϊσταμένου Τμήματος και επιφυλάσσονται για εξαιρετικά μικρό κύκλο εργαζομένων, του ανατέθηκαν δε ως εξαιρετική περίπτωση ικανότατου υπαλλήλου, ενώ αυτός κατείχε τον βαθμό του Τμηματάρχη, σε αντίθεση με το συγκρινόμενο, που άσκησε υπεύθυνα καθήκοντα στη Διεύθυνση Γενικής Επιθεώρησης Τραπεζών 17 έτη αργότερα και δη, από 28.11.2003.
Ο ενάγων υπερτερεί και σε αριθμό επιμορφωτικών σεμιναρίων (28 έναντι 18 του συγκρινόμενου), ενώ είναι ισοδύναμοι στη γενική αρχαιότητα, αφού και οι δύο προσλήφθηκαν στις 18-4-1977 και στην ειδική αρχαιότητα, αφού και οι δύο προήχθησαν στον βαθμό του Εντεταλμένου Τμηματάρχη στις 01.05.2002, καθώς και στην αξιολόγηση, αφού και οι δύο αξιολογήθηκαν με την υψίστη αξιολόγηση 'εξαίρετος'.
Πέραν τούτων, ο ενάγων υπερτερεί έναντι του συγκρινόμενου και ως προς τη συγγραφή 4 μελετών σχετικών με το αντικείμενο της εργασίας του, ενώ ο συγκρινόμενος δεν διαθέτει αντίστοιχο συγγραφικό έργο.
Συνεπώς, από τη σύγκριση των προσόντων τους συνολικώς εκτιμώμενων, ο ενάγων υπερείχε καταφανώς του ως άνω συγκρινόμενου ομοιοβάθμου συναδέλφου του, καθότι υπερτερούσε καταφανώς του συγκρινόμενου σε αποφασιστικά κριτήρια, ήτοι στους τίτλους σπουδών, στις ξένες γλώσσες και στην εργασιακή εμπειρία σε τραπεζικά θέματα, επιπλέον δε υπερτερούσε καταφανώς και στον αριθμό σεμιναρίων και στο συγγραφικό έργο, ενώ αμφότεροι ήταν ισοδύναμοι στην γενική και ειδική αρχαιότητα καθώς και στην αξιολόγηση...
Έτι περαιτέρω, από τα ίδια πιο πάνω αποδεικτικά στοιχεία, αποδείχθηκε ότι ο ενάγων από την υπαίτια και κατά τρόπον αντίθετο προς την καλή πίστη παράλειψη της προαγωγής του στον βαθμό του Υποδιευθυντή, στις προαγωγικές κρίσεις της 27.11.2007 εκ μέρους των αρμοδίων οργάνων της εναγομένης, υπέστη μείωση της τιμής και της υπόληψής του στο οικογενειακό, κοινωνικό και επαγγελματικό περιβάλλον του, αφού δόθηκε στους τρίτους η εντύπωση ότι η παράλειψή του οφείλεται σε μειωμένη επαγγελματική του απόδοση και ικανότητα και συνεπώς, υπέστη προσβολή της προσωπικότητάς του και εντεύθεν ηθική βλάβη.
Για την χρηματική ικανοποίησή της, το δικαστήριο κρίνει ως εύλογο χρηματικό ποσό, εκείνο των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ, λαμβανομένων υπόψη του βαθμού υπαιτιότητας των αρμοδίων οργάνων της εναγομένης (πρόθεση), των συνθηκών κάτω από τις οποίες έλαβε χώρα η ιστορούμενη αδικοπραξία (κατάδηλη υπεροχή του ενάγοντος που παραλείφθηκε κατά τις προαγωγικές κρίσεις της 27.11.2007, έναντι των πέντε προαχθέντων συναδέλφων του) και άσκηση του διαπλαστικού διευθυντικού δικαιώματος της εναγομένης, κατά τρόπο αντίθετο προς την καλή πίστη, που έθιξε την τιμή και την υπόληψη του ενάγοντος, της οικονομικής κατάστασης των διαδίκων μερών και της κοινωνικής κατάστασης του εκ τούτων φυσικού προσώπου (του ενάγοντος, κατά τον κρίσιμο χρόνο (09.01.2015) της συζήτησης της αγωγής στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, οπότε ο ενάγων ηλικίας τότε 64 ετών [ως γεννηθείς το έτος 1951] υπηρετούσε ακόμη ως τραπεζικός υπάλληλος της εναγομένης, ανεξαρτήτως του ορίου ηλικίας που προέβλεπε ο Οργανισμός της, αφού σύμφωνα με το άρθρο πρώτο υποπ.
ΙΑ. 4 περ. 2 του ν. 4093/2012 (ΦΕΚ Α 222/12.11.2012), ως γενικό όριο ηλικίας για θέματα συνταξιοδότησης ορίστηκε από 01.01.2013, το 67ο έτος της ηλικίας των εργαζομένων και δεν προέκυψε η κατ' άλλο τρόπο λήξη της εργασιακής σχέσης νωρίτερα. Ο πιο πάνω προσδιορισμός του ποσού των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ, ως εύλογης χρηματικής ικανοποίησης του ενάγοντος, δεν παραβιάζει ούτε την αρχή της αναλογικότητας, ως γενική νομική αρχή αυξημένης τυπικής ισχύος [άρθρο 2 παρ. 1 και 25 του ισχύοντος Συντάγματος], αλλά ούτε και το δικαίωμα της εναγομένης για δίκαιη δίκη (άρθρ. 6 της ΕΣΔΑ), με την έννοια της πλήρους αιτιολογίας της απόφασης, με έρευνα όλων των ισχυρισμών και των αποδεικτικών στοιχείων στην υπόθεση, αφού κατά την κοινή πείρα, τη δικαστηριακή πρακτική και την περί δίκαιου συνείδηση, το άνω χρηματικό ποσό δεν είναι ούτε μεγαλύτερο ούτε μικρότερο από το επιδικαζόμενο σε παρόμοιες περιπτώσεις ποσό (ΑΠ 78/2014)...".
Και με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, έκρινε ότι ο αναιρεσίβλητος υπερείχε καταφανώς των προαναφερθέντων προς σύγκριση πέντε (5) ομοιόβαθμων συναδέλφων του, οι οποίοι προήχθησαν στο βαθμό του Υποδιευθυντή κατά τις προαγωγικές κρίσεις της 27-11-2007 και αφού απέρριψε ως αλυσιτελή τη διακωλυτική ένσταση της αναιρεσείουσας έναντι των τριών (3) αντιπροτεινομένων συναδέλφων του αναιρεσίβλητου, αναγνώρισε ότι η εναγομένη (αναιρεσείουσα) όφειλε να αποδέχεται τις υπηρεσίες του ενάγοντος (αναιρεσίβλητου) ως προαχθέντος από 27-11-2007 στο βαθμό του Υποδιευθυντή και ότι οφείλει στον αναιρεσείοντα το ποσό των 3.000 € ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.
Το Εφετείο, με το να οδηγηθεί στην προαναφερθείσα κρίση δεν παραβίασε τις ανωτέρω διατάξεις ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 201 και 207 ΑΚ, τις οποίες ερμήνευσε και εφάρμοσε ορθώς. Ειδικότερα, το Εφετείο, - και αφού ληφθεί υπόψη ότι α] τα κριτήρια της αρχαιότητας στην υπηρεσία και του χρόνου κτήσεως του τελευταίου βαθμού, δεν μπορούν καθ' εαυτά να έχουν κρίσιμη και αποφασιστική σημασία κατά τις προαγωγικές κρίσεις της αναιρεσείουσας για τη βαθμολογική προώθηση των υπαλλήλων της, στις κατ' απόλυτη εκλογή, αλλά, απλώς, συνεκτιμώνται με τα λοιπά στοιχεία (ΑΠ 615/2018, ΑΠ 621/2008, ΑΠ 1513/2003), β] ότι η άσκηση υπεύθυνων καθηκόντων έχει βαρύνουσα σημασία για προαγωγή στην κλίμακα βαθμών των υπαλλήλων της αναιρεσείουσας και κυρίως των κατ' απόλυτη εκλογή προαγωγών, γιατί έχει σχέση με τη γνώση και την εμπειρία του υπαλλήλου και την εκ τούτου υπηρεσιακή καταλληλότητα για την άσκηση των καθηκόντων του ανώτερου βαθμού (ΑΠ 618/2018, ΑΠ 1394/2004), γ] ότι, ο συνολικός χρόνος ασκήσεως υπεύθυνων καθηκόντων, δεν ασκεί, επίσης, ουσιαστική επιρροή, γιατί λαμβάνεται, κυρίως, υπόψη η στάθμη των καθηκόντων, που ασκεί ο κρινόμενος, κατά τον χρόνο της κρίσεως και η ημερομηνία, από την οποία ασκεί τα καθήκοντα αυτά (ΑΠ 1436/2004), πλην, όμως, συνεκτιμάται, αφού η προγενέστερη ανάθεση τέτοιων καθηκόντων, υποδηλώνει αναγνώριση των προσόντων και ικανοτήτων του υπαλλήλου, δ] ότι η ποιοτική βαθμολόγηση αποτελεί, επίσης, βασικό κριτήριο των προαγωγών, αφού προσδιορίζει την εργατικότητα, την υπηρεσιακή κατάρτιση, την ποσοτική και ποιοτική απόδοση, καθώς και τη διοικητική ικανότητα και δραστηριότητα και την εν γένει ουσιαστική προσφορά του υπαλλήλου [ΑΠ 1436/2004, ΑΠ 1622/2003), ε] ότι οι τίτλοι σπουδών είναι πολύ σημαντικό κριτήριο, αφού η κατοχή τους εκφράζει όχι μόνον ανώτερο μορφωτικό επίπεδο του κατόχου τους, αλλά και την ύπαρξη ουσιαστικών προσόντων, που δικαιολογεί την απρόσκοπτη προαγωγική εξέλιξή του και την κατοχή υπεύθυνων υψηλών θέσεων και την απορρέουσα εκ τούτου ικανότητα σε επιτελικό βαθμό (ΑΠ 615/2018, ΑΠ 175/2007), στ] ότι ουσιαστικά προσόντα αποτελούν ακόμα, η παρακολούθηση από τον μισθωτό επιμορφωτικών σεμιναρίων και η από αυτόν γνώση γλωσσών (ΟλομΑΠ 2/1998, ΑΠ 615/2018, ΑΠ 619/1995) και ζ] ότι ο κάτοχος θέσεως Επιθεωρητή Β' και κυρίως Α' έχει μια υπεροχή έναντι του ομοιόβαθμου (χωρίς ανάθεση υπεύθυνων καθηκόντων) αλλά όχι Επιθεωρητή συναδέλφου του, ότι επιτελεί εξειδικευμένη εργασία, η οποία απαιτεί συνδυασμό ικανοτήτων και γνώσεων, που αποκτώνται είτε με πανεπιστημιακή εκπαίδευση είτε με μακρόχρονη εμπειρία, η ένταξη, όμως, στις διαβαθμίσεις του Επιθεωρητή δεν έχει ως συνέπεια τα καθήκοντα των εν λόγω διαβαθμίσεων να ισοσταθμίζονται με τις αντίστοιχες του επιδόματος ευθύνης Επιθεωρητή, θέσεις ευθύνης του Προϊσταμένου ή Αναπληρωτή Προϊσταμένου Τμήματος, Τομέα ή Υπηρεσίας, - αν και έσφαλε εν μέρει [δοθέντος ότι εσφαλμένα έκρινε (ερμηνεύοντας λάθος την υπ' αρ. 337/1989 Πράξη του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος) τα καθήκοντα Επιθεωρητή Α' και Β' ισάξια του Προϊσταμένου Τμήματος και Αναπληρωτή Προϊσταμένου Τμήματος αντίστοιχα], ορθά κατ' αποτέλεσμα (ΚΠολΔ 578) ερμήνευσε και εφάρμοσε τις άνω διατάξεις υπάγοντας σ' αυτές τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ανέλεγκτα ότι αποδείχθηκαν, τα οποία ήταν αρκετά για την εφαρμογή τους.
Ειδικότερα, ορθά κατέληξε ότι ο αναιρεσίβλητος υπερέχει καταφανώς των προαναφερθέντων προς σύγκριση πέντε (5) ομοιόβαθμων συναδέλφων του, οι οποίοι προήχθησαν στο βαθμό του Υποδιευθυντή κατά τις προαγωγικές κρίσεις της 27-11-2007, καθότι 1) έναντι της Μ. Μ., ο αναιρεσίβλητος υπερέχει στους τίτλους σπουδών (πτυχία, μεταπτυχιακά, γλώσσες) και στο συγγραφικό έργο, υστερεί σε υπεύθυνα καθήκοντα (ανέλαβε υπεύθυνα καθήκοντα Προϊσταμένου το 1997, ενώ η συγκρινόμενη ως Προϊστάμενη Υπηρεσίας το 1990), υστέρηση όμως που αντισταθμίζεται λόγω της μικρής χρονικής διαφοράς σε συνδυασμό και με την υπηρεσία του στην εξειδικευμένη θέση Επιθεωρητή Β' (από το 1986) και Α' (1997), υστερεί δε ουσιαστικά, ελαφρά, μόνο στη γενική αρχαιότητα (1 έτος) και στα σεμινάρια (28-32). 2) έναντι της Ι.
Γ., ο αναιρεσίβλητος υπερέχει σε τίτλους σπουδών (πτυχία, μεταπτυχιακά), γενική αρχαιότητα, ειδική αρχαιότητα, υπεύθυνα καθήκοντα (1997-2005) και συγγραφικό έργο, υστερεί δε μόνο σε σεμινάρια (28-37). 3) έναντι του Τ. Γ., ο αναιρεσίβλητος υπερέχει στις γραμματικές γνώσεις (πτυχία, γλώσσες), στη γενική αρχαιότητα, στην εργασιακή εμπειρία, στα υπεύθυνα καθήκοντα, στα σεμινάρια, στη συμμετοχή σε ομάδες εργασίας και σε συγγραφικό έργο. 4) έναντι της Ζ.
Β., ο ενάγων υπερέχει στους τίτλους σπουδών που είναι μάλιστα σχετικοί με το αντικείμενο της εργασίας του, κατά πολύ στη γενική αρχαιότητα, στην ειδική αρχαιότητα, κυρίως στα υπεύθυνα και εξειδικευμένα καθήκοντα, υστερεί δε μόνο στα επιμορφωτικά σεμινάρια και ως προς τον όγκο του συγγραφικού έργου. Και 5) έναντι του Μ.
Ι., ο ενάγων υπερέχει, αφού κατέχει δύο πτυχία ΕΚΠΑ (πανεπιστημιακού επιπέδου με σπουδές στα νομικά και στα οικονομικά) έναντι των δύο πτυχίων της ΑΣΟΕΕ που κατέχει ο συγκρινόμενος, στα μεταπτυχιακά, στον αριθμό ξένων γλωσσών, κυρίως στα υπεύθυνα και εξειδικευμένα καθήκοντα, στον αριθμό επιμορφωτικών σεμιναρίων (28-18) και στο συγγραφικό έργο.
Επομένως, οι πρώτος και δεύτερος λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, διότι (δήθεν) το Εφετείο κατά παράβαση των άνω διατάξεων κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ο αναιρεσίβλητος υπερείχε καταφανώς των άνω προαχθέντων συναδέλφων του και τον προήγαγε είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.
Περαιτέρω, το Εφετείο, με το να οδηγηθεί στην προαναφερθείσα κρίση περί χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης του αναιρεσίβλητου από την προηγούμενη υπαίτια αδικοπρακτική συμπεριφορά των αρμοδίων οργάνων της αναιρεσείουσας, με την κακόπιστη παρεμπόδιση της πλήρωσης της αίρεσης προαγωγής του, δεν παραβίασε, ούτε εκ πλαγίου τις ανωτέρω διατάξεις ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 201 και 207 ΑΚ, καθώς και των άρθρων 57, 59 και 299 ΑΚ, τις οποίες ερμήνευσε και εφάρμοσε ορθώς, και διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά αιτιολογίες, ως προς τα ζητήματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των ως άνω διατάξεων και συνεπώς δεν στερείται νόμιμης βάσης.
Ειδικότερα, το Εφετείο με πληρότητα και σαφήνεια εκθέτει τα πραγματικά περιστατικά που δικαιολογούν ότι ο αναιρεσίβλητος υπέστη μείωση της τιμής και της υπόληψής του στο οικογενειακό, κοινωνικό και επαγγελματικό περιβάλλον του, αφού δόθηκε στους τρίτους η εντύπωση ότι η παράλειψή του οφείλεται σε μειωμένη επαγγελματική του απόδοση και ικανότητα και συνεπώς, υπέστη προσβολή της προσωπικότητας του και εντεύθεν ηθική βλάβη, και, λαμβάνοντας υπόψη το βαθμό υπαιτιότητας των αρμοδίων οργάνων της αναιρεσείουσας (πρόθεση), τις συνθήκες κάτω από τις οποίες έλαβε χώρα η ιστορούμενη αδικοπραξία (κατάδηλη υπεροχή του αναιρεσίβλητου που παραλείφθηκε κατά τις προαγωγικές κρίσεις της 27.11.2007, έναντι των πέντε προαχθέντων συναδέλφων του) και άσκηση του διαπλαστικού διευθυντικού δικαιώματος της αναιρεσείουσας, κατά τρόπο αντίθετο προς την καλή πίστη, που έθιξε την τιμή και την υπόληψή του, την οικονομική κατάσταση των διαδίκων μερών και την κοινωνική κατάσταση του αναιρεσίβλητου, κατά τον κρίσιμο χρόνο της συζήτησης της αγωγής στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, οπότε ο ενάγων ηλικίας τότε 64 ετών υπηρετούσε ακόμη ως τραπεζικός υπάλληλος στην αναιρεσείουσα του επιδίκασε το ποσό των 3.000 ευρώ.
Επομένως, ο περί τούτου τρίτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται τα αντίθετα, προσάπτοντας στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.
Μετά από όλα αυτά και μη προβαλλομένου ετέρου λόγου αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα λόγω της ήττας της στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου (ΚΠολΔ 176, 183, 189 § 1, 191 § 2), κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 19-10-2020 και με αριθ. κατάθεσης 7997/953/19-10-2020 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 6337/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 18 Ιανουαρίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 8 Μαρτίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ