Legislator Case Law & Legislation
390/2020 AI generated

390/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 390/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, Σοφία Τζουμερκιώτη και Γεώργιο Δημάκη, αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

390/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Από τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 Κ.ΠολΔ. προκύπτει ότι στο δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί αν και ποιο λόγο αναιρέσεως από τους περιοριστικώς αναφερομένους στο άρθρο 559 Κ.ΠολΔ.

Keywords

AI generated
cessation of gainful employment suspension of unemployment benefits abandonment of employment termination date waiver of wage claims dismissal or termination of contract
AI generated
280/2026
Με την από 29-11-2023 και με αύξοντα αριθμό έκθεσης κατάθεσης 63/1-12-2023 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η υπ' αριθμό 365/29-6-2023 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πατρών - η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών (άρθρα 591 παράγραφος 1, 663, 664 έως 676 του ΚΠολΔ, όπως ίσχυαν, πριν αντικατασταθούν από το άρθρο 1 άρθρο τέταρτο του ν. 4335/2015) επί της από 8-3-2021 και με αύξοντα αριθμό έκθεσης κατάθεσης ...-2021 έφεσης που είχε ασκήσει το αναιρεσείον, νομικό πρόσωπα δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣΙΑ ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ …" και έδρα τον Πύργο Ηλείας, κατά της υπ' αριθμό 334/2020 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πύργου, η οποία είχε εκδοθεί κατά την ίδια διαδικασία επί της από 28-12-2011 και με αύξοντα αριθμό έκθεσης κατάθεσης ...-2011 αγωγής του αναιρεσιβλήτου, Ν.
1883/2024
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Αριστείδη Βαγγελάτο, Προεδρεύοντα Αντιπρόεδρο (σύμφωνα με την 187/2024 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, κωλυομένης της Αντιπροέδρου Δήμητρας Ζώη), Ελπίδα Σιμιτοπούλου, Μαρία-Μάριον Δερεχάνη, Βάϊα Ζαρχανή και Ειρήνη Νικολάου, Αρεοπαγίτες.
1038/2011
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ανδρέα Δουλγεράκη, Nικόλαο Πάσσο, Νικόλαο Τρούσα (κωλυομένου του Αρεοπαγίτη Παναγιώτη Κομνηνάκη) και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.
64/2012
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 22 Νοεμβρίου 2011, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 3/9/2003 (2) αγωγές των υπό στοιχεία 1 και 2 ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 289/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3626/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 22/5/2009 αίτησή της.
1030/2020
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Δήμητρα Κοκοτίνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, Σοφία Τζουμερκιώτη και Γεώργιο Δημάκη, Αρεοπαγίτες.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 390 / 2020 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Γ.Β

Αριθμός 390/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, Σοφία Τζουμερκιώτη και Γεώργιο Δημάκη, αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 19η Μαρτίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Α. Π. Λ., συζ. Χ. Π., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της πληρεξουσίας δικηγόρου Αμφιτρίτης Καραβίδα, η οποία κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσίβλητου: Π. Χ. του Μ., κατοίκου ... ..., που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Στέργιου Λυμπερδόπουλου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την 91/8-7-2011 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο .... Εκδόθηκαν η 1/2013 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 215/2014 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 23-6-2017 αίτησή της.

Εκδόθηκε η 385/2018 απόφαση του Αρείου Πάγου, που ανέβαλλε την συζήτηση της υπόθεσης εωσότου εκδοθεί απόφαση της πλήρους ολομέλειας του Αρείου Πάγου, για το ζήτημα που έχει παραπεμφθεί σ' αυτήν με την 1855/2017 απόφαση του Α2 τμήματος αυτού. Αφού εκδόθηκε η 10/2018 απόφαση της Πλήρους Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, την υπόθεση επανέφερε για συζήτηση η αναιρεσείουσα με την από 6-7-2018 κλήση της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η αρεοπαγίτης, Μαρία Νικολακέα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 Κ.ΠολΔ. προκύπτει ότι στο δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί αν και ποιο λόγο αναιρέσεως από τους περιοριστικώς αναφερομένους στο άρθρο 559 Κ.ΠολΔ.

θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση. Ειδικά για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως για παραβίαση από το δικαστήριο της ουσίας κανόνων ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθ. 1 εδ. α Κ.Πολ.Δ) πρέπει να καθορίζεται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε και το αποδιδόμενο στην απόφαση νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου (Ολ.

Α.Π. 20/2005). Στην προκειμένη περίπτωση με τους πρώτο 2ο, 4ο, 5ο, 6ο, 7ο, 8ο, 9ο, 10ο, 11ο, 12ο, 13ο, 14ο, κατά το πρώτο σκέλος αυτών, και 20ο λόγους αναιρέσεως η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την ανωτέρω αναιρετική πλημμέλεια, για τη θεμελίωση δε των λόγων αυτών παραθέτει αρχικώς μεν τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, ακολούθως δε τις εφαρμοστέες εν προκειμένω διατάξεις δίχως την ερμηνεία τους, καταλήγει δε ότι το Εφετείο με την κρίση, του αυτή παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 57, 59, 167, 200, 281, 288, 174, 180, 321, 322 παρ. 1, 324, 325 αριθ. 1, 330, 332, 648, 656, 669, 914 ΑΚ, 68 και 70 του Συντάγματος, 14 παρ. 5, 2 παρ. 1, 5 παρ. 1, 11 παρ. 1, 23 παρ. 2 Ν. 1264/1982, 3 παρ. 2 Ν. 2112/1920 και 5 παρ. 3 Ν. 3198/1955 και ως εκ τούτου η προσβαλλόμενη απόφαση τυγχάνει απορριπτέα.

Οι λόγοι όμως αυτοί αναιρέσεως είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι λόγω αοριστίας, αφού για τη θεμελίωσή των αναφέρονται μεν οι φερόμενες ως παραβιασθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, όχι όμως και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή τους.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006, ΟλΑΠ 4/2005).

Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.

ΑΠ 1/1999). Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ. ΑΠ 861/1984).

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1,3 παρ. 1 και 2 του Ν. 2112/1920 και 5 παρ. 1 και 3 του Ν. 3198/1955 προκύπτει ότι η καταγγελία της υπαλληλικής εργασιακής σχέσεως είναι άκυρη εάν ο εργοδότης εκτός της μη τηρήσεως του εγγράφου τύπου δεν καταβάλει στον απολυόμενο μισθωτό την οφειλόμενη αποζημίωση απολύσεως. Ως τέτοια θεωρείται η αποζημίωση, η οποία ορίζεται στο άρθρο 3 παρ.1 του Ν. 2112/1920 ότι είναι κατά ποσό ίση προς το σύνολο των τακτικών αποδοχών που θα ελάμβανε ο εργαζόμενος κατά το χρόνο προ του οποίου έπρεπε να γίνει η καταγγελία και της οποίας ο υπολογισμός κατά το άρθρο 5 παρ. 1 του Ν. 3198/1955 γίνεται με βάση τις τακτικές αποδοχές του τελευταίου μήνα με καθεστώς πλήρους απασχολήσεως (εδ. α').

Στην προκειμένη υπόθεση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς περί τα πράγματα κρίση του, τα ακόλουθα ουσιώδη: "Ο εφεσίβλητος - εναγόμενος (και ήδη αναιρεσίβλητος) Π. Χ., και Ν. Ι. Μ., - ( ) Α. Λ., στις 2.10.2006, άγαμη κατά το χρόνο εκείνο και φοιτήτρια του Τμήματος Λογιστικής του Τ.Ε.Ι.

Λάρισας χωρίς προϋπηρεσία, προκειμένου να προσφέρει τις υπηρεσίες της ως βοηθού λογιστή. Η σύμβαση αυτή καταρτίστηκε εγγράφως, υπογράφηκε από αμφότερους τους συμβαλλόμενους διαδίκους και γνωστοποιήθηκε εμπροθέσμως την ίδια ημέρα από τον εναγόμενο στην αρμόδια Επιθεώρηση Εργασίας .......Περαιτέρω, την ίδια ημέρα (2.10.2006) ο εναγόμενος προέβη σε αναγγελία της πρόσληψης της στον Ο.Α.Ε.Δ., συνυπογράφοντας το έγγραφο της αναγγελίας και η ίδια η ενάγουσα.

Κατά την άνω σύμβαση, περιέχουσα όλα τα απαιτούμενα από το άρθρο 38 Ν. 1892/1990 στοιχεία, προβλεπόταν πενθήμερη απασχόληση της ενάγουσας, από Δευτέρα έως Παρασκευή, επί τέσσερις ώρες ημερησίως από τις 10:00' π.μ. έως τις 14:00', με μισθό καθοριζόμενο από την εκάστοτε ισχύουσα Σ.Σ.Ε. ή Δ.Α. για τους βοηθούς λογιστή. Η ενάγουσα απασχολήθηκε με την ανωτέρω ειδικότητα και το άνω καθεστώς εργασίας μέχρι τις 30.10.2009, οπότε ο εναγόμενος κατήγγειλε εγγράφως τη σύμβαση εργασίας καταβάλλοντος στην ενάγουσα την αποζημίωση απόλυσης.

Τα παραπάνω κρίθηκαν τελεσίδικα με την υπ' αριθμ. 283/2012 απόφαση του Εφετείου Λάρισας, που εκδόθηκε επί αγωγής της ενάγουσας σε βάρος του εναγομένου ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου ..., με αιτήματα, μεταξύ άλλων, την αναγνώριση της ακυρότητας της από 30.10.2009 καταγγελίας της μεταξύ τους σύμβασης εργασίας και την υποχρέωση του εναγομένου να της καταβάλει το αιτηθέν με την εν λόγω αγωγή ποσό, ως αποδοχές υπερημερίας και κατόπιν άσκησης από τους άνω διαδίκους αντίθετων εφέσεων κατά της υπ' αριθμ. 8/2011 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου ..., δυνάμει της οποίας αναγνωρίστηκε η ακυρότητα της άνω από 30.10.2009 καταγγελίας και έγινε εν μέρει δεκτή η εν λόγω αγωγή.

Επομένως, από την τελεσίδικη αυτή απόφαση τα παραπάνω αναφερόμενα περιστατικά περί του χρόνου πρόσληψης της ενάγουσας, του είδους και του χρόνου της εργασίας της, καθώς και η ακυρότητα της από 30.10.2009 καταγγελίας του εναγομένου για το λόγο ότι αυτή έλαβε χώρα πριν παρέλθει έτος από τον τοκετό της κόρης της ενάγουσας στις 30.10.2008, κατά παράβαση του άρθρου 15 παρ, 1 Ν. 1483/1984, αποτελούν δεδικασμένο μεταξύ της ενάγουσας και του εναγομένου, το οποίο λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο (άρθρα 321, 322 παρ. 1, 324, 325 αριθμ. 1, 332 ΚΠολΔ).

Περαιτέρω αποδεικνύεται ότι ο εναγόμενος μετά την έκδοση της προαναφερόμενης με αριθμό 8/2011 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου ..., με την οποία κρίθηκε άκυρη η προαναφερόμενη από 30.10.2009 καταγγελία του, προέβη σε νέα έγγραφη καταγγελία της επίδικης σύμβασης εργασίας στις 11.4.2011, την οποία κοινοποίησε νομότυπα στην ενάγουσα την ίδια ημέρα.

Στην παραπάνω καταγγελία ο εναγόμενος δήλωσε ότι θεωρεί νόμιμη, και έγκυρη την από 30.10.2009 καταγγελία και γι' αυτό προτίθεται να ασκήσει έφεση κατά της άνω πρωτόδικης απόφασης και ότι για την περίπτωση που κριθεί τελεσίδικα άκυρη η εν λόγω καταγγελία, προβαίνει σε νέα, επικουρική καταγγελία, προσφέροντας στην ενάγουσα ως υπόλοιπο της νόμιμης αποζημίωσής της, που ανέρχεται σε 2.099,02 ευρώ, το ποσό των 707,62 ευρώ.

Ο εναγόμενος προέβη σε παρακατάθεση του άνω υπολοίπου των 707,62 ευρώ υπέρ της ενάγουσας με το υπ' αριθμ. 67628/12.4.2011 γραμμάτιο σύστασης παρακαταθήκης του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων (Γραφείο Παρακαταθηκών Α' Δ.ΟΎ. ...), συσταθείσας προς τούτο της υπ' αριθμ. 1662/13.4.2011 πράξης κατάθεσης γραμματίου παρακαταθήκης του Συμβολαιογράφου ...

Γ. Φ. και η ενάγουσα ανέλαβε το άνω γραμμάτιο, συνταχθείσας της υπ' αριθμ. 1679/3.5.2011 πράξης ανάληψης γραμματίου του Συμβολαιογράφου ... Γ. Μ., ως νόμιμου αναπληρωτή του άνω Συμβολαιογράφου Γ. Φ.. Η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι κατά το χρόνο της νέας από 11.4.2011 καταγγελίας, ήταν νόμιμα εκλεγμένο μέλος του διοικητικού συμβουλίου της προσθέτως παρεμβαίνουσας συνδικαλιστικής οργάνωσης, με σειρά εκλογής 10η, κατά τις αρχαιρεσίες της 10, 11 και 12.3.2009 και έχοντας ανατεθεί σ' αυτήν τα καθήκοντα της ταμία του άνω διοικητικού συμβουλίου στις 6.9.2009 σε αντικατάσταση της αρχικής ταμία Ε.

Μ. και συνεπώς προστατευόταν κατά τον άνω χρόνο της καταγγελίας λόγω της συνδικαλιστικής της ιδιότητας από τις διατάξεις του άρθρου 14 Ν. 1264/1982, ως 5° μέλος κατά σειρά προστασίας ελλείψει καταστατικής πρόβλεψης, μέχρι τις 12.3.2013. Τα γεγονότα αυτά, δε, ήταν γνωστά, κατά τους ισχυρισμούς της, στον εναγόμενο, ήδη κατά την πρώτη από 30.10.2009 καταγγελία, μετά από προφορική ενημέρωσή του από την ίδια, αλλά και κατά το χρόνο της επίδικης καταγγελίας, δοθέντος ότι είχαν κοινοποιηθεί σ' αυτόν η από 3.12.2009 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου 120/4.12.2009 και η από 21.3.2011 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου 45/22.3.2011 αγωγές της σε βάρος του, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου ..., κατά τη διαδικασία των εργατικών διαφορών.

Όμως, από κανένα από τα προσαγόμενα με επίκληση έγγραφα, δεν αποδεικνύεται ότι η ενάγουσα ανέλαβε τη θέση και τα καθήκοντα της ταμία της προσθέτως παρεμβαίνουσας στις 6.9.2009 σε αντικατάσταση της Ε. Μ., παρά το γεγονός ότι στην κρινόμενη αγωγή γίνεται μνεία σχετικού πρακτικού συνεδρίασης του άνω διοικητικού συμβουλίου.

Τα μόνα σχετικά με την εκλογή της ενάγουσας ως μέλους του Δ.Σ. της προσθέτως παρεμβαίνουσας έγγραφα, που προσήχθησαν και ήδη προσάγονται με επίκληση είναι: α) Το από 30.11.2009 έγγραφο της τελευταίας, το οποίο απευθύνεται προς την ενάγουσα και με το οποίο ο πρόεδρος και η γραμματέας της προσθέτως παρεμβαίνουσας βεβαιώνουν ότι η ενάγουσα είναι μέλος της από το έτος 2006 με αριθμό εγγραφής 266 του μητρώου της, γεγονός που δεν ασκεί επιρροή για τη συνδικαλιστική της προστασία και μέλος του διοικητικού συμβουλίου της, που εξελέγη από τις αρχαιρεσίες της 10, 11 και 12.3.2009, χωρίς να γίνεται οποιαδήποτε μνεία περί ανάληψης της θέσης και των καθηκόντων της ταμία, β) απλό φωτοαντίγραφο πρακτικού ψηφοφορίας εκλογών που διενεργήθηκαν από τις 10 έως τις 12.3.2009, στο οποίο αναγράφεται'ότι η ενάγουσα εξελέγη ως μέλος του ενδεκαμελούς Δ.Σ.

της προσθέτως παρεμβαίνουσας λαμβάνοντας 65 ψήφους, 10η κατά τη σειρά εκλογής και γ) φωτοαντίγραφα δημοσίευσης του αποτελέσματος των άνω αρχαιρεσιών σε τοπικές εφημερίδες ("...", "...", "..."). Περαιτέρω, από το άνω πρακτικό ψηφοφορίας αποδεικνύεται ότι τα εγγεγραμμένα μέλη της προσθέτως παρεμβαίνουσας είναι 364 και συνεπώς σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 14 παρ. 6 Ν. 1264/1982, με τις οποίες καθορίζεται η έκταση της συνδικαλιστικής προστασίας, η ενάγουσα, κατέχουσα τη 10η θέση σε σειρά εκλογής δεν απολαμβάνει της εν λόγω προστασίας, αφού στην προκείμενη περίπτωση τυγχάνουν προστασίας μόνο τα εννέα πρώτα μέλη, κατά σειρά εκλογής, του άνω διοικητικού συμβουλίου.

Εξάλλου, από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν αποδεικνύεται ότι ο εναγόμενος γνώριζε τα παραπάνω. Αντίθετα, πρέπει να επισημανθεί ότι ενώ η ενάγουσα με την από 3.12.2009 αγωγή της (αριθμός έκθεσης κατάθεσης δικογράφου 120/4.12.2009) είχε επικαλεστεί ως λόγο ακυρότητας της από 30.10.2009 καταγγελίας τη συνδικαλιστική της ιδιότητα ως μέλους του άνω διοικητικού συμβουλίου το Μονομελές Πρωτοδικείο ..., με την υπ' αριθμ. 8/2011 απόφασή του απέρριψε το λόγο αυτό ως αόριστο, αλλά και με επάλληλη σκέψη ως ουσιαστικά αβάσιμο (για την• περίπτωση που ο συγκεκριμένος λόγος της ακυρότητας ήθελε κριθεί- ορισμένος), γεγονός που καταδεικνύει ότι ο εναγόμενος εύλογα θεώρησε την επίκληση του λόγου αυτού της ακυρότητας ως αβασίμου, δοθέντος ότι ,η ακυρότητα της από 30.1Θ.2009 καταγγελίας αναγνωρίστηκε μόνο για το λόγο ότι αυτή έλαβε χώρα πριν την παρέλευση έτους από τον τοκετό της κόρης της ενάγουσας.

Λαμβανομένων υπόψη των παραπάνω περιστατικών δεν αποδεικνύεται ότι η επίδικη καταγγελία έλαβε χώρα εξαιτίας της νόμιμης συνδικαλιστικής δράσης της ενάγουσας και συνεπώς ο πρώτος αγωγικός ισχυρισμός (επίκληση ιδιότητας προστατευόμενου συνδικαλιστικού μέλους) και συνακόλουθα και ο δεύτερος αγωγικός ισχυρισμός (απόλυση χωρίς προηγούμενη απόφαση της Επιτροπής του άρθρου 15 Ν. 1264/1982) για ακυρότητα της προαναφερόμενης καταγγελίας, έπρεπε να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμοι.

Εφόσον τα ίδια δέχθηκε και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο και απέρριψε τους δυο πρώτους λόγους της αγωγής για ακυρότητα της από 11.4.2011 καταγγελίας της σύμβασης εργασίας, ως ουσιαστικά αβάσιμους, δεν έσφαλε και ορθά εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις. Τα αντίθετα παράπονα των εκκαλούντων που προβάλλονται με τον πρώτο, δεύτερο και τρίτο λόγους της εφέσεώς τους, είναι απορριπτέα ως αβάσιμα.

Από τα ίδια παραπάνω αποδεικτικά στοιχεία, δεν αποδεικνύεται ότι ο εναγόμενος προέβη στη δεύτερη από 11.4.2011 καταγγελία, είτε από οποιονδήποτε λόγο εκδίκησης ή εμπάθειας στο πρόσωπο της ενάγουσας και ειδικότερα λόγω της μεταξύ τους αντιδικίας και της άσκησης των αναφερόμενων αγωγών σε βάρος του για τη διεκδίκηση των νόμιμων δικαιωμάτων της (τρίτος λόγος ακυρότητας), είτε με σκοπό να διατηρηθεί άλλη εργαζόμενη, η αναφερόμενη στο δικόγραφο της κρινόμενης R.

L., , και προσόντα και κατά συνέπεια ήταν λιγότερο απαιτητική από την ενάγουσα (έκτος λόγος ακυρότητας). Αντίθετα, αποδεικνύεται ότι στην καταγγελία αυτή προέβη ο εναγόμενος, όπως και στην περίπτωση της πρώτης από 30.10.2009 καταγγελίας λόγω της μείωσης του αντικειμένου της εργασίας για την οποία είχε προσληφθεί η ενάγουσα, δηλαδή της τήρησης λογιστικών βιβλίων τρίτης κατηγορίας και συγκεκριμένα από τις επτά εταιρείες των οποίων τα σχετικά βιβλία τηρούσε το λογιστικό γραφείο του εναγομένου είχαν απομείνει τρεις εταιρείες μόνο και την τήρηση των βιβλίων αυτών μπορούσε να αναλάβει ο ίδιος ο εναγόμενος.

Εξάλλου, ο τελευταίος δεν ήταν ικανοποιημένος από την απόδοση της ενάγουσας, καθώς αυτή διέκοπτε συχνά την εργασία της πραγματοποιώντας διαλείμματα, ενώ δεν ήταν απόλυτα συγκεντρωμένη στο αντικείμενο της εργασίας της. Η άνω αλλοδαπή R. L., προσλήφθηκε ως μαθητευόμενη από τον Ο.Α.Ε.Δ. και απασχολήθηκε για τέσσερα εξάμηνα μόνο, με αντικείμενο την επεξεργασία κειμένων τύπου "word" και "excel" σε ηλεκτρονικό υπολογιστή.....

Από τα παραπάνω αποδεικνύεται ότι η επίδικη καταγγελία δεν έγινε κατά κατάχρηση του δικαιώματος του εναγομένου ή καθ' υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος (άρθρο 281 ΑΚ). Επομένως, ο τρίτος και ο έκτος από τους προβαλλόμενους λόγους ακυρότητας της από 11.4.2011 καταγγελίας της σύμβασης εργασίας της ενάγουσας, έπρεπε να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμοι. Εφόσον τα ίδια δέχθηκε και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο και απέρριψε τον τρίτο και έκτο από τους λόγους της αγωγής για ακυρότητα της από 11.4.2011 καταγγελίας της σύμβασης εργασίας, ως ουσιαστικά αβάσιμους, δεν έσφαλε και ορθά εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις...

Στη συγκεκριμένη περίπτωση, η ενάγουσα ισχυρίστηκε με την αγωγή της, ότι η επίδικη καταγγελία είναι άκυρη για το λόγο ότι ο εναγόμενος δεν της κατέβαλε τη νόμιμη αποζημίωση απόλυσης, η οποία ανερχόταν κατά τους υπολογισμούς της σε 5.284,93 ευρώ υπό καθεστώς πλήρους απασχόλησης, επικουρικά, δε, υπό καθεστώς μερικής απασχόλησης, σε 2.491,81 ευρώ και όχι σε 2.099,02 ευρώ, ποσό που της προσέφερε ο εναγόμενος.

Ο ισχυρισμός αυτός της ενάγουσας, είναι απορριπτέος, σύμφωνα και με τα αναφερόμενα παραπάνω, ως ουσιαστικά αβάσιμος για τους ακόλουθους λόγους: Ως προς το κύριο (πρώτο) σκέλος του, διότι όπως κρίθηκε με ισχύ δεδικασμένου η επίδικη σύμβαση εργασίας ήταν μερικής απασχόλησης και επομένως ο υπολογισμός της νόμιμης αποζημίωσης πρέπει να γίνει υπό το καθεστώς αυτό.

Επίσης, η καταβληθείσα αποζημίωση απόλυσης κατά την πρώτη καταγγελία, ύψους 1.391,40 ευρώ, κρίθηκε νόμιμη σύμφωνα με την άνω υπ' αριθμ. 8/2011 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου ..., που κατέστη τελεσίδικη. Το ποσό δε των 707,62 ευρώ, που καταβλήθηκε από τον εναγόμενο στην ενάγουσα με τη δεύτερη, επίδικη στην κρινόμενη υπόθεση, καταγγελία, αποτελεί τη διαφορά για τη συμπλήρωση της νόμιμης αποζημίωσης της εν λόγω καταγγελίας, η οποία ανέρχεται σε 2.099,02 ευρώ.

Η ενάγουσα, όμως, υπολογίζει εσφαλμένα τη νόμιμη αποζημίωσή της προσμετρώντας στις τακτικές αποδοχές της και προσφερόμενη υπερεργασιακή απασχόληση δύο ωρών τουλάχιστον σε εβδομαδιαία βάση, αφού όπως προαναφέρθηκε αυτή προσέφερε τις υπηρεσίες της υπό καθεστώς μερικής απασχόλησης και συγκεκριμένα τέσσερις ώρες ημερησίες από τη Δευτέρα έως την Παρασκευή...." Με τις κρίσεις του αυτές το Εφετείο, το οποίο δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεσή της ήδη αναιρεσείουσας και της μη διαδίκου στην παρούσα δίκη Συνδικαλιστικής Οργάνωσης με την επωνυμία "Σύνδεσμος Εμποροϋπαλλήλων ...", επικυρώνοντας την εκκληθείσα πρωτόδικη απόφαση, με την οποία απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η αγωγή και η ασκηθείσα υπέρ της ενάγουσας πρόσθετη παρέμβαση της ως άνω συνδικαλιστικής οργάνωσης, προέβη σε ορθή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών - που αναιρετικώς ανέλεγκτα έκρινε αποδεδειγμένα - στις εκτεθείσες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου των άρθρων, 1, 3 παρ. 1 και 2 του Ν. 2112/1920 και 5 παρ. 1 και 3 του Ν. 3198/1955 που εφάρμοσε, τις οποίες δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή, όσον αφορά το ύψος της δικαιούμενης από την αναιρεσείουσα αποζημιώσεως απολύσεως ήτοι3 μηνιαίοι μισθοί υπό καθεστώς εργασίας 4 ωρών ημερησίως επί πέντε ημέρες εβδομαδιαίως.

Διέλαβε δε στον υπαγωγικό συλλογισμό του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εφαρμογή των ανωτέρω. Με τις λοιπές δε διαλαμβανόμενες στους σχετικούς λόγους αιτιάσεις και υπό την επίφαση των άνω αναιρετικών πλημμελειών πλήττονται απαραδέκτως οι ανεπίδεκτες αναιρετικού ελέγχου ουσιαστικές παραδοχές του Εφετείου.

Επομένως, οι περί του αντιθέτου 15ος, 16ος, 17ος, 18ος και 19ος λόγοι αναιρέσεως κατά το πρώτο σκέλος αυτών, με τους οποίους προσάπτεται στην προσβαλλόμενη η από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 αναιρετική πλημμέλεια και οι 8ος κατά το τρίτο σκέλος αυτού, 9ος κατά το δεύτερο σκέλος αυτού, 12ος κατά το τέταρτο σκέλος αυτού, 13ος κατά το τρίτο σκέλος αυτού, 16ος κατά το τέταρτο σκέλος αυτού, 17ος κατά το τέταρτο σκέλος αυτού, 18ος κατά το τέταρτο σκέλος αυτού και δέκατος ένατος κατά το τέταρτο σκέλος αυτού, λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους προσάπτεται στην προσβαλλόμενη η από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.

Ο εκ του άρθρου 559 αρ. 11 γ' του Κ.ΠολΔ., λόγος αναιρέσεως, ιδρυόμενος αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος αν προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν (ΑΠ 630/2004, 970/2002, 1351/2002). Στην προκειμένη περίπτωση, είναι αβάσιμοι οι 1ος κατά το δεύτερο σκέλος αυτού, 2ος κατά το δεύτερο σκέλος αυτού, 3ος, 8ος και 13ος κατά το δεύτερο σκέλος αυτών, λόγοι του αναιρετηρίου, με τους οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η εκ του άρθρου 559 αρ. 11 γ'Κ.Πολ.Δ, αναιρετική πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη, κατά τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα (όπως το από 6.9.2009 πρακτικά του Συνδέσμου Εμποροϋπαλλήλων ..., το υπ' αριθ. 217/2009 δελτίο εργατικής διαφοράς της Επιθεώρησης Εργασίας, την από 18.4.2011 έγκλησή της που η αναιρεσείουσα είχε επικαλεσθεί και προσκομίσει για απόδειξη των ισχυρισμών της. Τούτο δε διότι, από τη διαλαμβανόμενη στην απόφαση βεβαίωση ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη όλα τα προσκομισθέντα αποδεικτικά έγγραφα σε συνδυασμό προς το όλο περιεχόμενο της απόφασης και τις εκτεθείσες παραδοχές, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο συνεξετίμησε, με τις λοιπές αποδείξεις και το φερόμενο ως αγνοηθέν αποδεικτικό υλικό.

Ο λόγος αναίρεσης του αριθ. 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν, ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού η δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης η αντένστασης, ή λόγου έφεσης, όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων αλλά ούτε και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί (Ολ.ΑΠ 3/1997, ΑΠ 1933/2006).

Εξ άλλου, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό (πράγμα) και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ.ΑΠ 12/1997), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (Ολ.ΑΠ 11/1996, ΑΠ 178/2011).

Στην προκειμένη περίπτωση αναιρεσείουσα με τους 4ο, 5ο, 6ο, 7ο, 10ο, 11ο, 12ο, 14ο, 15ο, 16ο, 17ο, 18ο και 19ο λόγους της αίτησης και κατά το δεύτερο σκέλος αυτών προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση, την εκ του άρθρου 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ., αναιρετική πλημμέλεια, αιτιώμενη, κατά την επιτρεπτή νοηματική τους απόδοση, ότι κακώς απερρίφθησαν οι ισχυρισμοί της περί ακυρότητος της ένδικης καταγγελίας λόγω της συνδικαλιστικής ιδιότητας, λόγω καταχρηστικής ασκήσεως εκ μέρους του αναιρεσίβλητου του σχετικού δικαιώματος του, λόγω μη καταβολής της νόμιμης αποζημίωσης της.

Με το ως άνω περιεχόμενο οι λόγοι αυτοί αναιρέσεως είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι διότι όλοι οι ανωτέρω ισχυρισμοί οι οποίοι αποτελούν βάσεις της αγωγής, όπως η ίδια η αναιρεσείουσα δέχεται, εξετάσθηκαν από το Εφετείο, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφασή του τους απέρριψε ως αβάσιμους κατ' ουσίαν.

Η εκ του άρθρου 559 αριθ. 9 ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια στοιχειοθετείται, μεταξύ άλλων, όταν το δικαστήριο αφήνει μια παραδεκτώς υποβληθείσα αίτηση παροχής δικαστικής προστασίας αδίκαστη (ΑΠ 101/2008, ΑΠ 42/2007). Για να είναι ορισμένος ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο αφ' ενός ότι τόσο στο αιτιολογικό, όσο και στο διατακτικό της απόφασης δεν γίνεται οποιαδήποτε μνεία, δηλαδή υπάρχει σιωπή του δικαστηρίου, αναφορικά με την αίτηση που φέρεται ότι αφέθηκε αδίκαστη και αφ' ετέρου το περιεχόμενο της αίτησης (κεφαλαίου) που υποβλήθηκε στο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να διαπιστωθεί, αν η αίτηση αυτή ήταν ορισμένη, νόμιμη και ουσιώδης (ΑΠ 651/2009). Ο λόγος δε αυτός αναιρέσεως απορρίπτεται ως αβάσιμος αν από την επισκόπηση της απόφασης από τον Άρειο Πάγο προκύπτει ότι το δικαστήριο εξέτασε και απέρριψε την αίτηση δικαστικής προστασίας (ΑΠ 920/2009).

Εν προκειμένω η αναιρεσείουσα με τους 6ο, 7ο, 10ο, 15ο, 16ο, 17ο, 18ο, και 19ο, λόγους αναίρεσης κατά το τρίτο σκέλος αυτών, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την ανωτέρω αναιρετική πλημμέλεια αιτιώμενη, κατά την επιτρεπτή νοηματική τους απόδοση, ότι το Εφετείο απέρριψε όλα τα αγωγικά αιτήματα. Με το ως άνω περιεχόμενο οι εν λόγω αναιρετικοί λόγοι είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι διότι το Εφετείο, όπως προκύπτει από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, αφού εξέτασε όλες τις αγωγικές βάσεις, ερευνώντας τους σχετικούς λόγους έφεσης, έκρινε ότι η ένδικη αγωγή είναι απορριπτέα ως αβάσιμη κατ' ουσίαν.

Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ η απόφαση είναι αναιρετέα "αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο". Ο λόγος αυτός αναιρέσεως αναφέρεται σε ακυρότητες, εκπτώσεις από δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό μόνο δίκαιο, ενώ οι ακυρότητες από το ουσιαστικό δίκαιο ελέγχονται μέσω του λόγου εκ του αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (Ολ ΑΠ 2/2001, ΑΠ 2001/2009, ΑΠ 1518/2008). Για το παραδεκτό του λόγου αυτού πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι το απαράδεκτο ή η ακυρότητα είχε προταθεί νομίμως στο πρωτοβάθμιο και είχε επαναφερθεί στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, καθοριζόμενου συγχρόνως του νόμιμου τρόπου προβολής του σχετικού ισχυρισμού (ΑΠ 1705/2008, ΑΠ 2013/2007).

Εν προκειμένω η αναιρεσείουσα με τους 11ο, 12ο και 14ο λόγους αναίρεσης κατά το τρίτο σκέλος αυτών προσάπτει στην προσβαλλόμενη την από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια αναφέροντας απλώς ότι "δεν κήρυξε απαράδεκτο", χωρίς ουδεμία άλλη διευκρίνιση, δηλαδή ουδόλως διευκρινίζεται ποιο είναι το δικονομικό απαράδεκτο που δεν κηρύχθηκε και από την παραβίαση ποιας δικονομικής διάταξης προήλθε αυτό, ενώ παράλληλα δεν αναφέρεται ότι η μη κήρυξη απαραδέκτου είχε προταθεί νομίμως στο πρωτοβάθμιο και είχε επαναφερθεί και στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο. Κατόπιν αυτών οι ανωτέρω λόγοι αναίρεσης είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι λόγω αοριστίας.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στην δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλητου, σύμφωνα με το σχετικό αίτημα του τελευταίου (αρθρ. 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 23.6.2017 αίτηση για αναίρεση της 215/2014 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 25 Φεβρουαρίου 2020.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 16 Απριλίου 2020.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ