Legislator Case Law & Legislation
390/2018 AI generated

390/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 390/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημητρούλα Υφαντή, Χαράλαμπο Καλαματιανό, Ειρήνη Καλού και Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

390/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

Keywords

AI generated
institution called upon to act lack of signature lack of standing of association inactivity after procedural stay lack of prosecutorial standing standing against building permit
AI generated
826/2007
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Μαρτίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3 Ιουνίου 2004 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 638/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 9876/2005 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 14 Μαρτίου 2006 αίτησή του.
524/2007
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 26 Ιανουαρίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1 Ιουνίου 2003 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1223/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2395/2005 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 20 Ιουνίου 2005 αίτησή του.
250/2006
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές : Χρήστο Μπαλντά, Αντιπρόεδρο, Σπυρίδωνα Κολυβά, Γεώργιο Χλαμπουτάκη, Αναστάσιο Περίδη και Ηλία Γιαννακάκη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Σεπτεμβρίου 2005, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τζιώτη, για να δικάσει μεταξύ :
748/2017
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9/4/2010 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου και την από 16/1/2012 ανταγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς και συνεκδικάστηκαν.
119/2012
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 390 / 2018 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 390/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημητρούλα Υφαντή, Χαράλαμπο Καλαματιανό, Ειρήνη Καλού και Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Ιανουαρίου 2018, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην …, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Μαριέττα Βλαχοπάνου, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ν. Α. του Γ., 2) Χ. Α. του Ν. και 3) Γ. Α. του Ν., συζ. Μ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Κούτα.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-9-2011 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 267/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 99/2016 του Μονομελούς Εφετείου Πατρών.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 13-10-2016 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δικ., αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, 4/2005).

Με το λόγο αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ. (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ.

ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ’ ουσίαν (Ολ.ΑΠ 27 και 28/1998). Εξ άλλου, κατά την έννοια του λόγου αναιρέσεως από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται συνεπώς εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.

Δηλαδή, ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται μόνον όταν η πλημμέλεια αφορά παράβαση κανόνων ουσιαστικής φύσεως και όχι δικονομικών διατάξεων, που ρυθμίζουν τη διαδικασία. Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στην θεμελίωση ή στην κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της αποφάσεως για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περιπτώσεως στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περιπτώσεως.

Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση της διατάξεως ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα.

Δεν υπάρχει, επομένως, ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και επομένως αιτιολογία της αποφάσεως ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (Α.Π. 1361/2013, 1266/2011).

Σε κάθε περίπτωση ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι ορισμένος, εφόσον στο αναιρετήριο αναφέρεται σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια ή η αντιφατικότητα των αιτιολογιών της αποφάσεως, δηλαδή εφόσον προσδιορίζεται ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις σε σχέση με νόμιμο ισχυρισμό, που παραδεκτά προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε από το ίδιο το αναιρετήριο να προκύπτει η αποδιδόμενη στην απόφαση νομική πλημμέλεια (Ολ.ΑΠ 20/2005).

Περαιτέρω, αν το διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως στηρίζεται αυτοτελώς σε δύο ή περισσότερες ισοδύναμες επάλληλες αιτιολογίες, εφόσον η μία αιτιολογία από αυτές δεν πλήττεται καθόλου ή δεν πλήττεται αποτελεσματικά με ειδικό λόγο αναιρέσεως, η αναίρεση θα απορριφθεί ως αλυσιτελής, κατά τα άρθρα 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δικ., καθόσον απευθύνεται κατά της μίας από τις δύο αιτιολογίες, δεδομένου ότι η μη πληττόμενη αποτελεσματικά αιτιολογία στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της αποφάσεως.

Δηλαδή, σε περίπτωση διαδοχικής αιτιολογίας, χρειάζεται η προσβολή με επιτυχία όλων των αιτιολογιών που στηρίζουν το διατακτικό (καθεμίας αυτοτελώς) της προσβαλλομένης αποφάσεως για την αναίρεση της τελευταίας (Α.Π. Ολ. ...2003, Α.Π. 1...2017, Α.Π. 675/ 2013).

ΙΙ. Από τις διατάξεις των άρθρων 574, 575, 595 και 596 εδ. α’ του Α.Κ., σύμφωνα με τις οποίες "με τη σύμβαση της μίσθωσης πράγματος ο εκμισθωτής έχει υποχρέωση να παραχωρήσει στο μισθωτή τη χρήση του πράγματος για όσο χρόνο διαρκεί η σύμβαση και ο μισθωτής να καταβάλει το συμφωνημένο μίσθωμα", "ο εκμισθωτής έχει την υποχρέωση να παραδώσει στο μισθωτή το μίσθιο κατάλληλο για τη συμφωνημένη χρήση και να το διατηρεί κατάλληλο σ’ όλη τη διάρκεια της μίσθωσης", "το μίσθωμα καταβάλλεται στις συμφωνημένες ή στις συνηθισμένες προθεσμίες" και "αν δεν υπάρχουν τέτοιες προθεσμίες, καταβάλλεται κατά τη λήξη της μίσθωσης και, αν συμφωνήθηκε καταβολή σε μικρότερα διαστήματα, κατά τη λήξη τους" και "ο μισθωτής δεν απαλλάσσεται από το μίσθωμα, αν εμποδίζεται να χρησιμοποιήσει το μίσθιο από λόγους που αφορούν τον ίδιο", προκύπτει ότι από του χρόνου της πραγματικής παραδόσεως από μέρους του εκμισθωτή και της πραγματικής παραλαβής από μέρους του μισθωτή της χρήσεως του πράγματος αρχίζει η μίσθωση του πράγματος και ο μισθωτής έχει υποχρέωση να καταβάλει στον εκμισθωτή το μίσθωμα που συμφωνήθηκε καθώς και ότι ο μισθωτής υποχρεούται να καταβάλει το μίσθωμα που συμφωνήθηκε από την παράδοση σ’ αυτόν της χρήσεως του πράγματος, εφόσον έχει τη δυνατότητα χρήσεως αυτού, ανεξαρτήτως αν πράγματι το χρησιμοποιεί.

Περαιτέρω, με τις διατάξεις των άρθρων 15 παρ. 1, 17 παρ. 1 εδ. α’ , 3 εδ. α’ , β’ και γ’ , και 21 παρ. 1 εδ. α’ του ν. 3130/2003 "Μισθώσεις για στέγαση Δημοσίου κ.λπ.", ορίζονται τα ακόλουθα: "Η σύμβαση μίσθωσης περιλαμβάνει όλους τους όρους της σχετικής διακήρυξης και της αντίστοιχης απόφασης έγκρισης των πρακτικών της δημοπρασίας και υπογράφεται από τον προϊστάμενο της αρμόδιας Κτηματικής Υπηρεσίας ή τον νόμιμο αναπληρωτή του και από τον ιδιοκτήτη του ακινήτου ή τον νόμιμο πληρεξούσιό του.

Η αναγραφή στη σύμβαση μίσθωσης όρων που δεν περιλαμβάνονται στη διακήρυξη της δημοπρασίας ή στην απόφαση έγκρισης των πρακτικών αυτής δεν συνεπάγεται καμία δέσμευση ή υποχρέωση για το Δημόσιο. Αντίθετα η παράλειψη αναγραφής στη σύμβαση οποιουδήποτε από τους προαναφερόμενους όρους δεν απαλλάσσει τον εκμισθωτή από την υποχρέωση τήρησης αυτών" (άρθρο 15 παρ. 1). "Ο εκμισθωτής έχει υποχρέωση με την έναρξη της μίσθωσης, όπως αναφέρεται στη σύμβαση, να παραδώσει το μίσθιο στη χρήση του Δημοσίου κατάλληλο και σύμφωνο προς τους όρους της διακήρυξης, της απόφασης έγκρισης και της σύμβασης της μίσθωσης..." (άρθρο 17 παρ. 1 εδ.

α’ ). "Για την παραλαβή του μισθωμένου ακινήτου από το Δημόσιο συντάσσεται πρωτόκολλο, από επιτροπή που αποτελείται από τον προϊστάμενο της υπηρεσίας που πρόκειται να εγκατασταθεί ή είναι ήδη εγκατεστημένη και από έναν μηχανικό της περίπτωσης β’ της παραγράφου 1 του άρθρου 9. Με το πρωτόκολλο αυτό διαπιστώνεται η γενική και ειδική κατάσταση του μισθωμένου ακινήτου, όπως ορίζεται στους όρους της σχετικής διακήρυξης δημοπρασίας, του πρακτικού καταλληλότητας και της σύμβασης μίσθωσης.

Το πρωτόκολλο αυτό υπογράφεται και από τον εκμισθωτή του ακινήτου, ο οποίος προσκαλείται εγγράφως από τον προϊστάμενο της υπηρεσίας να παραστεί στην παράδοση και παραλαβή" (άρθρο 17 παρ. 3 εδ. α’ , β’ και γ’ ). "Η πληρωμή του μισθώματος αρχίζει από την ημερομηνία εγκατάστασης της υπηρεσίας στο μίσθιο, που αποδεικνύεται από το πρωτόκολλο παραλαβής του ακινήτου και καταβάλλεται ανά τρίμηνο και στο τέλος κάθε τριμηνίας" (άρθρο 21 παρ. 1 εδ.

α’ ). Από όλες τις διατάξεις που προαναφέρθηκαν, προκύπτει με σαφήνεια ότι σε περίπτωση συνάψεως συμβάσεως μισθώσεως για την στέγαση δημόσιας υπηρεσίας, η υποχρέωση του Δημοσίου για την καταβολή του συμφωνημένου μισθώματος αρχίζει από την ημέρα της πραγματικής εγκαταστάσεώς του στο μίσθιο, δηλαδή από την ημέρα της πραγματικής από μέρους του εκμισθωτή παραδόσεως της χρήσεως και της πραγματικής από μέρους του Δημοσίου παραλαβής της χρήσεως του μισθίου, χωρίς άλλη διατύπωση, ανεξάρτητα αν συντάχθηκε κατά την ημερομηνία αυτή το πρωτόκολλο παραδόσεως και παραλαβής που προβλέπεται από τις ως άνω διατάξεις και ότι τυχόν καθυστερημένη σύνταξη του πρωτοκόλλου αυτού ή ακόμη και η μη σύνταξη αυτού, για γραφειοκρατικούς ή άλλους λόγους, δεν επηρεάζει την συμβατική υποχρέωση του Δημοσίου για την καταβολή του συμφωνημένου μισθώματος, που αρχίζει από την ημέρα της πραγματικής εγκαταστάσεώς του στο μίσθιο, δηλαδή από τότε που έγινε η πραγματική παράδοση από μέρους του εκμισθωτή και η πραγματική παραλαβή από μέρους του Δημοσίου της χρήσεως του μισθίου.

Διαφορετική ερμηνεία θα οδηγούσε στο άτοπο να απαλλάσσεται το Δημόσιο από την βασική συμβατική υποχρέωσή του για πληρωμή του μισθώματος, με μεθοδευμένη καθυστέρηση στην σύνταξη του απαιτούμενου πρωτοκόλλου παραδόσεως και παραλαβής του μισθίου, το οποίο, σε κάθε περίπτωση, δεν αποτελεί συστατικό στοιχείο της εγκαταστάσεως.

Στις περιπτώσεις μάλιστα εκείνες, όπου η μίσθωση αφορά ακίνητο, στο οποίο είναι ήδη εγκαταστημένη η δημόσια υπηρεσία με προγενέστερη μίσθωση, η οποία έληξε, η εγκατάσταση στο μίσθιο είναι δεδομένη κατά την ημέρα της υπογραφής του μισθωτηρίου συμφωνητικού (Α.Π. 1072/2015, Α.Π. 1547/2012, Α.Π. 286/2001). Εξάλλου, σύμφωνα με την προαναφερθείσα παρ. 1 του άρθρου 17 του ως άνω ν. 3130/2003: "1.

Ο εκμισθωτής έχει υποχρέωση με την έναρξη της μίσθωσης, όπως αναφέρεται στη σύμβαση, να παραδώσει το μίσθιο στη χρήση του Δημοσίου κατάλληλο και σύμφωνο προς τους όρους της διακήρυξης, της απόφασης έγκρισης και της σύμβασης της μίσθωσης. Διαφορετικά η μίσθωση λύεται με απόφαση του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών και καταπίπτει η εγγύηση που έχει κατατεθεί υπέρ του Δημοσίου.

Το Δημόσιο προβαίνει σε νέα μίσθωση χωρίς δημοπρασία και ο μειοδότης υποχρεώνεται σε αποζημίωση του Δημοσίου για τη μη προσήκουσα παράδοση του μισθίου, ίση με το 1/10 του μηνιαίου μισθώματος της σύμβασης για κάθε ημέρα καθυστέρησης μέχρι την οριστική στέγαση της Υπηρεσίας σε άλλο κατάλληλο ακίνητο, που βεβαιώνεται ως δημόσιο έσοδο και εισπράττεται σύμφωνα με τις διατάξεις του Κώδικα Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων (Κ.Ε.Δ.Ε.) (...)", ενώ κατά μεν την παράγραφο 1 του άρθρου 19 του ίδιου νόμου: "1.

Το Δημόσιο μπορεί να προβεί σε λύση της μίσθωσης πριν από τη συμβατική λήξη της χωρίς υποχρέωση αποζημίωσης του εκμισθωτή, εφόσον: α) Μεταστεγασθεί η στεγασμένη υπηρεσία σε ακίνητο ιδιοκτησίας του. β) Παραχωρηθεί στη στεγασμένη υπηρεσία η δωρεάν χρήση άλλου κατάλληλου ακινήτου για χρονικό διάστημα τουλάχιστον ίσο με το υπόλοιπο της μίσθωσης, γ) Καταργηθεί η στεγασμένη υπηρεσία ή υπαχθεί σε άλλη υπηρεσία.

δ) Μεταβληθεί η οργανική σύνθεση της υπηρεσίας κατά τη διάρκεια της μίσθωσης κατά τρόπο τέτοιο που το μισθωμένο ακίνητο να μην καλύπτει τις στεγαστικές της ανάγκες. ε) Μεταβληθεί η έδρα της στεγασμένης υπηρεσίας. στ) Έχει πραγματοποιηθεί η μίσθωση για την κάλυψη στεγαστικών αναγκών του γενικού γραμματέα Περιφέρειας και πριν τη λήξη της τετραετίας αντικατασταθεί με απόφαση του αρμόδιου Υπουργού.

ζ) Εφόσον μεταστεγαστεί η στεγασμένη υπηρεσία για τους λόγους που αναφέρονται στην παράγραφο 3 του όρθρου 3 του νόμου αυτού", κατά δε την παράγραφο 2 του ως άνω άρθρου "Σε όλες τις παραπάνω περιπτώσεις εκδίδεται από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών απόφαση πρόωρης λύσης της μίσθωσης, ύστερα από γνωμοδότηση της Επιτροπής Στέγασης, η οποία συντάσσεται με βάση σχετικό έγγραφο αίτημα της στεγασμένης υπηρεσίας και σύμφωνη γνώμη της προϊσταμένης αυτής αρχής.

Η απόφαση πρόωρης λύσης της μίσθωσης κοινοποιείται με μέριμνα της αρμόδιας Κτηματικής Υπηρεσίας στον εκμισθωτή του ακινήτου και επιφέρει τα αποτελέσματα της τριάντα τουλάχιστον ημέρες μετά την κοινοποίησή της. Από την ημερομηνία αυτή παύει κάθε υποχρέωση του Δημόσιου για καταβολή μισθωμάτων". Από την τελευταία αυτή διάταξη (άρθρο 19) προκύπτει ότι, προκειμένου να λυθεί πρόωρα η μίσθωση για μία από τις προβλεπόμενες στην διάταξη αυτή περιπτώσεις, απαιτείται να εκδοθεί απόφαση του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών (περί πρόωρης λύσεως της μισθώσεως), μετά την τήρηση των προβλεπομένων από την διάταξη αυτή προσθέτων προϋποθέσεων (προηγούμενη γνωμοδότηση της Επιτροπής Στεγάσεως, η οποία συντάσσεται με βάση σχετικό έγγραφο αίτημα της στεγασμένης υπηρεσίας και σύμφωνη γνώμη της προϊσταμένης αυτής αρχής, κοινοποιούμενη με μέριμνα της αρμόδιας Κτηματικής Υπηρεσίας στον εκμισθωτή του ακινήτου), η οποία επιφέρει τα αποτελέσματά της τριάντα τουλάχιστον ημέρες μετά την κοινοποίησή της.

Αν παρά ταύτα δεν εκδοθεί η ως άνω απόφαση και το Δημόσιο εγκαταλείψει απροειδοποίητα το μίσθιο, ο εκμισθωτής έχει, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 597 παρ. 1 εδ. β’ του Α.Κ., αξίωση για αποζημίωση εξ αιτίας της πρόωρης λύσεως της μισθώσεως. Στην περίπτωση αυτή οφείλεται το διαφυγόν κέρδος, δηλαδή το μίσθωμα ολόκληρου του υπόλοιπου χρόνου της μισθώσεως ορισμένου χρόνου.

Η έκδοση της προαναφερόμενης Υπουργικής Αποφάσεως, χωρίς όμως την τήρηση των προβλεπομένων από την διάταξη του άρθρου 19 του ίδιου νόμου προσθέτων προϋποθέσεων (προηγούμενη γνωστοποίηση της Επιτροπής Στεγάσεως κ.λπ.), απαιτείται, όπως προκύπτει από την γραμματική διατύπωση της προεκτεθείσας διατάξεως του άρθρου 17 παρ. 1 του ν. 3130/2003, και στην προβλεπόμενη από την τελευταία αυτή διάταξη περίπτωση της λύσεως της συμβάσεως μισθώσεως, εξ αιτίας του ότι ο εκμισθωτής παρέβη την συμβατική του υποχρέωση να παραδώσει, κατά την έναρξη της μισθώσεως, το μίσθιο στην χρήση του Δημοσίου, κατάλληλο και σύμφωνο με τους όρους της διακηρύξεως, της αποφάσεως εγκρίσεως και της μισθωτικής συμβάσεως.

Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλομένη 99/2016 απόφασή του, το Μονομελές Εφετείο Πατρών δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Δυνάμει διακήρυξης του Προϊσταμένου της Κτηματικής Υπηρεσίας του Νομού Αχαΐας, η οποία εγκρίθηκε στις 15.1.2004 από το Γενικό Διευθυντή Δημόσιας Περιουσίας και Κληροδοτημάτων, διενεργήθηκε μειοδοτική δημοπρασία, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 3130/2003 για τη μίσθωση ακινήτου κατάλληλου για τη στέγαση του Ταμείου Αποκατάστασης Σεισμοπλήκτων (Τ.Α.Σ.) Πατρών, κατά τους παρακάτω διαλαμβανόμενους σ’ αυτήν (διακήρυξη) όρους, κατά τους οποίους: (1) επαναλαμβάνοντας τους ορισμούς των εδαφίων α’ και β’ της παραγράφου 1 του άρθρου 17 του ν. 3130/2003, ο εκμισθωτής υποχρεούνταν με την έναρξη της μίσθωσης να παραδώσει το μίσθιο στη χρήση του εναγόμενου - εφεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου κατάλληλο και σύμφωνο με τους όρους της διακήρυξης, της απόφασης έγκρισης και της σύμβασης μίσθωσης, καθώς σε διαφορετική περίπτωση η μίσθωση θα λυνόταν με απόφαση του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών και θα κατέπιπτε η εγγύηση που είχε κατατεθεί υπέρ του Δημοσίου (8ος όρος, εδ.

α’ και β’ ), (2) το Δημόσιο μπορούσε να προβεί σε λύση της μίσθωσης πριν από τη συμβατική λήξη της, χωρίς υποχρέωση αποζημίωσης του εκμισθωτή, εφόσον α) μεταστεγαζόταν η στεγασμένη υπηρεσία σε ακίνητο ιδιοκτησίας του, β) παραχωρούνταν στη στεγασμένη υπηρεσία η δωρεάν χρήση άλλου κατάλληλου ακινήτου για χρονικό διάστημα τουλάχιστον ίσο με το υπόλοιπο της μίσθωσης, γ) καταργούνταν η στεγασμένη υπηρεσία ή υπαγόταν σε άλλη υπηρεσία, δ) μεταβαλλόταν η οργανική σύνθεση της υπηρεσίας κατά την διάρκεια της μίσθωσης κατά τέτοιο τρόπο που το μισθωμένο ακίνητο να μην καλύπτει τις στεγαστικές της ανάγκες, ε) μεταβαλλόταν η έδρα της στεγασμένης υπηρεσίας, στ) είχε πραγματοποιηθεί η μίσθωση για την κάλυψη στεγαστικών αναγκών του Γενικού Γραμματέα Περιφέρειας και πριν τη λήξη της τετραετίας αντικαθίστατο με απόφαση του αρμόδιου Υπουργού, επαναλαμβάνοντας τους ορισμούς της παραγράφου 2 του όρθρου 19 του ν. 3130/2003, σύμφωνα με τους οποίους σε όλες τις παραπάνω περιπτώσεις εκδίδεται από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών απόφαση πρόωρης λύσης της μίσθωσης, ύστερα από γνωμοδότηση της Επιτροπής Στέγασης, η οποία συντάσσεται με βάση σχετικό έγγραφο αίτημα της στεγασμένης υπηρεσίας και σύμφωνη γνώμη της προϊσταμένης αρχής, καθώς και ότι η απόφαση πρόωρης λύσης της μίσθωσης κοινοποιείται με μέριμνα της αρμόδιας Κτηματικής Υπηρεσίας στον εκμισθωτή του ακινήτου και επιφέρει τα αποτελέσματα της τριάντα τουλάχιστον ημέρες μετά την κοινοποίησή της, ενώ από την ημερομηνία αυτή παύει κάθε υποχρέωση του δημοσίου για καταβολή μισθωμάτων (10ος όρος), (3) η πληρωμή του μισθώματος άρχιζε από την ημερομηνία εγκατάστασης της υπηρεσίας στο μίσθιο, που αποδεικνυόταν από το πρωτόκολλο παραλαβής του ακινήτου και καταβαλλόταν ανά τρίμηνο και στο τέλος κάθε τριμηνίας (12ος όρος, εδ.

α’ ), (4) η διάρκεια της μίσθωσης οριζόταν 12ετής με αφετηρία την ημερομηνία υπογραφής του πρωτοκόλλου παραλαβής του ακινήτου από το Δημόσιο (15ος όρος) και (5) στο προσφερόμενο ακίνητο έπρεπε α) να τηρείται ο κανονισμός πυροπροστασίας και να κατατεθεί από πλευράς εκμισθωτή πιστοποιητικό πυρασφάλειας της αρμόδιας Πυροσβεστικής Υπηρεσίας μέχρι την παραλαβή του ακινήτου, β) να παρέχονται οι προβλεπόμενες διευκολύνσεις για Α.Μ.Ε.Α., γ) να δηλωθεί με υπεύθυνη δήλωση του ν. 1...1986 εάν το κτίριο είχε υποστεί βλάβες σεισμού ή πυρκαϊάς και σε καταφατική περίπτωση να προσκομιστεί μέχρι την παραλαβή του ακινήτου η εγκεκριμένη από Γραφείο Αποκατάστασης Σεισμοπλήκτων ή Πολεοδομική Υπηρεσία σχετική άδεια επισκευής, θεωρημένη μετά την εκτέλεση των εργασιών (19ος όρος).

Κατά τη δημοπρασία που διεξήχθη το έτος 2004 συμμετείχαν και οι ενάγοντες - εκκαλούντες, από τους οποίους, ο μεν πρώτος (Ν. Α.) είναι κύριος της υπό στοιχεία Β-1 οριζόντιας ιδιοκτησίας του δεύτερου ορόφου, επιφάνειας 272,73 τ.μ., αποτελούμενης από ενιαίο χώρο, προθάλαμο και δύο (2) W.C., οι δε δεύτερη και τρίτη είναι συγκύριες, κατά ποσοστά 43,2/100 και 56,8/100 εξ αδιαιρέτου, αντιστοίχως, της υπό στοιχεία Γ-1 οριζόντιας ιδιοκτησίας του τρίτου ορόφου, επιφάνειας 272,73 τ.μ., αποτελούμενης από ενιαίο χώρο, προθάλαμο και δύο (2) W.C., που βρίσκονται σε κτίριο κείμενο επί της Ν.Ε.Ο. ...

του ............. Τα ανωτέρω ακίνητα οι εν λόγω διάδικοι (ενάγοντες - εκκαλούντες) τα εκμίσθωναν στο παρελθόν, από τα έτη 1990 ή 1991, δυνάμει διαδοχικώς συναφθεισών συμβάσεων μισθώσεων, στο εναγόμενο - εφεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο, προκειμένου να στεγαστούν σ’ αυτό οι υπηρεσίες του Ταμείου Αποκατάστασης Σεισμοπλήκτων (Τ.Α.Σ.) Πατρών.

Στη συνέχεια η Επιτροπή του άρθρου 9 του ν. 3130/2003, μετά από προηγούμενη επιτόπια αυτοψία στα ακίνητα που προσφέρθηκαν για τη στέγαση του Τ.Α.Σ. Πάτρας, έκρινε κατάλληλα τα ακίνητα που προσφέρθηκαν από τους ενάγοντες - εκκαλούντες, όπου ήδη στεγαζόταν η πιο πάνω υπηρεσία, ανταποκρινόμενα στους όρους της σχετικής διακήρυξης, καθόσον διαπιστώθηκε ότι αυτά έχουν συνολική επιφάνεια 545,85 τ.μ., δηλαδή 273,12 και 273,72 κάθε όροφος, αντιστοίχως, έναντι μηνιαίου μισθώματος 3.204,14 ευρώ [δηλαδή, 545,8 5 χ 5,87 ευρώ/τ.μ.

τιμή μονάδας, όπως προέκυπτε από το πρακτικό αναγκαίων χώρων στέγασης του Τ.Α.Σ. Πάτρας (7.7.2003)], όπως προκύπτει από το επικαλούμενο και προσκομιζόμενο από 13.7.2004 πρακτικό καταλληλότητας της ως άνω Επιτροπής. Στο ίδιο έγγραφο αναφερόταν ότι στο ακίνητο στεγαζόταν ήδη η υπηρεσία, ότι είχαν γίνει δύο δημοπρασίες και δεν υπήρξε ενδιαφέρον από άλλον ιδιοκτήτη καθώς και ότι η υπηρεσία αυτή έκρινε ότι οι χώροι εξυπηρετούσαν την τότε σύνθεσή της, εφόσον ήταν δυνατόν να αποφευχθεί η μετακόμισή τους.

Παράλληλα στο αυτό, ως άνω, έγγραφο (πρακτικό καταλληλότητας) υποδεικνύονταν ως εκτελεστέες στα μίσθια ακίνητα εργασίες: α) ο υδροχρωματισμός των εσωτερικών χώρων του κτιρίου και των κοινοχρήστων, β) ο καθαρισμός των εξωτερικών τζαμιών, γ) η μόνωση της δυτικής πλευράς του κτιρίου, ούτως ώστε να εξασφαλιστούν τα προβλήματα υγρασίας, δ) η κατασκευή ενός W.C.

για άτομα Μ.Ε.Α. (Α.Μ.Ε.Α.), ενώ συγχρόνως υπενθυμιζόταν η υποχρέωση του ιδιοκτήτη για τη συντήρηση των εγκαταστάσεων των ακινήτων (υδραυλικής - ηλεκτρικής - ψύξης - θέρμανσης - ανελκυστήρα κ.λπ.), με τη ρητή μνεία ότι οι αμέσως προηγούμενες εργασίες έπρεπε να εκτελεστούν μέσα σε δύο (2) μήνες από την υπογραφή του μισθωτηρίου συμβολαίου, αφού προσκομιζόταν και η βεβαίωση πυροπροστασίας της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας.

Ακολούθως, ο πρώτος των εναγόντων - εκκαλούντων, Ν. Α., ενεργώντας και ως πληρεξούσιος των λοιπών συνιδιοκτητριών, δήλωσε ότι αποδεχόταν ανεπιφύλακτα τους όρους που τέθηκαν στο παραπάνω πρακτικό καταλληλότητας, υποσχόμενος ότι θα τους εκπλήρωνε μέσα στην ανωτέρω προβλεπόμενη προθεσμία (όπως προκύπτει από την με ημερομηνία 8.12.2004 δήλωση αποδοχής όρων πρακτικού καταλληλότητας που υπογράφεται από τον πρώτο των εναγόντων εκκαλούντων).

Ακολούθως, δυνάμει της υπ’ αριθμ. πρωτ. ...30.12.2004 απόφασης του Γενικού Γραμματέα της Περιφέρειας Δυτικής Ελλάδας εγκρίθηκαν τα πρακτικά της διεξαχθείσας μειοδοτικής δημοπρασίας και ζητήθηκε να γνωστοποιηθεί εγγράφως στους ιδιοκτήτες η έγκριση της παραπάνω μίσθωσης και να κληθούν σε ορισμένη προθεσμία προκειμένου να υπογράψουν τη σχετική σύμβαση, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 3130/2003, τους όρους της σχετικής διακήρυξης δημοπρασίας, καθώς και τους όρους του από 13.7.2004 πρακτικού καταλληλότητας της Επιτροπής Στέγασης.

Στο έγγραφο αυτό αναφερόταν επίσης ότι ο Προϊστάμενος της Υπηρεσίας που επρόκειτο να στεγαστεί και στον οποίο θα κοινοποιούνταν η πιο πάνω απόφαση, έπρεπε να μεριμνήσει για την παραλαβή του ακινήτου, σύμφωνα με τους αυτούς, ως άνω προβλεπόμενους όρους, καθώς και ότι η παραλαβή του ακινήτου θα γινόταν από Επιτροπή αποτελούμενη από τον Προϊστάμενο της προς στέγαση υπηρεσίας και έναν μηχανικό της περίπτωσης β’ παρ. 1 του άρθρου 9 του ν. 3130/2003 με πρωτόκολλο παράδοσης - παραλαβής που θα υπογραφόταν από τους ιδιοκτήτες των ακινήτων, με τη μνεία ότι από την ημερομηνία παραλαβής του ακινήτου θα άρχιζε η καταβολή του μισθώματος (όπως τα ανωτέρω στοιχεία προκύπτουν από την επικαλούμενη και προσκομιζόμενη υπ’ αριθμ.

πρωτ. ...2004 απόφαση του Γενικού Γραμματέα Π.Δ.Ε.). Εν συνεχεία, με το υπ’ αριθμ. πρωτ. Οικ: ...2005 έγγραφο του Προϊσταμένου Τ.Α.Σ. Πατρών γνωστοποιήθηκε στην Κτηματική Υπηρεσία ότι ο Ν. Α. (πρώτος ενάγων - εκκαλών) προέβη στην εκτέλεση όλων των εργασιών που περιγράφονταν στο από 13.7.2004 πρακτικό καταλληλότητας της ανωτέρω Επιτροπής (όπως προκύπτει από το σχετικώς επικαλούμενο και προσκομιζόμενο έγγραφο).

Όπως δε προκύπτει από το επικαλούμενο και προσκομιζόμενο υπ’ αριθμ. πρωτ. ...14.12.2006 μεταγενέστερο έγγραφο της Προϊσταμένης της Κτηματικής Υπηρεσίας Ν. Αχαΐας, η βεβαίωση πυροπροστασίας προσκομίστηκε στην υπηρεσία αυτή την 2.5.2006 και κατόπιν η εν λόγω υπηρεσία κάλεσε άμεσα με σχετικά έγγραφά της (.../22.5.2006 και .../1.6.2006) τον ιδιοκτήτη του ακινήτου να προσέλθει για την υπογραφή της σχετικής σύμβασης μίσθωσης.

Η τελευταία υπογράφτηκε μετά τα ανωτέρω στις 18.7.2006, ενώ με το υπ’ αριθμ. .../18.7.2006 έγγραφο (της ίδιας υπηρεσίας) εστάλη αντίγραφό της στο Τ.Α.Σ, Πατρών και ζητήθηκε από την υπηρεσία αυτή να συνταχτεί το σχετικό πρωτόκολλο παράδοσης παραλαβής. Ενώ δε στο έγγραφο αυτό εν συνεχεία αναφέρεται ότι το Τ.Α.Σ. Πατρών με το υπ’ αριθμ. ...18.7.2006 έγγραφό του, μεταξύ άλλων, γνωστοποίησε ότι η υπηρεσία θα μεταφερόταν την 1.10.2006, στη συνέχεια αυτού σημειώνεται ότι με το υπ’ αριθμ. .../7.9.2006 έγγραφό της η Κτηματική Υπηρεσία απάντησε στο προαναφερόμενο έγγραφο του Τ.Α.Σ.

ζητώντας εκ νέου να προχωρήσει (το Τ.Α.Σ. Πατρών) στη σύνταξη του σχετικού πρωτοκόλλου παράδοσης παραλαβής, με την επισήμανση ότι κατ’ επανάληψη είχε ενημερώσει και τηλεφωνικά το Τ.Α.Σ. Πατρών ότι η λύση της μίσθωσης είναι δυνατή μετά την υπογραφή της σχετικής σύμβασης και της σύνταξης πρωτοκόλλου παράδοσης παραλαβής, λόγω μεταβολής της οργανικής σύνθεσης της υπηρεσίας, σύμφωνα με το άρθρο 19 παρ. 1 δ του ν. 3130/2003 και τον σχετικό όρο της διακήρυξης (όπως τα στοιχεία αυτά προκύπτουν από το υπ’ αριθμ.

πρωτ. ...4.12.2006 έγγραφο της Προϊσταμένης της Κτηματικής Υπηρεσίας του Ν. Αχαΐας). Όπως προαναφέρθηκε, η σύμβαση μίσθωσης καταρτίστηκε στις 18.7.2006 και σύμφωνα με τους διαληφθέντες στο σχετικώς συνταχθέν έγγραφο όρους: (1) (...), (2) η μίσθωση συμφωνήθηκε με βάση τις διατάξεις του ν. 3130/2003, τους όρους της οικείας διακήρυξης, καθώς και τους όρους του από 13.7.2004 πρακτικού καταλληλότητας, που συνέταξε η αρμόδια Επιτροπή Στέγασης Δημοσίων Υπηρεσιών, (3) η χρονική της διάρκεια καθορίστηκε δωδεκαετής από την ημέρα παραλαβής του ακινήτου από επιτροπή αποτελούμενη από τον Προϊστάμενο της προς στέγαση υπηρεσίας και έναν μηχανικό της περίπτωσης β’ παρ. 1 του άρθρου 9 του ν. 3130/2003, με σχετικό πρωτόκολλο παράδοσης - παραλαβής που θα υπογραφόταν από τους ιδιοκτήτες των ακινήτων, (4) το μηνιαίο μίσθωμα ορίστηκε στο ποσό των 3.204,14 ευρώ, καταβαλλόμενο μετά την αφαίρεση των προβλεπόμενων κρατήσεων στο τέλος κάθε τριμηνίας, (5) (...), (6) οι εκμισθωτές ήταν υποχρεωμένοι μέσα σε προθεσμία δύο (2) μηνών από την ανωτέρω ημερομηνία (18.7.2006) να εκτελέσουν όλες τις εργασίες, διαρρυθμίσεις, βελτιώσεις και συμπληρώσεις του μισθίου που αναφέρονταν στην παράγραφο Α του από 13.7.2004 πρακτικού καταλληλότητας της Επιτροπής Στέγασης Δημοσίων Υπηρεσιών, που κοινοποιήθηκε σύμφωνα με το νόμο στους εκμισθωτές, οι οποίοι δήλωσαν και πάλι ότι αποδέχονταν χωρίς επιφυλάξεις το περιεχόμενό του, (7) στην περίπτωση που οι τελευταίοι (εκμισθωτές) δεν εκτελούσαν τις οριζόμενες σύμφωνα με το πρακτικό καταλληλότητας εργασίες και δεν παρέδιδαν τελείως έτοιμο το ακίνητο για χρήση της υπηρεσίας που θα στεγαζόταν σ’ αυτό μέσα στην πιο πάνω προθεσμία, εκτός των άλλων, προβλεπόταν ότι το Δημόσιο δικαιούνταν ακόμη και στην περίπτωση αυτή να λύσει τη μίσθωση και να εγκαταλείψει το μίσθιο χωρίς αποζημίωση στους εκμισθωτές και να συνάψει νέα μίσθωση άλλου ακινήτου, (8), (9), (...), (10) επαναλαμβάνοντας τους ορισμούς της παρ. 2 του άρθρου 19 του ν. 3130/2003, προβλεπόταν ότι το Δημόσιο μπορούσε να προβεί σε λύση της μίσθωσης πριν από τη συμβατική λήξη της χωρίς υποχρέωση αποζημίωσης του εκμισθωτή, εφόσον:

α) μεταστεγασθεί η στεγασμένη υπηρεσία σε ακίνητο ιδιοκτησίας του, β) παραχωρηθεί στη στεγασμένη υπηρεσία η δωρεάν χρήση άλλου κατάλληλου ακινήτου για χρονικό διάστημα τουλάχιστον ίσο με το υπόλοιπο της μίσθωσης, γ) καταργηθεί η στεγασμένη υπηρεσία ή υπαχθεί σε άλλη υπηρεσία, δ) μεταβληθεί η οργανική σύνθεση της υπηρεσίας κατά την διάρκεια της μίσθωσης κατά τέτοιον τρόπο που το μισθωμένο ακίνητο να μην καλύπτει τις στεγαστικές της ανάγκες, ε) μεταβληθεί η έδρα της στεγασμένης υπηρεσίας, (11) (......) και (12) οι δεύτεροι συμβαλλόμενοι με την ιδιότητα που παρίσταντο (εκμισθωτές) δήλωσαν ότι είναι ιδιοκτήτες των μισθουμένων χώρων και ότι αποδέχονταν χωρίς καμία επιφύλαξη όλους τους παραπάνω όρους (όπως τα ανωτέρω προκύπτουν από την επικαλούμενη και προσκομιζόμενη από 18.7.2006 σύμβαση μίσθωσης που υπογράφτηκε από τους συμβληθέντες).

Όμως, η επίδικη σύμβαση μίσθωσης δεν εξελίχθηκε ομαλώς. Συγκεκριμένα, με την από 8.10.2006 εξώδικη διαμαρτυρία - πρόσκληση, την οποία ο πρώτος ενάγων - εκκαλών απηύθυνε προς την Διεύθυνση της Υπηρεσίας Αποκατάστασης Σεισμοπλήκτων - ΥΑΣ - Τμήμα μίσθωσης ακινήτου, στην οποία αυτή κοινοποιήθηκε δυνάμει της υπ’ αριθμ. ...18.10.2006 έκθεσης επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου της Αθήνας Η.

Ζ., μεταξύ άλλων, ανέφερε ότι ενώ προηγουμένως προέβη σε όλες τις αναγκαίες εργασίες του κτιρίου, προκειμένου αυτό να καταστεί κατάλληλο για την στέγαση της υπηρεσίας αυτής, σύμφωνα με τους όρους και με τις υποδείξεις των αρμοδίων οργάνων της Κτηματικής Υπηρεσίας Πατρών και του Διευθυντή του Τ.Α.Σ. Πατρών, έναντι δαπανών υπέρ των 50.000 ευρώ, καθώς, διαφορετικά δεν θα υπογραφόταν η (ανωτέρω) σύμβαση μίσθωσης, ο τελευταίος, από ολιγωρία ή από άλλους λόγους σκοπιμότητας, όπως ο εν λόγω διάδικος υποστήριξε, δεν είχε παραλάβει (ακόμη) νομικώς το μίσθιο ακίνητο, κωλυσιεργώντας την παραλαβή του, παρά το γεγονός ότι είχε ειδοποιηθεί σχετικώς, τόσο με τα υπ’ αριθμ. .../18.7.2006 και .../2006 έγγραφα της Κτηματικής Υπηρεσίας του Δημοσίου, όσο και με την από 1.8.2006 εξώδικη διαμαρτυρία πρόσκληση του ίδιου (πρώτου ενάγοντος - εκκαλούντος).

Διαμαρτυρόμενος δε για την προεκτεθείσα συμπεριφορά, ο πρώτος ενάγων - εκκαλών έθετε προθεσμία 5 ημερών από την κοινοποίηση της παραπάνω εξώδικης πρόσκλησης, προκειμένου η προαναφερόμενη υπηρεσία να ενεργήσει τα νόμιμα για την παραλαβή του ακινήτου, κατέληγε επαναλαμβάνοντας την δήλωσή του ότι διέθετε και τον ισόγειο χώρο για την επέκταση των γραφείων της συγκεκριμένης υπηρεσίας, όπως και χώρους σε συνεχόμενο όροφο του ίδιου ενιαίου κτιρίου, που, όπως ανέφερε, είχε δηλώσει και προφορικώς στον Διευθυντή του Τ.Α.Σ.

Πατρών, ο οποίος, κατά τα αναφερόμενα, είχε συγκατανεύσει και αποδεχτεί. Από την πλευρά της, η Υπηρεσία Αποκατάστασης Σεισμοπλήκτων, με το υπ’ αριθμ. πρωτ. οικ: .../9.11.2006 έγγραφό της, με αφορμή την προηγούμενη (από 8.10.2006) εξώδικη διαμαρτυρία του πρώτου ενάγοντος - εκκαλούντος, γνωστοποιούσε στην Κτηματική Υπηρεσία ότι την 9.6.2006, με το με αριθμό πρωτ. ...06 έγγραφο, ο προϊστάμενος του Τ.Α.Σ.

Αχαΐας ενημέρωσε την ανωτέρω υπηρεσία (Κτηματική Υπηρεσία Ν. Αχαΐας) ότι λόγω συγχώνευσης έξι (6) περιφερειακών Τ.Α.Σ. στον ΤΑΣ Αχαΐας, οι ανάγκες στέγασης της υπηρεσίας θα αυξάνονταν, ζητώντας τη διακοπή της διαδικασίας υπογραφής της σύμβασης μίσθωσης του επί της Ν.Ε.Ο. ... ακινήτου, μέχρι νεότερης ενημέρωσης.

Ότι η Κτηματική Υπηρεσία του Δημοσίου, αγνοώντας τα αναφερόμενα στο σχετικό έγγραφό τους, προχώρησε στη σύνταξη πρακτικού καταλληλότητας του κτιρίου, χωρίς την υπογραφή του Προϊσταμένου του Τ.Α.Σ. Αχαΐας και ακολούθως στην υπογραφή σύμβασης μίσθωσης με ημερομηνία 18.7.2006. Στη συνέχεια στο ίδιο, ως άνω έγγραφο, αναφερόταν ότι η Υπηρεσία Αποκατάστασης Σεισμοπλήκτων προχώρησε στην απευθείας μίσθωση κτιρίου το οποίο κάλυπτε τις στεγαστικές ανάγκες του Τ.Α.Σ.

Αχαΐας, σύμφωνα με τα οριζόμενα στις διατάξεις του άρθρου 49 του ν. 2778/99, κατά τα οποία επιτρέπεται η μίσθωση κτιρίων για τη στέγαση υπηρεσιών της Γ.Γ.Δ.Ε. με αρμοδιότητα το έργο αποκατάστασης των σεισμοπλήκτων και μέχρι την ολοκλήρωση του έργου, κατά παρέκκλιση από κάθε γενική διάταξη, ύστερα από απόφαση του Υπουργού ΠΕ.ΧΩ.ΔΕ.

Κατόπιν των ανωτέρω και με την επίκληση ότι η στεγασμένη υπηρεσία είχε ενημερώσει σχετικώς, ζητήθηκε να προωθηθούν άμεσα οι διαδικασίες, που απαιτούνταν για την ακύρωση του από 18.7.2006 ιδιωτικού συμφωνητικού μίσθωσης του επί της Ν.Ε.Ο. Πατρών - Αθηνών ακινήτου. Τα ανωτέρω επαναλήφθηκαν στο υπ’ αριθμ. πρωτ. .../5.2.2007 έγγραφο του Προϊσταμένου Τ.Α.Σ.

Αχαΐας, όπου, αναφορικά με το υπ’ αριθμ. ...05/25.1.2005 έγγραφο της ίδιας υπηρεσίας, στο οποίο αναφερόταν ότι είχαν εκτελεστεί οι προβλεπόμενες στο από 13.7.2004 πρακτικό καταλληλότητας εργασίες, η εν λόγω υπηρεσία (Τ.Α.Σ. Αχαΐας) δήλωνε ότι κοινοποιούσε προς την Κτηματική Υπηρεσία το πρακτικό που υπήρχε στο αρχείο της, όπου δεν αναφερόταν κατασκευή W.C.

για άτομα με ειδικές ανάγκες, με την επισήμανση ότι βάσει της διαμορφωμένης κατάστασης, έπρεπε να προχωρήσουν στην παράδοση του παλαιού και την παραλαβή του νέου κτιρίου. Εν τω μεταξύ, κατόπιν αυτοψίας που διενήργησε ο πολιτικός μηχανικός ΠΕ/Α Γ. Δ., στις 20.12.2006, στο κτίριο της Ν.Ε.Ο. ..., παρουσία του προϊσταμένου του Τ.Α.Σ.

και του πρώτου ενάγοντος - εκκαλούντος, διαπιστώθηκε ότι από τις εργασίες που αναφέρονταν στο από 13.7.2004 πρακτικό (καταλληλότητας), προκειμένου να καταστεί το εν λόγω κτίριο κατάλληλο για τη στέγαση δημόσιας υπηρεσίας, μία, και συγκεκριμένα η κατασκευή W.C. για άτομα με ειδικές ανάγκες, δεν είχε εκτελεστεί (όπως προκύπτει από την με ημερομηνία 9.1.2007 αναφορά του Γ.

Δ. - πολιτικού μηχανικού ΠΕ/Α προς την Κτηματική Υπηρεσία του Ν. Αχαΐας). Ακολούθως, στο υπ’ αριθμ. πρωτ. ....1.2007 έγγραφο της Προϊσταμένης της Κτηματικής Υπηρεσίας Ν. Αχαΐας, που η εν λόγω υπηρεσία απηύθυνε προς τον πρώτο ενάγοντα - εκκαλούντα, αναφερόταν ότι στις 20.12.2006 η αρμόδια επιτροπή για την παραλαβή του προς μίσθωση ακινήτου πραγματοποίησε παρουσία του αυτοψία στο υπόψη ακίνητο και ότι κατά την αυτοψία αυτή στους χώρους του ακινήτου διαπιστώθηκε ότι ο ανωτέρω διάδικος δεν είχε κατασκευάσει το W.C.

για άτομα με ειδικές ανάγκες, εργασία που αναφερόταν στο από 13.7.2004 πρακτικό καταλληλότητας. Μετά δε τα ανωτέρω η πιο πάνω υπηρεσία γνωστοποιούσε σ’ αυτόν (πρώτο ενάγοντα - εκκαλούντα) ότι δεν ήταν δυνατή η παραλαβή του κτιρίου και ότι θα έπρεπε να προβεί άμεσα στην εκτέλεση εργασιών κατασκευής του W.C. για άτομα με ειδικές ανάγκες, καθώς και ότι σε περίπτωση μη εκτέλεσης των υπόψη εργασιών, η πιο πάνω υπηρεσία θα προέβαινε στα προβλεπόμενα κατά τις παρ. 7(α) και 7(β) της από 18.7.2006 σύμβασης μίσθωσης, με τη μνεία ότι το Τ.Α.Σ.

Πατρών είχε προηγουμένως ενημερώσει με το υπ’ αριθμ. ...05/25.1.2005 έγγραφό του ότι (ο πρώτος ενάγων - εκκαλών) είχε προβεί στην εκτέλεση όλων των εργασιών που περιγράφονταν στο από 13.7.2004 πρακτικό καταλληλότητας της Επιτροπής Στέγασης. Στο μεταγενέστερο, υπ’ αριθμ. πρωτ. ....1.2007 έγγραφο της Προϊσταμένης της Κτηματικής Υπηρεσίας του Ν.

Αχαΐας, το οποίο η συγκεκριμένη υπηρεσία απηύθυνε προς τον Προϊστάμενο Τ.Α.Σ. Πατρών, αναφέροντας ότι πληροφορήθηκε για τη μεταστέγαση του Τ.Α.Σ. Πατρών σε κτίριο επί της οδού ... στην Πάτρα, για πρώτη φορά σε τηλεφωνική επικοινωνία τους στις 18.1.2007, καλούσε την υπηρεσία αυτή (Τ.Α.Σ. Πατρών) να την ενημερώσει περί του εάν μετά τη μεταστέγασή της, το κτίριο επί της Ν.Ε.Ο. ...

χρειαζόταν πλέον για τις στεγαστικές ανάγκες της υπηρεσίας αυτής, δεδομένου ότι με το προηγούμενο (....1.2007) έγγραφό της είχε ζητηθεί από τον ιδιοκτήτη του υπόψη κτιρίου (ενν. πρώτο ενάγοντα - εκκαλούντα) να κατασκευάσει W.C. για άτομα με ειδικές ανάγκες, με τη μνεία ότι, όπως διαπιστώθηκε στις 20.1.2007, η τελευταία αυτή εργασία δεν είχε εκτελεστεί, παρ’ ότι στο υπ’ αριθμ. ...05/25.1.2005 έγγραφο αναφερόταν ότι είχαν κατασκευαστεί όλες οι εργασίες, σύμφωνα με το προαναφερόμενο πρακτικό καταλληλότητας.

Από την πλευρά του, ο πρώτος ενάγων - εκκαλών, με την από 25.1.2007 εξώδικη δήλωση πρόσκληση, την οποία απηύθυνε προς την Κτηματική Υπηρεσία του Ν. Αχαΐας, στην οποία κοινοποιήθηκε με την υπ’ αριθμ. .../2.2.2007 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου της Πάτρας Α. Μ., επαναλαμβάνοντας το ιστορικό της κατάρτισης της επίμαχης σύμβασης μίσθωσης, ανέφερε ότι ο ίδιος προέβη στην εκτέλεση όλων των υποδειχθεισών εργασιών, σύμφωνα με το ανωτέρω πρακτικό καταλληλότητας, αλλά και άλλων, που του ζητήθηκαν προφορικώς και του υποδείχθηκαν από τον Διευθυντή του Τ.Α.Σ.

Πατρών, επισημαίνοντας ότι την εκτέλεση των ως άνω εργασιών διαπίστωσε και η ίδια η υπηρεσία αυτή (Τ.Α.Σ. Πατρών) με το υπ’ αριθμ. πρωτ. ...05 έγγραφό της. Εξακολουθώντας στην παραπάνω εξώδικη δήλωση, ο συγκεκριμένος διάδικος (πρώτος ενάγων - εκκαλών), ανέφερε ότι παρά ταύτα και παρά τα διαδοχικά έγγραφα της Κτηματικής Υπηρεσίας προς το Τ.Α.Σ.

Πατρών, προκειμένου το τελευταίο να παραλάβει και τυπικά το μίσθιο ακίνητο, καθώς, όπως ο εν λόγω διάδικος ανέφερε, στην ουσία εξακολουθούσε να το χρησιμοποιεί για την στέγασή της, του κοινοποιήθηκε το υπ’ αριθμ. πρωτ. ....1.2007 έγγραφό της (Κτηματικής Υπηρεσίας), για τη μη κατασκευή W.C. για άτομα με ειδικές ανάγκες.

Ότι αμέσως μετά την παραλαβή του αμέσως προηγούμενου εγγράφου ο ίδιος (πρώτος ενάγων - εκκαλών) έσπευσε στο μίσθιο για να ελέγξει εάν ο εργολάβος, στον οποίο είχε αναθέσει την εκτέλεση των υποδειχθεισών εργασιών, είχε υλοποιήσει την εντολή του και ως προς την κατασκευή αυτή. Ότι, όμως, τότε, αλλά και μετέπειτα, δεν κατέστη δυνατό γι’ αυτόν να εισέλθει στο μίσθιο, διότι βρήκε τις πόρτες του κλειστές και ότι ως εκ τούτου δεν μπόρεσε να το επισκεφθεί.

Δηλώνοντας δε ότι αυτός είχε δώσει εντολή για τη συγκεκριμένη κατασκευή, καθώς και ότι είχε εφησυχάσει μετά το υπ’ αριθμ. ...05 έγγραφο του Τ.Α.Σ. (σύμφωνα με το οποίο είχαν εκτελεστεί όλες οι εργασίες που περιγράφονταν στο πρακτικό καταλληλότητας), εξηγούσε ότι η τυχόν μη κατασκευή του δεν οφειλόταν σε δική του πλημμέλεια, όντας έτοιμος για την εκτέλεση της (εκκρεμούσας) κατασκευής, εφόσον καθίστατο δυνατή η είσοδος του αναγκαίου εργατοτεχνικού προσωπικού στο μίσθιο ακίνητο.

Καταλήγοντας δε, ο πρώτος ενάγων - εκκαλών επεσήμανε ότι δεν του είχαν καταβληθεί τότε τα μηνιαία μισθώματα από τον Οκτώβριο του έτους 2006, παρά το γεγονός ότι το Τ.Α.Σ. Πατρών έκανε ανενόχλητα χρήση του μισθίου ακινήτου. Την άνω εξώδικη δήλωση η Κτηματική Υπηρεσία Ν. Αχαΐας την διαβίβασε με το υπ’ αριθμ.

πρωτ. ....2.2007 έγγραφό της στο Τ.Α.Σ. Πατρών, ενώ το τελευταίο με το υπ’ αριθμ. πρωτ. .../5.2.2007 έγγραφό του ενημέρωσε την Κτηματική Υπηρεσία για πρώτη φορά εγγράφως ότι δεν χρειαζόταν πλέον το κτίριο επί της Ν.Ε.Ο. ..., μετά τη μεταστέγασή του, καθώς και ότι θα προχωρούσε στην παράδοσή του στις 13.2.2007 στον ιδιοκτήτη, σύμφωνα με το υπ’ αριθμ. ...5.2.2007 έγγραφό του (όπως τα στοιχεία αυτά προκύπτουν από το υπ’ αριθμ. ...8.3.2007 έγγραφο της Κτηματικής Υπηρεσίας Ν.

Αχαΐας). Μετά τα ανωτέρω, με το υπ’ αριθμ. πρωτ. ...14.2.2007 έγγραφό της, η Κτηματική Υπηρεσία Ν. Αχαΐας απευθύνθηκε προς τον πρώτο ενάγοντα εκκαλούντα και επικαλούμενη ότι εφόσον μέχρι τότε αυτός δεν είχε προβεί στην κατασκευή του W.C. για άτομα με ειδικές ανάγκες, τον καλούσε να μην προβεί πλέον στη συγκεκριμένη κατασκευή.

Τον ισχυρισμό αυτό διαλαμβάνει το εναγόμενο - εφεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο, με τις προτάσεις του, που κατατέθηκαν στα πλαίσια της παρούσας δίκης, υποστηρίζοντας συναφώς ότι οι ενάγοντες - εκκαλούντες δεν ανταποκρίθηκαν στις συμβατικές τους υποχρεώσεις ως εκμισθωτές, διότι δεν κατασκεύασαν το W.C. για άτομα με ειδικές ανάγκες, όπως προβλεπόταν βάσει της διακήρυξης και της μισθωτικής σύμβασης, με παραπομπή στην από 9.1.2007 ανωτέρω αναφορά, και αντικρούοντας επιπλέον τον ισχυρισμό των εναγόντων - εκκαλούντων ότι με το από 13.7.2004 πρακτικό καταλληλότητας εγκρίθηκαν όλες οι εργασίες που πραγματοποίησαν στα μίσθια ακίνητα ως αναληθή, αφ’ ενός μεν διότι, όπως αναφέρει, με το πρακτικό καταλληλότητας δεν εγκρίνονται, αλλά απλώς υποδεικνύονται οι εκτελεστέες εκ μέρους του εκάστοτε ιδιοκτήτη εργασίες, αφ’ ετέρου δε, διότι το επίμαχο W.C.

δεν είχε πράγματι κατασκευαστεί τρεις μήνες μετά τη λήξη της προθεσμίας, με παραπομπή στο από 10.1.2007 έγγραφο της Κτηματικής Υπηρεσίας, καθώς και στο με αριθμό πρωτ. .../14.9.2012 έγγραφο του Τ.Α.Σ. Αχαΐας. Σε συνέχεια δε των ανωτέρω, το εναγόμενο - εφεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο ισχυρίζεται ότι εξαιτίας της επιδειχθείσας ως άνω αντισυμβατικής συμπεριφοράς των εναγόντων - εκκαλούντων, ήταν αδύνατη η παραλαβή του προς μίσθωση κτιρίου και η υπογραφή του σχετικού πρωτοκόλλου, με αποτέλεσμα να μην υπάρχει εξ υπαρχής ενεργής σύμβαση μίσθωσης, που να παράγει έννομες συνέπειες και, ως εκ τούτου, να μην τίθεται θέμα καταγγελίας της.

Πλην όμως, από το γεγονός ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν συντάχθηκε το προβλεπόμενο από το άρθρο 17 παρ. 3 εδ. α’ του ν. 3130/2003 πρωτόκολλο για την παραλαβή των μισθίων ακινήτων από το εναγόμενο - εφεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο, το οποίο, άλλωστε, δεν αποτελεί συστατικό τύπο της συναφθείσας μίσθωσης, αλλά απλώς αποδεικτικό, δεν έπεται ότι δεν άρχισε η επίμαχη σύμβαση μίσθωσης, σύμφωνα και με όσα διαλαμβάνονται στη νομική σκέψη που προηγήθηκε.

Αντιθέτως, εφόσον οι υπηρεσίες του Τ.Α.Σ. Πατρών ήταν ήδη εγκατεστημένες, όπως προαναφέρεται, στα μίσθια ακίνητα, όπου λειτουργούσαν από πολλά χρόνια και όπου συνέχιζαν να λειτουργούν απρόσκοπτα, βάσει προγενέστερης μίσθωσης, που έληξε, η εγκατάσταση της εν λόγω υπηρεσίας στα μίσθια των εναγόντων - εκκαλούντων ήταν δεδομένη κατά την ημέρα της υπογραφής του επίμαχου μισθωτηρίου συμφωνητικού, στις 18.7.2006.

Από την έναρξη δε της νέας μίσθωσης μεταξύ των διαδίκων κατά την ίδια ημερομηνία (δηλαδή στις 18.7.2006) το εναγόμενο - εφεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο όφειλε να καταβάλλει στους ενάγοντες - εκκαλούντες το συμφωνημένο ως άνω μίσθωμα, καθόσον η συμβατική υποχρέωση του τελευταίου δεν επηρεάζεται από τη μη σύνταξη του προαναφερόμενου πρωτοκόλλου παραλαβής.

Το γεγονός ότι δεν κατασκευάστηκε W.C. για Α.Μ.Ε.Α, χρησιμοποιήθηκε από το Τ.Α.Σ. Πατρών ως πρόσχημα για να ενεργοποιήσει το δικαίωμά του να λύσει τη σύμβαση μίσθωσης, αφού από το περιεχόμενο των προπαρατεθέντων εγγράφων προκύπτει ότι ο λόγος που σταθερά υποστηριζόταν για την αποχώρηση της συγκεκριμένης υπηρεσίας (Τ.Α.Σ.

Πατρών) από τα μίσθια ακίνητα και τη μεταστέγασή της σε άλλο, επί της οδού ..., ήταν η αύξηση των στεγαστικών αναγκών της υπηρεσίας αυτής, κατόπιν της συγχώνευσης περιφερειακών Τ.Α.Σ. στο Τ.Α.Σ. Αχαΐας. Το εναγόμενο - εφεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο με τις προτάσεις του, εκτός των ανωτέρω, υποστηρίζει συναφώς ότι στο διαδραμόν χρονικό διάστημα μεταβλήθηκε η οργανική σύνθεση του Τ.Α.Σ., διότι σε υλοποίηση της υπ’ αριθμ.

οικ. 4768/Α132 της 21.9.2005 απόφασης του Υπουργού ΠΕ.ΧΩ.ΔΕ., καταργήθηκαν έξι (6) περιφερειακές υπηρεσίες του, οι οποίες συγχωνεύθηκαν στο Τ.Α.Σ. Αχαΐας. Από τα ίδια, ως άνω, αποδεικτικά μέσα, προέκυψε ότι κατόπιν των ανωτέρω, το τελευταίο έγγραφο της Κτηματικής Υπηρεσίας Ν. Αχαΐας (υπ’ αριθμ. πρωτ. ...14.2.2007) επιδόθηκε στον πρώτο ενάγοντα - εκκαλούντα δυνάμει του από 16.2.2007 αποδεικτικού επίδοσης του υπαλλήλου της συγκεκριμένης υπηρεσίας, Γ.

Μ. και στο τέλος του εγγράφου αυτού ο ανωτέρω διάδικος σημειώνει ότι δεν παραβρέθηκε για την παραλαβή του μίσθιου κτιρίου στις 13.2.2007, διότι ακόμη τότε δεν του είχαν καταβληθεί τα μισθώματα από τον Οκτώβριο του έτους 2006, επιφυλασσόμενος περαιτέρω για κάθε δικαίωμά του. Ακολούθως, το συνταχθέν από 13.2.2007 πρωτόκολλο απόδοσης μισθίου, καθώς και το υπ’ αριθμ. ...5.3.2007 έγγραφο της Προϊσταμένης της Κτηματικής Υπηρεσίας του Ν.

Αχαΐας προς τους ιδιοκτήτες των μίσθιων ακινήτων, ενάγοντες - εκκαλούντες, με το οποίο σε συνέχεια του από 13.2.2007 ως άνω πρωτοκόλλου, η εν λόγω υπηρεσία γνωστοποιούσε στους τελευταίους ότι τα κλειδιά του ακινήτου τους επί της Ν.Ε.Ο. ..., στο οποίο μέχρι πρότινος στεγαζόταν το Τ.Α.Σ. Πατρών, βρίσκονταν στο γραφείο του Προϊσταμένου του Τ.Α.Σ.

Ν. Αχαΐας, απ’ όπου, όπως αναφερόταν, μπορούσαν να τα αναλάβουν κατά τις εργάσιμες ημέρες και ώρες, επιδόθηκαν στον πρώτο αυτών (εναγόντων - εκκαλούντων) δυνάμει του από 5.3.2007 αποδεικτικού επίδοσης του ίδιου, ως άνω, υπαλλήλου της Κτηματικής Υπηρεσίας του Ν. Αχαΐας. Κατόπιν δε του προπαρατεθέντος τρόπου κατά τον οποίο αποχώρησε το Τ.Α.Σ.

Πατρών από τα μίσθια ακίνητα, αμφότεροι οι αμέσως προηγούμενοι ισχυρισμοί του εναγόμενου εφεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου, με τους οποίους υποστηρίζει ότι λύθηκε η μεταξύ των διαδίκων καταρτισθείσα ως άνω σύμβαση μίσθωσης, είναι αβάσιμοι και για το λόγο αυτό απορριπτέοι. Κι αυτό, γιατί δεν τηρήθηκε η προβλεπόμενη προς το σκοπό αυτό διαδικασία, σύμφωνα με το ν. 3130/2003, καθώς, είτε υπό την πρώτη εκδοχή [ότι, δηλαδή, οι ενάγοντες-εκκαλούντες ως ιδιοκτήτες των μίσθιων ακινήτων παρέβησαν τη συμβατική υποχρέωσή τους να παραδώσουν κατά την έναρξη της μίσθωσης αυτά (μίσθια) στη χρήση του Δημοσίου, κατάλληλα και σύμφωνα προς τους όρους της διακήρυξης, της απόφασης έγκρισης και της σύμβασης (της μίσθωσης)], είτε υπό τη δεύτερη εκδοχή [ότι, δηλαδή, κατά την διάρκεια της μίσθωσης, μεταβλήθηκε η οργανική σύνθεση του Τ.Α.Σ.

Πατρών κατά τέτοιον τρόπο που τα μισθωμένα κατά τα ανωτέρω ακίνητα δεν κάλυπταν τις στεγαστικές του ανάγκες], παρά την αντίστοιχη ρητή πρόβλεψη των όρθρων 17 παρ. 1 εδ. β’ και 19 παρ. 2 του ν. 3130/2003, το Ελληνικό Δημόσιο δεν επικαλείται, αλλά ούτε από τα στοιχεία της δικογραφίας προκύπτει ότι για τη λύση της επίδικης σύμβασης εκδόθηκε απόφαση από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών, με την τήρηση των προαπαιτούμενων στην δεύτερη περίπτωση προϋποθέσεων της προηγούμενης γνωμοδότησης της Επιτροπής Στέγασης, συντασσόμενης με βάση σχετικό αίτημα της στεγασμένης υπηρεσίας και με σύμφωνη γνώμη της προϊσταμένης αυτής αρχής, καθώς και με την κοινοποίηση αυτής (της απόφασης περί πρόωρης λύσης του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών) με μέριμνα της αρμόδιας Κτηματικής Υπηρεσίας στους ενάγοντες - εκκαλούντες εκμισθωτές, έτσι ώστε να επιφέρει τα αποτελέσματά της (μετά την παρέλευση τριάντα ημερών κατόπιν της κοινοποίησής της) και να παύσει (έκτοτε) η υποχρέωση του εναγόμενου εφεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου για την καταβολή μισθωμάτων.

Εφόσον δε, δεν επήλθε λύση της επίδικης σύμβασης μίσθωσης, το τελευταίο δεν απαλλάσσεται από την υποχρέωση καταβολής αποζημίωσης για πρόωρη λύση και υποχρεούται να καταβάλλει το συμφωνημένο ως άνω μίσθωμα στους ενάγοντες - εκκαλούντες εκμισθωτές, ασχέτως αν δεν χρησιμοποιεί πλέον τα μίσθια ακίνητα, τα οποία δεν έχουν εκμισθωθεί έκτοτε.

Συνεπώς, το εναγόμενο - εφεσίβλητο υποχρεούται να καταβάλλει στους ενάγοντες - εκκαλούντες τα μισθώματα του υπόλοιπου χρονικού διαστήματος, από 1.2.2007 μέχρι και το μήνα Δεκέμβριο του έτους 2008...". Με τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, δέχθηκε κατ’ ουσίαν την από 6.6.2013 έφεση των αναιρεσιβλήτων κατά της υπ’ αριθμ. 267/2013 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών, με την οποία είχε γίνει εν μέρει δεκτή η από 22.9.2011 αγωγή και είχε υποχρεωθεί το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο να καταβάλει στους ενάγοντες και ήδη αναιρεσιβλήτους, κατά το ποσοστό συγκυριότητας καθενός εξ αυτών στα μίσθια ακίνητα, το συνολικό ποσό των 3.204,14 ευρώ, που αντιστοιχούσε στο μίσθωμα του μηνός Ιανουαρίου του έτους 2007, απορρίπτοντας κατά τα λοιπά την αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη, δικάζοντας δε επί της ένδικης από 22.9.2011 αγωγής, μετά την εξαφάνιση της πρωτόδικης αποφάσεως, στο σύνολό της, δέχθηκε αυτήν ως και κατ’ ουσίαν βάσιμη, αναγνωρίζοντας ότι η καταρτισθείσα μεταξύ των διαδίκων από 18.7.2006 σύμβαση μισθώσεως είναι ενεργής και εξακολουθεί να ισχύει επί δωδεκαετία από την σύναψή της, σύμφωνα με το άρθρο 4 του ν. 3130/2003 και τον συναφή όρο της οικείας συμβάσεως και υποχρέωσε το ήδη αναιρεσείον να καταβάλει στους ήδη αναιρεσιβλήτους το συνολικό ποσό των 73.695,22 ευρώ, ως οφειλόμενα μισθώματα του αιτουμένου χρονικού διαστήματος από 1.1.2007 έως και τον Δεκέμβριο του έτους 2008.

Κρίνοντας έτσι το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 574, 575, 595 και 596 εδ. α’ του Α.Κ. και 15 παρ. 1, 17 παρ. 1 εδ. α’ και 3 εδ. α’ , β’ και γ’ και 21 παρ. 1 εδ. α’ του Ν. 3130/2003, ενόψει του ότι στην απόφασή του υπάρχει νομική ακολουθία μεταξύ των πραγματικών γεγονότων, που έγιναν δεκτά από αυτήν και υπήχθησαν στις παραπάνω διατάξεις.

Ειδικότερα, με τις παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως ότι: α) εφόσον οι υπηρεσίες του Τ.Α.Σ. Πατρών ήταν ήδη εγκατεστημένες στα μίσθια ακίνητα, βάσει προγενέστερης μισθώσεως που έληξε, η εγκατάσταση της εν λόγω υπηρεσίας στα μίσθια ακίνητα των αναιρεσιβλήτων ήταν δεδομένη κατά την ημέρα της υπογραφής της συμβάσεως μισθώσεως στις 18.7.2006, β) η συμβατική υποχρέωση του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου για την καταβολή του συμφωνημένου μισθώματος αρχίζει από την ημέρα της πραγματικής εγκαταστάσεώς του στα μίσθια ακίνητα και γ) η μη σύνταξη εκ μέρους του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου του σχετικού πρωτοκόλλου παραδόσεως και παραλαβής δεν επηρεάζει την συμβατική του υποχρέωση για την καταβολή του συμφωνημένου μισθώματος, πληρούται το πραγματικό των παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων.

Κατά συνέπειαν, ο πρώτος λόγος της αναιρέσεως, με τον οποίο το αναιρεσείον υποστηρίζει τα αντίθετα και με τον οποίο αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Περαιτέρω, το Εφετείο δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του, ότι η πραγματική αιτία αποχωρήσεως της στεγασμένης στα μίσθια ακίνητα υπηρεσίας του Τ.Α.Σ.

Πατρών και της μεταστεγάσεώς της σε άλλο ακίνητο ήταν η αύξηση των στεγαστικών αναγκών της υπηρεσίας αυτής και ότι δεν εκδόθηκε η απόφαση του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών περί πρόωρης, για την ως άνω αιτία, λύσεως της συμβάσεως μισθώσεως, καθώς επίσης και ότι το γεγονός της μη κατασκευής εκ μέρους των αναιρεσιβλήτων, κατά παράβαση των συμβατικών τους υποχρεώσεων, του W.C.

για Α.Μ.Ε.Α. χρησιμοποιήθηκε από την στεγασμένη στα μίσθια ως άνω υπηρεσία ως πρόσχημα. Κρίνοντας δε περαιτέρω, ότι, εφόσον δεν εκδόθηκε η απόφαση του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών, που απαιτείται για την περίπτωση της πραγματικής, εν προκειμένω, αιτίας αποχωρήσεως της στεγασμένης υπηρεσίας (άρθρο 19 παρ. 1 εδ.

δ’ του ν. 3130/2003 - μεταβολή, κατά την διάρκεια της μισθώσεως, της οργανικής συνθέσεως της υπηρεσίας, κατά τέτοιο τρόπο που το μισθωμένο ακίνητο να μην καλύπτει τις στεγαστικές της ανάγκες), με την τήρηση των προαπαιτουμένων για την έκδοσή της προϋποθέσεων (δηλαδή της προηγούμενης γνωμοδοτήσεως της Επιτροπής Στεγάσεως, η οποία συντάσσεται με βάση σχετικό αίτημα της στεγασμένης υπηρεσίας και με σύμφωνη γνώμη της προϊσταμένης αυτής αρχής, καθώς και με κοινοποίηση αυτής (της αποφάσεως του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών περί πρόωρης λύσεως της συμβάσεως μισθώσεως), με μέριμνα της αρμόδιας Κτηματικής Υπηρεσίας, στους ενάγοντες εκμισθωτές, η οποία επιφέρει τα αποτελέσματά της τριάντα ημέρες μετά από την κοινοποίησή της και παύει έκτοτε η υποχρέωση του Δημοσίου για την καταβολή των μισθωμάτων, δεν επήλθε η λύση της επίδικης μισθώσεως και το Δημόσιο δεν απαλλάσσεται από την υποχρέωση καταβολής αποζημιώσεως για πρόωρη λύση και υποχρεούται να καταβάλει το συμφωνημένο μίσθωμα στους αναιρεσιβλήτους εκμισθωτές, ασχέτως αν δεν χρησιμοποιεί πλέον τα μίσθια, τα οποία δεν έχουν εκμισθωθεί έκτοτε, δεν παραβίασε ούτε ευθέως, είτε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή, είτε με εσφαλμένη υπαγωγή, ούτε εκ πλαγίου, την προαναφερθείσα ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου άρθρο 19 παρ. 1 εδ.

δ’ του ν. 3130/2003 και διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά αιτιολογίες ως προς τα ζητήματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή της ως άνω διατάξεως και, συνεπώς, δεν στερείται νόμιμης βάσεως, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων.

Εξ άλλου, η αιτιολογία της πληττομένης αποφάσεως ότι "το γεγονός της μη κατασκευής εκ μέρους των αναιρεσιβλήτων, κατά παράβαση των συμβατικών τους υποχρεώσεων, του W.C. για Α.Μ.Ε.Α. χρησιμοποιήθηκε από την στεγασμένη στα μίσθια ως άνω υπηρεσία ως πρόσχημα για να ενεργοποιήσει το δικαίωμά του να λύσει τη σύμβαση μίσθωσης", καθώς και ότι ακόμη και στην περίπτωση αυτή, της παραβάσεως δηλαδή εκ μέρους των ιδιοκτητών των μισθίων ακινήτων της συμβατικής τους υποχρεώσεως να παραδώσουν, κατά την έναρξη της μισθώσεως, τα μίσθια στην χρήση του Δημοσίου, κατάλληλα και σύμφωνα με τους όρους της διακηρύξεως, της αποφάσεως εγκρίσεως και της συμβάσεως της μισθώσεως (άρθρο 17 παρ. 1 του ν. 3130/2003), απαιτείται, κατά ρητή πρόβλεψη του δευτέρου εδαφίου της παρ. 1 της ως άνω διατάξεως (άρθρο 17 παρ. 1 εδ.

β’ του ν. 3103/2003) η έκδοση αποφάσεως του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών περί λύσεως της μισθωτικής συμβάσεως, χωρίς όμως στην περίπτωση αυτή (του άρθρου 17 παρ. 1 εδ. β’ ) την τήρηση των παραπάνω αναφερομένων προϋποθέσεων (δηλαδή της προηγούμενης γνωμοδοτήσεως της Επιτροπής Στεγάσεως κ.λπ.), είναι επάλληλη της ως άνω αιτιολογίας, η οποία στηρίζει επαρκώς και αυτοτελώς το διατακτικό της αποφάσεως, αφού δεν πλήττεται επιτυχώς αναιρετικά.

Επομένως, οι αιτιάσεις που το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση και αφορούν στην προεκτεθείσα επάλληλη αιτιολογία, με τις οποίες ισχυρίζεται, κατ’ εκτίμηση, ότι στην περίπτωση του άρθρου 17 παρ. 1 του ν. 3130/2003, με το οποίο (κατά τους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος) είναι εναρμονισμένος ο ειδικότερος όρος 7 της ένδικης μισθωτικής συμβάσεως, δεν απαιτείται η έκδοση της υπουργικής αποφάσεως, προκειμένου να επέλθει η λύση της μισθωτικής συμβάσεως, πέραν της αβασιμότητάς τους, αφού και στην περίπτωση αυτή του άρθρ. 17 παρ. 1 για τη λύση της μίσθωσης απαιτείται απόφαση του Υπουργού, σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί στην οικεία νομική σκέψη, απαραδέκτως προβάλλονται.

Κατ’ ακολουθίαν, ο δεύτερος λόγος της αναιρέσεως, κατά το μέρος αυτού, με το οποίο προσάπτονται στην προσβαλλομένη απόφαση οι αναιρετικές πλημμέλειες της ευθείας και εκ πλαγίου παραβιάσεως της ουσιαστικής διατάξεως του άρθρου 19 του ν. 3130/2003, από τους αριθμούς 1 και 19, αντίστοιχα, του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ.

είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Ο ίδιος λόγος αναιρέσεως, κατά το υπόλοιπο μέρος του, με το οποίο αποδίδονται στην προσβαλλομένη απόφαση οι αναιρετικές πλημμέλειες της ευθείας και εκ πλαγίου παραβιάσεως της ουσιαστικής διατάξεως του άρθρου 17 παρ. 1 του ν. 3130/2203, από τους αριθμούς 1 και 19, αντίστοιχα, του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ.

είναι απορριπτέος, προεχόντως, ως απαράδεκτος.

Ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 8 περ. β’ του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ. ιδρύεται και όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη του πράγματα, που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" κατά την έννοια της διατάξεως αυτής νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στην θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο και συνακόλουθα στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως, αντενστάσεως ή λόγου εφέσεως, όχι δε και οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά ούτε και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει (Ολ.ΑΠ 14/2004, ΑΠ 180/2011).

Η αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., δεν ιδρύεται αν το δικαστήριο που δίκασε, έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (Α.Π. 43/2015, Α.Π. 37/2008, Α.Π. 2102/2007, Α.Π. 2068/2007). Τούτο δε συμβαίνει ακόμη και αν η απόρριψη του ισχυρισμού δεν είναι ρητή, αλλά συνάγεται από το περιεχόμενο της αποφάσεως (Ολ.ΑΠ 11/1996, ΑΠ 1434/2010, ΑΠ 148/2009).

Εν όψει τούτων, ο δεύτερος λόγος της αναιρέσεως, κατά το σκέλος που αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση την από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ. πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι δεν έλαβε υπόψη τον ουσιώδη ισχυρισμό του αναιρεσείοντος ότι, εν προκειμένω, έχει εφαρμογή το, εναρμονισμένο με το άρθρο 17 παρ. 1 του ν. 3130/2003, άρθρο 7 της μισθωτικής συμβάσεως, που παρέχει στο Δημόσιο την ευχέρεια να λύσει αυτήν (μισθωτική σύμβαση) αζημίως, τον οποίο (ουσιώδη ισχυρισμό), αν ελάμβανε υπόψη, έπρεπε να κάνει δεκτό ότι επήλθε λύση της συμβάσεως, χωρίς να απαιτείται για την εγκυρότητά της η τυπική διαδικασία που προβλέπει το άρθρο 19 του ίδιου νόμου (έκδοση υπουργικής αποφάσεως), πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, γιατί, όπως προκύπτει από το προεκτεθέν περιεχόμενο της προσβαλλομένης αποφάσεως, το Εφετείο έλαβε υπόψη του τον ισχυρισμό αυτό και τον απέρριψε ως αβάσιμο κατ’ ουσίαν με τις προεκτεθείσες παραδοχές του.

Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστεί το αναιρεσείον που νικήθηκε στην δίκη, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά τους (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ.), μειωμένων όμως, κατ’ άρθρο 22 παρ. 1 του ν. 3693/1957, όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 13-10-2016 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως ...2013 αίτηση για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 99/2016 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Πατρών.

Και

Καταδικάζει το αναιρεσείον στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, το ύψος των οποίων ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Φεβρουαρίου 2018.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Φεβρουαρίου 2018.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ