Legislator Case Law & Legislation
390/2017 AI generated

390/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 390/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 26 Σεπτεμβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

390/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωσήφ Τσαλαγανίδης ανέγνωσε την από 14-11-2014 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του παρόντος δικαστηρίου τότε Αρεοπαγίτη και ήδη Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεράσιμου Φουρλάνου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 390 / 2017 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 390/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αντώνιο Ζευγώλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, κωλυομένης της Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Δήμητρας Παπαντωνοπούλου και του αρχαιοτέρου Αρεοπαγίτη Κωνσταντίνου Τσόλα, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Γεώργιο Κοντό, Μιλτιάδη Χατζηγεωργίου και Γεώργιο Αποστολάκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 26 Σεπτεμβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας - καλούσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε.", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, εκπροσωπήθηκε δε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Νικολόπουλο.

Της αναιρεσίβλητης - καθής η κλήση: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "...", προελθούσης κατά μετατροπή της εταιρείας "... Ο.Ε.", η οποία εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, εκπροσωπήθηκε δε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αναστάσιο Δημητρούκα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14-12-2009 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Εφετείο Αθηνών.

Εκδόθηκε η απόφαση 724/2011 του ίδιου Δικαστηρίου. Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκε αναίρεση και εκδόθηκε η 510/2015, μη οριστική απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία διέταξε την επανάληψη της συζήτησης στο ακροατήριο της από 17 Ιανουαρίου 2014 αίτησης της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε." για αναίρεση της 724/2011 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, με σκοπό να προσκομισθούν, με φροντίδα του επιμελεστέρου των διαδίκων, τα αναφερόμενα στο σκεπτικό της ως άνω απόφασης.

Η υπόθεση επαναφέρεται προς συζήτηση με την από 16-6-2015 κλήση της ήδη αναιρεσείουσας.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωσήφ Τσαλαγανίδης ανέγνωσε την από 14-11-2014 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του παρόντος δικαστηρίου τότε Αρεοπαγίτη και ήδη Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεράσιμου Φουρλάνου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την από 16-6-2015 κλήση της αναιρεσείουσας φέρεται νόμιμα προς περαιτέρω συζήτηση η από 31-1-2014 αίτηση αναιρέσεως κατά της 724/2011 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, η οποία ακύρωσε την από 2-10-2009 απόφαση του διαιτητή Θ. Ρ., που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου Αθηνών με αριθμό 26/2009, μετά την έκδοση επ’ αυτής της 510/2015 αποφάσεως του Δικαστηρίου τούτου, με την οποία διατάχθηκε η επανάληψη της συζητήσεως στο ακροατήριο, προκειμένου να προσκομισθούν η προσβαλλόμενη διαιτητική απόφαση και τα συναφή πρακτικά.

Στο άρθρο 892 ΚΠολΔ καθορίζεται το περιεχόμενο της διαιτητικής αποφάσεως, το οποίο είναι υποχρεωτικό, μεταξύ δε των απαραίτητων στοιχείων, που πρέπει αυτή να περιλαμβάνει, κατά μεν την παρ. 2 περ.α’ είναι το ονοματεπώνυμο του επιδιαιτητή και των διαιτητών, κατά δε την περ.γ’ του ίδιου άρθρου τα ονοματεπώνυμα εκείνων που έλαβαν μέρος στη διαιτητική διαδικασία, παράλειψη δε αναγραφής των απαιτούμενων αυτών στοιχείων επάγεται, κατ’ άρθρο 897 αρ. 5 ΚΠολΔ, την ακυρότητα της αποφάσεως.

Και η μεν αναγραφή των στοιχείων όσων έλαβαν μέρος στη διαιτητική διαδικασία αναφέρεται στα διάδικα μέρη, σε εκείνους δηλαδή υπέρ και κατά των οποίων ζητήθηκε έννομη προστασία, απαιτείται δε η αναγραφή αυτή γιατί σκοπός της διατάξεως είναι ο προσδιορισμός των προσώπων έναντι των οποίων ισχύουν τα όρια του ουσιαστικού δεδικασμένου και της εκτελεστότητας της διαιτητικής αποφάσεως, ώστε σε περίπτωση μη εκούσιας συμμορφώσεως των προσώπων αυτών προς το περιεχόμενό της, να μπορεί να χωρήσει εναντίον τους αναγκαστική εκτέλεση.

Αντιθέτως, η αναγραφή των στοιχείων του επιδιαιτητή και των διαιτητών επιβάλλεται λόγω της δικαιοδοτικής τους ιδιότητας ως τρίτων κριτών, που πρέπει να ίστανται υπεράνω των διαδίκων και των αντιτιθέμενων ισχυρισμών τους, η ανάγκη δε αυτή εξυπηρετείται με τη θέσπιση των λόγων εξαιρέσεώς τους, όπως αυτοί προβλέπονται στο άρθρο 52 ΚΠολΔ (άρθρο 883 παρ. 2 ΚΠολΔ).

Περαιτέρω, η σύμπραξη γραμματέα στη διεξαγωγή της διαιτητικής διαδικασίας δεν είναι πλέον υποχρεωτική υπό την ισχύ του ν. 2331/1995, πλην όμως, εφόσον ο διαιτητής, από μόνος του ή με πρόταση των διαδίκων, επιλέξει για τη σύνταξη των οικείων πρακτικών γραμματέα, στον οποίο άλλωστε οφείλεται και αμοιβή (άρθρο 882 παρ. 3 ΚΠολΔ), πρέπει για την ταυτότητα του νομικού λόγου και κατ’ ανάλογη εφαρμογή των όσων ισχύουν για την πρόσκληση για ορισμό διαιτητή, σε περίπτωση που δεν υπάρχει σχετική ρήτρα στη συμφωνία περί διαιτησίας, να γνωστοποιήσει την επιλογή του αυτή στα διάδικα μέρη, και μάλιστα κατά τρόπο επαρκή (ονοματεπώνυμο, επάγγελμα, διεύθυνση κατοικίας).

Η ανάγκη αυτή γνωστοποιήσεως των στοιχείων του γραμματέα δικαιολογείται, προκειμένου κάποιο από τα διάδικα μέρη να έχει τη δυνατότητα, κατ’ ανάλογη εφαρμογή των προβλεπομένων στη διάταξη του άρθρου 883 παρ. 2 ΚΠολΔ, να προτείνει την εξαίρεσή του για τους λόγους που αναφέρονται στο άρθρο 52 παρ. 1 ΚΠολΔ, και οι οποίοι είναι δυνατό να συντρέχουν και στο πρόσωπο του ορισθέντος γραμματέα, οπότε σ’ αυτήν την περίπτωση είναι απαραίτητη για το κύρος της διαιτητικής αποφάσεως η αναγραφή και του ονοματεπωνύμου του γραμματέα, γιατί, σε αντίθετη περίπτωση, η παράλειψη αυτή δημιουργεί ακυρωτικό λόγο, κατ’ άρθρο 897 αρ. 5 ΚΠολΔ.

Κατ’ ακολουθίαν των όσων εκτέθηκαν παραπάνω, η αναγραφή του ονοματεπωνύμου του συμπράττοντος γραμματέα διαιτητικής αποφάσεως είναι αναγκαία κατ’ ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 892 παρ. 2 περ. α’ και όχι περ. γ’ ΚΠολΔ. Εξάλλου, κατά το άρθρο 578 ΚΠολΔ, αν το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης κρίνεται εσφαλμένο αλλά το διατακτικό της ορθό, ο Άρειος Πάγος απορρίπτει την αναίρεση, εκτός αν υπάρχει έννομο συμφέρον να αποτραπεί δυσμενές δεδικασμένο, οπότε αναιρείται η απόφαση μόνο ως προς την εσφαλμένη αιτιολογία της.

Η αντικατάσταση του αιτιολογικού της προσβαλλόμενης απόφασης από το αναιρετικό δικαστήριο, συνίσταται στην, με την απόφασή του, υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που δέχεται η προσβαλλόμενη απόφαση σε άλλο κανόνα δικαίου, εφόσον η υπαγωγή αυτή απολήγει σε πόρισμα με περιεχόμενο όμοιο προς το διατακτικό της απόφασης.

Στην περίπτωση δηλαδή αυτή το διατακτικό της αποφάσεως του Αρείου Πάγου περιέχει απορριπτική της αναίρεσης διάταξη και στο σκεπτικό παράθεση του ορθού αιτιολογικού σε αντικατάσταση του εσφαλμένου (ΑΠ Ολομ. 30/1998, 37/1996). Ως αιτιολογικό νοείται η νομική αιτία, δηλαδή η διάταξη νόμου που αποτελεί τη μείζονα πρόταση του νομικού συλλογισμού (ΑΠ Ολομ. 30/1998).

Δυσμενές δεδικασμένο από τις αιτιολογίες της αποφάσεως, που δικαιολογεί το έννομο συμφέρον του αναιρεσείοντος για την άσκηση αιτήσεως αναιρέσεως, μπορεί να υφίσταται τόσο επί προδικαστικού όσο και επί κυρίου ζητήματος. Ειδικότερα, δυσμενές δεδικασμένο στη δεύτερη περίπτωση υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας υπήγαγε τα αναφερόμενα στην αγωγή κρίσιμα και αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά σε έναν ουσιαστικό κανόνα δικαίου, ο δε Άρειος Πάγος κρίνει ότι έπρεπε να υπαχθούν σε άλλον κανόνα δικαίου, που προέβλεπε όμως την ίδια συνέπεια.

Ενόψει της διατάξεως του άρθρου 324 ΚΠολΔ, το οποίο περιλαμβάνει και τη νομική αιτία στις προϋποθέσεις του δεδικασμένου, είναι ενδεχόμενο στις περιπτώσεις αυτές να πρέπει να αναιρείται η απόφαση ως προς τις αιτιολογίες της, για να μη παράγεται δυσμενές δεδικασμένο για τον αναιρεσείοντα.

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, δικάζοντας αίτηση ακυρώσεως διαιτητικής αποφάσεως, αφού δέχθηκε ότι, "ενώ στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης διαιτητικής αποφάσεως ουδεμία αναφορά για χρησιμοποίηση από το διαιτητή γραμματέα στη διαιτητική διαδικασία γίνεται, εν τούτοις στο διατακτικό της περιλαμβάνεται διάταξη στην οποία ορίζεται ότι "Κατεβλήθησαν ομοίως και τα έξοδα του Διαιτητού, μέσα στα οποία περιλαμβάνεται και η αμοιβή του Γραμματέως - Βοηθού Διαιτητού, εξ ευρώ 5.500 (πέντε χιλιάδων πεντακοσίων ευρώ)", χωρίς ωστόσο ουδεμία αναφορά του ονόματος και του επωνύμου του φερομένου ως χρησιμοποιηθέντος Γραμματέως - Βοηθού, τα στοιχεία του οποίου ουδέποτε γνωστοποιήθηκαν προς την πλευρά της τότε καθής η αίτηση και τώρα ενάγουσας, προς διασφάλιση των προβλεπομένων νόμιμων δικονομικών της δικαιωμάτων, αν και η αντίθετη πλευρά της τότε αιτούσας και ήδη εναγομένης συνομολογεί την ύπαρξη κάποιου τρίτου προσώπου ονόματι "Δ.", που ισχυρίζεται, όμως, ότι απλά είχε εξουσιοδοτηθεί από το διαιτητή να συλλέγει για λογαριασμό του το αποδεικτικό υλικό και τα σχετικά που απαιτούνταν.

Ως εκ τούτου, και σύμφωνα με τις προεκετεθείσες στην αρχή νομικές σκέψεις, υφίσταται περίπτωση συνδρομής ακυρωτικού λόγου της προσβαλλόμενης απόφασης, κατ’ άρθρο 897 αρ. 5 ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με άρθρο 892 παρ. 2 περ. γ’ ΚΠολΔ, κατά τα βάσιμα υποστηριζόμενα με το σχετικό μέρος του τρίτου λόγου της ακύρωσης της ένδικης αγωγής της ενάγουσας, και πρέπει αυτή (αγωγή) να γίνει δεκτή ως και κατ’ ουσίαν βάσιμη, ...", ακύρωσε ακολούθως την ως άνω διαιτητική απόφαση.

Σύμφωνα όμως με τα όσα αναφέρονται στη μείζονα σκέψη, το μεν διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως είναι ορθό, το πιο πάνω όμως αιτιολογικό της είναι εσφαλμένο, αφού με την ανωτέρω παραδοχή ότι ουδέποτε γνωστοποιήθηκαν στα διάδικα μέρη τα πλήρη στοιχεία του φερομένου ως χρησιμοποιηθέντος γραμματέως - βοηθού του διαιτητή, προς διασφάλιση των προβλεπομένων νόμιμων δικονομικών τους δικαιωμάτων, έπρεπε να γίνει δεκτός ο ως άνω λόγος ακυρώσεως της διαιτητικής αποφάσεως κατ’ άρθρο 897 αρ. 5 ΚΠολΔ σε συνδυασμό με το άρθρο 892 παρ. 2 περ.

α’ ΚΠολΔ, κατ’ ανάλογη εφαρμογή, και όχι της περ. γ’ του ίδιου άρθρου. Επομένως, αφού το διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως είναι ορθό, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί, καθώς και οι προβαλλόμενοι με αυτήν λόγοι αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 1 και 8 ΚΠολΔ, με τους οποίους αποδίδεται η πλημμέλεια ότι το Εφετείο αφενός μεν προέβη σε εσφαλμένη αναλογία και εντεύθεν σε εσφαλμένη εφαρμογή, αν και δεν υπήρχε ομοιότητα μεταξύ των μετασχόντων της διαιτητικής διαδικασίας και του συμπράττοντος γραμματέα, αφετέρου δε παρά το νόμο έλαβε υπόψη λόγο ακυρώσεως της διαιτητικής αποφάσεως, που δεν είχε προτείνει η αναιρεσίβλητη, αφού η τελευταία με το σχετικό λόγο είχε επικαλεσθεί ότι η διαιτητική απόφαση δεν εκδόθηκε από το διορισθέντα διαιτητή αλλά από/ή και από κάποιον τρίτο, ονόματι Δ..

Ειδικότερα, η από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ αποδιδόμενη πλημμέλεια αντιμετωπίζεται με την εξαιρετική περίπτωση του άρθρου 578 ΚΠολΔ, δηλαδή με αντικατάσταση των αιτιολογιών προς αποτροπή δημιουργίας δυσμενούς δεδικασμένου και απόρριψη του σχετικού λόγου, εφόσον, στην προκειμένη περίπτωση και σύμφωνα με τα όσα εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη, το δικαστήριο της ουσίας υπήγαγε τα αναφερόμενα στην αγωγή κρίσιμα και αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά σε έναν ουσιαστικό κανόνα δικαίου, ο δε Άρειος Πάγος κρίνει ότι έπρεπε να υπαχθούν σε άλλον κανόνα δικαίου, που προβλέπει όμως την ίδια συνέπεια, την ακυρότητα δηλαδή της διαιτητικής αποφάσεως.

Εξάλλου, από την επισκόπηση της ένδικης αγωγής ακυρώσεως προκύπτει ότι η αναιρεσίβλητη εξέθετε συναφώς τα ακόλουθα: Στη σελίδα 8: α) "Κατ’ αυτήν (ενν. τη συνεδρίαση της 12-6-2009) ... παρίστατο, υπέβαλλε ερωτήσεις και ζητούσε διευκρινίσεις επί διαφόρων θεμάτων ένα τρίτο και άγνωστο άτομο ονόματι Δ.", β) "Την 19-6-2009 ...

παρίστατο και πάλι ο ανωτέρω κ. Δ., ο οποίος με ερωτήσεις του ζητούσε διευκρινίσεις επί διαφόρων θεμάτων", γ) "Την 23-6-2009 ... παρίστατο και πάλι ο ανωτέρω κ. Δ., ο οποίος αναπλήρωνε ουσιαστικά το διαιτητή", Στις σελίδες 17, 18 και 19: α) "Κατά τις συνεδριάσεις του διαιτητικού δικαστηρίου παρίστατο και συμμετείχε ουσιαστικά στη διαδικασία ο κ.

Δ., άγνωστος στα διάδικα μέρη" ... ζητώντας διευκρινίσεις επί των τεθέντων θεμάτων, ... ότι την απόφαση θα την έβγαζε μαζί με τον κ. Ρ.", β) "Ο κ. Δ. ... δήλωσε ότι μελετούσε τα στοιχεία της δικογραφίας για να βγάλει απόφαση" και ζητούσε προς τούτο διάφορα έγγραφα, γ) "Η συμμετοχή του ως του κατ’ ουσία διαιτητή, άλλως ως δευτέρου αφανούς διαιτητή, ο οποίος και εξέδωσε ουσιαστικά την προσβαλλομένη ...

βεβαιώνεται σαφώς από το διατακτικό της προσβαλλομένης, όπου στη σελ. 46 διαλαμβάνει ρητώς ότι κατεβλήθησαν ομοίως και τα έξοδα του διαιτητού, μέσα στα οποία συμπεριλαμβάνεται και η αμοιβή του γραμματέως - βοηθού διαιτητού εξ ευρώ 5.500". Περαιτέρω, στην ίδια αγωγή αναφέρεται κατά λέξη ότι η απόφαση αυτή (ενν.

του διαιτητή) "είναι μη νόμιμη και άκυρη, καθόσον κατά παράβαση του νόμου ... δεν διαλαμβάνει, όπως όφειλε, τα στοιχεία - ονοματεπώνυμο αυτού που συμμετείχε - συνέπραξε ως μέλος του διαιτητικού δικαστηρίου, σε τι ακριβώς συνέπραξε, τόσο κατά τη διαδικασία όσο και κύρια κατά την έκδοσή της και ... δεν φέρει την υπογραφή του.

Ο νόμος επιβάλλει με ποινή ακυρότητας την αναγραφή σε κάθε απόφαση των στοιχείων όλων εκείνων που με οποιαδήποτε ιδιότητα συνέπραξαν στην έκδοσή της, αλλά και την υπογραφή τους σε αυτήν. Εδώ αποκρύπτονται πλήρως τα στοιχεία αυτά και ασφαλώς σε τι συνίστατο η συμμετοχή του "γραμματέα", αφού είναι δεδομένη η μη τήρηση πρακτικών της δίκης και κυρίως σε τι συνίστατο ο ρόλος του φερομένου σαν δήθεν βοηθού "διαιτητού" και σε ποια φάση της όλης διαδικασίας αυτός συμμετείχε".

Τα όσα εκτίθενται στην αγωγή ακυρώσεως περί του ως άνω προσώπου, ανεξαρτήτως αν δύνανται να συγκροτήσουν και άλλο ακυρωτικό λόγο ή λόγους της διαιτητικής αποφάσεως, είναι πρόδηλο ότι αναφέρονται ευθέως στον ακυρωτικό λόγο από το άρθρο 897 αρ. 5 σε συνδυασμό με άρθρο 892 παρ. 2 περ. γ’ ΚΠολΔ. Κατά ταύτα η προσβαλλόμενη απόφαση έκρινε για "πράγματα" που προτάθηκαν από την αναιρεσίβλητη, είναι δε έτερο το ζήτημα κατά πόσον τα ως άνω πραγματικά περιστατικά έπρεπε να υπαχθούν, κατ’ ανάλογη εφαρμογή, στον ακυρωτικό λόγο του άρθρου 892 παρ. 2 περ.

α’ ΚΠολΔ.

Κατ’ ακολουθίαν τούτων πρέπει να αντικατασταθεί το πιο πάνω εσφαλμένο αιτιολογικό της απόφασης με το ως άνω ορθό αιτιολογικό της παρούσας, ώστε να γίνει δεκτός ο λόγος ακυρώσεως της διαιτητικής αποφάσεως κατ’ άρθρο 897 αρ. 5 ΚΠολΔ σε συνδυασμό με το άρθρο 892 παρ. 2 περ. α’ ΚΠολΔ, κατ’ ανάλογη εφαρμογή, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στη μείζονα σκέψη, και να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως. Η δικαστική δαπάνη μεταξύ των διαδίκων πρέπει να συμψηφισθεί στο σύνολό της λόγω του δυσχερούς νομικού ζητήματος (άρθρο 179, 183 ΚΠολΔ) και να διαταχθεί, σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ, η εισαγωγή του οικείου παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο, όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 17 Ιανουαρίου 2014 αίτηση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε." για αναίρεση της 724/2011 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Συμψηφίζει στο σύνολό της τη δικαστική δαπάνη μεταξύ των διαδίκων.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο οικείο Δημόσιο Ταμείο.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 7 Φεβρουαρίου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 7 Μαρτίου 2017.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ