Legislator Case Law & Legislation
390/2016 AI generated

Appeal dismissed because the appellant lacks legal interest to challenge the lower court's reasoning.

Case Number 390/2016
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the first-instance judgment in a cooperative dispute. The appellant argued that the lower court's reasoning was erroneous and produced binding legal consequences, but the court found no legal interest in challenging the reasoning itself. The court held that judgments in voluntary jurisdiction do not create substantive res judicata regarding rights or legal relations, rendering the appellant's arguments inadmissible.

Legislator headnote

AI generated

Articles 578 and 560 of the Code of Civil Procedure; The appellant lacks legal interest to request the replacement of the lower court's reasoning if the judgment does not establish substantive res judicata regarding rights or legal relations.

Keywords

AI generated
legal interest in appeal substantive res judicata voluntary jurisdiction replacement of reasoning inadmissible appeal

Cited Legislation

AI generated
Article 576 of the Code of Civil Procedure
Article 226, paragraph 4, items b and c of the Code of Civil Procedure
Article 575, item b of the Code of Civil Procedure
Article 578 of the Code of Civil Procedure
Article 560, item 1 of the Code of Civil Procedure
Article 495, paragraph 4 of the Code of Civil Procedure
Articles 176 and 183 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 390 / 2016 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 390/2016

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Δημήτριο Κράνη, Αντώνιο Ζευγώλη και Εμμανουήλ Κλαδογένη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Νοεμβρίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: δευτεροβάθμιας συνεταιριστικής οργάνωσης με την επωνυμία "..." που εδρεύει στη ..., νομίμως εκπροσωπούμενης, ήδη υπό μετατροπή σε ΑΕΣ, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξουσίους δικηγόρους της Απόστολο Γεροντίδη και Σωτήριο Μπρέγιαννο.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) πρωτοβάθμιου αγροτικού συνεταιρισμού με την επωνυμία "..." που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξουσίους δικηγόρους του Κωνσταντίνο Παναγόπουλο και Χρήστο Παναγιωτόπουλο και 2) Κεντρικής Συνεταιριστικής Ένωσης [ΚΕ.Σ.Ε.] με την επωνυμία ... που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6-8-2012 τριτανακοπή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Καλαμάτας κατά της 4/2012 απόφασης του Ειρηνοδικείου Καλαμάτας.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5/2013 του ίδιου Δικαστηρίου και 311/2014 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καλαμάτας.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 24-11-2014 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Αντώνιος Ζευγώλης, ανέγνωσε την από 16-4-2015 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του παρόντος Δικαστηρίου Αρεοπαγίτη Βασιλείου Πέππα, με την οποία εισηγήθηκε την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης προς αντικατάσταση των αιτιολογιών της. Οι πληρεξούσιοι της αναιρεσείουσας ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης, οι πληρεξούσιοι της παρισταμένης αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά την έννοια του άρθρου 576 ΚΠολΔ, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως αν ο απολειπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, ή, αν τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολειπομένου διαδίκου, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.

Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4 εδ.

β’ και γ’ ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη, κατ’ άρθρο 575 εδ. β’ του ίδιου Κώδικα, αν η συζήτηση αναβληθεί ο γραμματέας είναι υποχρεωμένος αμέσως μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίσθηκε. Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων.

Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διάταξης η αναβολή της υποθέσεως και η εγγραφή αυτής στο πινάκιο του δικαστηρίου για την μετ’ αναβολή δικάσιμο, ισχύει ως κλήτευση του απολειπομένου διαδίκου για τη δικάσιμο αυτή και, επομένως, δεν χρειάζεται νέα κλήτευση του διαδίκου αυτού, όταν ο απολειπόμενος κατά τη μετ’ αναβολή δικάσιμο διάδικος είχε νομίμως κλητευθεί να παραστεί κατά τη δικάσιμο κατά την οποία αναβλήθηκε η υπόθεση ή είχε παραστεί νομίμως κατά τη δικάσιμο αυτή.

Στην προκειμένη περίπτωση, από την υπ’ αριθμ. ...08-01-2015 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Καλαμάτας Ι. Γ. Κ., την οποία επικαλείται και προσκομίζει η αναιρεσείουσα, προκύπτει ότι, με εντολή του πληρεξουσίου δικηγόρου της, ακριβές αντίγραφο της κρινομένης αίτησης αναιρέσεως, με την κάτω από αυτήν πράξη ορισμού δικασίμου για την αρχικά ορισθείσα δικάσιμο της 27-04-2015 και κλήση προς συζήτηση γι’ αυτήν, οπότε η συζήτηση της υπόθεσης αναβλήθηκε από το πινάκιο για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσης (23-11-2015), επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στην δεύτερη αναιρεσίβλητη, κατ’ άρθρον 130 παρ. 1 ΚΠολΔ.

Επομένως, αφού η ως άνω (δεύτερη) αναιρεσίβλητη δεν εμφανίσθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, κατά την παρούσα δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, ούτε έχει καταθέσει δήλωση μη παραστάσεως κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, πρέπει, σύμφωνα με τις προπαρατεθείσες διατάξεις των άρθρων 576 παρ. 2 και 226 παρ. 4 ΚΠολΔ, να συζητηθεί η αναίρεση παρά την απουσία της.

Κατά το άρθρο 324 του ΚΠολΔ δεδικασμένο υπάρχει μεταξύ των ιδίων προσώπων με την αυτήν ιδιότητα μόνο για το δικαίωμα που κρίθηκε και εφόσον πρόκειται για το ίδιο αντικείμενο και την ίδια ιστορική και νομική αιτία. Με το άρθρο δε 778 Κ.Πολ.Δικ. ορίζεται ότι αν στις υποθέσεις που αναφέρονται στο άρθρο 739 γίνει δεκτή ή απορριφθεί με οριστική απόφαση αίτηση, δεν είναι δυνατόν να συζητηθεί νέα αίτηση των διαδίκων για το ίδιο αντικείμενο κατά τη διαδικασία των άρθρων 741 έως 788.

Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, η αναφερόμενη σε αυτή δεσμευτική ισχύς, εκδηλώνεται τόσο αρνητικά, με την έννοια της αδυναμίας επανόδου του διαδίκου με την άσκηση παρόμοιας αίτησης, εκτός αν στηρίζεται σε διαφορετικά περιστατικά, όσο και θετικά με την έννοια της δέσμευσης κάθε τρίτου προσώπου, ή αρχής, ως προς την επελθούσα διάγνωση ή διάπλαση, χωρίς η έναντι τρίτων δεσμευτική αυτής ισχύς να εμποδίζει όποιον δεν συμμετέσχε στη διαδικασία, να προστατεύσει, αν δικαιολογεί έννομο συμφέρον, τυχόν προσβαλλόμενο δικαίωμα του, με την άσκηση τριτανακοπής.

Εκτός από τη δεσμευτική ισχύ οι αποφάσεις που εκδίδονται στις γνήσιες υποθέσεις της εκούσιας δικαιοδοσίας, δεν αναπτύσσουν συγχρόνως δύναμη ουσιαστικού δεδικασμένου, γιατί δεν κρίνουν για δικαίωμα ή έννομη σχέση του ουσιαστικού δικαίου. Δεν δημιουργούν δε δεδικασμένο για τις δίκες της αμφισβητούμενης δικαιοδοσίας και όταν το δικαστήριο εξετάζει παρεπιμπτόντως ορισμένο ουσιαστικό δικαίωμα του αιτούντος (ΑΠ 260/2008).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 556 παρ. 2 του ΚΠολΔ, η οποία, κατ’ άρθρο 741 του ίδιου Κώδικα, εφαρμόζονται και στην εκουσία δικαιοδοσία, αναίρεση έχει δικαίωμα να ασκήσει και ο διάδικος που νίκησε, εφόσον έχει έννομο συμφέρον. Η συνδρομή του εννόμου συμφέροντος κρίνεται από την προσβαλλόμενη απόφαση κατά το χρόνο άσκησης του ενδίκου μέσου και υπάρχει όταν ο διάδικος που νίκησε βλάπτεται από την αιτιολογία της απόφασης και ειδικότερα αν από αυτή δημιουργείται δεδικασμένο εις βάρος του σε άλλη δίκη, αν δηλαδή η αιτιολογία της απόφασης αποτελεί στοιχείο του δικαιώματος που κρίθηκε στη δίκη και φέρει έτσι στοιχεία διατακτικού (βλ.

ΑΠ 1212/2010). Οι εσφαλμένες όμως αιτιολογίες της εκκαλούμενης απόφασης, οι οποίες δεν καταλήγουν σε βλάβη του εκκαλούντος με αντίστοιχες προς αυτές διατάξεις που διαλαμβάνονται στο διατακτικό της, δεν μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο αναίρεσης, με την αιτιολογία ότι είναι ασύμφορες σ’ αυτόν ή μη ορθές νομικά, καθόσον το κρίσιμο της απόφασης είναι όχι οι αιτιολογίες, αλλά οι διατάξεις της.

Ούτε όμως συντρέχει έννομο συμφέρον για τον νικήσαντα διάδικο να προσβάλλει με αναίρεση δικαστική απόφαση, διότι αν αναιρεθεί η απόφαση, κατόπιν αιτήσεως αναιρέσεως του ηττηθέντος διαδίκου, τα επιλυόμενα με την αναίρεση του νικήσαντος διαδίκου ζητήματα, θα είναι χρήσιμα για την υπόθεση στο στάδιο της μετά την αναίρεση δίκης (ΑΠ 1287/1987), αφού οι αποφάσεις που εκδίδονται στις γνήσιες υποθέσεις της εκούσιας δικαιοδοσίας, δεν αναπτύσσουν συγχρόνως δύναμη ουσιαστικού δεδικασμένου (ΑΠ 260/2008).

Τέλος, το έννομο συμφέρον για την άσκηση των ενδίκων μέσων αποτελεί διαδικαστική προϋπόθεση της δίκης που η ανάγκη του συνάγεται και από τη γενικότερη διάταξη του άρθρου 68 ΚΠολΔ, δεδομένου ότι το έννομο συμφέρον, ως προϋπόθεση του παραδεκτού κάθε ενδίκου μέσου, αποτελεί ειδικότερη έκφανση της θεμελιώδους αρχής που καθιερώνει η προαναφερόμενη διάταξη.

Η παραπάνω προϋπόθεση εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο και η έλλειψη της συνεπάγεται την απόρριψη του ενδίκου μέσου ως απαραδέκτου (άρθρα 68, 577 παρ. 2 ΚΠολΔ).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Μονομελές Πρωτοδικείο Καλαμάτας, δικάζοντας ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, επί της εφέσεως της αναιρεσείουσας, κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, αφού δέχθηκε με την υπ’ αριθ. 311/2014 προσβαλλόμενη απόφασή του, τυπικά και κατ’ ουσίαν την έφεση αυτής κατά της υπ’ αριθ. 5/2013 οριστικής αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Καλαμάτας, με την οποία το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, δικάζοντας επίσης κατά την ίδια διαδικασία, είχε απορρίψει την τριτανακοπή της αναιρεσείουσας κατά της υπ’ αριθ. 4/2012 αποφάσεως του ίδιου δικαστηρίου, που είχε δικάσει κατά την αυτή ως άνω διαδικασία (εκούσια), στη συνέχεια εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και δικάζοντας επί της τριτανακοπής, δέχτηκε αυτήν κατ’ ουσίαν.

Ειδικότερα δέχθηκε ότι, δεν έλαβε χώρα νομότυπη μετατροπή της ... σε Αγροτικό Συναιτερισμό, του νέου Αγροτικού Συνεταιρισμού με την επωνυμία "...", εφόσον αυτή (μετατροπή) δεν συντελέσθηκε κατά την προβλεπόμενη στο άρθρο 19 του ν. 4015/2011 διαδικασία και μάλιστα σύμφωνα με τα οριζόμενα στην παράγραφο 8 του εν λόγω άρθρου, όπως η τελευταία αντικαταστάθηκε με το άρθρο 61 παρ. 9 του Ν. 4277/2014, με βάση δε τις παραδοχές του αυτές, έκρινε ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων αυτών είχε απορρίψει την ένδικη τριτανακοπή της αναιρεσειουσας και ακολούθως κατά παραδοχή της έφεσης της τελευταίας, αφού εξαφάνισε την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε την ένδικη τριτανακοπή, ως ουσιαστικά βάσιμη και ακύρωσε την υπ’ αριθ. 4/2012 απόφαση του Ειρηνοδικείου Καλαμάτας, με την οποία είχε εγκριθεί το άνω καταστατικό του πρώτου αναιρεσίβλητου κλαδικού πρωτοβάθμιου συνεταιρισμού με την επωνυμία Κλαδικός Αγροτικός Συνεταιρισμός Σύκων και Ξηρών Καρπών.

Με την κρινομένη αίτηση αναιρέσεως, η νικήσασα αναιρεσείουσα στην κατ’ έφεση δίκη, αναφέρει ότι έχει έννομο συμφέρον για την άσκησή της διότι κατ’ εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 66, 66α,67, 68 και 69 του ν. 2190/1920 και του άρθρου 19 παρ. 1 και 2 του ν. 4015/2011, έκρινε το άνω δικαστήριο "ότι για να είναι έγκυρη η Γενική Συνέλευση έπρεπε να μετέχουν τα φυσικά πρόσωπα-μέλη των πρωτοβάθμιων συνεταιρισμών που συγκροτούν τις ΕΑΣ Μεσσηνίας και Λακωνίας", με συνέπεια να παράγεται δεδικασμένο ως προς τους γενεσιουργούς λόγους της ακυρότητας και περαιτέρω για τα πρόσωπα που είχαν δικαίωμα να λάβουν μέρος στη νέα Γενική Συνέλευση, έργο της οποίας ήταν η ολοκλήρωση του μετασχηματισμού της μετατρεπόμενης τριτοβάθμιας συνεταιριστικής οργάνωσης και ότι το δεδικασμένο που απορρέει από την προσβαλλόμενη απόφαση, παρά την ακύρωση της απόφασης του Ειρηνοδικείου Καλαμάτας με την οποία είχε εγκριθεί το καταστατικό του νέου πρωτοβάθμιου συνεταιρισμού, την εμποδίζει να συμμετάσχει στη νέα Γενική Συνέλευση, αφού σύμφωνα με τις αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης, που έχουν προσόντα διατακτικού, άλλως στηρίζουν το ακυρωτικό διατακτικό της, δικαίωμα συμμετοχής έχουν μόνο τα φυσικά πρόσωπα-μέλη των πρωτοβάθμιων συνεταιρισμών που είναι μέλη των ΕΑΣ Μεσσηνίας και Λακωνίας και όχι οι ίδιες οι ΕΑΣ.

Επίσης, περαιτέρω συνέπεια των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης είναι να καταργούνται τα μέλη της μετατρεπόμενης τριτοβάθμιας συνεταιριστικής οργάνωσης και να καλούνται να ολοκληρώσουν την διαδικασία της μετατροπής, τρίτοι, που δεν έχουν το δικαίωμα συμμετοχής στη Γενική Συνέλευση της μετατρεπόμενης οργάνωσης, πριν την ολοκλήρωση της μετατροπής, που γίνεται με την απόφαση της Γενικής Συνέλευσης, η οποία εγκρίνει το καταστατικό του νομικού προσώπου που θα προκύψει από τη μετατροπή, με αποτέλεσμα από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης να υφίσταται ζημία αυτής (αναιρεσείουσας), αφού, όντας κάτοχος 11 συνεταιριστικών μεριδίων επί συνόλου 33 της μετατρεπόμενης συνεταιριστικής οργάνωσης "...", να αποκλείεται να λάβει μέρος στη Γενική Συνέλευση που θα εγκρίνει το νέο καταστατικό, θα ορίσει συνεταιριστικό κεφάλαιο, το μέγεθος και την αξία των συνεταιριστικών μερίδων και γενικά την τύχη των συνεταιριστικών της μερίδων", και έτσι να βλάπτονται τα συμφέροντά της από το παραγόμενο δεδικασμένο της προσβαλλόμενης απόφασης, ως προς την εσφαλμένη επίλυση του άνω νομικού ζητήματος.

Όμως, υπό τα εκτιθέμενα αναλυτικά στη μείζονα πρόταση, η αναιρεσείουσα δεν έχει έννομο συμφέρον να ασκήσει την κρινόμενη ως άνω αίτηση αναίρεσης. Τούτο δε διότι οι φερόμενες ως άνω εσφαλμένες αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν δικαιολογούν εν προκειμένω έννομο συμφέρον αυτής, αφού μετά την εξαφάνιση της πρωτοβάθμιας απόφασης και συνακόλουθα την παραδοχή της τριτανακοπής και την ακύρωση του υποβληθέντος προς έγκριση καταστατικού του δημιουργηθέντος πρωτοβάθμιου κλαδικού αγροτικού συνεταιρισμού που προήλθε μετά από Γενική Συνέλευση των μελών των δευτεροβάθμιων συνεταιριστικών οργανώσεων (ΕΑΣ) της μετατρεπόμενης τριτοβάθμιας συνεταιριστικής οργάνωσης "...", μεταξύ των οποίων και η ίδια, επανήλθε αυτή στη θέση που βρισκόταν μετά την ως άνω μετατροπή, ώστε να της παρέχονται όλα τα δικαιώματα που προβλέπει το άρθρου 19 του ν. 4015/2011.

Οι φερόμενες δε ως εσφαλμένες αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης δεν καταλήγουν σε βλάβη της αναιρεσείουσας με αντίστοιχες διατάξεις που διαλαμβάνονται στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, ώστε να μην μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο της αναίρεσης και να μη θεμελιώνεται προς τούτο έννομο συμφέρον αυτής προς αντικατάστασή τους.

Τα περαιτέρω υποστηριζόμενα από την τελευταία, ότι οι αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης, είναι ασύμφορες γι’ αυτήν και μη ορθές νομικά, δεν παρέχουν και πάλι σ’ αυτήν έννομο συμφέρον για την άσκηση της κρινομένης αίτησης αναιρέσεως, αφού κατά τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, κρίσιμο στοιχείο της απόφασης για την δημιουργία εννόμου συμφέροντος είναι όχι οι αιτιολογίες, αλλά οι διατάξεις της, πέραν του ότι, κατά τα προεκτεθέντα, οι φερόμενες ως εσφαλμένες αιτιολογίες της αναιρεσιβαλλομένης δεν παράγουν δεδικασμένο γιατί δεν κρίνουν για δικαίωμα ή έννομη σχέση του ουσιαστικού δικαίου.

Ούτε, όμως, υφίσταται έννομο συμφέρον της νικήσασας αναιρεσείουσας, κι αν ακόμη στηρίζει την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, στην φερόμενη ως εσφαλμένη επίλυση με την προσβαλλόμενη απόφαση του ως άνω νομικού ζητήματος που θα έχει έννομες συνέπειες στην ίδια υπόθεση, μετά την τυχόν αναίρεση της προσβαλλόμενης αποφάσεως με αίτηση άλλου διαδίκου, αφού, κατά την προεκτεθείσα νομική σκέψη, οι αποφάσεις που εκδίδονται στις γνήσιες υποθέσεις της εκούσιας δικαιοδοσίας, δεν αναπτύσσουν συγχρόνως δύναμη ουσιαστικού δεδικασμένου, γιατί δεν κρίνουν για δικαίωμα ή έννομη σχέση του ουσιαστικού δικαίου.

Επομένως, η προβαλλόμενη από την νικήσασα αναιρεσείουσα αιτίαση, ότι οι προεκτεθείσες αιτιολογίες που περιέλαβε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο στην προσβαλλόμενη απόφασή του, παρά το ορθό διατακτικό αυτής, παράγουν γι’ αυτήν βλαπτικό δεδικασμένο, που της παρέχουν έννομο συμφέρον για την αντικατάστασή τους, κατ’ άρθρον 578 ΚΠολΔ, όπως η τελευταία ζητεί με το μοναδικό λόγο της αίτησης αναίρεσής της, από τον αριθ. 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ κρίνεται αβάσιμη, όπως και ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης.

Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως, να διαταχθεί η εισαγωγή του καταβληθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ, όπως η παράγραφος αυτή προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ. 2 Ν. 4055/2012 και ισχύει από 2-4-2012) και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της παρισταμένης αναιρεσίβλητης (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 24 Νοεμβρίου 2014 αίτηση της "...." για αναίρεση της υπ’ αριθ. 311/2014 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καλαμάτας, που δίκασε ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο.

Διατάσσει την εισαγωγή του καταβληθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της παρισταμένης αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 29 Μαρτίου 2016.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 24 Μαΐου 2016.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ