Legislator Case Law & Legislation
390/2015 AI generated

390/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 390/2015
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 3 Μαρτίου 2015, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-2-2010 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Βόλου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:10/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 30/2014 του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 10-9-2014 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης, Σοφία Καρυστηναίου ανέγνωσε την από 19-2-2015 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.

Legislator headnote

AI generated

390/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο ίδιος Κώδικας ορίζει, α) στο άρθρο 96 παρ.2: "Οι διάδικοι στις πολιτικές υποθέσεις ( ... ) είναι υποχρεωµένοι σε κάθε βαθµό δικαιοδοσίας ( ... ) να προκαταβάλλουν κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο στο Ταµείο του Δικηγορικού Συλλόγου το οριζόµενο στο νόµο αυτόν αντίστοιχο ποσοστό αµοιβής δικηγόρου για κάθε πράξη της προδικασίας και την παράσταση.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 390 / 2015 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 390/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Νικόλαο Λεοντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο, Μιχαήλ Αυγουλέα και Σοφία Καρυστηναίου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 3 Μαρτίου 2015, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Σ. Μ., δικηγόρου Πρωτοδικείου Βόλου, ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Ν.Π.Ι.Δ. με την επωνυμία "Δημοτικής Επιχείρηση Ύδρευσης και Αποχέτευσης του Δήμου Αλμυρού [ΔΕΥΑΛ]" που εδρεύει στον Αλμυρό Μαγνησίας και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από Αλέξανδρο Κοσμά και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-2-2010 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Βόλου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:10/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 30/2014 του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 10-9-2014 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης, Σοφία Καρυστηναίου ανέγνωσε την από 19-2-2015 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.

Ο αναιρεσείων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Αυτός ο λόγος αναιρέσεως υπάρχει, όταν εχώρησε ψευδώς ερμηνεία ή κακή εφαρμογή κανόνος ουσιαστικού δικαίου. Εσφαλμένη, κατ'ακρίβειαν, εφαρμογή υπάρχει, όταν αποδόθηκε μεν στη μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού ορθά, η έννοια του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, στη συνέχεια, όμως, δεν εφαρμόστηκε ο ίδιος στην κρινόμενη περίπτωση, αν και τα περιστατικά που δέχτηκε, ανέλεγκτα, ο δικαστής της ουσίας υπάγονταν σ'αυτήν (Ολ.ΑΠ 36/1988 Ολ.ΑΠ 4/2006). Ψευδής ερμηνεία συντρέχει, όταν ο δικαστής της ουσίας αποδίδει στο νόμο νόημα διαφορετικό από αυτό που, στην πραγματικότητα, έχει. Το σφάλμα εδώ, περιορίζεται στην μείζονα πρόταση, στην ανεύρεση και στην ερμηνεία του κανόνα δικαίου. Πρόκειται, δηλαδή, κατά τα παραπάνω, για ευθεία παράβαση του ουσιαστικού κανόνα δικαίου.

.Το ΝΔ 3026/1954 "Κώδιξ περί δικηγόρων" ορίζει: Στο άρθρο 91 παρ. 1 "1. Ο Δικηγόρος δικαιούται να λάβη παρά του εντολέως αυτού, πλην της δαπάνης δικαστηριακής ή άλλης την οποίαν εξ ιδίων κατέβαλε και αµοιβήν διά πάσαν εργασίαν αυτού δικαστικήν ή εξώδικον". Στο άρθρο 92 "1. Τα της αµοιβής του Δικηγόρου ορίζονται ελεύθερα µε έγγραφη συµφωνία τούτου και του εντολέως του ή του αvτιπρoσώπoυ αυτού, εν ουδεµία όµως περιπτώσει επιτρέπεται η αµοιβή να υπολείπεται των εν άρθροις 98 και επόµενα ελαχίστων ορίων αυτής .... ".

Ο ίδιος Κώδικας ορίζει, α) στο άρθρο 96 παρ.2: "Οι διάδικοι στις πολιτικές υποθέσεις ( ... ) είναι υποχρεωµένοι σε κάθε βαθµό δικαιοδοσίας ( ... ) να προκαταβάλλουν κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο στο Ταµείο του Δικηγορικού Συλλόγου το οριζόµενο στο νόµο αυτόν αντίστοιχο ποσοστό αµοιβής δικηγόρου για κάθε πράξη της προδικασίας και την παράσταση.

Ειδικά για τις αγωγές, ανταγωγές, παρεµβάσεις, αιτήσεις για τη λήψη ασφαλιστικών µέτρων και αιτήσεις έκδοσης διαταγών πληρωµής, η αµοιβή που προκαταβάλλεται υπολογίζεται κατά το άρθρο 100 παρ.4 " β) στο άρθρο 98 παρ. 1 ότι "Εν ελλείψει ειδικής συµφωνίας, το ελάχιστον ποσόν της αµοιβής του Δικηγόρου ορίζεται κατά τας διατάξεις των επόµενων άρθρων ... " και γ) στο άρθρο 99 "Το ελάχιστον όριον της αµοιβής επί των πολιτικών υποθέσεων, των ποινικών και ενώπιον των διοικητικών δικαστηρίων ...

είναι ίσον προς το γινόµενον των δραχµών, αίτινες αναγράφονται εν τω παρόντι και δι' εκάστην ειδικήν εργασίαν, επί συντελεστή ν οριζόµενον δι' αποφάσεως του Υπουργού της Δικαιοσύνης ... Ο ανωτέρω υπολογισµός επί τη βάσει του συντελεστού δεν λαµβάνει χώραν όπου κατά τον παρόντα νόµον η αµοιβή ορίζεται κατά ποσοστόν επί της αξίας του αντικειµένου ... " Κατ' εξουσιοδότηση δε της τελευταίας αυτής διάταξης, ο ως άνω συντελεστής υπολογισµού των δικηγορικών αµοιβών ορίστηκε, µε την 12398/9.2.1989 (ΦΕΚ 131 Β') απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, "σε 140 µονάδες".

Στη συνεχεία, ο ίδιος Κώδικας προβλέπει στο άρθρο 100 : "1. Το ελάχιστον όριον της αµοιβής διά την σύνταξιν κυρίας αγωγής ορίζεται εις ποσοστόν 2% επί της αξίας του αντικειµένου της αγωγής. ( ... ). 2. Εάν αίτηµα της αγωγής δεν συνίσταται εις ωρισµένην χρηµατικήν απαίτησιν (π.χ. αγωγαί αναγνωριστικαί, νοµής, κυριότητος, δουλειών, διανοµής, ακυρότητος, διαλύσεως Εταιρείας κλπ.) το ελάχιστον όριον της αµοιβής καθορίζεται κατά τα άνω επί τη βάσει της πραγµατικής αξίας του αντικειµένου της αγωγής. 3.( ... ). 4.

Εάν το αντικείµενον της αγωγής δεν δύναται φύσει ν' αποτιµηθή εις χρήµα ( ... ) το όριον τούτο συνίσταται εις δραχµάς 20 διά τας ενώπιον του Ειρηνοδικείου αγωγάς, δραχµάς 50 διά τας ενώπιον του Πρωτοδικείου και δρχ. 100 διά τας ενώπιον των λοιπών δικαστηρίων τοιαύτας". Στο άρθρο 107 παρ.1 ,: "Διά την σύνταξιν προτάσεων επί της πρώτης συζητήσεως της υποθέσεως, το ελάχιστον όριον της αµοιβής του µεν Δικηγόρου του εναγοµένου είναι ίσον προς το διά την σύνταξιν αγωγής, κ.λ.π.

οριοζόµενον:άρθροις 100 επ. του δε δικηγόρου του ενάγοντος είναι το ήµισυ ταύτης. (Διά την σύνταξιν προτάσεων εφ' εκάστης των ενώπιον των αυτών δικαστηρίων εποµένων συζητήσεων της υποθέσεως, το ελάχιστον όριον της αµοιβής των δικηγόρων αµφοτέρων των διαδίκων είναι ίσον προς το εν τη προηγουµένη παραγράφω οριζόµενον διά τον Δικηγόρον του ενάγοντος".

Στο άρθρο 110 παρ. 3, ότι: "Οσάκις το Εφετείον δικάζη ως Δικαστήριον πρώτου βαθµού το ελάχιστον όριον της διά σύνταξιν προτάσεων αµοιβής, καθορίζεται κατά τας διατάξεις του άρθρου 107 επί τη βάσει του αντικειµένου της διαφοράς, πάντως όµως δεν δύναται να είναι κατώτερον των δραχµών 60 ( ... )>> και, στο άρθρο 111,: "Διά παράστασιν προς συζήτησιν πάσης φύσεως υποθέσεων ενώπιον του Εφετείου το ελάχιστον όριον αµοιβής είναι δραχµαί 50". .Δια την σύνταξη των ενώπιον του Αρείου Πάγου προτάσεων του αναιρεσείοντος το ελάχιστον όριον αµοιβής είναι δραχµαί 200 ...

δια την σύνταξη των ενώπιον του Αρείου Πάγου προτάσεων του αναιρεσίβλητου το ελάχιστον όριον είναι δραχµαί 250. Δια την παράστασιν προς συζήτησιν επί πάσης φύσεως υποθέσεις ενώπιον του Αρείου Πάγου το ελάχιστο όριον της αµοιβής είναι δραχµαί 100 .Τα των προηγουµένων άρθρων εφαρµόζονται αναλόγως επί των ενώπιον του Συµβουλίου της Επικρατείας υποθέσεων ...

Κατά το άρθρο 125§3 "δια την σύνταξιν αιτήσεως περί αναιρέσεως ως και την σύνταξιν αιτήσεως περί επαναλήψεως της διαδικασίας το ελάχιστον όριον είναι δρχ. 100". Είναι αληθές ότι ο Κώδικας περί δικηγόρων δεν περιέχει διατάξεις για την αµοιβή του δικηγόρου ενώπιον του ΕΣ. Πρόδηλον είναι ότι επί των αγοµένων ενώπιον του υποθέσεων πρέπει να γίνει αναλογική εφαρµογή των διατάξεων για την ενώπιον του Αρείου Πάγου και του Συµβουλίου της Επικρατείας σύνταξη αίτησης αναίρεσης, υποµνήµατος και παράσταση και ανάλογα µε το είδος του δικογράφου που εισάγεται ενώπιον του και το αίτηµα του (ακυρωτικό - καταψηφιστικό επί αγωγής κατά δηµοσίων υπαλλήλων (Σύνταγµα άρθρο 98 παρ.1 περ.

ζ). Ακολούθως, στο άρθρο 139 παρ. 1 του ανωτέρω Κώδικα προβλέπεται: "Διά την σύνταξιν µηνύσεως ή εγκλήσεως το ελάχιστον όριον της αµοιβής είναι δραχ. 30" και στο άρθρο 140 παρ. 1, ότι: "Διά µετάβασιν µετά του εντολέως εις Εισαγγελίαν κ.λ.π. προς εγχείρισιν µηνύσεως ή εγκλήσεως η αµοιβή ορίζεται εις δραχ. 15", ενώ, στο άρθρο 156 παρ., 1 ορίζεται ότι "Δια την παροχήν συμβουλής μετά μελέτην εγγράφων ή μετ' απόφασιν προς προφορικήν ανάπτυξιν υποθέσεως ή ζητήµατος, το ελάχιστον όριον της αµοιβής είναι δραχ. 30, προκειµένου περί της πρώτης συµβουλής και δραχ. 15 προκειµένου περί εκάστης των εποµένων. ( ... )>>, στο άρθρο 157, ότι: "Τα εν τω προηγουµένω άρθρω ελάχιστα όρια διπλασιάζονται εις περίπτωσιν καθ' ην η συµβουλή παρέχεται κατόπιν προσκλήσεως υπό του εντολέως εν τη οικία ή εν των γραφείω αυτού ή εν άλλω τόπω ή κατόπιν συµβουλίου µετ' άλλων δικηγόρων ή άλλων προσώπων" και, στο άρθρο 158, : "Δι' έγγραφον γνωµοδότησιν επί νοµικού ή πραγµατικού ζητήµατος, εγγράφως επί τούτω υποβαλλοµένου, το ελάχιστον όριον της αµοιβής είναι δραχ. 100".

Περαιτέρω, το άρθρο 7 παρ. 2 του ν. 2753/1999 "Απλοποιήσεις και ελαφρύνσεις στη φορολογία εισοδήµατος και άλλες διατάξεις" (ΦΕΚ 249 Α') ορίζει: "Για τις παραστάσεις των δικηγόρων ενώπιον των δικαστηρίων ... καθώς και για κάθε άλλη νοµική υπηρεσία που παρέχουν αυτοί στον εντολέα τους καθορίζεται το µήνα Δεκέµβριο κάθε δεύτερου έτους, µε κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονοµικών και Δικαιοσύνης, που δηµοσιεύεται στην Εφηµερίδα της Κυβερνήσεως, ύστερα από γνώµη της Ολοµέλειας των προέδρων των δικηγορικών συλλόγων της Ελλάδας, ελάχιστη αµοιβή, ενιαία για όλους τους δικηγορικούς συλλόγους της χώρας".

Δυνάµει της ανωτέρω νοµοθετικής εξουσιοδότησης εκδόθηκε η ΚΥΑ Αριθµ. 120867 (ΦΕΚ Β' 1964/30.12.2005). Προσδιορισµός των ελάχιστων αµοιβών των Δικηγόρων, που ορίζει "Οι ελάχιστες αµοιβές για τις παραστάσεις των δικηγόρων ενώπιον των δικαστηρίων, για την σύµπραξή τους σε εξώδικες ενέργειες και συµβάσεις, όπως προβλέπουν οι οικείες διατάξεις, καθώς και για κάθε άλλη νοµική υπηρεσία που παρέχουν αυτοί στον εντολέα τους, καθορίζονται, ως ακολούθως και ισχύουν από 1 ης Ιανουαρίου 2006: ...

ΕΛΕΓΚΤΙΚΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ α) Τµήµατα 1. Έφεση ή αναίρεση 130€ 2. Παράσταση 192 € 3. Υπόµνηµα 130 €. Από τις προπαρατεθείσες διατάξεις συνάγεται ότι η ελάχιστη νόµιµη αµοιβή που δικαιούται ο δικηγόρος από τον εντολέα του για την παροχή των υπηρεσιών του, προσδιορίζεται από τον Κώδικα περί Δικηγόρων ειδικά για κάθε επιµέρους πράξη ή νοµική υπηρεσία, άλλοτε µε τον καθορισµό κατ' αποκοπή αποζηµίωσης, µε αναφορά δηλαδή σε συγκεκριµένο ποσό "δραχµών" που πολλαπλασιάζονται µε συντελεστή καθοριζόµενο µε απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης και άλλοτε ποσοστιαία, βάσει ποσοστού επί του αντικειµένου της δίκης, εφόσoν αυτό είναι αποτιμητό σε χρήµα (πρακτικά της 5ης Γενικής Συνεδρίασης της 21.3.2007 (θεµα Γ') της Ολοµέλειας του ΕΣ).

Ο ιδιος Κώδικας, για τη διασφάλιση της είσπραξης από το δικηγόρο της νόµιµης αµοιβής του, επιβάλλει κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο να προκαταβληθεί στο Ταµείο του οικείου Δικηγορικού Συλλόγου η προαναφερόµενη ελάχιστη νόµιµη αµοιβή για κάθε πράξη της προδικασίας και την παράσταση. Ειδικά όµως, στις περιπτώσεις για τις οποίες η προβλεπόµενη ελάχιστη νόµιµη αµοιβή καθορίζεται σε ποσοστό επί του αντικειµένου της δίκης, το ποσό που προκαταβάλλεται δεν ταυτίζεται µε την εν λόγω ελάχιστη νόµιµη αµοιβή, την ποσοστιαία καθοριζόµενη, αλλά µε το συγκεκριµένο ποσό "δραχµών" που καταβάλλεται ως ελάχιστη νόµιµη αµοιβή στις περιπτώσεις που το αντικείµενο της δίκης δεν µπορεί να αποτιµηθεί σε χρήµα.

Σύµφωνα, δηλαδή, µε το σύστηµα που καθιέρωσε ο Κώδικας Δικηγόρων, η προεισπραττόµενη αµοιβή ορίζεται πάντοτε µε ένα κατ' αποκοπή ποσό και ταυτίζεται κατά κανόνα µε την ελάχιστη νόµιµη αµοιβή, εκτός από τις περιπτώσεις που η αµοιβή αυτή καθορίζεται ποσοστιαία. Στην τελευταία αυτή περίπτωση, η ελάχιστη νόµιµη αµοιβή του δικηγόρου παραµένει η ποσοστιαία υπολογιζόµενη.

Περαιτέρω, µε το άρθρο 7 του ν. 2753/1999 παρασχέθηκε νοµοθετική εξουσιοδότηση για να ορισθεί µε κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονοµικών και Δικαιοσύνης ελάχιστη αµοιβή των δικηγόρων για τις υπηρεσίες που προσφέρουν, πλην άλλων, στους εντολείς τους όταν αυτές αφορούν παραστάσεις ενώπιον των δικαστηρίων. Δεδοµένου ότι η ελάχιστη αµοιβή που ορίζεται στην κατ' εξουσιοδότηση του νόµου αυτού κοινή υπουργική απόφαση προεισπράττεται από τον οικείο Δικηγορικό Σύλλογο, πρέπει να γίνει δεκτό ότι η εν λόγω υπουργική απόφαση αναφέρεται στις προεισπραττόµενες και µόνο αµοιβές και οι προβλεπόµενες από τον Κώδικα περί Δικηγόρων ελάχιστες ποσοστιαίες αµοιβές εξακολουθούν να ισχύουν Με τις διατάξεις του ν. 2753/1999 δεν θίγονται δηλαδή οι διατάξεις του Κώδικα Δικηγόρων που προβλέπουν καταβολή δικηγορικής αµοιβής βάσει ποσοστού επί του αντικείµενου της δίκης οι οποίες και εξακολουθούν να ισχύουν, αλλά τροποποιήθηκε ο εν λόγω Κώδικας µόνον όσον αφορά στο ύψος των προεισπραττόµενων ελάχιστων αµοιβών.

Συνεπώς, µε βάση τις ανωτέρω παραδοχές και διακρίσεις, το ελάxιστo όριο της αµοιβής ενός δικηγόρου, επί υποθέσεων , µε αντικείµενο αποτιµητό σε χρήµα, δηλ όπως ρητά ορίζει το άρθρο 100, επί αγωγών, προσδιορίζεται ποσοστιαία (Ολοµ. ΑΠ 7/2005), εφόσον ο ποσοστιαίος αυτός προσδιορισµός είναι ανώτερος του ποσού που ορίζεται ως αµοιβή για τη συγκεκριµένη νοµική υπηρεσία µε την προαναφερόµενη ΚΥΑ 1117864/2297/ΑΟ012/7.12.2007. Αντιθέτως, η αµοιβή του δικηγόρου επί υποθέσεων που δεν έχουν αντικείµενο αποτιµητό σε χρήµα και ειδικότερα, επί υποθέσεων που δεν έχουν αίτηµα καταψηφιστικό ή αναγνωριστικό, αλλά µόνον αίτηµα ακυρωτικό ορισµένης διοικητικής πράξης, δικαστικής απόφασης ή εξώδικης πράξης ή παράλειψης ή (διαπλαστικό), εφαρµοστέες είναι οι σχετικές διατάξεις του εν λόγω Κώδικα περί κατ' αποκοπήν καθορισµού του ύψους της αµοιβής (άρθρα 11Ο παρ.3, 107 παρ.1 και 100 παρ.4 του Κώδικα περί Δικηγόρων) που έχουν ήδη τροποποιηθεί µε τις ανωτέρω Κ. Υ.Α. και ανέρχεται για το Ελεγκτικό Συνέδριο από 1/1/2006 έως 31-12-2007 σε: 1. Έφεση ή αναίρεση 130 € 2. Παράσταση 192 € 3. Υπόµνηµα 130€.

Με την, ενώπιον του Μονοµελούς Πρωτοδικείου Βόλου, από 8-2-2010, µε αριθ. καταθ. δικογράφου 59/25-2-2010 αγωγή του ο ενάγων-δικηγόρος ζήτησε να υποχρεωθεί η εναγοµένη Δημοτική επιχείρηση να του καταβάλει για την σύνταξη της από 1-1-2005 έφεσης ενώπιον του Ελεγκτικού Συνεδρίου κατά της υπ' αριθ. πρωτ. 2024/0052/24-8-2005 απόφασης Δηµοσιονοµικής διόρθωσης της Γενικής Διεύθυνσης και Δηµοσιονοµικού Έλεγχου (Δ/νση µελετών και αξιολόγησης Τµήµα Β), µε την οποία είχε επιβληθεί στην εναγόµενη επιστροφή 1.885.115,43 €, 2% επί του ως άνω ποσού για τη σύνταξη της έφεσης και 1 % του ιδίου ποσού για τη σύνταξη υποµνήµατος και την συµπαράσταση στο ως άνω Δικαστήριο και συνολικά, µετ' αφαίρεση του καταβληθέντος ποσού των 1.500 €, το ποσό των 55.059,57 € (56.553,57-1.500).

Η αγωγή αυτή µε την οποία επιδιώκεται η αµοιβή του ενάγοντα-δικηγόρου, υπολογιζόµενη ποσοστιαία, µε βάση το ποσό της 2024/0052/24-8-2005 απόφασης Δηµοσιονοµικής διόρθωσης της Γενικής Διεύθυνσης και Δηµοσιονοµικού Έλεγχου που ζητήθηκε (με έφεση) η ακύρωση και η οποία τελικώς ακυρώθηκε, αφού πρόκειται για έφεση, που είναι το εισαγωγικό δικόγραφο της δίκης ενώπιον του ΕΣ, έχει αντικείµενό διαπλαστικό δηλ ακυρωτικό και όχι καταψηφιστικό ή αναγνωριστικό δηλ.

αποτιµητό σε χρήµα και αφού ο ενάγων δεν επικαλείται άλλη συµφωνία, είναι µη νόµιµη, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στην προηγηθείσα μείζονα σκέψη. Επομένως το Εφετείο που δέχθηκε τα ίδια και απέρριψε την αγωγή σαν μην νόμιμη, δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή τις αναφερθείσες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου που εφάρμοσε, αφού κατά τα εκτεθέντα στην προηγηθείσα μείζονα σκέψη, η έφεση ενώπιον του Ελεγκτικού Συνεδρίου που άσκησε ο ενάγων, όπως αυτή εκτίθεται στην αγωγή του έχει διαπλαστικό δηλαδή ακυρωτικό χαρακτήρα.

Συνακόλουθα, αφού ο μοναδικός λόγος της αναιρέσεως εκ του άρθρου 559 παρ. 1 του ΚπολΔ είναι αβάσιμος πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστεί δε ο αναιρεσείων, ως ηττώμενος, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, σύμφωνα με το άρθρο 183 ΚΠολΔ, όπως ειδικότερα ορίζονται στο διατακτικό

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 10-9-2014 αίτηση για αναίρεση της 30/2014 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 17 Μαρτίου 2015.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 1 Απριλίου 2015.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ