Legislator Case Law & Legislation
390/2012 AI generated

390/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 390/2012
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο, Χαράλαμπο Δημάδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη και Ερωτόκριτο Καλούδη, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

390/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Τέτοιες ενέργειες, οι οποίες ποικίλουν ανάλογα με τον προορισμό του ακινήτου, είναι μεταξύ των άλλων η οριοθέτηση, η περίφραξη, η καλλιέργεια, ακόμη δε και η απλή επίσκεψη, επίβλεψη ή επισκόπηση του ακινήτου, που γίνονται αυτοπροσώπως ή με αντιπρόσωπο. Για να κριθεί δε αν στη συγκεκριμένη περίπτωση χώρησε εξουσίαση του ακινήτου, λαμβάνονται υπόψη διάφοροι όροι, όπως η τοποθεσία του, αν τούτο προσδιορίζεται με ορισμένα όρια κλπ.

Keywords

AI generated
territorial scope of the Treaty principle of territoriality exclusion zone order northern dimension geographic scope of the infringement scope and term of protection
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 390 / 2012 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 390/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο, Χαράλαμπο Δημάδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη και Ερωτόκριτο Καλούδη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 2 Νοεμβρίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: εταιρίας με τη επωνυμία "ΟΥΜΠΑΡΑ ΛΙΜΙΤΕΔ" (UMBARA LIMITED), πρώην "INTERNATION METALL COMPANY", με έδρα την Μάλτα, που εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της α) Αντώνιο Παπαδημητρίου και β) Στέφανο Δελατόλα.

Των αναιρεσίβλητων: 1. Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΕΓΧΩΡΙΟΥ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΣ ΚΥΘΗΡΩΝ ΚΑΙ ΑΝΤΙΚΥΘΗΡΩΝ", που εδρεύει στο Δήμο Κυθήρων και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Λουράντο, ο οποίος ανακάλεσε την από 1-11-2011 δήλωσή του εκ του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ και παραστάθηκε αυτοπροσώπως και 2. Χ. συζ. Λ. Ρ., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Λάγγα.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14-9-2005 αγωγή και με την από 28-11-2005 προσεπίκληση της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4888/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 685/2007, 357/2008 μη οριστικές, 107/2010 οριστική του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 31-5-2010 αίτησή της και με τους από 9-8-2011 πρόσθετους λόγους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ερωτόκριτος Καλούδης ανέγνωσε την από 24-10-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της ένδικης αίτησης αναίρεσης αλλά μόνο για τον όγδοο λόγο της.

Οι πληρεξούσιοι της αναιρεσείουσας ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης και των πρόσθετων λόγων, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Από τις διατάξεις των άρθρων 593, 2053, 2063 και 2092 του Ιόνιου Αστικού Κώδικα, ο οποίος διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την ενσωμάτωση των Ιόνιων Νήσων στην Ελλάδα μέχρι την εισαγωγή του ΑΚ (άρθρο 2 ν. ΡΝ71866) προκύπτει ότι για τη κτήση κυριότητας ακινήτου στα Ιόνια Νησιά με τριακονταετή παραγραφή απαιτείται τριαντακονταετής διακατοχή του ακινήτου, η οποία είναι α) συνεχής και αδιάκοπη, β) ειρηνική, δηλαδή ήσυχη και απαλλαγμένη βίας, γ) δημόσια, δηλαδή ασκούμενη φανερά έναντι εκείνων που έχουν συμφέρον να γνωρίζουν την ενέργεια των πράξεων διακατοχής, δ) αναμφίβολη, δηλαδή ασκούμενη όχι με πράξεις που επιδέχονται διπλή ερμηνεία ως προς το χαρακτήρα τους και ε) "επί τω λόγω κυριότητας", δηλαδή ασκούμενη με διάνοια κυρίου. Αντίθετα, στην περίπτωση αυτή η καλή ή κακή πίστη εκείνου που διακατέχει είναι αδιάφορη.

Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 974 και 1045 ΑΚ προκύπτει, ότι για τη κτήση κυριότητας σε ακίνητο με έκτακτη χρησικτησία απαιτείται άσκηση στο ακίνητο διακατοχικών πράξεων με διάνοια κυρίου για μια πλήρη εικοσαετία. Από τις ίδιες διατάξεις σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 976, 981 και 983 ΑΚ συνάγεται περαιτέρω, ότι η κτήση και η διατήρηση της νομής μπορεί να γίνει με οποιαδήποτε εμφανή στους τρίτους υλική ενέργεια, η οποία προσιδιάζει στη φύση και τον προορισμό του ακινήτου και κατά τις αντιλήψεις που κρατούν στις συναλλαγές φανερώνει φυσική πάνω σ' αυτό εξουσίαση με τη βούληση ιδιοποίησης του.

Τέτοιες ενέργειες, οι οποίες ποικίλουν ανάλογα με τον προορισμό του ακινήτου, είναι μεταξύ των άλλων η οριοθέτηση, η περίφραξη, η καλλιέργεια, ακόμη δε και η απλή επίσκεψη, επίβλεψη ή επισκόπηση του ακινήτου, που γίνονται αυτοπροσώπως ή με αντιπρόσωπο. Για να κριθεί δε αν στη συγκεκριμένη περίπτωση χώρησε εξουσίαση του ακινήτου, λαμβάνονται υπόψη διάφοροι όροι, όπως η τοποθεσία του, αν τούτο προσδιορίζεται με ορισμένα όρια κλπ.

Η στιγμιαία όμως εξουσίαση του ακινήτου, που εμφανίζεται μεν εξωτερικά ως εξουσίαση, αλλά δεν φέρει τους όρους σταθερότητας και διατήρησής της, δεν αρκεί προς κτήση της νομής (βλ. σχετ. Μπαλή Εμπρ.Δ. § 3 σελ. 12). Αφότου πάντως η νομή αποκτηθεί, διατηρείται χωρίς να είναι ανάγκη να διατελεί ο νομέας συνεχώς σε σωματική επαφή με το πράγμα ή να είναι σε συνεχή εγρήγορση και να έχει διαρκώς στραμμένη τη διάνοια κυρίου προς αυτό, αλλά αρκεί να έχει την εποπτεία του και τη δυνατότητα άσκησης της φυσικής εξουσίας πάνω σ' αυτό κάθε στιγμή.

Για τη διαπίστωση δε της συνδρομής ή μη των παραπάνω στοιχείων (φυσικής εξουσίασης - διάνοιας κυρίου) το δικαστήριο κρίνει κατά την κοινή αντίληψη βάσει των συγκεκριμένων περιστατικών, τα οποία επικαλούνται οι διάδικοι και προκύπτουν από τις αποδείξεις που προσκομίζονται. Εξάλλου, ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ ιδρύεται, αν για την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσία την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.

Τέλος, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν στο αιτιολογικό, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, και, έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχτηκε τα εξής: "Δυνάμει του .../2001 αγοραπωλητήριου συμβολαίου της Συμ/φου Κυθήρων Ακριβής Στελίου, το οποίο έχει μεταγραφεί νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Κυθήρων (Τόμος ... με αύξ. αριθμό 79) η ενάγουσα αγόρασε από τη Χ.

σύζ. Λ. Ρ., το γένος Α. Σ. (προσεπικαλούμενη) ένα αγροτικό ακίνητο που βρίσκεται στη θέση "Γερμανικά" του όρμου Τραχήλου των Κυθήρων, έχει έκταση 45.585,50 τ.μ., απεικονίζεται και ορίζεται περιμετρικά με τα στοιχεία Α-Β-Γ-Δ-Ε-Ζ-Η-Θ-Ι-Κ-Ά-Μ-Ν-Ξ-Ο-Α στο από Μαρτίου 2000 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Δ. Γ., που έχει προσαρτηθεί στο συμβόλαιο αυτό, και συνορεύει βορειοδυτικά με κρημνό και πέραν αυτού με θάλασσα, βόρεια-βορειοδυτικά με βουνό ιδιοκτησίας αγνώστου, βορειοανατολικά εν μέρει με αγροτική οδό και εν μέρει με ιδιοκτησίες κληρονόμων Κ.

Μ., ανατολικά εν μέρει με βουνό ιδιοκτησίας αγνώστου και πέραν αυτού με αγροτικό δρόμο, εν μέρει με ιδιοκτησία κληρονόμων Κ. Μ. και κρημνό και πέραν αυτού με θάλασσα, νότια με κρημνό και πέραν αυτού επίσης με θάλασσα και νοτιοδυτικά με κρημνό και πέραν αυτού με θάλασσα. Το ακίνητο αυτό, το οποίο είναι επίδικο στην προκείμενη υπόθεση, περιέχει διάφορα παλιά και ασκεπή κτίσματα (παρατηρητήριο, οχυρό, πολυβολείο) που είχαν ανεγερθεί από τους Γερμανούς στρατιώτες κατά τη διάρκεια του Β' Παγκοσμίου Πολέμου.

Σύμφωνα με το προαναφερόμενο συμβόλαιο και τους περιεχόμενους στην αγωγή ισχυρισμούς της ενάγουσας, στην πωλήτρια Χ. Ρ. το επίδικο είχε περιέλθει δυνάμει του .../1987 διανεμητηρίου συμβολαίου του συμβολαιογραφούντος Ειρηνοδίκη Κυθήρων Δημητρίου Κασιδιάρη, που έχει μεταγραφεί νόμιμα, σε συνδυασμό με την .../1987 δήλωση αποδοχής κληρονομιάς του ίδιου Ειρηνοδίκη, η οποία έχει επίσης μεταγραφεί νόμιμα και με την οποία η πωλήτρια είχε αποδεχθεί την ιδανική της μερίδα στην κληρονομιά της δικαιοπαρόχου-μητέρας της Β.

συζ. Α. Σ., το γένος Κ. και Τ. Κ.. Στην ως άνω δε δικαιοπάροχο της πωλήτριας, η οποία πέθανε στις 11.10.1982 χωρίς να αφήσει διαθήκη και κληρονομήθηκε από το σύζυγο της Α. Σ. και τα τρία τέκνα της Π., Χ. (πωλήτρια) και Κ. κατά το 1/4 από τον καθένα, το επίδικο φέρεται ότι είχε περιέλθει δυνάμει του .../1975 δωρητηρίου συμβολαίου της συμ/φου Κυθήρων Αγγελικής Αλέγρη-Λιακάτου, το οποίο έχει μεταγραφεί νόμιμα, από δωρεά που έγινε προς αυτήν τις θείες της Σ.

σύζ. Γ. Δ., Σ. χήρα Ν. Α. και Τ. σύζ. Κ. Κ., το γένος και οι τρεις Α. και Π. Μ.. Περαιτέρω, σύμφωνα πάντα με τον ως άνω τίτλο (.../2001) και τους ισχυρισμούς της ενάγουσας, στις ανωτέρω δωρήτριες είχε περιέλθει το επίδικο, κατά το 1/3 εξ αδιαιρέτου στην κάθε μια, από κληρονομιά εξ αδιαθέτου του πατέρα τους Α. Μ. Μ., ο οποίος πέθανε το 1938 χωρίς να αφήσει διαθήκη, ενώ στον τελευταίο είχε περιέλθει από κληρονομιά του πατέρα του Μ.

Γ. Μ. δυνάμει του .../1905 συμβολαίου συστάσεως ισοβίου προσόδου του συμ/φου Κυθήρων Ιερώνυμου Εμ. Σεμιτέκολου, το οποίο έχει επίσης μεταγραφεί νόμιμα από το 1907 στα ίδια πιο πάνω βιβλία μεταγραφών. Στο τελευταίο αυτό συμβόλαιο το περιγραφόμενο εκεί ακίνητο χαρακτηρίζεται ως αγρός "εις θέσιν Τράχηλο ονομαζόμενος Σοχώρα με το εκεί σιμά σπήλαιον", που συνορεύει με κτήματα Ν.

Κ. Μ., δεν προσδιορίζεται όμως η έκταση του. Με τον αμέσως ωστόσο προηγούμενο τίτλο, δηλαδή το .../1860 διανεμητήριο συμβόλαιο του συμ/φου Κυθήρων Γ. Μεγαλονόμου, που -καθώς συνομολογείται- αποτελεί τον τίτλο κτήσεως του ως άνω απώτατου δικαιοπαρόχου της ενάγουσας Μ. Γ. Μ. (πατέρα του Α. Μ.) ορίζεται ότι το ακίνητο για το οποίο γίνεται λόγος έχει έκταση 2.000 υαρδών (1.672 τ.μ.) και περιγράφεται ως "ένα σόχωρον εις τον Τράχηλο πλησίον του δημοσίου βουνού γύρωθεν με σπηλιά απέξω ...".

Η έκταση που αναφέρεται στο διανεμητήριο αυτό συμβόλαιο (2.000 υάρδες) και εμφαίνεται στο με αριθμό 1 από Οκτωβρίου 2008 τοπογραφικό διάγραμμα του πραγματογνώμονα Δ. Ζ. με τα στοιχεία α-β-γ-δ-ε-ζ-η-θ-α, αποδεικνύεται ότι ήταν η πραγματική έκταση του ακινήτου, αφού, όπως στο ίδιο συμβόλαιο τονίζεται, για την καταμέτρηση των ακινήτων που διανεμήθηκαν χρησιμοποιήθηκαν πραγματογνώμονες (βλ.

σελ. 233 του συμβολαίου, στίχους 7-8 από το τέλος). Άλλωστε και η ενάγουσα, μετά τη συζήτηση της υπόθεσης στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο παραδέχθηκε ότι το ακίνητο του ως άνω απώτατου δικαιοπαρόχου της Μ. Μ. είχε πράγματι έκταση 2.000 υαρδών αλλά υποστήριξε περαιτέρω ότι από το 1866 και εφεξής ο δικαιοπάροχος της αυτός "επέκτεινε την περιουσία του ...

από σοχωράκι σε σοχώρα έκτασης τουλάχιστον 45 στρεμμάτων" και απέκτησε έτσι την κυριότητα της πέραν των 2.000 υαρδών έκτασης του επιδίκου με έκτακτη χρησικτησία σε βάρος δημοσίων κτημάτων (βλ. σελ. 5-6 της από 29-5-2006 αξιολόγησης μαρτυρικών καταθέσεων, που επισυνάφθηκαν στις πρωτόδικες προτάσεις της). Πρέπει εδώ να σημειωθεί ότι η ενάγουσα είχε παρασιωπήσει το γεγονός της ύπαρξης του παραπάνω διανεμητήριου συμβολαίου και δεν το είχε επικαλεστεί ούτε με την αγωγή ούτε με τις πρωτόδικες προτάσεις της ή την από 28-4-2006 (πρώτη) προσθήκη αυτών, το σχολίασε δε για πρώτη φορά με την προαναφερόμενη από 29-5-2006 αξιολόγηση μαρτυρικών καταθέσεων, αφού είχε ήδη προσκομιστεί με επίκληση από το εναγόμενο, ο δε μάρτυρας απόδειξης Β.

Δ. είχε καταθέσει ότι η αληθινή έκταση του ακινήτου ήταν 2.000 υάρδες και ότι η περιγραφή του ήταν ακριβής "λόγω της αυστηρής αγγλικής διοίκησης". Τονίζεται επίσης στο σημείο τούτο ότι, όπως αποδεικνύεται και συνομολογείται κι από τις δύο διάδικες πλευρές, "σόχωρο" ή "σοχώρα" ονομάζεται στα Κύθηρα ο αγρός που είναι περίκλειστος συνήθως με ξηρολιθιά ή με φυσικά όρια, όπως βρόχια, πρανή κλπ.

Ο χαρακτηρισμός αυτός, όπως προαναφέρθηκε, χρησιμοποιείται και στους δυο ως άνω πιο παλαιούς τίτλους της ενάγουσας (.../1860 και .../1905), γεγονός που υποδηλώνει ότι το υπόψη ακίνητο και το 1905 εξακολουθούσε να είναι περίκλειστο με ξηρολιθιά (μεγάλο τμήμα της οποίας υπάρχει μέχρι σήμερα και να έχει την ίδια έκταση, αφού τα όρια του στα δυο αυτά συμβόλαια δεν αλλάζουν ουσιωδώς και δεν γίνεται καμιά αναφορά για γειτνίαση του με κρημνό ή με θάλασσα, αναφορά που αντίθετα γίνεται στους νεότερους τίτλους.

Και ενώ λοιπόν έτσι είχαν τα πράγματα από πλευράς τίτλων, στον αμέσως μεταγενέστερο τίτλο, δηλαδή στο .../1975 δωρητήριο συμβόλαιο, το περιγραφόμενο εκεί ακίνητο φέρεται να έχει έκταση περίπου τεσσάρων στρεμμάτων, από τα οποία τα δύο είναι καλλιεργήσιμα και τα άλλα δύο εντελώς άγονα, και να συνορεύει "γύρωθεν με κτήματα Ν.

Μ., με αγροτικόν δρομίσκον, βουνό και με θαλασσίαν ακτήν", Σημειώνεται ότι στον τίτλο αυτόν δεν γίνεται καθόλου αναφορά στο σπήλαιο που βρίσκεται βορειοδυτικά και στα κτίσματα που είχαν ανεγερθεί από τους Γερμανούς και είναι χαρακτηριστικά σημάδια της συγκεκριμένης τοποθεσίας (η οποία ήδη αποκαλείται "τα Γερμανικά" -βλ.

και τον νεότερο τίτλο της ενάγουσας) και τα οποία βρίσκονται βορείως του περιγραφόμενου στους δύο προγενέστερους τίτλους ακινήτου ("σοχώρου"). Σημειώνεται επίσης ότι, όπως συνάγεται από την περιεχόμενη στο εν λόγω δωρητήριο περιγραφή, σε συνδυασμό με το προαναφερόμενο σχεδιάγραμμα του πραγματογνώμονα, η έκταση που περικλείεται μέσα στα αναφερόμενα εκεί όρια και η οποία μπορεί να υπολογιστεί κατά προσέγγιση με τη χρήση υποδεκάμετρου βάσει της κλίμακας (1:500) του ως άνω σχεδιαγράμματος, είναι κατά πολύ μεγαλύτερη των τεσσάρων στρεμμάτων.

Και τούτο κυρίως διότι, ενώ το περιγραφόμενο στους δυο παλαιότερους τίτλους "σόχωρο" απέχει πολύ από τη θάλασσα (βλ. το ως άνω σχεδ/μα), σύμφωνα με το δωρητήριο το ακίνητο συνορεύει και με θαλάσσια ακτή, ενώ βορείως φθάνει μέχρι το βουνό. Από τα παραπάνω περιστατικά συνάγεται περαιτέρω ότι οι συμβαλλόμενοι στο ως άνω δωρητήριο συμβόλαιο δικαιοπάροχοι της ενάγουσας είτε δεν εγνώριζαν ότι υπήρχαν οι δύο προγενέστεροι τίτλοι είτε, πράγμα που είναι και το πιο πιθανό, το εγνώριζαν αλλά προσπάθησαν από τότε με την προαναφερόμενη περιγραφή να επεκτείνουν την ιδιοκτησία τους τόσο, ώστε αφενός να έχει πρόσβαση στη θάλασσα και αφετέρου να έχει το ελάχιστο εμβαδόν που απαιτείται για δόμηση σε εκτός σχεδίου πόλεως ακίνητα.

Η προσπάθεια τους όμως αυτή, την οποία ευνοούσε κατ' αρχήν το γεγονός ότι δεν ήταν τότε αναγκαίο να επισυναφθεί και δεν επισυνάφθηκε στο δωρητήριο τοπογραφικό διάγραμμα, πολύ δύσκολα μπορούσε να ευδοκιμήσει, αφού, όπως ήδη παρατηρήθηκε, τα όρια που τέθηκαν στο συμβόλαιο περικλείουν ένα διαφορετικό και κατά πολύ μεγαλύτερο ακίνητο σε σχέση με το περιγραφόμενο στους παλαιότερους τίτλους "σόχωρο".

Παρ' όλα αυτά στους αμέσως επόμενους τίτλους, δηλαδή στα ... και .../1987 πράξη αποδοχής κληρονομιάς και διανεμητήριο συμβόλαιο αντίστοιχα, στους οποίους επισυνάφθηκε το από Οκτωβρίου 1986 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Χ. Ζ., το "σόχωρο" φέρεται να έχει επεκταθεί προς όλες τις κατευθύνσεις, να έχει έκταση 45.585,50 τ.μ.

και να συνορεύει βορείως με βουνό, ανατολικό εν μέρει με ιδιοκτησία Ν. Χ. και εν μέρει με ιδιοκτησία κληρονόμων Κ. Μ. και πέραν αυτής με όρμο Καψαλίου, νοτίως με κρημνώδη έκταση που καταλήγει στον όρμο Τραχήλου και δυτικά με κρημνώδη έκταση που καταλήγει στον όρμο Φελωτής. Τέλος, με την περιγραφή που περιέχεται στον πιο πρόσφατο τίτλο της ενάγουσας (.../2001) και εκτέθηκε πιο πάνω, το ακίνητο φέρεται να έχει την ίδια έκταση αλλά να συνορεύει βορειοδυτικά, βορειοανατολικά, ανατολικό, νότια και νοτιοδυτικό με θάλασσα και να δεσπόζει της όλης περιοχής, έχοντας θέα προς το Αιγαίο, το Ιόνιο και το Κρητικό Πέλαγος.

Και όλα αυτά, ενώ, όπως έχει ήδη τονιστεί, το περιγραφόμενο στους δυο πρώτους τίτλους "σόχωρο" απέχει πολύ από τη θάλασσα και έχει έκταση 1.672 τ.μ. Από τα ίδια πιο πάνω αποδεικτικά στοιχεία αποδεικνύεται περαιτέρω ότι οι κατονομαζόμενοι παραπάνω δικαιοπάροχοι της ενάγουσας διακατείχαν ειρηνικά, δημόσια, αναμφίβολα και με διάνοια κυρίου διαδοχικά από το 1860 συνεχώς και αδιαλείπτως μόνο το προπεριγρσφόμενο "σόχωρο" των 1.672 τ.μ.

και ασκούσαν σ' αυτό τις διακατοχικές πράξεις που προσιδίαζαν στη φύση , και τον προορισμό του, δηλαδή το καλλιεργούσαν, έσπερναν σ' αυτό σιτηρά και βίκο και βοσκούσαν τα ζώα τους. Τις διακατοχικές αυτές πράξεις ασκούσαν μέχρι τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο και την κατάληψη των Κυθήρων από τους Γερμανούς, οι οποίοι κατά τη διάρκεια του Πολέμου, όπως ήδη σημειώθηκε, χρησιμοποιούσαν την περιοχή ως οχυρό και παρατηρητήριο λόγω της στρατηγικής της σημασίας.

Μετά τη λήξη του Πολέμου και την αποχώρηση των Γερμανών από τα Κύθηρα, δεν μπορούσε κανείς να πλησιάσει την υπόψη περιοχή και να εκμεταλλευτεί με οποιονδήποτε τρόπο το επίδικο, διότι είχαν απομείνει στην ευρύτερη περιοχή διάσπαρτα βλήματα και νάρκες, που δεν είχαν εκραγεί. Έτσι το επίδικο, συμπεριλαμβανομένου του "σοχώρου" παρέμεινε έκτοτε χέρσο και ακαλλιέργητο, στην κατάσταση δε αυτή εξακολούθησε να βρίσκεται έως το 1998, οπότε στην περιοχή ξέσπασε πυρκαϊά από άγνωστη αιτία, η οποία είχε ως συνέπεια να εκραγούν και καταστραφούν τα ως άνω πυρομαχικά.

Και μετά όμως την προαναφερόμενη πυρκαϊά η δικαιοπάροχος της ενάγουσας Χ. Ρ. δεν άσκησε στο επίδικο κάποια διακατοχική πράξη κατά την έννοια που αναπτύχθηκε στην προηγούμενη σκέψη και δεν το καλλιέργησε, διότι τόσο η ίδια όσο και η οικογένεια της δεν ασχολούνταν με γεωργικές εργασίες, προέβη δε μόνο σε εμβαδομετρήσεις αυτού, προκειμένου να επισυνάψει στις πιο πάνω συμβολαιογραφικές πράξεις το απαιτούμενο σχεδιάγραμμα και στη συνέχεια να το εκποιήσει.

Μόνες δε οι εμβαδομετρήσεις, χωρίς τη συνδρομή κάποιου άλλου στοιχείου, δεν φανερώνουν σταθερή φυσική εξουσίαση του επιδίκου αλλ' αποτελούν στιγμιαία σωματική εξουσίαση, όπως ειδικότερα αναπτύχθηκε στην προηγούμενη σκέψη, η οποία εξουσίαση δεν αρκεί προς κτήση και διατήρηση της νομής του τμήματος του επιδίκου, που εκτείνεται πέραν του "σοχώρου" και υπερβαίνει τα 1.672 τ.μ.

Και τούτο ανεξαρτήτως του ότι οι εμβαδομετρήσεις άρχισαν μετά το 1986 και συνεπώς, σε κάθε περίπτωση, από τότε έως την άσκηση της αγωγής (2005) δεν συμπληρώθηκε μια πλήρης εικοσαετία, η οποία απαιτείται για την κτήση της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία. Άλλωστε, σε κανέναν από τους τίτλους της ενάγουσας δεν γίνεται λόγος για κτήση τμήματος του επιδίκου με τακτική ή έκτακτη χρησικτησία, Από τα περιστατικά λοιπόν που αποδεικνύονται και σημειώθηκαν πιο πάνω, προκύπτει ότι η άμεση δικαιοπάροχος της ενάγουσας Χ.

Ρ. κατά το χρόνο που επώλησε σ' αυτήν το επίδικο είχε γίνει με τον προπεριγραφομενο παράγωγο τρόπο κυρία μόνο του περιγραφόμενου επίσης πιο πάνω "σοχώρου" αγρού, εκτάσεως 1.672 τ.μ., και ότι μόνο την έκταση αυτή νεμήθηκαν με τα προαναφερόμενα προσόντα η ίδια και προηγουμένως οι κατονομαζόμενοι πιο πάνω δικαιοπάροχοι της από το 1860 συνεχώς και αδιαλείπτως έως την άσκηση της αγωγής.

Επομένως, μόνο του παραπάνω τμήματος του επιδίκου, έκτασης 1.672 τ.μ., έγινε και η ενάγουσα κυρία. Η κυριότητα της δε στο τμήμα αυτό δεν καταλύθηκε με κάποιο νόμιμο τρόπο και δεν αμφισβητήθηκε από κανένα, ούτε από το εναγόμενο ΝΠΔΔ, το οποίο, όπως προκύπτει από τους ισχυρισμούς που περιέχονται στις προτάσεις του, συνομολογεί την κυριότητα της στο τμήμα αυτό, ενώ κατά τα λοιπά αρνείται την αγωγή και προβάλλει περαιτέρω ένσταση ιδίας κυριότητας μόνο για την πέραν των 1.672 τ.μ.

έκταση του επιδίκου. Οι αντίθετοι ισχυρισμοί της ενάγουσας, όπως συμπληρώθηκαν και βελτιώθηκαν με τις προτάσεις της, ότι δηλαδή η αρχική έκταση του επιδίκου ήταν 1.672 τ.μ. αλλά στη συνέχεια οι απώτεροι δικαιοπάροχοί της την επεξέτειναν εις βάρος των ομόρων δημοσίων κτημάτων και απέκτησαν την κυριότητα της επιπλέον έκτασης με έκτακτη χρησικτησία σύμφωνα με το ΒΡΔ (όπως αρχικά είχε υποστηρίξει) άλλως σύμφωνα με τους ορισμούς του Ιονίου Α.Κ. (όπως ισχυρίστηκε για πρώτη φορά στο Δικαστήριο τούτο με τις προτάσεις της) και εντέλει σύμφωνα με τις διατάξεις του Α.Κ. (άρθρα 1045 και 1051 Α.Κ.) είναι εντελώς αβάσιμοι, αφού δεν στηρίζονται στο αποδεικτικό υλικό που τέθηκε υπόψη του Δικαστηρίου.

Πράγματι, όσον αφορά τα κρίσιμα για τη θεμελίωση κυριότητας περιστατικά, τα οποία ανάγονται στο διάστημα από το έτος 1866 έως την κατάληψη των Κυθήρων από τους Γερμανούς, είναι τόσο παρωχημένα, ώστε ο μάρτυρας απόδειξης Β. Δ., ο οποίος έδωσε και την 21020/2006 ένορκη βεβαίωση, καθώς και οι Π. Φ. και Ν. Μ., οι οποίοι έδωσαν τις ένορκες βεβαιώσεις 21019 και 21325/2006 αντίστοιχα, δεν μπορούσαν αντικειμενικά να έχουν και δεν είχαν λόγω της ηλικίας τους (γεννήθηκαν τα έτη 1927, 1926 και 1942 αντίστοιχα) προσωπική γνώση και αντίληψη των περιστατικών αυτών.

Όσα άλλωστε οι δύο πρώτοι απ' αυτούς κατέθεσαν για το ζήτημα της διακατοχής του επιδίκου κατά το προαναφερόμενο διάστημα, ενώ δεν ενισχύονται από κάποιο άλλο αποδεικτικό στοιχείο, κλονίζονται -εκτός των άλλων- από τα περιστατικά που έχουν εκτεθεί μέχρι τώρα για την αληθινή έκταση του ακινήτου που περιγράφεται στους δυο παλαιότερους τίτλους της ενάγουσας και την οριοθέτηση αυτού με ξηρολιθιά, μεγάλο τμήμα της οποίας διατηρείται μέχρι σήμερα (βλ.

το σχεδ/μα του πραγματογνώμονα) καθώς και από το γεγονός ότι -αντίθετα- δεν διαπιστώθηκε η ύπαρξη ιχνών άλλης ξηρολιθιάς, η οποία σύμφωνα με τις ένορκες βεβαιώσεις του Β. Δ. και του Π. Φ. οριοθετούσε το επίδικο εδώ ακίνητο. Πέραν απ' αυτά, πρέπει να τονιστεί ότι ο μάρτυρας απόδειξης Β. Δ. κατά την εξέταση του στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ανασκεύασε εν μέρει την ως άνω ένορκη βεβαίωση του, υποστηρίζοντας ότι περίφραξη υπήρχε στη βορεινή πλευρά του επιδίκου, ενώ, αναφερόμενος στην επικαλούμενη από την ενάγουσα επέκταση του "σοχώρου", στην οποία φέρεται ότι προέβησαν οι απώτεροι δικαιοπάροχοι αυτής μετά το 1866, κατέθεσε ενδοιαστικά ότι αυτή έγινε προς όλες τις πλευρές ("υποπτεύομαι ότι έχει γίνει γύρω-γύρω") και διευκρίνισε περαιτέρω ότι τη γνώση του για την επέκταση αυτή άντλησε από τη μελέτη των τίτλων .../1860 και .../1905, από τους οποίους ωστόσο, όπως ήδη παρατηρήθηκε, δεν προκύπτει τέτοια επέκταση.

Εξάλλου, όσον αφορά το διάστημα από την αποχώρηση των Γερμανών από τα Κύθηρα μέχρι την άσκηση της αγωγής, το ακίνητο που περιγράφεται στους προαναφερόμενους δυο παλαιότερους τίτλους της ενάγουσας ("σόχωρο") και η γύρω απ' αυτό περιοχή, όπως εκτέθηκε ήδη πιο πάνω, για τους λόγους που προαναφέρθηκαν, δεν διακατεχόταν από κανέναν.

Τούτο έχει άλλωστε συνομολογηθεί και από την ενάγουσα με τις πρωτόδικες προτάσεις της, με τις οποίες συγκεκριμένα έχει αυτή παραδεχθεί ότι το επίδικο "... 55 χρόνια μετά τη λήξη του Β' Παγκοσμίου Πολέμου ... βρισκόταν εκεί εγκαταλελειμμένο". Τέλος, ο πραγματογνώμονας Δ. Ζ. μόνο εν μέρει διαφωτίζει την υπόθεση και συγκεκριμένα μόνο ως προς την ακριβή θέση και την έκταση του "σοχώρου" που περιγράφεται στο .../1860 συμβόλαιο και το οποίο στο προαναφερόμενο σχεδιάγραμμα του τοποθετεί στο κέντρο περίπου του επιδίκου και το οριοθετεί περιμετρικά με τα στοιχεία α-β-γ-δ-ε-ζ-η-θ-α.

Αντίθετα, κατά τα λοιπά ο πραγματογνώμονας αναλύοντας τους τίτλους της ενάγουσας, μολονότι δεν έχει τεθεί σ' αυτόν σχετικό ερώτημα και δεν εμπίπτει άλλωστε στο έργο του, γνωμοδοτεί ως εκ περισσού αναφορικά με το ιδιοκτησιακό καθεστώς του επιδίκου και πιθανολογεί ότι η έκταση που περικλείεται στο "σόχωρο", την οποία προσδιορίζει σε 1.670,79 τ.μ., αποκτήθηκε από την ενάγουσα με παράγωγο τρόπο, ενώ η υπόλοιπη έκταση των 44.212,92 τ.μ.

αποκτήθηκε απ' αυτήν και από τους δικαιοπαρόχους της με έκτακτη αλλά και με τακτική χρησικτησία, την οποία τακτική χρησικτησία η ενάγουσα επικαλέστηκε για πρώτη φορά με τις προτάσεις που υπέβαλε στο Δικαστήριο τούτο. Κατά το μέρος ωστόσο αυτό η έκθεση του δεν κρίνεται καθόλου πειστική, διότι στηρίζεται σε εσφαλμένες παραδοχές ή σε στοιχεία που θεωρούνται απ' αυτόν ως δεδομένα, ενώ είναι ζητούμενα.

Έτσι, κατ' αρχήν, όπως από το όλο περιεχόμενο της έκθεσης του συνάγεται, η οριοθέτηση του επιδίκου και η τοποθέτηση του στην ευρύτερη περιοχή του ακρωτηρίου Τράχηλο δεν έγινε απ' αυτόν ύστερα από εφαρμογή στο έδαφος των πρόσφατων τίτλων της ενάγουσας αλλά με τη χρησιμοποίηση σχεδιαγραμμάτων που είχαν μέχρι τότε εκπονηθεί από άλλους μηχανικούς και ιδίως του από Φεβρουαρίου 2004 διαγράμματος του Γ.

Σ., το οποίο είχε εκπονηθεί για να χρησιμοποιηθεί στη χάραξη του αιγιαλού και της παραλίας στη συγκεκριμένη περιοχή και αφού προηγουμένως είχε υποδείξει σ' αυτόν (πραγματογνώμονα) τα όρια του επιδίκου ο σύζυγος της άμεσης δικαιοπαρόχου της ενάγουσας. Εξάλλου, αναλύοντας και σχολιάζοντας αυτός στη συνέχεια τους τίτλους της ενάγουσας, καταλήγει σε επιμέρους συμπεράσματα, που εναρμονίζονται με τις απόψεις της ενάγουσας, τις οποίες μάλιστα ενίοτε υπερβαίνουν, υποστηρίζοντας συγκεκριμένα εξαρχής και επαναλαμβάνοντας συνεχώς το επιχείρημα της τελευταίας ότι το επίδικο είναι μεγαλύτερο από το περιγραφόμενο στους πρώτους τίτλους ακίνητο, διότι "...σύμφωνα με τη σχετική νομολογία...

η καθ' όρια καθοριζόμενη μείζων έκταση υπερισχύει της κατά μέτρα τοιαύτης θεωρούμενης ως τυχαίας". Πιο συγκεκριμένα, με βάση την παραδοχή αυτή, για την οποία γίνεται λόγος και πιο κάτω, αφού τοποθετεί κατά το δοκούν τα όρια που αναφέρονται σε κάθε ένα από τους τρεις πρώτους τίτλους της ενάγουσας, καταλήγει για τον καθένα απ' αυτούς στο συμπέρασμα, ότι στα αναφερόμενα εκεί όρια περικλείεται έκταση μεγαλύτερη των 1.672 τ.μ.

και αποφαίνεται περαιτέρω ότι οι απώτεροι δικαιοπάροχοι της ενάγουσας είχαν αρχίσει να επεκτείνουν το "σόχωρο" και να διακατέχουν την επιπλέον έκταση πριν από το έτος 1860, πριν δηλαδή από την κατάρτιση του .../1860 διανεμητηρίου συμβολαίου και πριν από το χρόνο που η ενάγουσα τοποθέτησε την έναρξη της διακατοχής του επιδίκου από τους δικαιοπαρόχους της.

Την προαναφερόμενη ωστόσο παραδοχή αλυσιτελώς επικαλούνται η ενάγουσα και ο πραγματογνώμονας στην προκείμενη υπόθεση, αφού α) όπως εκτέθηκε στην προηγούμενη σκέψη, μετά την ενσωμάτωση των Ιονίων Νήσων με την Ελλάδα δεν εισήχθη στα νησιά αυτά το εφαρμοζόμενο τότε στην υπόλοιπη Ελλάδα ΒΡΔ, το οποίο περιείχε σχετικό ερμηνευτικό κανόνα αλλά συνέχισε να ισχύει ο Ιόνιος Α.Κ., β) ο εν λόγω ερμηνευτικός κανόνας δεν επαναλήφθηκε στον Α.Κ., υπό το προϊσχύσαν δε του Α.Κ.

δίκαιο εφαρμοζόταν σε περίπτωση πωλήσεως και εφόσον διαπιστωνόταν ότι υπάρχει στο οικείο πωλητήριο διαφορά μεταξύ του κατά μέτρα και κατά όρια προσδιορισμού της έκτασης του πωλούμενου ακινήτου και γ) στην κρινόμενη υπόθεση δεν διαπιστώθηκε διαφορά μεταξύ της έκτασης του "σοχώρου" που αναγράφεται στον πρώτο από τους τίτλους της ενάγουσας και των ορίων του, αλλ' αντίθετα συνομολογήθηκε ότι η αναγραφόμενη στον τίτλο αυτόν έκταση ήταν η πραγματική, ενώ στον αμέσως επόμενο τίτλο της δεν αναφέρεται αριθμητικά ή ολογράφως η έκταση του ιδίου ακινήτου, ώστε να ανακύπτει ζήτημα τέτοιας διαφοράς.

Ας σημειωθεί επίσης ότι ο πραγματογνώμονας, αν και παραδέχεται ότι δεν έχει τέτοια αρμοδιότητα, σχολιάζει, κρίνει και αντικρούει τις προτάσεις και τους ισχυρισμούς του εναγομένου, συνάγει από τις προτάσεις του ομολογίες που -κατά την άποψη του- ωφελούν την ενάγουσα, αποφαίνεται περαιτέρω ότι το εναγόμενο δεν νεμήθηκε ποτέ το επίδικο και δεν προέβη σε καμιά ενέργεια, η οποία "να περιορίσει την επεκτατική τάση και τακτική" της ενάγουσας και των δικαιοπαρόχων της και υποστηρίζει επιπλέον ότι οι τίτλοι της ενάγουσας "αποδεικνύουν" συνεχή και αδιάλειπτη νομή του επιδίκου από τους απώτατους και απώτερους δικαιοπαρόχους της κατά το διάστημα από το 1866 μέχρι το 2001.

Με τα δεδομένα αυτά, όπως είναι πρόδηλο, το τελικό του συμπέρασμα, ότι δηλαδή "πιθανολογείται τα μάλα" πως το επίδικο εμπίπτει εν όλω στους τίτλους της ενάγουσας και των δικαιοπαρόχων της δεν μπορεί να αποτελέσει έρεισμα δικαστικής απόφασης ως προς την ταυτότητα του επιδίκου, δεδομένου μάλιστα ότι το συμπέρασμα αυτό συνδέει και συναρτά αμέσως μετά με την κρίση ότι το μεν "σόχωρο" η ενάγουσα απέκτησε με παράγωγο τρόπο, τη δε υπόλοιπη έκταση του επιδίκου με πρωτότυπο τρόπο.

Ενόψει όλων τούτων, εφόσον δεν αποδείχθηκε από την ενάγουσα, η οποία φέρει το σχετικό δικονομικό βάρος (άρθρο 338 § 1 ΚΠολΔ), ότι απέκτησε το επίδικο κατά το τμήμα του που υπερβαίνει τα 1.672 τ.μ. με παράγωγο τρόπο ή με έκτακτη χρησικτησία και δεδομένου ότι το εναγόμενο ουδόλως αμφισβήτησε αλλ' αντίθετα συνομολόγησε την κυριότητα της στο εδαφικό αυτό τμήμα των 1.672 τ.μ., η αγωγή είναι απορριπτέα στο σύνολο της ως αβάσιμη στην ουσία, αφού δεν δικαιολογείται έννομο συμφέρον της ενάγουσας προς αναγνώριση της κυριότητας της στο τμήμα αυτό του επιδίκου, όλοι δε οι αντίθετοι ισχυρισμοί της, που συγκροτούν τους λόγους της έφεσης είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.

Αφού δε η εκκαλουμένη απέρριψε την αγωγή για τους ίδιους λόγους αλλά με την αιτιολογία ότι η ενάγουσα έχει αποκτήσει την κυριότητα μεγαλύτερου τμήματος του επιδίκου, έκτασης τεσσάρων στρεμμάτων, και ότι δεν έχει αμφισβητηθεί από το εναγόμενο η κυριότητα της στο τμήμα αυτό, κατά το μέρος τούτο έσφαλε, όπως βάσιμα προβάλλεται από το εναγόμενο με τους δύο πρώτους λόγους της αντέφεσης.

Σημειώνεται δε ότι το εναγόμενο, μολονότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο απέρριψε την αγωγή, έχει έννομο συμφέρον προς άσκηση της αντέφεσης κατά της εκκαλουμένης ως προς την ως άνω δυσμενή γι' αυτό αιτιολογία της, διότι η αιτιολογία αυτή έχει προσόν διατακτικού και δημιουργεί δυσμενές για το ίδιο δεδικασμένο, δεδομένου ότι, σύμφωνα με το άρθρο 84 παρ.1-2 ν.1416/1984, όλες οι εκτάσεις των Κυθήρων και των Αντικυθήρων που δεν ανήκουν σε ιδιώτες ή βάσει νόμιμων τίτλων κτήσης κυριότητας στο Δημόσιο, περιλαμβάνονται στη διακοινοτική περιουσία των ΟΤΑ των νησιών αυτών, η διακοινοτική περιουσία των ΟΤΑ των νησιών αυτών, η διαχείριση της οποίας έχει ανατεθεί στο εναγόμενο".

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε την έφεση της ενάγουσας (ήδη αναιρεσείουσας) κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου κατά το μέρος αυτής που αφορά στην απόρριψη της κύριας αγωγής για το μεγαλύτερο της έκτασης των τεσσάρων (4) στρεμμάτων τμήμα του επιδίκου, ενώ δέχτηκε την αντέφεση του εναγομένου (ήδη πρώτου αναιρεσιβλήτου) και αντικατέστησε ως άνω τις αιτιολογίες της πρωτόβαθμης απόφασης.

Έτσι που έκρινε, σωστά τις ουσιαστικού δικαίου ως άνω διατάξεις του Ιόνιου Αστικού Κώδικα και του Αστικού Κώδικα ερμήνευσε και εφάρμοσε, ενώ περιέλαβε πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς τη μη απόκτηση από την αναιρεσείουσα παραγώγως έκτασης μεγαλύτερης των 1672 τ.μ. και τη μη άσκηση νομής στη μεγαλύτερη αυτή έκταση από μέρους αυτής-αναιρεσείουσας-και των δικαιοπαρόχων της κατά το χρονικό διάστημα από το έτος 1860 έως την άσκηση της αγωγής και της μη απόκτησης έτσι από αυτήν κυριότητας (και) στην έκταση αυτή με έκτακτη χρησικτησία, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εφαρμογή των ως άνω ουσιαστικών διατάξεων που αναφέρθηκαν.

Ειδικότερα, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα και αναφορικά με τις επί μέρους αιτιάσεις της αναιρεσείουσας το Εφετείο με σαφήνεια δέχτηκε, ότι η αναιρεσείουσα και οι δικαιοπάροχοί της με την περιγραφή στους ως άνω τίτλους (.../1975 δωρητήριο συμβόλαιο και επόμενους τίτλους) μεγαλύτερης έκτασης των 1672 τ.μ., τις εμβαδομετρήσεις προς σύνταξη του από Οκτωβρίου 1986 τοπογραφικού διαγράμματος του πολιτικού μηχανικού Χ.

Ζ. και την επισύναψή του στους επόμενους -του δωρητηρίου ως άνω συμβολαίου- τίτλους (με τις οποίες ενέργειές τους-όπως με σαφήνεια επίσης δέχτηκε το Εφετείο-προσπάθησαν να επεκτείνουν την έκταση των 1672 τ.μ.) δεν απέκτησαν νομή επί της μεγαλύτερης ως άνω έκτασης.

Συνεπώς, οι λόγοι αναίρεσης, πρώτος του κύριου δικογράφου, από τον αριθμό 1, δεύτερος των προσθέτων, από τον αριθμό 19 και τρίτος των προσθέτων, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους, υπό τις αντίστοιχες αιτιάσεις, υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Οι περιλαμβανόμενες στους λόγους αναίρεσης, πρώτο του κύριου δικογράφου και δεύτερο των προσθέτων, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, αντίστοιχα, αιτιάσεις ότι το Εφετείο α)δεν εξηγεί για ποιο λόγο οι δικαιοπάροχοι της αναιρεσείουσας δεν ασκούσαν πράξεις νομής κατά το χρονικό διάστημα από το έτος 1860 έως την άσκηση της αγωγής (πέραν της έκτασης των 1672 τ.μ.) και στην υπόλοιπη επίδικη έκταση και β)ότι με βάση τα γενόμενα ανωτέρω περιστατικά θα έπρεπε να είχε δεχθεί ότι "ήδη από το έτος 1975 οι δικαιοπάροχοι (της αναιρεσείουσας και στη συνέχεια και η ίδια) είχαν τη νομή επί τουλάχιστον 4 στρεμμάτων, δηλ. για διάστημα άνω της 20ετίας", πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι, διότι, υπό την επίκληση των παραπάνω πλημμελειών, πλήττεται στην πραγματικότητα η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, κατά το άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ.

ΙΙ. Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11 περ.γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κατά τον οποίο επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, ελέγχεται ουσιαστικά αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι προς απόδειξη των ισχυρισμών τους.

Προς τούτο αρκεί η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κ.λπ.), που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο, χωρίς την ανάγκη ειδικής μνείας και αξιολόγησης εκάστου και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη. Στην προκειμένη περίπτωση, με τους δεύτερο, τρίτο, τέταρτο, πέμπτο και έκτο λόγους αναίρεσης του κύριου δικογράφου η αναιρεσείουσα μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλειες από τον αριθμό 11 περ.γ'του άρθρου 559 ΚΠολΔ, γιατί το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στη δικανική του κρίση περί της απόρριψης της αγωγής ως κατ' ουσίαν αβάσιμης, δεν έλαβε υπόψη και δεν συνεκτίμησε με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα και τα, ειδικότερα, μνημονευόμενα σ' αυτή έγγραφα, τα οποία επικαλέστηκε και προσκόμισε με τις προτάσεις της της συζήτησης μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση προς απόδειξη ουσιωδών αγωγικών ισχυρισμών της, δηλαδή: 1)Την από 18-4-2006 τεχνική έκθεση του τοπογράφου μηχανικού Γ.

Σ., ο οποίος, όπως το ίδιο το αντίδικο Ν.Π.Δ.Δ. δέχεται με τις από 18.11.2009 προτάσεις του στο Εφετείο, "προσδιορίζει την ουσιαστική ιδιοκτησία (εννοεί της ενάγουσας), ως εμπεριεχομένη εντός μεγαλύτερης έκτασης, την περίμετρο της οποία ορίζει, με πιθανότερη εκείνη των 5 περίπου στρεμμάτων, τούτο όμως το πράττει με ανάλυση των αεροφωτογραφιών του έτους 1945, οπότε και είχε επισυμβεί η επέμβαση των Γερμανών στην περιοχή.

Δηλαδή, ο τεχνικός αυτός σύμβουλος της εναγομένης στηριζόμενος εις τα ως άνω όρια που αναφέρονται εις τον απώτατον ως άνω τίτλον του 1860 και επικαλούμενος τις αεροφωτογραφίες του έτους 1945, τις οποίες και ανέλυσε, αποφάνθηκε ότι ο εν λόγω τίτλος του 1860 εμπεριέχει έκταση πέντε (5) περίπου στρεμμάτων, όχι πάντως έκταση μόνο 1670 τ.μ. (δεύτερος λόγος). 2)Το 189/2006 Βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Πειραιώς, από το οποίο προκύπτει, ότι ο πρώην Πρόεδρος του αντίδικου Ν.Π.Δ.Δ., Κ.

Μ., υπό την ιδιότητα του τότε Προέδρου του, κατέθεσε ότι μετά από επιτόπια έρευνα "κατά τη γνώμη και άποψή του", "ίχνη νομής και καλλιέργειας διαπιστώνονται επί εκτάσεως 10 περίπου στρεμμάτων της επίδικης εκτάσεως και συνεπώς η ελαχίστη έκταση που διεκδικείται από τον εναγόμενο είναι περίπου 35 στρέμματα" (τρίτος λόγος). 3)Την 164/24.2.1987 βεβαίωση της Κοινότητας Κυθήρων, η οποία συντάχθηκε για τις ανάγκες σύνταξης του ως άνω .../25.8.1987 διανεμητήριου συμβολαίου, το οποίο αναφέρει ως έκταση του επιδίκου την ως άνω αναφερόμενη των 45.585 τ.μ. (τέταρτος λόγος). 4)Επικυρωμένο αντίγραφο του Χάρτη Γεωγραφικής Υπηρεσίας Στρατού (αριθ.

φύλλου 83316), όπου περιγράφεται η ευρύτερη περιοχή του επιδίκου, ιδιοκτησίας των κληρονόμων του Κ. Ν.Μ., ήτοι των απώτερων δικαιοπαρόχων της αναιρεσείουσας, με την ονομασία "Μαζαράκι" (πέμπτος λόγος). Και 5)την από 13.12.2004 με αριθμό 28/2004 απόφαση της Δευτεροβάθμιας Επιτροπής Επίλυσης Δασικών Αμφισβητήσεων Πειραιώς, η οποία εκδόθηκε κατόπιν της από 7.2.2001 αίτησης της αναιρεσείουσας προς το Δασαρχείο Πειραιώς, με την οποία αναγνωρίστηκε και ορίσθηκε, ότι τμήμα του επιδίκου, επιφάνειας 17.043 τ.μ.χαρακτηρίζεται ως μη δασικό-αγροτικό, καλλιεργούμενο της παρ.6α του άρθρου 3 ν. 998/1979, το δε υπόλοιπο τμήμα 28.348 τ.μ.

χαρακτηρίζεται ως μη δασική χορτολιβαδική της παρ.6β του αυτού ως άνω άρθρου 3 του ν.998/1979 (έκτος λόγος). Οι ερευνώμενοι αυτοί αναιρετικοί λόγοι πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι, αφού, από την υπάρχουσα στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαίωση, κατά την οποία τα περιστατικά που έγιναν δεκτά από το πιο πάνω Δικαστήριο ως αποδεικνυόμενα αναφορικά με τους ισχυρισμούς των διαδίκων αποδείχθηκαν, μεταξύ άλλων και "απ'όλα ανεξαιρέτως τα προσκομιζόμενα με επίκληση έγγραφα, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται η από 10-4-2009 τεχνική έκθεση του τοπογράφου μηχανικού Γ.

Σ., τεχνικού συμβούλου του εναγομένου, και η από Νοεμβρίου 2009 όμοια του τοπογράφου μηχανικού Σ.Δ., τεχνικού συμβούλου της ενάγουσας, οι οποίες, όπως και η έκθεση πραγματογνωμοσύνης, εκτιμώνται ελεύθερα", σε συνδυασμό και με το γεγονός ότι στο αιτιολογικό της απόφασης δεν υπάρχει κανένα απολύτως στοιχείο από το οποίο να μπορεί να δημιουργηθεί αμφιβολία για το αν το Εφετείο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα και τα παραπάνω έγγραφα ενόψει μάλιστα των παραδοχών του, α)ότι στο ".../1860 διανεμητήριο συμβόλαιο...τίτλο κτήσεως του απώτατου δικαιοπαρόχου της ενάγουσας Μ.

Γ.Μ. ... ορίζεται ότι το ακίνητο για το οποίο γίνεται λόγος έχει έκταση 2000 υαρδών (1672 τ.μ.) και περιγράφεται ως "ένα σόχωρον εις τον Τράχηλα πλησίον του δημοσίου βουνού γύρωθεν με σπηλιά απέξω ..."... εμφαίνεται (δε) στο με αριθμό 1 από Οκτωβρίου 2008 τοπογραφικό διάγραμμα του πραγματογνώμονα Δ.Ζ. με τα στοιχεία α-β-γ-δ-ε-ζ-η-θ-α".

β)Ότι "σόχωρο" ή "σοχώρα" ονομάζεται στα Κύθηρα ο αγρός που είναι περίκλειστος συνήθως με ξηρολιθιά ή με φυσικά όρια, όπως βράχια, πρανή κλπ.". γ)Ότι "ο χαρακτηρισμός αυτός χρησιμοποιείται και στους δύο ως άνω πιο παλαιούς τίτλους της ενάγουσας (.../1860 και .../1905), γεγονός που υποδηλώνει ότι το υπόψη ακινήτο και το 1905 εξακολουθούσε να είναι περίκλειστο με ξηρολιθιά (μεγάλο τμήμα της οποίας υπάρχει μέχρι σήμερα..)".

δ)Ότι "στο .../1975 δωρητήριο συμβόλαιο, το περιγραφόμενο εκεί ακίνητο φέρεται να έχει έκταση περίπου τεσσάρων στρεμμάτων, από τα οποία τα δύο είναι καλλιεργήσιμα και τα άλλα δύο εντελώς άγονα ...". ε)Ότι "οι δικαιοπάροχοι της ενάγουσας διακατείχαν ειρηνικά, δημόσια, αναμφίβολα και με διάνοια κυρίου διαδοχικά από το 1860 συνεχώς και αδιαλείπτως μόνο το προπεριγραφόμενο "σόχωρο" των 1672 τ.μ.

και ασκούσαν σ' αυτό διακατοχικές πράξεις ...". στ)Ότι "τις διακατοχικές αυτές πράξεις ασκούσαν μέχρι τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο και την κατάληψη των Κυθήρων από τους Γερμανούς, οι οποίοι κατά τη διάρκεια του Πολέμου ... χρησιμοποιούσαν την περιοχή ως οχυρό και παρατηρητήριο λόγω της στρατηγικής της σημασίας".

ζ)Ότι "μετά τη λήξη του Πολέμου ... δεν μπορούσε κανείς να πλησιάσει την υπόψη περιοχή και να εκμεταλλευτεί με οποιονδήποτε τρόπο το επίδικο, διότι είχαν απομείνει στην ευρύτερη περιοχή διάσπαρτα βλήμματα και νάρκες, που δεν είχαν εκραγεί". η)Ότι "το επίδικο, συμπεριλαμβανομένου του "σοχώρου", παρέμεινε έκτοτε χέρσο και ακαλλιέργητο, στην κατάσταση δε αυτή εξακολούθησε να βρίσκεται έως το 1998, οπότε στην περιοχή ξέσπασε πυρκαϊά από άγνωστη αιτία, η οποία είχε ως συνέπεια να εκραγούν και καταστραφούν τα ως άνω πυρομαχικά" και θ)Ότι "και μετά την πυρκαϊα η δικαιοπάροχος της ενάγουσας Χ.

Ρ. δεν άσκησε στο επίδικο κάποια διακατοχική πράξη ... και δεν το καλλιέργησε, διότι τόσο η ίδια όσο και η οικογένειά της δεν ασχολούνταν με γεωργικές εργασίες", δεν καταλείπεται καμιά αμφιβολία, ότι το εν λόγω Δικαστήριο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, ως προς τους κρίσιμους ισχυρισμούς των διαδίκων, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε και τα έγγραφα αυτά, χωρίς να είναι υποχρεωμένο να κάνει ειδική μνεία ή χωριστή αξιολόγηση του καθενός.

Οι περιλαμβανόμενες στους λόγους αναίρεσης δεύτερο και τρίτο του κύριου δικογράφου αιτιάσεις, επίσης από τον αριθμό 11 περ.γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη δικαστικές ομολογίες του εναγόμενου Ν.Π.Δ.Δ. (ήδη πρώτου αναιρεσιβλήτου) περί του ότι "ο τίτλος του 1860 εμπεριέχει έκταση πέντε (5) στρεμμάτων", όπως δηλαδή αποφάνθηκε ο προαναφερόμενος τοπογράφος μηχανικός Γ.

Σ. στην από 18.4.2006 έκθεσή του, η οποία συντάχθηκε κατόπιν δικής του εντολής και με επιμέλειά του, και περί του ότι "ίχνη νομής και καλλιέργειας διαπιστώνονται επί εκτάσεως 10 περίπου στρεμμάτων της επίδικης εκτάσεως και συνεπώς η ελαχίστη έκταση που διεκδικείται από το εναγόμενο είναι περίπου 35 στρέμματα", όπως δηλαδή κατέθεσε ως άνω ο πρώην Πρόεδρος του Κ.

Μ., πρέπει, ως ερειδόμενες σε εσφαλμένη προϋπόθεση, δεδομένου ότι από τις προτάσεις του εναγομένου δεν προκύπτουν οι ως άνω ομολογίες, δηλαδή ότι αυτό αποδέχτηκε τα προεκτεθέντα και μάλιστα με τρόπο σαφή και ορισμένο, αλλά απεναντίας ότι αυτό υποστήριξε τα όσα, εντέλει, αποδέχτηκε και η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, να απορριφθούν και αυτές ως αβάσιμες.

ΙΙΙ. Κατά το άρθρο 518 παρ.1 ΚΠολΔ η προθεσμία της έφεσης είναι τριάντα ημέρες αν εκείνος που δικαιούται να την ασκήσει διαμένει στην Ελλάδα. Αν διαμένει στο εξωτερικό ή η διαμονή του είναι άγνωστη, είναι εξήντα ημέρες. Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 523 παρ.1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι ο εφεσίβλητος μπορεί, και αφού περάσει η προθεσμία της έφεσης, να ασκήσει αντέφεση, εφόσον όμως αναφέρεται στα εκκληθέντα με την έφεση και όσα αναγκαίως συνέχονται με αυτά κεφάλαια της εκκαλουμένης.

Ως κεφάλαια που αναγκαίως συνέχονται με εκείνα που έχουν εκκληθεί, θεωρούνται όσα αφορούν προδικαστικά της κύριας απαίτησης ζητήματα ή κατ' άλλη διατύπωση παρεπόμενα ή παρακολουθήματα της κύριας απαίτησης ή προέρχονται από την αυτή ιστορική και νομική αιτία κατά την εξέλιξη της ίδιας έννομης σχέσης.

Επομένως, ο πρώτος των προσθέτων λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτη την αντέφεση του εναγόμενου (ήδη αναιρεσίβλητου) ΝΠΔΔ, ως αναφερόμενη σε κεφάλαιο της εκκαλούμενης (πρωτοβάθμιας) απόφασης που δεν είχε εκκληθεί με την έφεση και συγκεκριμένα, διότι, ενώ με την έφεση της ήδη αναιρεσείουσας είχε εκκληθεί η εκκαλούμενη απόφαση, κατά το μέρος της που απορρίφτηκε η αναγνωριστική της κυριότητας του επίδικου ακινήτου αγωγή της και ειδικότερα διότι "η εκκαλούμενη απόφαση εσφαλμένα και αβάσιμα δέχτηκε ότι αυτή (ήδη αναιρεσείουσα) απέκτησε μόνο τέσσερα (4) στρέμματα εκ του συνόλου των σαράντα πέντε στρεμμάτων και πεντακοσίων ογδόντα πέντε τετραγωνικών μέτρων και πενήντα εκατοστών (45.585,50", με την αντέφεση του εναγόμενου (ήδη αναιρεσίβλητου) Ν.Π.Δ.Δ., που ασκήθηκε στις 5.3.2007 εκπροθέσμως (δεδομένου ότι η εκκαλούμενη απόφαση κοινοποιήθηκε με παραγγελία του στην αναιρεσείουσα στις 8.11.2006, αφότου άρχισε να τρέχει και εναντίον του η προθεσμία της έφεσης σύμφωνα με το άρθρο 144 παρ.1 ΚΠολΔ) είχε εκκληθεί η εκκαλουμένη για την απόρριψη της αγωγής, με τη δυσμενή για το αναιρεσίβλητο ΝΠΔΔ αιτιολογία, η οποία έχει προσόντα διατακτικού και δημιουργεί δυσμενές για το ίδιο δεδικασμένο, ότι η ενάγουσα (ήδη αναιρεσείουσα) έχει αποκτήσει έκταση τεσσάρων στρεμμάτων (δηλαδή μεγαλύτερη του ως άνω τμήματος των 1672 τ.μ.) και ότι δεν έχει αμφισβητηθεί από αυτό η κυριότητά της στο τμήμα αυτό, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι υπό τα προεκτιθέμενα δεδομένα, δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αφού τόσο η έφεση όσο και η αντέφεση αναφέρονται στο ίδιο κεφάλαιο (στο αίτημα δηλαδή της ήδη αναιρεσείουσας για αναγνώριση της κυριότητάς της στο επίδικο) και πάντως τα αιτήματά και των δύο (έφεσης και αντέφεσης) ως άνω διατυπούμενα, προέρχονται από την ίδια ιστορική και νομική αιτία.

IV. Η καταψήφιση στη δικαστική δαπάνη του διαδίκου που νικήθηκε δεν έχει ανάγκη ειδικής αιτιολογίας και είναι συνέπεια της αρχής της ήττας (άρθρο 176 ΚΠολΔ), ενώ ο συμψηφισμός εν όλω ή εν μέρει της δικαστικής δαπάνης όταν η ερμηνεία του κανόνα δικαίου που εφαρμόσθηκε ήταν ιδιαίτερα δυσχερής κατ' άρθρο 179 ΚΠολΔ απόκειται στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου που δεν ελέγχεται αναιρετικά. Επομένως, ο έβδομος, κατά το πρώτο μέρος του, λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα αιτιάται την προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ.1 και 19 του ΚΠολΔ, γιατί το Εφετείο, αν και η ερμηνεία των διατάξεων που εφαρμόσθηκαν στην προκειμένη περίπτωση ήταν ιδιαίτερα δυσχερής, δεν εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 179 ΚΠολΔ και δεν συμψήφισε τα δικαστικά έξοδα, χωρίς και να αιτιολογεί για ποιο λόγο η ερμηνεία των εν λόγω διατάξεων δεν ήταν ιδιαίτερα δυσχερής, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος.

V. Κατά το άρθρο 559 αρ.9 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ) το αναιρεσίβλητο Ν.Π.Δ.Δ., με τις προτάσεις του στον πρώτο βαθμό, είχε ζητήσει την επιδίκαση δικαστικής δαπάνης, οριζόμενης σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 169 Κωδ.Δικηγόρων σε 12270 ευρώ για τον καθένα από τους δύο πληρεξούσιους δικηγόρους (δηλ.

τον Πέτρο Κασιμάτη και τον Δημήτριο Λουράντο) αντίστοιχα. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο επιδίκασε για δικαστική δαπάνη μόνο 6000 ευρώ και το αναιρεσίβλητο ΝΠΔΔ με την αντέφεσή του παραπονέθηκε και για τη διάταξη αυτή του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και ζήτησε να του επιδικαστεί για δικαστική δαπάνη του πρώτου βαθμού αυτή που κατά τα άνω είχε ζητήσει με τις προτάσεις του στο πρώτο βαθμό (δηλαδή 12270 Χ 2 =24540 ευρώ).

Έτσι, το Εφετείο, με το να κάνει δεκτό τον τρίτο λόγο της αντέφεσης και να ορίσει τη δικαστική δαπάνη του πρώτου βαθμού σε 12.271 ευρώ και να καταδικάσει εν τέλει την ενάγουσα (αναιρεσείουσα) στη δικαστική δαπάνη του εναγομένου (αναιρεσίβλητου ΝΠΔΔ) και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, την οποία και όρισε σε 30.000 ευρώ, δεν επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε και συνεπώς ο έβδομος, κατά το δεύτερο μέρος του, λόγος της αναίρεσης, από τον αριθμό 9 περ.β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα και ειδικότερα ότι το εναγόμενο με τις προτάσεις του στο Εφετείο ζήτησε για δικαστική δαπάνη μόνο το ποσό των 6135 ευρώ, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

VI. Από το άρθρο 550 εδ.α'ΑΚ, σύμφωνα με το οποίο "αν ο πωλητής ακινήτου διαβεβαίωσε τον αγοραστή ότι το ακίνητο έχει ορισμένη έκταση, ευθύνεται όπως και για συνομολογημένη ιδιότητα", σε συνδυασμό με τα άρθρα 535 και 543 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει, ότι η, κατά τα άνω, διαβεβαίωση του πωλητή, παρέχει το δικαίωμα στον αγοραστή, στην περίπτωση που υπάρξει έλλειψη περί το εμβαδό του ακινήτου που πωλήθηκε, να απαιτήσει, το, εξαιτίας της έλλειψης της συνομολογηθείσας αυτής ιδιότητας, διαφέρον.

Κατά την έννοια του ως άνω άρθρου 550 εδ.α' ΑΚ, η δήλωση του πωλητή στο πωλητήριο συμβόλαιο ότι το πωλούμενο έχει έκταση ορισμένη κατ' αριθμόν τετραγωνικών μέτρων αποτελεί διαβεβαίωση αυτού προς τον αγοραστή περί ορισμένης έκτασης του ακινήτου. Επομένως, το Εφετείο, με το να απορρίψει, με την 685/2007 εν μέρει οριστική και εν μέρει παρεμπίπτουσα για απόδειξη, απόφασή του, ως αόριστη την παρεμπίπτουσα αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, με την οποία, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπησή της (άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ), ζήτησε αυτή να αναγνωριστεί ότι η εναγομένη και ήδη δεύτερη από τους αναιρεσιβλήτους, από την οποία αγόρασε το επίδικο το έτος 2001, οφείλει να της καταβάλει ως αποζημίωση για το μέρος του τιμήματος (των 214.746 ευρώ) που της έχει καταβάλει και για τις δαπάνες (των 70.020,25 ευρώ) που έκανε, συνολικά το ποσό των 284.766,95 ευρώ, στην περίπτωση που δεν τελεσφορήσει η κύρια αγωγή της και δεν αναγνωριστεί η κυριότητά της σε όλη την έκταση του επιδίκου, ως ευθυνόμενη στην περίπτωση αυτή για έλλειψη συνομολογηθείσας ιδιότητας, αφού προφανώς γνώριζε τη μη ύπαρξη στο πρόσωπό της της κυριότητας ολόκληρου του πωληθέντος σ' αυτήν επίδικου ακινήτου, για το οποίο δήλωσε στο πωλητήριο -ως άνω- συμβόλαιο ότι έχει έκταση 45.585 τ.μ.

έσφαλε, κατά το βάσιμο όγδοο λόγο της αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθ.14 ΚΠολΔ, αφού, σύμφωνα με τα παραπάνω, η παρεμπίπτουσα αυτή αγωγή, με την οποία επιδιώκεται αποζημίωση με βάση τις διατάξεις που προεκτέθηκαν, είναι επαρκούς ορισμένη και γι' αυτό ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι βάσιμος και πρέπει ως τέτοιος να γίνει δεκτός.

VII. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω πρέπει η προσβαλλόμενη προεκδοθείσα, ως άνω-685/2007-απόφαση να αναιρεθεί ως προς τη δεύτερη αναιρεσίβλητη και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την προσβαλλόμενη απόφαση (άρθρο 580 παρ.3 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την 31-5-2010 αίτηση και τους από 8-8-2011 πρόσθετους λόγους της εταιρίας με την επωνυμία "ΟΥΜΠΑΡΑ ΛΙΜΙΤΕΔ" ("UMBARA LIMITED"), πρώην "INTERNATION METALΙ COMPANY" για αναίρεση της 107/2010 απόφασης του Εφετείου Πειραιώς, ως προς το πρώτο αναιρεσίβλητο Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΕΓΧΩΡΙΟΥ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΣ ΚΥΘΗΡΩΝ ΚΑΙ ΑΝΤΙΚΥΘΗΡΩΝ".

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του πρώτου αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

Αναιρεί την 685/2007 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς, ως προς τη δεύτερη αναιρεσίβλητη Χ. συζ. Λ. Ρ..

Καταδικάζει τη δεύτερη αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε τρεις χιλιάδες πεντακόσια (3.500) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 7 Δεκεμβρίου 2011.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 7 Μαρτίου 2012.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ