390/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Κομνηνάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated390/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): ΙΙΙ.- Όπως προκύπτει από το συνδυασμό των άρθρων 277 §§ 1 και 3, 279 και 283 του ισχύοντος Δημοτικού και Κοινοτικού Κώδικα (Π.Δ. 410/1995), οι δήμοι μπορούν να συστήνουν δημοτικές επιχειρήσεις, με απόφαση του δημοτικού συμβουλίου τους, που λαμβάνεται με απόλυτη πλειοψηφία του συνόλου των μελών του και με πράξη του Γενικού Γραμματέα Περιφερείας που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 390 / 2011 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 390/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Κομνηνάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Φεβρουαρίου 2011, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Α. Κ. του Δ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θεόδωρο Χουλιάρα.
Της αναιρεσίβλητης: Δημοτικής Επιχείρησης Λουτρών Αγ. Παρασκευής (Δ.Ε.Λ.Α.Π.) Χαλκιδικής, που εδρεύει στο Δήμο Παλλήνης Χαλκιδικής και εκπροσωπείται νόμιμα. Δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-11-2006 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 29650/2007 του ίδιου Δικαστηρίου και 2243/2008 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 10-3-2010 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η αναιρεσείουσα όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Παναγιώτης Κομνηνάκης διάβασε την από 1-2-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, κατά το από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ μέρος του και να απορριφθούν οι υπόλοιποι λόγοι αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι.- Από την επικαλούμενη και προσκομιζόμενη από την αναιρεσείουσα υπ' αριθ. 4682Β'/10-6-2010 έκθεση επιδόσεως του αρμόδιου στο Πρωτοδικείο Χαλκιδικής δικαστικού επιμελητή Αγγέλου Παπαγεωργίου προκύπτει ότι, με επιμέλεια της αναιρεσείουσας, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στην αναιρεσίβλητη ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως μαζί με την οικεία πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση για συζήτηση αυτής κάτω από το αντίγραφο του δικογράφου στη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας απόφασης. Επομένως, εφόσον η αναιρεσίβλητη δεν εμφανίσθηκε κατ' αυτήν, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε στη σειρά της από το οικείο πινάκιο, ούτε δικηγόρος της κατέθεσε δήλωση του άρθρου 242 § 2 ΚΠολΔ, πρέπει, κατά το άρθρο 576 § 2 ΚΠολΔ, να προχωρήσει η συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως παρά την απουσία αυτής.
ΙΙ.- Από το άρθρο 904 του ΑΚ, που ορίζει ότι όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια, προκύπτει ότι στοιχείο του πραγματικού κάθε απαιτήσεως αδικαιολόγητου πλουτισμού είναι, εκτός άλλων, και η ανυπαρξία ή η ελαττωματικότητα της αιτίας, βάσει της οποίας έγινε η περιουσιακή μετακίνηση και επήλθε ο πλουτισμός του λήπτη.
Αν λείπει το στοιχείο αυτό, δηλαδή αν η ως άνω αιτία δεν είναι ανύπαρκτη ή ελαττωματική, δεν στοιχειοθετείται απαίτηση από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, αφού η απαίτηση αυτή προϋποθέτει έλλειψη αξιώσεως από την αιτία. Στην περίπτωση αυτή, αν ασκηθεί αγωγή, με την οποία αναζητείται ευθέως από τον ενάγοντα ο πλουτισμός (ωφέλεια) του εναγομένου, εξαιτίας ακυρότητας συμβάσεως, για να είναι ορισμένη η αγωγή, θα πρέπει να αναφέρονται στο δικόγραφο αυτής, σύμφωνα με το άρθρο 216 § 1α του ΚΠολΔ, τα περιστατικά που συνεπάγονται την ακυρότητα της συμβάσεως και συνιστούν τον λόγο για τον οποίο η αιτία της εντεύθεν ωφέλειας του εργοδότη δεν είναι νόμιμη.
Αν όμως η βάση της αγωγής από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό σωρεύεται, κατά δικονομική επικουρικότητα (άρθρ. 219 ΚΠολΔ), υπό την ενδοδιαδικαστική αίρεση της απορρίψεως της κύριας βάσεως αυτής από τη σύμβαση, αρκεί για την πληρότητα της πιο πάνω επικουρικής βάσεως να γίνεται απλή επίκληση της ακυρότητας της συμβάσεως, χωρίς να απαιτείται να αναφέρονται και οι λόγοι στους οποίους οφείλεται η ακυρότητα.
Και τούτο διότι στην τελευταία περίπτωση η επικουρική βάση της αγωγής θα εξετασθεί μόνο αν η στηριζόμενη σε έγκυρη σύμβαση κύρια βάση της αγωγής απορριφθεί μετά παραδοχή της ακυρότητας της συμβάσεως για συγκεκριμένο λόγο, ο οποίος, είτε κατ' αυτεπάγγελτη έρευνα, είτε κατ' ένσταση του εναγομένου εργοδότη, αποτέλεσε ήδη αντικείμενο της δίκης και πληρούται έτσι ο σκοπός της διατάξεως του άρθρου 216 του ΚΠολΔ, η οποία απαιτεί τη σαφή έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν την αγωγή.
Επομένως, στη δικονομικώς ενιαία εκδίκαση της επικουρικής βάσεως της αγωγής από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό δεν είναι αναγκαία η επίκληση από τον εναγόμενο του λόγου ακυρότητας της συμβάσεως που διαγνώστηκε ήδη δικαστικώς στην ίδια δίκη και είναι έτσι δεδομένος (ΟλΑΠ 23/2003). Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το δικόγραφο της ένδικης από 30-11-2006 αγωγής και δέχθηκε το Εφετείο, η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα ζήτησε να υποχρεωθεί η εναγομένη να καταβάλει το ποσό των 142.227 ευρώ κυρίως με βάση τις διατάξεις των άρθρων 361, 681 ΑΚ, 1 §§1, 2δ και 3, 80 § 1, 81, 83 §§ 1, 2 και 3, 87 § 1, 227 § 1 και 228 §§ 1 και 2 του ΠΔ 696/1974 "περί αμοιβών μηχανικών δια τη σύνταξη μελετών κ.λπ." και επικουρικά κατά τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό.
Το Εφετείο Θεσσαλονίκης έκρινε, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, την αγωγή κατά την επικουρική της βάση από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό απορριπτέα ως αόριστη, γιατί η ενάγουσα δεν ισχυρίζεται ότι λείπουν οι προϋποθέσεις ασκήσεως της αγωγής από την επικαλούμενη από την ενάγουσα σύμβαση έργου, ούτε γίνεται σ' αυτήν, έστω και απλή, επίκληση της ακυρότητας της συμβάσεως έργου.
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στη μείζονα σκέψη, δεν παρέλειψε, παρά το νόμο, να κηρύξει απαράδεκτη λόγω αοριστίας, την ως άνω επικουρική βάση της αγωγής και, συνεπώς, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, κατά το πρώτο μέρος του από το άρθρο 559 αρ. 14 του ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Περαιτέρω, με την ανωτέρω κρίση του, το Εφετείο, ως προς την ίδια επικουρική βάση της αγωγής, δεν παραβίασε τα άρθρα 6 και 13 ΕΣΔΑ (δικαίωμα για δίκαιη δίκη και προσφυγή του ατόμου στα δικαστήρια σε περίπτωση παραβίασης των δικαιωμάτων του), ούτε παραβίασε τις διατάξεις του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ που επιβάλλουν το σεβασμό της περιουσίας του προσώπου.
Τούτο δε γιατί από τις διατάξεις αυτές δεν αποκλείεται στον νομοθέτη να θέτει όρους και περιορισμούς, υπό τους οποίους ασκείται το κατοχυρούμενο από τις ανωτέρω διατάξεις δικαίωμα προς παροχή εννόμου προστασίας από τα δικαστήρια, αρκεί οι περιορισμοί αυτοί να μην περιστέλλουν τη δυνατότητα προσφυγής στα δικαστήρια κατά τέτοιο τρόπο ή σε τέτοιο βαθμό, ώστε το δικαίωμα αυτό να προσβάλλεται στον ίδιο τον πυρήνα του.
Επομένως, ο ίδιος (δεύτερος) λόγος αναιρέσεως, κατά το δεύτερο από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ μέρος του, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
ΙΙΙ.- Όπως προκύπτει από το συνδυασμό των άρθρων 277 §§ 1 και 3, 279 και 283 του ισχύοντος Δημοτικού και Κοινοτικού Κώδικα (Π.Δ. 410/1995), οι δήμοι μπορούν να συστήνουν δημοτικές επιχειρήσεις, με απόφαση του δημοτικού συμβουλίου τους, που λαμβάνεται με απόλυτη πλειοψηφία του συνόλου των μελών του και με πράξη του Γενικού Γραμματέα Περιφερείας που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.
Η τελευταία αυτή πράξη αποτελεί το καταστατικό της επιχείρησης και μπορεί να τροποποιηθεί με την ίδια διαδικασία. Αντιθέτως, η διοίκηση και η διαχείριση των υποθέσεων της δημοτικής επιχείρησης, η οποία έχει δική της νομική προσωπικότητα έναντι του Δήμου και απολαύει διοικητικής και οικονομικής αυτοτέλειας, ασκείται από το διοικητικό της συμβούλιο, το οποίο έχει αρμοδιότητα, μεταξύ άλλων, και για τη σύνταξη των αναγκαίων κανονισμών λειτουργίας της.
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρ. 61, 65, 67, 68 και 70 ΑΚ προκύπτει ότι το νομικό πρόσωπο δεσμεύεται από δικαιοπραξία που συνάπτει είτε το όργανο που το διοικεί, μέσα στα όρια της εξουσίας του κατά τους όρους της συστατικής πράξης ή του καταστατικού, είτε φυσικό πρόσωπο στο οποίο παρέσχε σχετική εξουσία το όργανο που διοικεί το νομικό πρόσωπο.
Εξάλλου, από το άρθρ. 238 ΑΚ με το οποίο ορίζεται ότι η συγκατάθεση που παρέχεται μετά την επιχείρηση της δικαιοπραξίας (έγκριση), εφόσον δεν ορίζεται ρητώς το αντίθετο, ανατρέχει στο χρόνο της δικαιοπραξίας, προκύπτει ότι η έγκριση, ως κατ' αρχή άτυπη δικαιοπραξία, μπορεί να είναι ρητή ή και σιωπηρή. Επί σιωπηρής όμως εγκρίσεως πρέπει τα περιστατικά που επικαλείται εκείνος που προβάλλει την έγκριση να μην αφήνουν καμιά αμφιβολία ότι η από αυτά συναγόμενη βούληση του άλλου επέχει την έγκριση της δικαιοπραξίας.
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 § 3 του Συντάγματος, ο λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης ιδρύεται, όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου στη συγκεκριμένη περίπτωση περί της συνδρομής των νόμιμων όρων και προϋποθέσεων της διάταξης που εφαρμόστηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, που αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε ανελέγκτως, μεταξύ άλλων, και τα ακόλουθα, που ενδιαφέρουν εδώ: Με την ενάγουσα ουδεμία σύμβαση κατάρτισε η εναγομένη και δη με περιεχόμενο την ανάθεση της εκπόνησης αρχιτεκτονικής προμελέτης, που να αφορά κατά το κύριο μέρος το κεντρικό κτίριο του υδροθεραπευτηρίου.
Συνεπώς, η αρχιτεκτονική προμελέτη - τεχνική έκθεση, που αυτή συνέταξε το Νοέμβριο του 1998 για την οποία ζητάει αμοιβή από την εναγομένη, ουδεμία σχέση έχει με τις ενέργειες της εναγομένης προς κατασκευή του υδροθεραπευτηρίου των Λουτρών Αγίας Παρασκευής. Δεν αποδείχθηκε ότι η Κ.Ε.Λ.Α.Π., στις υποχρεώσεις και στα δικαιώματα της οποίας υπεισήλθε η εναγομένη, ανέθεσε στην ενάγουσα με απόφαση του ΔΣ αυτής την εκπόνηση της αρχιτεκτονικής προμελέτης για την κατασκευή του άνω υδροθεραπευτηρίου.
Όμως αποδεικνύεται ότι η ενάγουσα συνέταξε αρχιτεκτονική προμελέτη, με ημερομηνία Νοέμβριος 1998, η οποία παραλείφθηκε προσωπικά από τον Πρόεδρο του ΔΣ της εναγομένης και υποβλήθηκε συμπληρωματικά με άλλα στοιχεία, με τη με αριθμό πρωτ. 663137/11-5-1999 αίτησή της στο Υπουργείο ΥΠΕΧΩΔΕ - ΕΟΤ, προς έκδοση της με αριθμό ΑΠ.
Οικ. 68657/28-6-1999 κοινής απόφασης ΥΠΕΧΩΔΕ - ΕΟΤ. Με την απόφαση αυτή αποφασίστηκε η έγκριση περιβαλλοντικών όρων για την κατασκευή (επέκταση) και λειτουργία υδροθεραπευτηρίου στα Λουτρά Αγίου Νικολάου (πρώην Κοινότητας Αγίας Παρασκευής) Δήμου Παλλήνης Κασσάνδρας του Νομού Χαλκιδικής. Για την έκδοση της απόφασης αυτής που ήταν αναγκαία πριν αρχίσει η υλοποίηση της κατασκευής του εν λόγω υδροθεραπευτηρίου, λήφθηκε υπόψη και η εκπονηθείσα από την ενάγουσα ανωτέρω προμελέτη, μετά του τεύχους φωτογραφιών, του προϋπολογισμού του έργου και του τοπογραφικού διαγράμματος, που συνόδευαν την εν λόγω προμελέτη.
Την αρχιτεκτονική αυτή προμελέτη δεν εκπόνησε η ενάγουσα εξ ιδίας πρωτοβουλίας αλλά ύστερα από προφορική εντολή του Προέδρου της Κοινότητας Αγίας Παρασκευής Χ. Κ. και από 6 Ιουνίου 1998 και Προέδρου του Διοικητικού Συμβουλίου της Κ.Ε.Λ.Α.Π., ο οποίος όμως ενήργησε ατομικά και αυτοβούλως, δηλαδή χωρίς προηγουμένως να ληφθεί απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της Κ.Ε.Λ.Α.Π., με την οποία θα αποφασιζόταν η εκπόνηση αυτής της αρχιτεκτονικής προμελέτης, ώστε στη συνέχεια αυτός (Χ.
Κ.) ως νόμιμος εκπρόσωπος της άνω Κοινότητας ή της Κ.Ε.Λ.Α.Π. να αναθέσει στην ενάγουσα την εν λόγω προμελέτη. Και αυτό παρότι το Διοικητικό Συμβούλιο της Κ.Ε.Λ.Α.Π. γνώριζε εξ ιδίας αντιλήψεως, από την πρώτη εβδομάδα του μηνός Αυγούστου 1998, ότι η ενάγουσα είχε λάβει προφορική εντολή από τον Πρόεδρο της Κ.Ε.Λ.Α.Π.
να ασχοληθεί με την εκπόνηση της εν λόγω προμελέτης, όταν η ενάγουσα παρουσία αυτών (μελών ΔΣ της Κ.Ε.Λ.Α.Π.), του τότε Υφυπουργού Εθνικής Οικονομίας Χρήστου Πάχτα, του Περιφερειάρχη Κεντρικής Μακεδονίας Χαρ. Σοφιανού και του Νομάρχη Χαλκιδικής Β. Βασιλάκη και πλήθους κατοίκων της περιοχής, παρουσίασε και ανέπτυξε, στην Πλατεία των Λουτρών Αγίας Παρασκευής, τα τεχνικά χαρακτηριστικά του σχεδιαζόμενου να κατασκευαστεί υδροθεραπευτηρίου.
Επίσης, και ο Ι. Ρ. ενήργησε ατομικά και αυτοβούλως και όχι ως Πρόεδρος του ΔΣ της Δ.Ε.Λ.Α.Π., δηλαδή ως νόμιμος εκπρόσωπος της εναγομένης, όταν παρέλαβε από την ενάγουσα την προαναφερόμενη αρχιτεκτονική προμελέτη και την υπέβαλε στο ΥΠΕΧΩΔΕ - ΕΟΤ με την ανωτέρω αίτηση. Και ενήργησε αυτοβούλως διότι ουδεμία απόφαση είχε ληφθεί από το ΔΣ της Δ.Ε.Λ.Α.Π.
περί ανάθεσης στην ενάγουσα της εν λόγω αρχιτεκτονικής προμελέτης, ώστε σε εκτέλεση της σχετικής απόφασης που θα λαμβανόταν να ενεργήσει ως νόμιμος εκπρόσωπος της Δ.Ε.Λ.Α.Π., γι' αυτό άλλωστε και δεν επακολούθησε απόφαση του εν λόγω Δ.Σ. για την παραλαβή της προμελέτης αυτής. Κατά συνέπεια, αφού δεν αποδείχθηκε ότι ούτε η εναγομένη ούτε η Κ.Ε.Λ.Α.Π., στις υποχρεώσεις της οποίας υπεισήλθε η εναγομένη, ούτε η Κοινότητα Αγίας Παρασκευής που εκμεταλλευόταν τα εν λόγω λουτρά πριν από τη σύσταση και λειτουργία της Κ.Ε.Λ.Α.Π., συνήψαν με την ενάγουσα σύμβαση ανάθεσης στην τελευταία της προαναφερόμενης αρχιτεκτονικής προμελέτης, η εναγομένη ουδεμία υποχρέωση έχει να καταβάλει στην ενάγουσα νόμιμη αμοιβή για την παραπάνω προμελέτη.
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του ανεπαρκείς αιτιολογίες που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής των προαναφερόμενων διατάξεων των άρθρων 277 §§ 1 και 3, 279 και 283 του ισχύοντος Δημοτικού και Κοινοτικού Κώδικα (Π.Δ. 410/1995), 61, 65, 67, 68, 70 και 238 ΑΚ. Ειδικότερα, ενώ δέχεται το Εφετείο ότι η ενάγουσα συνέταξε αρχιτεκτονική προμελέτη, με ημερομηνία Νοέμβριος 1998, η οποία παραλείφθηκε προσωπικά από τον Πρόεδρο του Δ.Σ.
της εναγομένης και υποβλήθηκε συμπληρωματικά με άλλα στοιχεία με τη με αριθμό πρωτ. 663137/11-5-1999 αίτησή της στο Υπουργείο ΥΠΕΧΩΔΕ - ΕΟΤ προς έκδοση της με αριθμό ΑΠ. Οικ. 68657/28-6-1999 κοινής απόφασης ΥΠΕΧΩΔΕ - ΕΟΤ, ότι με την απόφαση αυτή αποφασίστηκε η έγκριση περιβαλλοντικών όρων για την κατασκευή (επέκταση) και λειτουργία υδροθεραπευτηρίου στα Λουτρά Αγίου Νικολάου (πρώην Κοινότητας Αγίας Παρασκευής) Δήμου Παλλήνης Κασσάνδρας του Νομού Χαλκιδικής και ότι για την έκδοση της απόφασης αυτής, που ήταν αναγκαία πριν αρχίσει η υλοποίηση της κατασκευής του εν λόγω υδροθεραπευτηρίου, λήφθηκε υπόψη και η εκπονηθείσα από την ενάγουσα ανωτέρω προμελέτη, μετά του τεύχους φωτογραφιών, του προϋπολογισμού του έργου και του τοπογραφικού διαγράμματος, που συνόδευαν την εν λόγω προμελέτη, δεν διευκρινίζεται στην αναιρεσιβαλλομένη, γιατί τα παραπάνω περιστατικά που δέχθηκε δεν αποτελούν σιωπηρή έγκριση της προμελέτης της αναιρεσείουσας, αφού σύμφωνα με τις ίδιες παραδοχές, με βάση και την προμελέτη αυτή, έλαβε η αναιρεσίβλητη την έγκριση των περιβαλλοντικών όρων για την κατασκευή (επέκταση) και λειτουργία του υδροθεραπευτηρίου.
Το ως άνω ζήτημα ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της προκείμενης δίκης, διότι με βάση αυτό θα κριθεί, περαιτέρω, αν η εναγομένη παρέσχε τη συγκατάθεση της μετά την εκπόνηση της προμελέτης, δηλαδή αν ενέκρινε αυτήν και μάλιστά σιωπηρά και χωρίς να καταλείπεται καμιά αμφιβολία ότι η από τα ως άνω δεκτά γενόμενα περιστατικά συνάγεται η βούληση της εναγομένης ως προς την έγκριση της άνω προμελέτης.
Επομένως, ο σχετικός από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ πρώτος λόγος αναιρέσεως, κατά το τρίτο μέρος του, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός. Κατ' ακολουθία των παραπάνω, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το κεφάλαιό της που αναφέρεται στην κύρια βάση της ένδικης αγωγής, να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το αναιρούμενο μέρος για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, του οποίου είναι δυνατή η σύνθεση από άλλους δικαστές (άρθρο 580 § 3 ΚΠολΔ), και να καταδικαστεί η αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 2243/2008 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης κατά το κεφάλαιό της που αναφέρεται στην κύρια βάση της ένδικης αγωγής.
Παραπέμπει την υπόθεση κατά το αναιρούμενο μέρος προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση. Και
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες τριακόσια (2.300) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 1η Μαρτίου 2011. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 15 Μαρτίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ