Supreme Court dismisses appeal on ownership claim, ruling lower court properly applied law and evidence.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the appellate court's decision regarding a property ownership dispute. The appellant argued the lower court ignored specific documents proving their long-term possession and ownership of the land. The court found the appellate court had correctly evaluated all evidence and applied the law, including the requirement of twenty years of possession for ownership by special prescription.
Legislator headnote
AI generatedArticles 974 and 1045 of the Civil Code; Article 559 of the Code of Civil Procedure: An appeal must be rejected if the appellate court properly evaluated evidence and applied the law, even if certain documents were not explicitly cited in the reasoning.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 390 / 2010 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 390/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου - Μπρίλλη, Λεωνίδα Ζερβομπεάκο, Μιχαήλ Θεοχαρίδη και Χαράλαμπο Αθανασίου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 2 Δεκεμβρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σπυρίδωνα Παπαϊωάννου.
Της αναιρεσιβλήτου: ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Τζοβάρα.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-4-2004 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Άρτας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 75/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 155/2008 του Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 22-7-2008 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Αθανασίου ανέγνωσε την από 23-11-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος δικηγόρος του αναιρεσειείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψη της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 974 και 1045 του ΑΚ προκύπτει ότι για την κτήση της κυριότητας ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία απαιτείται άσκηση φυσικής εξουσίας πάνω στο πράγμα με διάνοια κυρίου επί συνεχή εικοσαετία. Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ.19 του ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν στις αιτιολογίες της που συνιστούν την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται διόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόστηκε.
Αντιθέτως, η απόφαση δεν στερείται από νόμιμη βάση όταν οι ανωτέρω ελλείψεις αφορούν στα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου ή ανάγονται στην αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων (αρθρ. 561 παρ.1 ΚπολΔ) και ειδικότερα στην ανάλυση και αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αρκεί τούτο να εκτίθεται στην απόφαση σαφώς.
Στην προκειμένη περίπτωση, αναφορικά με τη βάση της αγωγής που στηρίζεται στην έκτακτη χρησικτησία, το Εφετείο δέχθηκε ότι η ενάγουσα- αναιρεσίβλητη, ψιλή κυρία του επιδίκου, από τις 3-4-1969, ότε απεβίωσε η επικαρπώτρια αυτού ... και μέχρι το Δεκέμβριο του έτους 2003 ότε ο εναγόμενος το κατέλαβε και την απέβαλε από αυτό, νεμόταν αυτό με διάνοια κυρίου, ασκώντας σ'αυτό όλες τις διακατοχικές πράξεις, που αρμόζουν στον κύριο και συγκεκριμένα, το επέβλεπε, το φρόντιζε, το καθάριζε και το είχε περιφράξει.
Με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, ο αναιρεσείων αποδίδει στο Εφετείο την αιτίαση κατά λέξη ότι "Το δευτεροβάθμιο της ουσίας δικαστήριο αχθέν στην κρίση περί συγκροτήσεως κυριότητας επί του επίδικου στο πρόσωπο της αντιδίκου, έλαβε υπόψη του ως στοιχείο ενισχυτικό της κρίσεως του ότι "όλα τα έγγραφα, που έχουν εκδοθεί σχετικά με τη ρυμοτόμηση του ανωτέρω μεγαλυτέρου ακινήτου της εφεσίβλητης, για την οποία έγινε λόγος παραπάνω και τα οποία έγγραφα προσκομίζονται, αναφέρονται και απευθύνονται στην εφεσίβλητη και στους οικείους της και όχι στον εκκαλούντα, όπως θα συνέβαινε, αν αυτός ήταν νομέας και κάτοχος του επιδίκου και πριν από αυτόν ο πατέρας του και ο παππούς του, όπως ισχυρίζεται ο ίδιος".
Η κατά τα ανωτέρω κρίση του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, δυνάμει της οποίας βεβαιούται στο σκεπτικό της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως ότι ενισχύεται η δικανική πεποίθηση αναφορικά με τη βασιμότητα της αιτουμένης εκ μέρους της αντιδίκου δικαστικής προστασίας, ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της μεταξύ εμού και της αντιδίκου διαφοράς.
Θα πρέπει δε στο σημείο αυτό να τονισθεί και πάλιν (όπως και με τις προτάσεις μου που κατατέθηκαν κατά τη συζήτηση επί της οποίας εξεδόθη η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση τονίσθηκε), ότι: α) οι αναγραφόμενοι στα τεχνικά στοιχεία (κτηματολογικούς πίνακες και διαγράμματα) μίας ρυμοτομικής απαλλοτριώσεως ως δικαιούχοι των ρυμοτομούμενων ακινήτων τυγχάνουν πάντοτε εικαζόμενοι ή, φερόμενοι δικαιούχοι και η κατά τα ανωτέρω εγγραφή ουδαμώς καθίσταται αποφασιστικής σημασίας αναφορικά με το πρόσωπο του αληθούς κυρίου του ρυμοτομουμένου ακινήτου, ζήτημα για το οποίο ο νόμος απαιτεί εξάλλου πάντοτε προηγουμένη δικαστική διάγνωση, β) η μνημονευομένη στο σκεπτικό της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως ρυμοτομική απαλλοτρίωση αφορά προφανώς σε εντός σχεδίου ακίνητο, επομένως όχι στο επίδικο εκτός σχεδίου ακίνητο, στο οποίο εν πάση περιπτώσει δεν αναφέρεται άμεσα κει συνακόλουθα μη ορθώς συνήχθη εκ των τεχνικών στοιχείων της ανωτέρω ρυμοτομικής απαλλοτριώσεως επιχείρημα και μάλιστα αποφασιστικής σημασίας, αναφορικά με τη συγκρότηση κυριότητας επί του επιδίκου στο πρόσωπο της αντιδίκου, αν μάλιστα ληφθεί επιπροσθέτως υπ' όψη ότι και η μοναδική πράξη νομής η οποία γίνεται σε οντολογικό επίπεδο δεκτό δυνάμει της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως ότι ασκήθηκε εκ μέρους της αντιδίκου στο επίδικο, ήταν η ρίψη θειαφιού προς απομάκρυνση ερπετών, πράξη που σε κάθε περίπτωση ενέχει ισχνής εντάσεως επέμβαση στην επί του επιδίκου φυσική εξουσία, μη εξωτερικώς διακριτή και μη προσιδιάζουσα στη φύση του επιδίκου.
Σε κάθε πάντως περίπτωση, το δευτεροβάθμιο της ουσίας Δικαστήριο, αντλώντας αποδεικτικό πόρισμα αναφορικά με τη συγκρότηση δικαιώματος κυριότητας επί του επιδίκου - και συνακόλουθα επί ζητήματος που ουσιωδώς επιδρά στην έκβαση της μεταξύ εμού και της αντιδίκου διαφοράς - από έγγραφα που αναφέρονται στην μνημονευομένη στο σκεπτικό της αναιρεσιβαλλομένης ρυμοτομική απαλλοτρίωση, δεν διέλαβε μνεία στο σκεπτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως του για τα ποία είναι ονομαστικώς τα έγγραφα αυτά ή τα σπουδαιότερα ή πλέον βαρύνονται εξ' αυτών, δεν διέλαβε μνεία στο σκεπτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως του για το περιεχόμενο κάποιου ή κάποιων εξ αυτών των μη παντάπασιν κατονομαζομένων και προσδιοριζομένων κατά τα στοιχεία της ταυτότητας αυτών εγγράφων, ούτε και εξειδίκευσε το ειδικότερο αποδεικτικό πόρισμα που συνάγεται από κάποιο ή κάποια εξ' αυτών όσον αφορά συγκεκριμένα την επί του επιδίκου κυριότητα, αλλ' ούτε και εξειδίκευσε το λόγο για τον οποίο συνάγεται εξ αυτών αποφασιστικής αποδεικτικής βαρύτητας πόρισμα αναφορικά με τη συγκρότηση κυριότητας στο πρόσωπο της αντιδίκου επί του επιδίκου, τη στιγμή που τα ανωτέρω έγγραφα, όπως βεβαιώνεται, συνοδεύουν ρυμοτομική απαλλοτρίωση ακινήτου ευρισκόμενου εντός σχεδίου πόλεως και δεν αφορούν άμεσα στο επίδικο.
Απεναντίας δυνάμει του προαναφερομένου σκέλους του σκεπτικού της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το μεν γίνεται γενικώς και αορίστως μνεία σε "όλα τα έγγραφα που έχουν εκδοθεί σχετικά με τη ρυμοτόμηση του ανωτέρω μεγαλυτέρου ακινήτου της εφεσίβλητης", το δε δυνάμει της ανωτέρω γενικής αναφοράς συνάγεται αποφασιστικής αποδεικτικής βαρύτητας πόρισμα αναφορικά με τη συγκρότηση κυριότητας επί του επιδίκου στο πρόσωπο της αντιδίκου - ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης - χωρίς το ανωτέρω πόρισμα να αιτιολογείται ειδικώς, σαφώς και εμπεριστατωμένως, κατά την έννοια των αναλυτικώς προεκτεθέντων.
Δυνάμει της προαναφερομένης κρίσεως του, το δευτεροβάθμιο της ουσίας Δικαστήριο υπέπεσε στη θεσπιζόμενη από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19ΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια και συνακόλουθα πρέπει για το λόγο αυτό να διαταχθεί η αναίρεση της προσβαλλομένης αποφάσεως". Ο λόγος αυτός αναιρέσεως, με την ως άνω διατύπωσή του, είναι απαράδεκτος, διότι υπό το πρόσχημα της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελιώσεως του, πλήττει τα πραγματικά επιχειρήματα του Δικαστηρίου και την ανεπίδεκτη αναιρετικού ελέγχου εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων από το Εφετείο (αρθρ. 561 παρ.1 ΚπολΔ) και ειδικότερα την ανάλυση και αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος αυτού.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 9 ΚπολΔ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, αν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή επιδίκασε περισσότερα απ' όσα ζητήθηκαν ή άφησε αδίκαστη αίτηση. Στην κρινόμενη υπόθεση, με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 9 περιπτ. β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο, μετά από απόρριψη της έφεσης του αναιρεσείοντος, επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, η οποία δέχθηκε ως ουσιαστικά βάσιμη την ένδικη διεκδικητική ακινήτου αγωγή, αναγνώρισε την ενάγουσα κυρία του επίδικου και υποχρέωσε τον εναγόμενο να της το αποδώσει, ενώ με την ένδικη αγωγή ζητήθηκε, ύστερα από παραδεκτώς γενόμενη, με δήλωσή της πληρεξούσιας δικηγόρου της στα πρακτικά του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, μετατροπή του αιτήματος της αγωγής από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό, μόνο η αναγνώριση της ενάγουσας ως κυρίας του επίδικου όχι δε και η απόδοση αυτού (επιδίκου ) σε αυτή.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι από την επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας προκύπτει ότι η ενάγουσα με την ως άνω δήλωσή της μετέτρεψε σε αναγνωριστική μόνο τη σωρευόμενη στο ίδιο δικόγραφο αγωγή, με την οποία ζητούσε να υποχρεωθεί ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσείων να της καταβάλει το ποσό των 30.000 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης και δεν μετέτρεψε και τη διεκδικητική αγωγή σε αναγνωριστική, αφού δεν παραιτήθηκε του αιτήματος της απόδοσης του επίδικου ακινήτου, για το οποίο, μάλιστα, αίτημα κατέβαλε και το σχετικό δικαστικό ένσημο.
Απαράδεκτο, η μη κήρυξη του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας δημιουργεί τον από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως, δεν καθιερώνεται όταν οι επιταγές για αναβολή της συζήτησης ή αναστολή της προόδου της δίκης περιέχονται όχι στις διατάξεις του ΚπολΔ, που ρυθμίζουν την πορεία της διαδικασίας και αποβλέπουν στην ομαλή εξέλιξή της, αλλά σε διατάξεις νόμων που επιδιώκουν φορολογικούς ή άλλους σκοπούς, διότι οι σκοποί αυτοί μπορούν να επιτευχθούν και με άλλα μέσα και δεν έχουν επίδραση στην έκβαση της δίκης και συνεπώς και στην ορθή απονομή της Δικαιοσύνης (AΠ 621/2000, ΑΠ 329/1986).
Τέτοιες δε διατάξεις είναι και εκείνες 1) του άρθρου 5 παρ. 2 του Ν. 2308/1995, με την οποία επιτάσσεται το απαράδεκτο της συζητήσεως μέχρις ότου προσκομισθεί το πιστοποιητικό υποβολής δήλωσης, που εκδίδεται από το αρμόδιο Γραφείο Κτηματογράφησης, σύμφωνα με τις προϋποθέσεις που τίθενται στην παρ. 1 του ίδιου άρθρου και 2) του άρθρου 33 του Ν.1249/1982, με την οποία επιτάσσεται η αναστολή της δίκης μέχρι να γίνει η επίδοση στον αρμόδιο οικονομικό έφορο αντιγράφου της αγωγής ή αίτησης που αφορά ακίνητο.
Επομένως, ο δεύτερος λόγος του αναιρετηρίου, πρώτο μέρος, από το άρθρο 59 αριθ. 14 ΚπολΔ, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν κήρυξε το απαράδεκτο της συζητήσεως της ένδικης αγωγής, λόγω του ότι η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη, δεν προσκόμισε το πιστοποιητικό υποβολής δήλωσης του Γραφείου Κτηματογράφησης και την έκθεση επίδοσης της αγωγής στον αρμόδιο Οικονομικό Έφορο, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος.
Κατά το άρθρο 559 αριθ.11 περ.γ' ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Ο λόγος αυτός πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για σφάλματα, τα οποία έχουν γίνει κατά την έρευνα της αλήθειας ή όχι των πραγματικών περιστατικών, δηλαδή τα σφάλματα αυτά αναφέρονται στα αποδεικτικά στοιχεία με βάση τα οποία καταστρώνεται η ελάσσων πρόταση του νομικού συλλογισμού. 'Ετσι, ο λόγος αυτός αναιρέσεως δεν μπορεί να δημιουργηθεί, όταν το δικαστήριο της ουσίας απορρίπτει ισχυρισμό ως απαράδεκτο ή νόμω αβάσιμο.
Στην προκείμενη περίπτωση ο αναιρεσείων με το δεύτερο, κατά το δεύτερο μέρος του, λόγο αναίρεσης, από το άρθρο 559 11 γ' ΚΠολΔ προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από την ως άνω διάταξη πλημμέλεια ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τα με επίκληση προσκομισθέντα από αυτό έγγραφα και δη τα κτηματολογικά αποσπάσματα του Γραφείου 'Αρτας των ετών 2003 και 2008, τα οποία επικαλέσθηκε και προσκόμισε και τα οποία αν λάμβανε υπόψη θα κήρυττε το απαράδεκτο της συζητήσεως της αγωγής.
Σύμφωνα όμως με τα εκτεθέντα ανωτέρω στη νομική σκέψη, ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι ενόψει και της απορρίψεως του πιο πάνω από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγου της αναίρεσης, η προβαλλόμενη αιτίαση δεν αναφέρεται σε σφάλματα που έχουν γίνει κατά την έρευνα της αλήθειας ή όχι πραγματικών περιστατικών.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περίπτωση γ' του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης της απόφασης και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Για την ίδρυση του λόγου αυτού αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν πράγματι λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, τα οποία ήταν υποχρεωμένο να λάβει υπόψη, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 340 και 346 Κ.Πολ.Δ.
Καμιά, ωστόσο, διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και την ειδική αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα, αλλά αρκεί η γενική βεβαίωση του δικαστηρίου της ουσίας ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα κατ' είδος μόνο αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα. Μόνο αν από τη γενική αυτή αναφορά σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης, δεν καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναίρεσης.
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, αναφορικώς με την ένδικη διεκδικητική αγωγή, δέχθηκε τα ακόλουθα:"Από τις καταθέσεις των μαρτύρων ... της εφεσίβλητης και ... του εκκαλούντος, που εξετάστηκαν ενόρκως στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και περιέχονται στα, ταυτάριθμα με την εκκαλούμενη, πρακτικά του Δικαστηρίου αυτού, από τις 1Ζ5/3-2-2005, 12773-2-2005 και 129/3-2-2005 ένορκες βεβαιώσεις των ..., ...
και ... στην Ειρηνοδίκη Άρτας, που νόμιμα προσκομίζει και στη δίκη αυτή και επικαλείται ο εκκαλών και οι οποίες έχουν ληφθεί μετά από νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση της αντιδίκου του, σύμφωνα με την 5889/31-1-2005 έκθεση επίδοσης του αρμοδίου δικαστικού επιμελητή Άρτας ..., που έχει συνταχτεί σχετικά και της συνημμένης σ' αυτή από 28-1-2005 κλήσης (άρθρα 104, 143, 270 παρ. 2 ΚΠολΔ) και από τα έγγραφα και τις φωτογραφίες, που νόμιμα προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι, αποδείχτηκαν τα εξής:
Κυρία του επιδίκου, ήτοι εδαφικής έκτασης 828,88 τετ. μέτρων, που βρίσκεται στην περιοχή της ... της πόλης της ... και συνορεύει με ιδιοκτησίες ..., κληρονόμων ..., Ελληνικού Δημοσίου, εφεσίβλητης και Ιεράς Μονής Κάτω Παναγιάς, είναι η εφεσίβλητη. Αυτή απέκτησε την κυριότητά του με παράγωγο τρόπο και, συγκεκριμένα, με την ...
δημόσια διαθήκη του ..., που πέθανε στις 3-3-1959. Με τη διαθήκη αυτή, που δημοσιεύτηκε με τα 16/16-4-1959 πρακτικά του Πρωτοδικείου Άρτας, ο ανωτέρω ..., αληθινός, κατά το χρόνο του θανάτου του, κύριος μεγαλυτέρου ακινήτου δυο περίπου στρεμμάτων, τμήμα του οποίου αποτελεί το επίδικο, κατέλειπε στην εφεσίβλητη την ψιλή κυριότητα του μεγαλυτέρου αυτού ακινήτου και την επικαρπία του στη σύζυγό του ..., που πέθανε στις 3-4-1969.
Την κληρονομιά αυτή αποδέχτηκε η εφεσίβλητη με την 3867/1-7-1969 δήλωσή της στο συμβολαιογράφο Άρτας Κωνσταντίνο Παπαβασιλείου, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Άρτας, στο τόμο 106 και με αριθμό 82. Από το θάνατο της ανωτέρω ... στις 3-4-1969, συνεχώς μέχρι το μήνα Δεκέμβριο του έτους 2003 είχε το παραπάνω μεγαλύτερο ακίνητο και, επομένως και το επίδικο στη νομή και κατοχή της η εφεσίβλητη.
Το μεγαλύτερο αυτό ακίνητο ρυμοτομήθηκε με την 14/1993 πράξη προσκυρώσεως και αναλογισμού υποχρεώσεων. Έτσι προέκυψε, ως τμήμα του εκτός σχεδίου, έκταση 992,78 τετ. μέτρων, τμήμα της οποίας αποτελεί το επίδικο. Από την παραπάνω ρυμοτόμηση, η εφεσίβλητη ασκούσε και στο επίδικο όλες τις πράξεις νομής και κατοχής που ήταν σύμφωνες με τη φύση και τον προορισμό του, συνεχώς μέχρι το Δεκέμβρη του έτους 2003, όπως προαναφέρθηκε.
Συγκεκριμένα, επιτηρούσε και επέβλεπε το ακίνητό της αυτό, το είχε περιφράξει, ενώ κάθε χρόνο τους θερινούς μήνες έριχνε θειάφι, για την προστασία των περιοίκων από τα ερπετά που υπήρχαν σ' αυτό, επειδή, λόγω της μόνιμης εγκατάστασής της στην ..., αδυνατούσε να το καλλιεργεί, με συνέπεια να αναπτυχθούν εντός του ακινήτου αυτού διάφορα αγριόχορτα, που ευνοούσαν την παρουσία ερπετών.
Αντίθετα, μέχρι το Δεκέμβριο του 2003, ο εκκαλών δεν είχε ασκήσει κάποια πράξη νομής η κατοχής στο επίδικο. Αυτός, για πρώτη φορά την ανωτέρω χρονολογία, εκμεταλλευόμενος την απουσία της εφεσίβλητης στην ..., ξέφραξε το επίδικο και χρησιμοποιώντας και τα υλικά της μέχρι τότε περίφραξής του, καθώς επίσης και άλλα υλικά, περιέφραξε εκ νέου το ακίνητο τούτο, ενώ από τότε καλλιεργεί τμήμα του με μονοετείς καλλιέργειες και έχει φυτέψει εντός αυτού διάφορα οπωροφόρα κυρίως δέντρα.
Η κρίση ως προς τα πραγματικά αυτά περιστατικά στηρίζεται σ' όλα τα παραπάνω αποδεικτικά μέσα. Ειδικότερα, η κρίση για το ότι, συνεχώς μέχρι το έτος 2003 νομέας και κάτοχος του επιδίκου ήταν η εφεσίβλητη και ότι ο εκκαλών επιλήφθηκε της νομής και κατοχής αυτού για πρώτη φορά το Δεκέμβρη του 2003, με τον τρόπο που προαναφέρθηκε, στηρίζεται, κυρίως, στην κατάθεση του πρώτου παραπάνω μάρτυρα, για τον οποίο δεν αποδείχτηκε, ότι συντρέχει λόγος εξαίρεσής του (άρθρο 400 ΚΠολΔ).
Η κατάθεση αυτή κρίνεται πειστικότερη από τις διαμετρικά αντίθετες ως προς το ανωτέρω περιστατικό κατάθεση του δεύτερου μάρτυρα και παραπάνω ένορκες βεβαιώσεις, σύμφωνα με τις οποίες νομέας και κάτοχος του επιδίκου είναι ο εκκαλών συνεχώς από το έτος 1980, ενώ, πριν από αυτόν, νομείς του ήταν ο πατέρας του και ο παππούς του.
Διότι η κατάθεση του πρώτου μάρτυρα, σε αντίθεση με την κατάθεση του δεύτερου μάρτυρα και τις ένορκες βεβαιώσεις, ενισχύεται από τις φωτογραφίες του επιδίκου, από τις οποίες προκύπτει, ότι το μέρος αυτού που καλλιεργείται, καλλιεργείται με μονοετείς καλλιέργειες και τα δένδρα τα οποία είναι φυτεμένα σ' αυτό είναι μικρής ηλικίας και, επομένως και ανάπτυξης, κάτι το οποίο δεν θα συνέβαινε, αν ήταν αληθινός ο ισχυρισμός του εκκαλούντος για νομή του και κατοχή του στο επίδικο από το 1980.
Από τις ίδιες φωτογραφίες προκύπτει, ότι τμήμα του επιδίκου είναι ακαλλιέργητο και μόλις καθαρισμένο από αγριόχορτα, κατάσταση στην οποία δεν θα το άφηνε ο εκκαλών να περιέλθει, αν ήταν νομέας και κάτοχός του από το 1980. Πολύ περισσότερο το επίδικο δεν θα παρουσίαζε την παραπάνω εικόνα εγκατάλειψης, αφού ο εκκαλών, όπως παραδέχεται και ο ίδιος, διαμένει μόνιμα ακριβώς απέναντι από αυτό.
Η παραπάνω κρίση ενισχύεται περαιτέρω από το ότι όλα τα έγγραφα, που έχουν εκδοθεί σχετικά με τη ρυμοτόμηση του ανωτέρω μεγαλυτέρου ακινήτου της εφεσίβλητης, για την οποία έγινε λόγος παραπάνω και τα οποία έγγραφα προσκομίζονται, αναφέρονται και απευθύνονται στην εφεσίβλητη και στους οικείους της και όχι στον εκκαλούντα, όπως θα συνέβαινε, αν αυτός ήταν νομέας και κάτοχος του επιδίκου και πριν από αυτόν ο πατέρας του και ο παππούς του, όπως ισχυρίζεται ο ίδιος.
Ενόψει των πραγματικών αυτών περιστατικών που αποδείχτηκαν, η παραπάνω κρίση δεν αναιρείται και αν ακόμη υποτεθεί αληθινός ο ισχυρισμός του εκκαλούντος, ότι έχει περιλάβει το επίδικο στο έντυπο Ε9 της Εφορίας έτους 1997, αφού μόνο του το γεγονός τούτο, ούτε πράξη νομής αποτελεί, ούτε είναι ικανό να καταστήσει τον εκκαλούντα νομέα και κάτοχο του επιδίκου.
Επίσης, η παραπάνω κρίση δεν αναιρείται από το ότι ο εκκαλών έχει δηλώσει το επίδικο στο Κτηματολόγιο, αφενός μεν για τους παραπάνω λόγους και αφετέρου, διότι, όπως προκύπτει από τα σχετικά έγγραφα, το ίδιο έχει πράξει και η εφεσίβλητη. Σε κάθε περίπτωση, τα παραπάνω γεγονότα, ενόψει του χρόνου που έλαβαν χώρα, δεν είναι ικανά να καταστήσουν τον εκκαλούντα κύριο του επιδίκου με έκτακτη χρησικτησία, κυρίως, διότι από τότε και μέχρι την άσκηση της αγωγής δεν παρήλθε εικοσαετία.
Συνεπώς, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, αφού δέχτηκε, ότι αποδείχτηκαν τα παραπάνω περιστατικά και, στη συνέχεια, απορρίπτοντας τον ισχυρισμό του εκκαλούντος από τα άρθρα 1045 ΑΚ και 262 παρ. 1 ΚΠολΔ για δική του κυριότητα στο επίδικο με έκτακτη χρησικτησία, δέχτηκε την παραπάνω διεκδικητική αγωγή, σωστά τις αποδείξεις εκτίμησε και το νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε.
Γι' αυτό οι λόγοι έφεσης, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Με τον τέταρτο λόγο της αναίρεσης, προβάλλεται αιτίαση από τον αριθ.11 περ.γ' του αρθρ. 559 ΚΠολΔ., ότι το Εφετείο, καταλήγοντας στην κρίση περί απόρριψης της έφεσης του ήδη αναιρεσειόντος κατά της πρωτόδικης απόφασης, που είχε δεχθεί την αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης και απορρίψει την ένσταση ιδίας κυριότητας του αναιρεσείοντος, δεν έλαβε υπόψη του τα ακόλουθα έγγραφα, τα οποία είχε προσκομίσει και επικαλεσθεί ο αναιρεσείων και ασκούσαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και συγκεκριμένα: 1) Την με αριθ. 100/2003 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Άρτας, δυνάμει της οποίας ο αναιρεσείων αναγνωρίσθηκε κύριος του επίδικου, 2) τα ταυτάριθμα με την ανωτέρω απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδριάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Άρτας, στα οποία περιλαμβάνεται η κατάθεση του μάρτυρα ..., περί εγκαταστάσεως του αναιρεσείοντος στη νομή του επιδίκου από του έτους 1980, 3) Την με αριθ. 99/2004 απόφαση ασφαλιστικών μέτρων του Ειρηνοδικείου Άρτας, δυνάμει της οποίας απορρίφθηκε αίτηση λήψεως ασφαλιστικών μέτρων της αναιρεσίβλητης κατά του αναιρεσείοντος, 4) τα ταυτάριθμα με την ως άνω απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδριάσεως του Ειρηνοδικείου Άρτας, στα οποία περιλαμβάνονται μαρτυρικές καταθέσεις που βεβαιώνουν πλήρως την άσκηση μακροχρόνιας διανοία κυρίου νομής του αναιρεσείοντος επί του επιδίκου και 5) την από 6 Απριλίου 2008 τεχνική έκθεση του πολιτικού μηχανικού ....
Ο λόγος αυτός της αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι από το όλο παραπάνω περιεχόμενο της προσβαλλομένης αποφάσεως, όπου μάλιστα υπάρχει η ρητή διαβεβαίωση, σύμφωνα με την οποία το δικαστήριο έλαβε υπόψη και όλα τα έγγραφα, που νόμιμα προσκόμισαν και επικαλέσθηκαν οι διάδικοι, καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε, με τις λοιπές αποδείξεις, για το σχηματισμό του πορίσματος και τα παραπάνω έγγραφα, που διαλαμβάνονται στον κρινόμενο λόγο της αναίρεσης.
Κατ'ακολουθίαν, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης (άρθρ. 176 και 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 22 Ιουλίου 2008 αίτηση του ..., για αναίρεση της 155/2008 αποφάσεως του Εφετείου Ιωαννίνων.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία καθορίζει σε χίλια διακόσια (1200) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Φεβρουαρίου 2010.
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο στις 2 Μαρτίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ