Supreme Court allows appeal against labor dispute, ruling that new employer must maintain transferred employees' terms without forcing equalization.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece allowed the appeal against the Thessaloniki Court of Appeal's decision in a labor dispute involving a company merger. The appellant argued that the new employer unfairly treated transferred employees compared to its existing staff, violating constitutional equality principles. The court agreed that while the new employer must maintain the transferred employees' original terms, it is not obligated to equalize them with the new staff's better conditions.
Legislator headnote
AI generatedArticles 361, 680 of the Civil Code; Articles 288, 22 of the Constitution; Article 559(1)(3) of the Code of Civil Procedure: The new employer of a transferred business must maintain the transferred employees' terms but is not required to equalize them with the new employer's existing staff.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 390 / 2008 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 390/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο, Ηλία Γιαννακάκη, Χρήστο Αλεξόπουλο, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Βαρβάρα Κριτσωτάκη (κωλυομένου του Αρεοπαγίτη Ζήση Βασιλόπουλου), Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Ιανουαρίου 2008, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΕΚΟ-ΕΛΔΑ Ανώνυμος Βιομηχανική και Εμπορική Εταιρία Πετρελαιοειδών", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Ληξουριώτη, ο οποίος ανακάλεσε την από 14/1/2008 δήλωση του άρθρου 242§2 Κ.Πολ.Δ.
Των αναιρεσίβλητων: 1. ......, 2. ......., 3. ......., 4. ........, 5. ........., 6. ........., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Λάζαρο Μπελίτση.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24/8/2002 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5651/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 263/2005 οριστική του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 19/12/2005 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Σπυρίδων Ζιάκας, ανέγνωσε την από 17/1/2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη όλων των λόγων αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσίβλητων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Οι όροι εργασίας ρυθμίζονται σε ατομικό επίπεδο με ατομική σύμβαση ή συμφωνία μεταξύ εργαζομένου και εργοδότη στα πλαίσια της αρχής της συμβατικής ελευθερίας (άρθρο 361 ΑΚ) και σε συλλογικό επίπεδο με την κοινή εργατική νομοθεσία, τις ΣΣΕ-ΔΑ ή τον κανονισμό εργασίας. Στην εργασιακή, συνεπώς, σχέση οι όροι εργασίας διαμορφώνονται από περισσότερες πηγές διαφορετικής ιεραρχικής βαθμίδας, η σύγκρουση των οποίων αποτρέπεται χάριν της ισχύουσας στο εργατικό δίκαιο αρχής της προστασίας, που διασφαλίζει στον εργαζόμενο ένα κατώτατο όριο προστασίας η παραβίαση του οποίου απαγορεύεται.
Ειδική μορφή της εν λόγω αρχής αποτελεί και η αρχή της εύνοιας των μισθωτών η οποία ρυθμίζει τη σχέση συλλογικής και ατομικής συμβάσεως εργασίας. Η αρχή αυτή θεσπίζεται με το άρθρο 680 ΑΚ και τη διάταξη του άρθρου 7 παρ. 2 Ν. 1876/90 κατά την οποία, οι όροι ατομικών συμβάσεων εργασίας, που αποκλίνουν από τους κανονιστικούς όρους συλλογικών συμβάσεων εργασίας, είναι επικρατέστεροι, εφ' όσον παρέχουν μεγαλύτερη προστασία στους εργαζομένους.
Οι όροι εργασίας, όμως, που ρυθμίζονται με ΣΣΕ-ΔΑ, μπορούν να τροποποιούνται με νεώτερη ΣΣΕ του αυτού είδους και πεδίου ισχύος τόσο υπέρ όσο και εις βάρος των εργαζομένων, διότι κατά τη διαδοχή ΣΣΕ δεν ισχύει η αρχή της προστασίας αλλά η αρχή της τάξεως, με εξαίρεση μόνο την περίπτωση κατά την οποία με την ατομική σύμβαση εργασίας έχει γίνει παραπομπή στους κανονιστικούς όρους της ΣΣΕ, οπότε οι όροι αυτοί καθίστανται περιεχόμενο της ατομικής συμβάσεως και εφόσον είναι ευνοϊκότεροι για το μισθωτό, δεν μπορούν, βάσει της αρχής της εύνοιας, να μεταβληθούν με μεταγενέστερη ΣΣΕ, που περιέχει όρους δυσμενέστερους από τους όρους της προηγούμενης, που με συμφωνία εργοδότη και μισθωτού κατέστησαν όροι της ατομικής συμβάσεως εργασίας.
Η αρχή δε της τάξεως ισχύει και στην περίπτωση που οι όροι εργασίας ρυθμίζονται με κανονισμό ο οποίος καταρτίστηκε με ΣΣΕ, δηλαδή μεταξύ του εργοδότη και της συνδικαλιστικής οργανώσεως των εργαζομένων στην επιχείρηση.
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 του Ν. 2112/20, η μεταβολή του προσώπου του εργοδότη, με οποιονδήποτε τρόπο και αν επέρχεται, δεν επηρεάζει την εφαρμογή των υπέρ του υπαλλήλου διατάξεων του νόμου αυτού. Ο ίδιος κανόνας περιέχεται στο άρθρο 9 παρ. 1 του ΒΔ 16/18-7-20 και στο άρθρο 3 παρ. 1 και 2 του ΠΔ 572/88, προκύπτει δε και από το άρθρο 8 του Ν. 3514/28. Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές, η μεταβολή του προσώπου του εργοδότη, εφ' όσον διατηρείται η ταυτότητα της επιχειρήσεως και η οικονομική της δραστηριότητα, συνεπάγεται, ανεξάρτητα από τη νομική αιτία και τη μορφή της μεταβιβάσεως, αυτοδίκαιη υποκατάσταση του νέου εργοδότη στις υφιστάμενες εργασιακές σχέσεις, ακόμη και χωρίς τη συναίνεση του εργαζομένου. Tότε θεωρείται ότι συνεχίζεται με τους ίδιους όρους και συνθήκες η σύμβαση εργασίας με το νέο εργοδότη με το περιεχόμενο που είχε κατά το χρόνο μεταβιβάσεως της επιχειρήσεως, χωρίς καμιά μεταβολή των εκατέρωθεν δικαιωμάτων και υποχρεώσεων. Μεταβιβάζεται δηλαδή το σύνολο των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, ενοχικών και διαπλαστικών, καθώς και των προσδοκιών από τον παλαιό εργοδότη στο νέο.
Συνεπώς, στα μεταβιβαζόμενα δικαιώματα περιλαμβάνονται και αυτά που συνδέονται με την αρχαιότητα και την υπηρεσιακή εξέλιξη και διατηρούνται βαρύνοντα στην ίδια έκταση και το διάδοχο. Έτσι, ο νέος εργοδότης οφείλει να προσμετρήσει το χρόνο προϋπηρεσίας στον προηγούμενο εργοδότη όχι μόνο για τον υπολογισμό της αποζημιώσεως απολύσεως, αλλά σε κάθε περίπτωση που η γένεση ή η έκταση δικαιωμάτων των εργαζομένων εξαρτάται από τη συμπλήρωση ορισμένου χρόνου απασχολήσεως.
Αν οι όροι εργασίας και αμοιβής των εργαζομένων που ανήκαν στη μεταβιβαζόμενη επιχείρηση, ρυθμίζονταν με Κανονισμό, Σ.Σ.Ε. ή Δ.Α., ο νέος εργοδότης δεσμεύεται από τις πηγές αυτές στην έκταση που δεσμευόταν και ο παλαιός εργοδότης. Στην περίπτωση δε που ο νέος εργοδότης απασχολούσε ήδη δικό του προσωπικό πριν από τη μεταβίβαση, οι κανονιστικές διατάξεις των Σ.Σ.Ε.
και Δ.Α. που ρυθμίζουν τους όρους εργασίας και αμοιβής του προσωπικού αυτού, δεν επεκτείνονται αυτοδικαίως και στο προσωπικό της επιχειρήσεως που μεταβιβάστηκε, και πολύ περισσότερο οι εν λόγω διατάξεις δεν καθίστανται, χωρίς ρητή συμβατική παραπομπή σ' αυτές, όροι των ατομικών συμβάσεων εργασίας των εν λόγω εργαζομένων.
Ωστόσο, οι όροι εργασίας και αμοιβής των εργαζομένων, που ανήκαν στη μεταβιβασθείσα επιχείρηση, είτε αυτοί θεμελιώνονται στην ατομική σύμβαση εργασίας του καθενός είτε σε Σ.Σ.Ε. ή Δ.Α., μπορούν να τροποποιηθούν μετά τη μεταβίβαση της επιχειρήσεως ακόμη και επί το δυσμενέστερο, με την κατάρτιση νέων ατομικών συμβάσεων εργασίας ή την τροποποίηση των υφισταμένων, αλλά και με την κατάρτιση νέων Σ.Σ.Ε.
ή Δ.Α. όσον αφορά τους όρους αμοιβής και εργασίας που στηρίζονται σ' αυτές. Τέλος, με την από ..... επιχειρησιακή Σ.Σ.Ε., που καταρτίστηκε μεταξύ της αναιρεσείουσας εταιρείας και του σωματείου Π.Ε.Π.ΕΚΟ των εργαζομένων σ' αυτήν (κατάθεση στις 9-7-02), ορίζεται στο άρθρο 10, που έχει τίτλο "Ένταξη/Κατάταξη των εργαζομένων των πρώην Εταιρειών ΕΚΟΛΙΝΑ ΑΕ και ΑΕΕΠ.
Γ. ΜΑΜΙΔΑΚΗΣ & ΣΙΑ", ότι για τον καθορισμό του μισθολογικού κλιμακίου στο οποίο εντάσσεται, με εκκίνηση την 1-1-2001, κάθε εργαζόμενος ελήφθησαν υπόψη: Ι. τα ατομικά δεδομένα με βάση τα προβλεπόμενα στην ΕΣΣΕ και
ΙΙ. από την προϋπηρεσία του στις Εταιρείες ΕΚΟΛΙΝΑ ΑΕ και ΑΕΕΠ. Γ. ΜΑΜΙΔΑΚΗΣ &ΣΙΑ χρονικό διάστημα πέντε ετών συν το ήμισυ του υπολοίπου χρονικού διαστήματος της προϋπηρεσίας αυτής. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχτηκε τα ακόλουθα: Οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι προσλήφθηκαν κατά τους αναφερόμενους χρόνους από την ανώνυμη εταιρεία "ΑΕΕΠ Γ.
ΜΑΜΙΔΑΚΗΣ ΚΑΙ ΣΙΑ" με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου ως υπάλληλοι και εργάστηκαν μέχρι την 1-11-2000, που η εν λόγω εταιρεία απορροφήθηκε από την εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα, η οποία υπεισήλθε αυτοδικαίως στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της αρχικής εταιρείας. Κατά την ανωτέρω ημερομηνία εντάξεως των μισθωτών της εταιρείας "ΜΑΜΙΔΑΚΗΣ", η αναιρεσείουσα εταιρεία δεν προέβη σε κατάρτιση νέων ατομικών συμβάσεων εργασίας με τους ενταχθέντες υπαλλήλους, καθώς και με τους αναιρεσίβλητους, ούτε κατάρτισε νέα επιχειρησιακή ΣΣΕ, γιατί για μία τριετία ίσχυε ο εσωτερικός κανονισμός εργασίας, που καταρτίστηκε βάσει της από .........
επιχειρησιακής ΣΣΕ και στη συνέχεια η από ....... ΣΣΕ, που διαδέχτηκε την προηγούμενη. Από 1-11-2000 οι κανονιστικοί όροι των ανωτέρω επιχειρησιακών ΣΣΕ της αναιρεσείουσας κατέστησαν όροι της ατομικής συμβάσεως εργασίας των αναιρεσιβλήτων, έστω και αν αυτοί δεν ήταν ακόμη μέλη της συμβληθείσας συνδικαλιστικής οργανώσεως.
Η αναιρεσείουσα αντί να κατατάξει τους αναιρεσίβλητους, σύμφωνα με τον ισχύοντα κανονισμό εργασίας, στο προς τούτο οριζόμενο κλιμάκιο, τους κατέταξε σε διαφορετικό απ' αυτό, μη λαμβάνοντας υπόψη τη συνολική προϋπηρεσία που είχε ο καθένας τους στον προηγούμενο εργοδότη, αλλά με επίκληση του από 24.1.2001 πρακτικού συμφωνίας έλαβε υπόψη ως χρόνο προϋπηρεσίας πέντε μόνο έτη και επιπλέον το ήμισυ του υπολοίπου χρονικού διαστήματος της συνολικής προϋπηρεσίας του καθενός, δηλαδή μικρότερο της πραγματικής, και έτσι κατέταξε τον καθένα σε μικρότερο κατά ένα μισθολογικό κλιμάκιο.
Το εν λόγω πρακτικό συμφωνίας, που καταρτίστηκε μεταξύ της αναιρεσείουσας και του σωματείου των εργαζομένων σ' αυτή, δεν είχε εφαρμογή στην περίπτωση των αναιρεσιβλήτων διότι ήταν συμβατικού χαρακτήρα και δεν το αποδέχτηκαν αυτοί, η δε μετέπειτα καταρτισθείσα από ..... επιχειρησιακή ΣΣΕ, με την οποία θεσπίστηκε το πρώτον η ανωτέρω δυσμενής ρύθμιση, ως προς τον λαμβανόμενο υπόψη για την κατάταξη των προερχομένων από την απορροφηθείσα ανωτέρω εταιρεία εργαζομένων σε μισθολογικά κλιμάκια, χρόνο υπηρεσίας, δεν ισχύει επίσης, ως προς τη ρύθμιση αυτή διότι είναι, κατά τούτο, δυσμενέστερη από την ατομική σύμβαση εργασίας του ενάγοντος.
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο, το οποίο δέχτηκε ακολούθως εν μέρει την αγωγή, αναγνωρίζοντας ότι η αναιρεσείουσα όφειλε να κατατάξει τους αναιρεσίβλητους στα εκτιθέμενα σ' αυτήν μισθολογικά κλιμάκια, συνυπολογίζοντας προς τούτο το σύνολο της προϋπηρεσίας τους στην απορροφηθείσα εταιρεία, παραβίασε τις κανονιστικού χαρακτήρα διατάξεις του Κανονισμού Εργασίας της αναιρεσείουσας και της Σ.Σ.Ε.
που ρύθμιζαν έως τη διαδοχή τους όρους αμοιβής και εργασίας του προσωπικού της αναιρεσείουσας που εργαζόταν σ' αυτήν πριν από την ως άνω μεταβίβαση, με το να τις εφαρμόσει, κρίνοντας ότι οι όροι αυτοί κατέστησαν αυτοδικαίως όροι των ατομικών συμβάσεων εργασίας των αναιρεσιβλήτων, ενώ παράλληλα διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του ανεπαρκείς αιτιολογίες, σχετικά με τα μεταβιβασθέντα στη διάδοχο αναιρεσείουσα δικαιώματα των εργαζομένων στην απορροφηθείσα εταιρεία, και ειδικότερα αυτά που αναφέρονται στους όρους και προϋποθέσεις εντάξεως αυτών σε μισθολογικά κλιμάκια, καθόσον δεν διευκρινίζεται αν υπήρχαν τέτοια δικαιώματα και σε καταφατική περίπτωση αν αυτά εδράζονταν στην ατομική σύμβαση του καθενός ή σε κανονιστικού χαρακτήρα διατάξεις Σ.Σ.Ε.
ή Δ.Α. Οι ελλείψεις δε αυτές, σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, καθιστά ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής των διατάξεων του άρθρου 3 παρ. 1 και 2 του π.δ. 572/1988 και 7 παρ. 2 του ν. 1876/1990. Επομένως, οι σχετικοί από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. δεύτερος και τέταρτος λόγοι αναιρέσεως, είναι βάσιμοι.
Με τη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του Συντάγματος, κατά την οποία οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου, ελέγχονται οι κανόνες δικαίου που θεσπίζει ο νομοθέτης ή άλλοι φορείς στους οποίους αναγνωρίζεται κανονιστική εξουσία, και αν κριθεί ότι οι κανόνες αυτοί, που μπορεί να πηγάζουν και από συλλογική σύμβαση εργασίας, εισάγουν αυθαίρετη δυσμενή διάκριση εις βάρος ορισμένης κατηγορίας, τότε, προς αποκατάσταση της συνταγματικής αρχής της ισότητας, η διάταξη που ισχύει για την κατηγορία υπέρ της οποίας θεσπίστηκε η ρύθμιση, εφαρμόζεται και για εκείνους που εξαιρέθηκαν αυθαίρετα από αυτή.
Η αρχή δε της ίσης μεταχειρίσεως, που απορρέει από τις διατάξεις των άρθρων 288 ΑΚ και 22 παρ. 1 εδ. β' του Συντάγματος, απευθύνεται στον εργοδότη και στοχεύει στη δίκαιη μεταχείριση όλων των εργαζομένων ως προς τις χορηγούμενες από αυτόν εκούσιες παροχές. Τόσο, όμως, η συνταγματική αρχή της ισότητας των πολιτών έναντι του νόμου, όσο και η αρχή της ίσης μεταχειρίσεως, ως βασική αρχή του εργατικού δικαίου, ανάγονται στην ίδια βασική ιδέα ότι όμοια πράγματα πρέπει να τύχουν ίσης μεταχειρίσεως.
Εξάλλου, όπως προαναφέρθηκε, από τη διάταξη του άρθρου 3 παρ. 1 και 2 του π.δ. 572/1988 προκύπτει ότι σε περίπτωση μεταβιβάσεως επιχειρήσεως κατά οποιοδήποτε τρόπο, μεταβιβάζεται και η σχέση εργασίας στο νέο εργοδότη με το περιεχόμενο που είχε κατά το χρόνο μεταβιβάσεως της επιχειρήσεως, χωρίς καμία μεταβολή των εκατέρωθεν δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, είτε αυτά πηγάζουν από την ατομική σύμβαση εργασίας είτε απορρέουν από κανονισμό, συλλογική σύμβαση εργασίας ή απόφαση διαιτησίας.
Δηλαδή ο νομοθέτης επιβάλλει στο νέο εργοδότη την υποχρέωση να διατηρήσει για το προσωπικό της μεταβιβαζόμενης επιχειρήσεως τους όρους εργασίας που είχε στον προηγούμενο εργοδότη, χωρίς, όμως, να απαιτεί και την εξομοίωσή τους με τους τυχόν καλύτερους όρους εργασίας του δικού του προσωπικού που είχε πριν από τη μεταβίβαση.
Τέτοια δε υποχρέωση δεν μπορεί να θεμελιωθεί, όσον αφορά τις εκούσιες παροχές και αυτές που απορρέουν από κανονιστικές διατάξεις, στις παραπάνω αρχές της ίσης μεταχειρίσεως και της ισότητας αντίστοιχα, καθόσον πρόκειται για μισθωτούς διαφορετικής προελεύσεως αφού ένα τμήμα προέρχεται από την εξαγορασμένη επιχείρηση, ενώ άλλο τμήμα αποτελεί προσωπικό του νέου εργοδότη.
Επομένως, το Εφετείο, κατά το μέρος που στήριξε το αποδεικτικό του πόρισμα, κατ' εκτίμηση του περιεχομένου της, στην επάλληλη αιτιολογία ότι σε κάθε περίπτωση η ως άνω δυσμενής μεταχείριση των αναιρεσιβλήτων, σε σχέση με το υφιστάμενο κατά τη μεταβίβαση προσωπικό της αναιρεσείουσας, που απορρέει από την από .....
Ε.Σ.Σ.Ε. είναι αντίθετη προς τη συνταγματική αρχή της ισότητας, παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1 και 22 παρ. 1 του Συντάγματος. Έτσι, ο τρίτος από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. τρίτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται η σχετική αιτίαση, είναι βάσιμος. Μετά από τα παραπάνω, πρέπει, κατά παραδοχή των δεύτερου, τρίτου και τέταρτου λόγων αναιρέσεως, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, του οποίου είναι δυνατή η σύνθεση από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 263/2005 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, με σύνθεση από άλλους δικαστές. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε χίλια πεντακόσια (1500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 22 Φεβρουαρίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 4 Μαρτίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ