390/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Ιανουαρίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 2-3-1999, 12-9-2000 κύριες αγωγές και τις από 20-5-1999 και 1-12-2000 παρεμπίπτουσες αγωγές, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αιγίου και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 237/2001 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 90/2005 οριστική του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 16 Μαϊου 2005 αίτησή του.
Legislator headnote
AI generated390/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Από τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 του ν. 489/1976 (ΦΕΚ Α΄ 331) ορίζεται, ότι "Η ασφάλιση πρέπει να καλύπτει την αστική ευθύνη του κυρίου, του κατόχου και κάθε οδηγού ή προστηθέντος για την οδήγηση ή υπευθύνου του ασφαλισμένου αυτοκινήτου. Εξαιρείται η αστική ευθύνη των προσώπων που επελήφθησαν του αυτοκινήτου με κλοπή ή βία και αυτών που προκάλεσαν το ατύχημα εκ προθέσεως".
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 390 / 2007 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 390/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ΄ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κρητικό, Αντιπρόεδρο, Αχιλλέα Νταφούλη, Ελένη Μαραμαθά, Πλαστήρα Αναστασάκη και Αντώνιο Παπαθεοδώρου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Ιανουαρίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ...., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Βεζυργιάννη.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΤΙΚΗ ΑΕΕΓΑ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αντώνιο Δροσόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 2-3-1999, 12-9-2000 κύριες αγωγές και τις από 20-5-1999 και 1-12-2000 παρεμπίπτουσες αγωγές, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αιγίου και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 237/2001 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 90/2005 οριστική του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 16 Μαϊου 2005 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελένη Μαραμαθά, ανέγνωσε την από 8 Μαϊου 2006 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στην σύνθεση του Δικαστηρίου τούτου, Αρεοπαγίτη Δημητρίου Δαλιάνη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
I. Από τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 του ν. 489/1976 (ΦΕΚ Α΄ 331) ορίζεται, ότι "Η ασφάλιση πρέπει να καλύπτει την αστική ευθύνη του κυρίου, του κατόχου και κάθε οδηγού ή προστηθέντος για την οδήγηση ή υπευθύνου του ασφαλισμένου αυτοκινήτου. Εξαιρείται η αστική ευθύνη των προσώπων που επελήφθησαν του αυτοκινήτου με κλοπή ή βία και αυτών που προκάλεσαν το ατύχημα εκ προθέσεως".
Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι : α) η αστική ευθύνη του οδηγού καλύπτεται ανεξάρτητα από το αν αυτός είναι ιδιοκτήτης ή κάτοχος ή κάτοχος ή αντισυμβαλλόμενος στη σύμβαση ασφαλίσεως, β) ο ασφαλιστής υποχρεούται να αποζημιώσει τον παθόντα τρίτο από ατύχημα προκληθέν από οδηγό που είναι διαφορετικό πρόσωπο από τον ιδιοκτήτη ή τον αντισυμβαλλόμενο, γ) εάν ο οδηγός που είναι διαφορετικό πρόσωπο από τον ιδιοκτήτη ή τον αντισυμβαλλόμενο αποκαταστήσει ο ίδιος τη ζημία του τρίτου, δύναται να αξιώσει από τον ασφαλιστή, όσα κατέβαλε στον τρίτο και δ) ο τρίτος οδηγός υπόκειται στα νόμιμα ή συμβατικά βάρη που ισχύουν για το λήπτη της ασφαλίσεως, όπως τούτο συνάγεται από το συνδυασμό της ως άνω διατάξεως με τις διατάξεις των άρθρων 12 και 13 της Κ4/585/1978 ΑΥΕ, που αναφέρονται ρητά στον αντισυμβαλλόμενο και τον ασφαλισμένο.
Τέτοια είναι και η περίπτωση του λόγου απαλλαγής του ασφαλιστή που προβλέπεται από το άρθρο 25 περ. 8 της άνω ΑΥΕ ο οποίος αληθώς αποτελεί καλυμμένο ασφαλιστικό βάρος που σημαίνει ότι για την επέλευση της προβλεπόμενης κυρώσεως, δηλαδή απαλλαγή του ασφαλιστή προϋποτίθεται υπαιτιότητα του βαρυνόμενου.
Δηλαδή και ο οδηγός που είναι διαφορετικό πρόσωπο από τον ιδιοκτήτη του ασφαλισμένου αυτοκινήτου ή το λήπτη της ασφαλίσεως οφείλει να μη οδηγεί το αυτοκίνητο υπό την επίδραση οινοπνεύματος ή τοξικών ουσιών κατά τους όρους του άρθρου 42 του ΚΟΚ (ν. 2094/1992 ως εκ του χρόνου του ατυχήματος), η υπαίτια δε παράβαση του ως άνω ασφαλιστικού βάρους από τον οδηγό συνεπάγεται την απαλλαγή του ασφαλιστού έναντι αυτού, χωρίς να απαιτείται να έχει ο οδηγός την ιδιότητα του προστηθέντος στην οδήγηση του αυτοκινήτου, ούτε να έχει αυτός (οδηγός) υπογράψει το ασφαλιστήριο συμβόλαιο που περιέχει την προβλέπουσα την απαλλαγή του ασφαλιστή ρύθμιση του ως άνω άρθρου (25 περ. 8 της Κ4/585/1978 Α.Υ.Ε.) αφού αρκεί όπως προαναφέρθηκε μόνη η ιδιότητα του οδηγού σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 του ν. 489/1976, ούτε, τέλος απαιτείται ο οδηγός που είναι πρόσωπο διαφορετικό ή το λήπτη της ασφάλισης να τελεί σε γνώση του ως άνω ασφαλιστικού βάρους.
Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση το Εφετείο, σχετικά με τις από 20.5.1999 και 1.12.2000 παρεμπίπτουσες αγωγές εξ αναγωγής της ήδη αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρίας δέχθηκε τα ακόλουθα : Στις 23.3.1997 και περί ώρα 03.50΄ στη νέα Εθνική οδό ...., το ..... Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο οδηγούμενο από τον ήδη αναιρεσείοντα με συνεπιβαίνουσα στη θέση του συνοδηγού την ...., ανετράπη, με συνέπεια τον τραυματισμό της τελευταίας.
Αποκλειστικώς υπαίτιος για την πρόκληση του ατυχήματος είναι ο οδηγός, η αμελής συμπεριφορά του οποίου έχει ως γενεσιουργό λόγο το γεγονός ότι ευρίσκετο σε κατάσταση μέθης, αφού στο αίμα του ανιχνεύθηκε ποσότητα αλκοόλης 1,47ο/οο. Στην επέλευση του τραυματισμού της συνυπαίτια κατά ποσοστό 20% είναι η ως άνω επιβαίνουσα, η οποία δέχθηκε να επιβιβασθεί στο αυτοκίνητο, γνωρίζοντας ότι ο οδηγός τελούσε υπό την επίδραση οινοπνεύματος και ότι, ως εκ τούτου, ήταν ανίκανος για ασφαλή οδήγηση.
Το εν λόγω αυτοκίνητο ήταν ασφαλισμένο, από 1-4-1996 έως 1-4-1997 για ζημίες τρίτων από την κυκλοφορία του, στην αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρία, με βάση το 846572 ασφαλιστήριο έγγραφο, που είχε καταρτισθεί μεταξύ του κυρίου του αυτοκινήτου, ..... (πατέρα του αναιρεσείοντος οδηγού) και της αναιρεσίβλητης. Σύμφωνα με τον 10ο όρο του ασφαλιστηρίου εξαιρέθηκαν ρητώς από την ασφαλιστική κάλυψη οι ζημίες που θα προκαλούντο από το εν λόγω αυτοκίνητο, ο οδηγός του οποίου θα τελούσε υπό την επίδραση οινοπνεύματος κατά την έννοια και τις προϋποθέσεις του άρθρου 42 του Κ.Ο.Κ.
και ανεξαρτήτως του αν η παράβαση αυτή συνετέλεσε στην πρόκληση του ατυχήματος. Κατόπιν αυτών το εφετείο δέχθηκε τις από 10-12-2002 και 10-4-2003 εφέσεις της αναιρεσίβλητης και του αναιρεσείοντος αντιστοίχως, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και, κατά μερική αποδοχή των από 2-3-1999 και 12-9-2000 αγωγών της τραυματισθείσας ....
κατά του αναιρεσείοντος και αναιρεσίβλητης, επεδίκασε στην πρώτη (ενάγουσα) ως αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση τα αναφερόμενα στην απόφασή του χρηματικά ποσά, ακολούθως δε, κατ' αποδοχή των από 20-5-1999 και 1-12-2000 παρεμπιπτουσών αγωγών εξ αναγωγής της αναιρεσίβλητης κατά του αναιρεσείοντος, ανεγνώρισε την υποχρέωση του αναιρεσείοντος να καταβάλει στην αναιρεσίβλητη κάθε ποσό που η τελευταία, σε εκτέλεση της προσβαλλόμενης αποφάσεως, θα καταβάλει στην άνω παθούσα.
Με το να δεχθεί, βάσει των άνω παραδοχών, τις παρεμπίπτουσες αγωγές, το εφετείο δεν παρεβίασε, με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή, τις προαναφερθείσες διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου, ούτε αυτές των άρθρων 410-415 ΑΚ, 1 περ. β΄, 6 παρ. 1, περ. α΄, 10 παρ. 1, 11 παρ. 1 Ν. 489/1976, 361 Α.Κ., 189 και 192 του ΕμπΝ, διέλαβε δε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς χωρίς αντίφαση αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθότητα ή μη της εφαρμογής των διατάξεων αυτών.
Ειδικότερα οι παραδοχές του, ότι στο επίμαχο ασφαλιστήριο είχε περιληφθεί ο ανωτέρω όρος περί εξαιρέσεως από την ασφαλιστική κάλυψη και ότι ο αναιρεσείων οδηγούσε υπό την επίδραση οινοπνεύματος το ασφαλισμένο (ζημιογόνο) αυτοκίνητο, αρκούν για τη δέσμευση του τελευταίου από τον σχετικό όρο, χωρίς να ήταν αναγκαίο ο ίδιος να έχει υπογράψει το ασφαλιστήριο ή να έχει αποδεχθεί τον κρίσιμο όρο ή να έχει την ιδιότητα του προστηθέντος στην οδήγηση.
Δεν ήταν, ως εκ τούτου, απαραίτητη η αναφορά των στοιχείων αυτών στην απόφασή του. Η δε κρίση του, ότι ο αναιρεσείων δεσμεύεται από τον ως άνω όρο διότι τον αποδέχθηκε σιωπηρώς, είναι πλεοναστική, αφού οι προεκτεθείσες παραδοχές αρκούσαν για τη στήριξη του διατακτικού της προσβαλλόμενης αποφάσεως. Επομένως, οι περί του αντιθέτου πρώτος εκ του αριθμού 1 και δεύτερος εκ του αριθμού 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.
απορρέοντες λόγοι του αναιρετηρίου είναι αβάσιμοι. Κατά το μέρος δε με το οποίο καταλογίζεται στην προσβαλλόμενη απόφαση έλλειψη νόμιμης βάσεως, σχετικώς με την παραδοχή περί σιωπηρής από τον αναιρεσείοντα αποδοχής του προαναφερθέντος όρου, ο δεύτερος λόγος είναι αλυσιτελής, διότι η παραδοχή αυτή, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, έχει διατυπωθεί πλεοναστικώς.
ΙΙ. Με τον τρίτο λόγο του αναιρετηρίου, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθμός 1 ΚΠολΔ, ψέγεται το εφετείο ότι παρεβίασε τους περιεχόμενους στα άρθρα 173 και 200 Α.Κ. ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών, αφού, αν και διεπίστωσε την ύπαρξη κενού και ασάφειες στην κρίσιμη σύμβαση ασφαλίσεως, ως προς το ζήτημα της δεσμεύσεως ή μη του αναιρεσείοντος από τον όρο περί εξαιρέσεως από την ασφαλιστική κάλυψη, εντούτοις παρέλειψε να προσφύγει στους εν λόγω ερμηνευτικούς κανόνες, για την αποσαφήνιση του ζητήματος τούτου. Σύμφωνα όμως με τα εκτιθέμενα πιο πάνω κατά τη διερεύνηση των πρώτου και δεύτερου λόγων, η κρίση του εφετείου περί σιωπηρής αποδοχής του ανωτέρω όρου από τον αναιρεσείοντα είναι πλεοναστική, καθόσον για τη δεσμευτικότητα του όρου τούτου έναντι του αναιρεσείοντος αρκούσε η παραδοχή ότι ο όρος αυτός έχει διατυπωθεί ρητώς στη σύμβαση ασφαλίσεως που καταρτίσθηκε μεταξύ της αναιρεσίβλητης και του κυρίου του ζημιογόνου αυτοκίνητο.
Συνεπώς ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αλυσιστελής, αφού η ως άνω αιτιολογία ως πλεοναστική, δεν ασκεί επιρροή στο διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως.
Κατ΄ ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο ηττώμενος αναιρεσείων στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 16 Μαΐου 2005 αίτηση του .... για αναίρεση της 90/2005 αποφάσεως του Εφετείου Πατρών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης το ποσό της οποίας ορίζει σε χίλια εκατόν εβδομήντα (1.170) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 31 Ιανουαρίου 2007. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Φεβρουαρίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ