Legislator Case Law & Legislation
38/2024 AI generated

Supreme Court allows appeal against labor court decision on foreign service allowance increases for diplomats with children.

Case Number 38/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece partially allowed the State's appeal against a final labor court judgment awarding foreign service allowance increases to a diplomat. The State argued that prior decisions established res judicata regarding the non-applicability of specific reduction laws to the diplomat's allowance. The court rejected this claim, ruling that the specific conditions for the allowance increase do not constitute res judicata. Consequently, the appealed decision was annulled, and the case was remitted for further trial.

Legislator headnote

AI generated

Articles 663 et seq. of the Code of Civil Procedure; The determination of eligibility conditions and the specific amount of foreign service allowance increases for diplomats with children does not constitute res judicata, allowing for a new legal assessment of applicable reduction laws.

Keywords

AI generated
foreign service allowance diplomat children res judicata labor court appeal allowance reduction laws Supreme Court annulment remittal for retrial

Cited Legislation

AI generated
Articles 663 et seq. of the Code of Civil Procedure
Article 580 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 1 paragraph 4 of Law 4335/2015
Articles 4 paragraph 1 and 20 paragraph 1 of Law 4831/2021
Articles 176, 183 and 191 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 22 of Law 3693/1957
Article 1 paragraph 9 of Law 4335/2015

Cited Case Law

AI generated
Case 2024/2014 of the Supreme Court
Case 713/2017 of the Athens Court of First Instance
Case 4884/2020 of the Athens Court of First Instance
Case 91/2020 of the Supreme Court
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 38 / 2024 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 38/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Μαριάνθη Παγουτέλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Ζώη, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Δημητρία Στρούζα-Ξένου-Κοκολέτση και Ελένη Χροναίου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 24 Ιανουαρίου 2023, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, όπως εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που εδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της Ασημίνας Δημητρακοπούλου, πληρεξουσίας Παρέδρου του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, η οποία κατέθεσε προτάσεις Του αναιρεσίβλητου: Σ. Κ. του Ε., κατοίκου Α. Α., που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της πληρεξουσίας δικηγόρου Βασιλικής Σκορδάκη, η οποία κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9-4-2014 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 2010/2019 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 1927/2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί το αναιρεσείον με την από 22-6-2022 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Ελένη Χροναίου.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟΝ ΝΟΜΟ Με την κρινόμενη από 22-06-2022 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης στη Γραμματεία του εκδόσαντος την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση Δικαστηρίου 4923/551/23-06-2022 και του παρόντος Δικαστηρίου 1671/2022 αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η εκδοθείσα, κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων και κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών (άρθρα 663 επ.

του ΚΠολΔ), με αριθμό 1927/2022 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Με την προσβαλλόμενη απόφαση του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, έγινε τυπικά δεκτή η, από 22-11-2019 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 103116/8185/25-11-2019 έφεση του εναγομένου - εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος, κατά της με αριθμό 2010/2019 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, το οποίο είχε δεχθεί, ως βάσιμη κατ' ουσίαν, την από 29-04-2014 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 52237/1455/29-04-2014 αγωγή, με αντικείμενο την επιδίκαση στον ενάγοντα - εφεσίβλητο και ήδη αναιρεσίβλητο των προσαυξήσεων, λόγω οικογενειακών βαρών (επίδομα τέκνων), επί του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής, για το από 01-05-2012 έως 30-04-2014 χρονικό διάστημα υποχρεώνοντας το εναγόμενο να καταβάλει στον ενάγοντα, το συνολικό χρηματικό ποσό των τριάντα οκτώ χιλιάδων πεντακοσίων ενενήντα δύο (38.592,00) ευρώ, με το νόμιμο τόκο 6% ετησίως από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση.

Στη συνέχεια, δε, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, δέχθηκε κατ' ουσίαν την έφεση αυτή, ως προς τις διατάξεις περί επιδίκασης τόκων εις βάρος του εναγομένου και των δικαστικών εξόδων, εξαφάνισε στο σύνολό της, για την ενότητα της εκτέλεσης, την ως άνω εκκληθείσα οριστική απόφαση του πρωτοδίκως δικάσαντος δικαστηρίου και, αφού κράτησε την υπόθεση, δέχθηκε εν μέρει την ένδικη αγωγή, ως βάσιμη κατ' ουσίαν και υποχρέωσε το εναγόμενο να καταβάλει στον ενάγοντα το ίδιο ως άνω, πρωτοδίκως επιδικασθέν, χρηματικό ποσό, με τον νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, με επιτόκιο 6% ετησίως έως την 30-04-2019 και, σύμφωνα με όσα ορίζει η διάταξη του άρθρου 45 παρ. 1 του ν. 4607/2019, από την 01-05-2019 και εφεξής και συμψήφισε στο σύνολό τους τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων, αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας, επικυρώνοντας κατά τα λοιπά, την απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου.

Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553 556, 558, 564 παρ. 1, 566 παρ. 1 και 144 του ΚΠολΔ) στις 23-06-2022, ήτοι εντός της νόμιμης προθεσμίας των τριάντα (30) ημερών, από την επίδοση στις 27-05-2022, με την επιμέλεια του αναιρεσιβλήτου, της προσβαλλόμενης απόφασης (βλ. την σχετική επισημείωση του αρμοδίου δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Ζώη Φ.

Αργύρη, επί του αντιγράφου της απόφασης αυτής). Είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί, περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και την βασιμότητα του διαλαμβανομένου σε αυτή μοναδικού λόγου αναίρεσης (άρθρο 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ).

Στο άρθρο 155 του κυρωθέντος με το άρθρο πρώτο του νόμου 3566/2007 (ΦΕΚ Α' 117) Κώδικα Περί Οργανισμού του Υπουργείου Εξωτερικών, όπως η παρ. 4 αυτού συμπληρώθηκε με το άρθρο 41 παρ. 38 εδ. α' του ν. 3712/2008 (ΦΕΚ Α' 225), ορίζονται, μεταξύ άλλων, τα εξής: "1. Ως αποδοχές των υπαλλήλων του Υπουργείου Εξωτερικών νοούνται ο βασικός μισθός, καθώς και όλα τα, κατά τις κείμενες διατάξεις, χορηγούμενα επιδόματα και προσαυξήσεις. 2.

Οι διπλωματικοί υπάλληλοι του Υπουργείου Εξωτερικών αποτελούν κλάδο με ειδικές αποδοχές, λόγω των ειδικών προσόντων, τα οποία απαιτούνται κατά την εισαγωγή τους στην υπηρεσία, των αυξημένων επαγγελματικών υποχρεώσεων και ευθυνών, κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους, καθώς και των ιδιαίτερων συνθηκών, υπό τις οποίες εκτελούν τα καθήκοντά τους... 4.

Προς αντιμετώπιση του αυξημένου κόστους ζωής στην αλλοδαπή και των ειδικών συνθηκών διαβίωσης σε κάθε χώρα, παρέχεται σε ευρώ, ή συνάλλαγμα, πέραν των αποδοχών, που αναφέρονται στην παράγραφο 1 και επίδομα υπηρεσίας στην αλλοδαπή, αναλόγως του κλάδου και του βαθμού. Το επίδομα αυτό προσαυξάνεται αναλόγως των ποσοστών, που ορίζονται εκάστοτε με την προβλεπόμενη στην παράγραφο 5 κοινή υπουργική απόφαση, για τα οικογενειακά βάρη και τη στέγαση.

Τα ανωτέρω ποσά που καταβάλλονται, απαλλάσσονται από κάθε υπέρ του Δημοσίου... κράτηση ή οποιαδήποτε άλλη επιβάρυνση... 5. Το ανωτέρω επίδομα καθορίζεται, για τους με πρεσβευτικό βαθμό υπαλλήλους του Υπουργείου Εξωτερικών, με κοινή απόφαση των Υπουργών Εξωτερικών και Οικονομίας και Οικονομικών, λαμβανομένων υπόψη των πινάκων των Ηνωμένων Εθνών και της Ευρωπαϊκής 'Ενωσης, για το κόστος ζωής στις πρωτεύουσες όλου του κόσμου.

Για τους λοιπούς υπαλλήλους, καθορίζεται με όμοια απόφαση, σε ποσοστό επί αυτού, το οποίο είχε καθορισθεί για τους υπαλλήλους με πρεσβευτικό βαθμό. Η ως άνω υπουργική απόφαση επιτρέπεται να έχει αναδρομική ισχύ. 6. Το επίδομα υπηρεσίας στην αλλοδαπή αναπροσαρμόζεται σε περίπτωση ουσιώδους μεταβολής είτε της ισοτιμίας του συναλλάγματος προς το τοπικό νόμισμα ή το ευρώ, είτε της αγοραστικής αξίας τούτων, με βάση επίσημα στοιχεία.

Με κοινή υπουργική απόφαση των Υπουργών Εξωτερικών και Οικονομίας και Οικονομικών, που εκδίδεται μετά από γνώμη επιτροπής... καθορίζεται το ποσοστό της αναφερόμενης στο προηγούμενο εδάφιο αναπροσαρμογής του επιδόματος". Όπως έχει κριθεί, υπό το προϋφιστάμενο, αντιστοίχων ρυθμίσεων, νομοθετικό καθεστώς (άρθρο 131 παρ. 1 του Οργανισμού Υπουργείου Εξωτερικών, που είχε κυρωθεί με το ν. 419/1976, άρθρο 135 παρ. 4 και 5 του νέου Οργανισμού Υπουργείου Εξωτερικών, που κυρώθηκε με το ν. 2594/1998), το επίδομα αλλοδαπής θεσπίσθηκε για τους υπαλλήλους του Υπουργείου Εξωτερικών, στους οποίους περιλαμβάνεται και το βοηθητικό προσωπικό, προκειμένου να αντιμετωπισθεί η διαφορά κόστους ζωής και οι ειδικές συνθήκες διαβίωσης σε κάθε χώρα, αναλόγως του κλάδου, στον οποίο ανήκει ο υπάλληλος, του βαθμού, τον οποίο κατέχει και του κόστους ζωής του τόπου, στον οποίο υπηρετεί.

Το επίδομα αυτό προσαυξάνεται και λόγω των οικογενειακών βαρών (με την Φ. 083-58/11-3-1988 Κοινή Απόφαση των Υπουργών Προεδρίας της Κυβέρνησης, Εξωτερικών και Οικονομικών, ΦΕΚ 177Β, ορίσθηκε ότι το επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής αυξάνεται, κατά ποσοστό 6%, στο επίδομα του πρέσβη για κάθε παιδί, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 11 του ν. 1505/1984 ενώ με την 2001800/185/0022/17-3-1993 Κ.Υ.Α.

των Υπουργών Εξωτερικών και Οικονομικών, ΦΕΚ Β' 153/17.03.1993, που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 25 παρ. 2 του Ν. 1884/1990, τροποποιήθηκε η παραπάνω παράγραφος Ε' της Φ 083-58/1988 ΚΥΑ και ορίσθηκε ότι το εν λόγω επίδομα αυξάνεται, κατά ποσοστό 6%, στο επίδομα του πρέσβη για κάθε παιδί ηλικίας έως 6 ετών, κατά ποσοστό 8%, για κάθε παιδί ηλικίας 7 έως 12 ετών και κατά ποσοστό 14% για κάθε παιδί ηλικίας 13 έως 18 ετών ή 24 ετών, εφόσον, στην τελευταία περίπτωση, αποδεδειγμένα φοιτούν σε Ανώτερα ή Ανώτατα Εκπαιδευτικά Ιδρύματα, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 11 του ν. 1505/1984 ποσοστά, που αυξήθηκαν από 1.1.2001 σε 8%, 12% και 16%, αντιστοίχως, δυνάμει της με αριθμό 083/ΕΥΑ/ΑΣ 11254/22-1-2001 Κ.Υ.Α, ΦΕΚ Β' 390/2001 και, μετά την κατάργησή της, δυνάμει της με αριθ. 2/19609/0022/14-4-2006 Κ.Υ.Α., ΦΕΚ Β' 553/2006), η προσαύξηση δε αυτή αποτελεί αναγκαίο παρακολούθημα του βασικού επιδόματος αλλοδαπής.

Το εν λόγω επίδομα, ενόψει ακριβώς της φύσης και του ανωτέρω σκοπού, για τον οποίο θεσπίσθηκε, δηλαδή προς κάλυψη των δαπανών, στις οποίες υποβάλλονται οι υπηρετούντες στην αλλοδαπή υπάλληλοι, λόγω της υπηρεσίας, που τους έχει ανατεθεί, έχει χαρακτήρα αποζημιωτικό και χορηγείται επιπλέον των καταβαλλομένων στον υπάλληλο αποδοχών, στις οποίες περιλαμβάνεται και η αποτελούσα προσαύξηση του μισθού των διπλωματικών υπαλλήλων οικογενειακή παροχή του άρθρου 47 παρ.

Α' περιπ. 4 του ν. 3205/2003. Περαιτέρω, το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, μετά τη διαπίστωση ότι στην Ελλάδα υπήρχε υπερβολικό έλλειμμα, εξέδωσε στις 16-02-2010, την 2010/182/ΕΕ (EE L 83) απόφασή του, με την οποία απηύθυνε, κατ' εφαρμογή του άρθρου 126 παρ. 9, σε συνδυασμό με το άρθρο 136 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Σ.Λ.Ε.Ε.) ειδοποίηση προς την Ελλάδα, για τη λήψη μέτρων για τη μείωση του ελλείμματος, μεταξύ δε των μέτρων περιλαμβανόταν και η μείωση του μισθολογικού κόστους του Δημοσίου.

Επακολούθησε η δημοσίευση, στις 15-3-2010, του ν. 3833/2010 "Προστασία της εθνικής οικονομίας - Επείγοντα μέτρα για την αντιμετώπιση της δημοσιονομικής κρίσης" (Α' 40), με τον οποίο ελήφθησαν διάφορα μέτρα, με σκοπό, όπως αναφέρεται στην οικεία αιτιολογική έκθεση, την "αντιμετώπιση των πρωτόγνωρων δυσμενών οικονομικών συνθηκών και της μεγαλύτερης δημοσιονομικής κρίσης των τελευταίων δεκαετιών, η οποία είχε κλονίσει την αξιοπιστία της χώρας, έχει προκαλέσει μεγάλες δυσκολίες στην προσπάθεια κάλυψης των δανειακών αναγκών της και απειλούν σοβαρά την Εθνική Οικονομία".

Μεταξύ δε των ληφθέντων μέτρων, περιλαμβανόταν η μείωση των αποδοχών των υπηρετούντων, με οποιαδήποτε σχέση εργασίας, στο στενό ή ευρύτερο δημόσιο τομέα (άρθρο 1), αναδρομικά από 1-1-2010 (άρθρα 20 παρ. 1 και 1 παρ. 9) και η θέσπιση νέου ορίου στις συνολικές αποδοχές και πρόσθετες αμοιβές ή απολαβές όλων των εργαζομένων στο δημόσιο τομέα (άρθρο 2).

Ειδικότερα, στο άρθρο 1 του νόμου αυτού ορίσθηκαν, μεταξύ άλλων, τα εξής: "... 2. Τα πάσης φύσεως επιδόματα, αποζημιώσεις και αμοιβές γενικά, καθώς και τα με οποιαδήποτε άλλη ονομασία οριζόμενα και από οποιαδήποτε γενική ή ειδική διάταξη προβλεπόμενα των λειτουργών και υπαλλήλων του Δημοσίου, των Ν.Π.Δ.Δ. και των Ο.Τ.Α.

των μόνιμων στελεχών των Ενόπλων Δυνάμεων και αντιστοίχων της Ελληνικής Αστυνομίας, καθώς και του Πυροσβεστικού και Λιμενικού Σώματος, μειώνονται κατά ποσοστό δώδεκα τοις εκατό (12%)... 3. Από τη μείωση της προηγούμενης παραγράφου εξαιρούνται τα επιδόματα, που προβλέπονται στις παρακάτω διατάξεις, όπως ισχύουν κάθε φορά:

α) οικογενειακής παροχής... β) χρόνου υπηρεσίας... γ) εφημεριών... δ) ραδιενέργειας... ε) ειδικής απασχόλησης... στ) ειδικών συνθηκών εργασίας... ζ) επικίνδυνης εργασίας... η) καταδυτικού... θ) αναπηρίας και κινδύνου... ι) μεταπτυχιακών σπουδών... ια) αποφοίτων Εθνικής Σχολής δημόσιας Διοίκησης... και αποφοίτων Εθνικής Σχολής Τοπικής Αυτοδιοίκησης), ιβ) κινήτρου απόδοσης...

ιγ) ειδικής αποζημίωσης... καθώς και αυξημένης επιχειρησιακής ετοιμότητας μονάδων. Στη συνέχεια, στις 3-5-2010, υπεγράφη "Μνημόνιο Συνεννόησης" μεταξύ της Ελληνικής Δημοκρατίας και της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, ενεργούσας για λογαριασμό των κρατών - μελών της Ευρωζώνης. Το μνημόνιο αυτό προσαρτήθηκε, ως παράρτημα, στο ν. 3845/2010 "Μέτρα για την εφαρμογή του μηχανισμού στήριξης της ελληνικής οικονομίας από τα κράτη - μέλη της Ευρωζώνης του ευρώ και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο" (Α' 65/6-5-2010).

Με το νόμο αυτό θεσπίσθηκαν μέτρα προς εφαρμογή του εξαγγελθέντος οικονομικού προγράμματος (άμεση μείωση του λογαριασμού μισθοδοσίας του δημόσιου τομέα), μεταξύ δε των μέτρων αυτών περιελήφθη και η περαιτέρω μείωση, κατά ποσοστό 8%, των αμοιβών των υπαλλήλων του Δημοσίου. Ειδικότερα, με τις διατάξεις του άρθρου τρίτου του, ως άνω, νόμου 3845/2010, που άρχισαν να ισχύουν από 01-06-2010, ορίσθηκαν, μεταξύ άλλων, τα εξής: "1.

Τα πάσης φύσεως επιδόματα, αποζημιώσεις και αμοιβές γενικά, καθώς και τα με οποιαδήποτε άλλη ονομασία οριζόμενα και από οποιαδήποτε γενική ή ειδική διάταξη προβλεπόμενα των λειτουργών και υπαλλήλων των φορέων της παραγράφου 2 του άρθρου 1 του ν. 3833/2010... μειώνονται, κατά ποσοστό οκτώ τους εκατό (8%). 2. Από τη μείωση της προηγούμενης παραγράφου εξαιρούνται τα επιδόματα που προβλέπονται στην παράγραφο 3 του άρθρου 1 του ν. 3833/2010, όπως τροποποιήθηκε και ισχύει...".

Όπως συνάγεται από τη γραμματική διατύπωση των προαναφερομένων διατάξεων του άρθρου 1 παρ. 2 του ν. 3833/2010 και του άρθρου τρίτου παρ. 1 του ν. 3845/2010 (αναφερομένων σε "πάσης φύσεως επιδόματα, αποζημιώσεις και αμοιβές γενικά" και στα "με οποιαδήποτε άλλη ονομασία οριζόμενα και από οποιαδήποτε γενική ή ειδική διάταξη προβλεπόμενα"), καθώς και από τον επιδιωκόμενο με τις διατάξεις αυτές σκοπό, που συνίστατο, κατά τα προεκτεθέντα, στην άμεση αντιμετώπιση της έκτακτης και εξαιρετικά δυσμενούς οικονομικής κατάστασης της Χώρας και στη δημοσιονομική εξυγίανσή της, οι προβλεπόμενες, στις διατάξεις αυτές, ποσοστιαίες μειώσεις αφορούν, αδιακρίτως, όλα τα επιδόματα και τις αποζημιώσεις και αμοιβές, που χορηγούντο στους εν ενεργεία λειτουργούς και υπαλλήλους του Δημοσίου.

Εξαιρούνται δε μόνο τα επιδόματα που ρητώς αναφέρονται στην παράγραφο 3 του άρθρου 1 του ν. 3833/2010, στις ρυθμίσεις της οποίας παρέπεμψε και η παράγραφος 2 του άρθρου τρίτου του ν. 3845/2010. Επομένως, στο πεδίο εφαρμογής των παραπάνω διατάξεων, περί ποσοστιαίων μειώσεων των αποδοχών εμπίπτει, κατά το γράμμα των διατάξεων αυτών, αλλά και ενόψει του σκοπού τους και το προβλεπόμενο στο άρθρο 155 του ν. 3566/2007 επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής.

Τούτο, δε, διότι το εν λόγω επίδομα, παρά τον αποζημιωτικό του χαρακτήρα, κατά τα προαναφερόμενα βαρύνει, πάντως, και αυτό, τον κρατικό προϋπολογισμό, καταβαλλόμενο, ως πρόσθετη παροχή, για την υπηρεσία του ευρισκομένου στην αλλοδαπή υπαλλήλου και, επιπλέον, δεν περιλαμβάνεται στα ρητώς εξαιρούμενα από το πεδίο εφαρμογής των παραπάνω διατάξεων επιδόματα.

Κατά την έννοια, δηλαδή, των διατάξεων αυτών, ενόψει της αδιάστικτης διατύπωσης και του σκοπού τους, το ζήτημα της φύσης των καταβαλλόμενων επιδομάτων δεν είναι κρίσιμο για την υπαγωγή αυτών στη γενική ως άνω ρύθμιση περί μείωσης των αποδοχών. Εξάλλου, και η προσαύξηση του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής λόγω τέκνων, η οποία δεν αποτελεί, κατά τα προεκτεθέντα, ξεχωριστό επίδομα, αλλά αναγκαίο παρακολούθημα του βασικού επιδόματος αλλοδαπής, δεν εντάσσεται, ούτε αυτή, στην ειδικότερη έννοια της οικογενειακής παροχής, που ρητώς εξαιρείται από τις επίμαχες μειώσεις των νόμων 3833/2010 και 3845/2010.

Περαιτέρω, η συναγόμενη βούληση του νομοθέτη να συμπεριλάβει και το επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής, στις ρυθμίσεις των παραπάνω νόμων, περί ποσοστιαίας μείωσης των εν γένει αποδοχών, δεν έρχεται σε αντίθεση με τις διατάξεις των παραγράφων 5 και 6 του άρθρου 155 του ν. 3566/2007, με τις οποίες θεσπίζεται ειδική διαδικασία καθορισμού και αναπροσαρμογής του προβλεπόμενου, στο άρθρο αυτό, επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής, όπως προεκτέθηκε.

Τούτο, δε, διότι το θεσπισθέν, με τις προαναφερόμενες διατάξεις των νόμων 3833/2010 και 3845/2010, μέτρο των ποσοστιαίων μειώσεων των εν γένει αποδοχών των λειτουργών και υπαλλήλων του Δημοσίου, είναι γενικό και δεν αποκλείει την παράλληλη εφαρμογή ειδικών νομοθετικών ρυθμίσεων. Επίσης, οι εν λόγω ρυθμίσεις, εφόσον συνεπάγονται μείωση και όχι στέρηση των αποδοχών και επιδομάτων τούτο δε προς εξυπηρέτηση σκοπών, που συνιστούν λόγους δημόσιου συμφέροντος, δεν παραβιάζουν την, κατά το άρθρο 5 παρ. 1 του Συντάγματος, αρχή της οικονομικής ελευθερίας ούτε το άρθρο 8 της Ε.Σ.Δ.Α.

και το προστατεύον την ανθρώπινη αξία άρθρο 2 παρ. 1 του Συντάγματος, ούτε το άρθρο 4 παρ. 5 του Συντάγματος, σύμφωνα με το οποίο οι Έλληνες πολίτες συνεισφέρουν, χωρίς διακρίσεις, στα δημόσια βάρη, ανάλογα με τις δυνάμεις τους και δεν αντίκεινται στο άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α., στην κατοχυρωμένη από το άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος αρχή της αναλογικότητας, καθώς και στην απορρέουσα, από το άρθρο 2 του Συντάγματος, αρχή της προστατευόμενης εμπιστοσύνης του πολίτη προς το Κράτος, δοθέντος ότι δεν κατοχυρώνεται από καμία συνταγματική ή άλλη διάταξη δικαίωμα ορισμένου ύψους αποδοχών (ΣτΕ Ολομ. 668/2012, ΣτΕ 1368/2021).

Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 1, εδαφ. α' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα, με τη μορφή του διατακτικού (Ολ.

Α.Π. 5/2021, Ολ. Α.Π. 1/2016, Ολ. Α.Π. 2/2013, Ολ. Α.Π. 7/2006). Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας, κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση, κ.λ.π., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.

Α.Π. 27/1998), καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου, κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία, δε, περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά, που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (Α.Π. 19/2020, Α.Π. 381/2019, Α.Π. 319/2017, Α.Π. 130/2016, Α.Π. 1420/2013).

Στην προκειμένη περίπτωση, από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, τα οποία επισκοπεί ο Άρειος Πάγος (άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ), προκύπτουν τα ακόλουθα: Ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος, στην από 29-04-2014 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 52237/1455/29-04-2014 αγωγή του, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, εξέθετε ότι προσελήφθη την 08-01-1996 από το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, που υπογράφηκε μεταξύ αυτού και του Διευθύνοντος το Γενικό Προξενείο της Ελλάδος στο Α., που εκπροσώπησε το Ελληνικό Δημόσιο, προκειμένου να εργαστεί, ως κλητήρας, στο Γενικό Προξενείο της Ελλάδος στο Α..

Ότι, αν και είναι έγγαμος και πατέρας δύο (2) ανηλίκων τέκνων, που γεννήθηκαν την 09-08-2002 και 12-08-2005 αντιστοίχως, το εναγόμενο αρνείται παράνομα και αντισυμβατικά να του καταβάλει την προσαύξηση λόγω τέκνων, υπολογιζόμενη επί του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής του Έλληνα Πρέσβη στην Α., ισχυριζόμενο ότι αυτή καταβάλλεται μόνο στους μόνιμους υπαλλήλους του.

Ότι η άρνησή του αυτή, αντίκειται στο περιεχόμενο της εργασιακής του σύμβασης και είναι παράνομη, αφού αντίκειται αφενός στις διατάξεις των άρθρων 131 του ν. 419/1976, 135 του ν. 2594/1998 και 155 του ν. 3566/2007, που κύρωσαν τους παλαιούς και νέο αντίστοιχα Οργανισμούς του Υπουργείου Εξωτερικών, αφετέρου στις διατάξεις της Διεθνούς Συμβάσεως Εργασίας "Περί ισότητας αμοιβής μεταξύ αρρένων και θηλέων εργαζομένων δι' εργασίαν ίσης αξίας" (άρθρο 100) στο άρθρο 119 της Συνθήκης της Ε.Κ., καθώς και στις διατάξεις 4 και 22 του Συντάγματος ενώ υφίσταται και δεδικασμένο, ως προς το ότι αυτός δικαιούται να λαμβάνει το εν λόγω επίδομα, που απορρέει από τη με αριθμό 2310/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε επί της από 22-06-2004 προγενέστερης αγωγής του κατά του ιδίου εναγομένου, με την οποία αυτός ζητούσε την καταβολή του εν λόγω επιδόματος, για το χρονικό διάστημα από 09-08-2002 μέχρι 30-06-2004, καθώς και από τη με αριθμό 1365/2014 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε, ακολούθως, επί μεταγενέστερης της ως άνω αγωγής του κατά του ιδίου εναγομένου, η οποία δεχόμενη το δεδικασμένο από την προαναφερόμενη απόφαση του ιδίου δικαστηρίου, του επιδίκασε το ίδιο επίδομα, για το μεταγενέστερο από 01-07-2004 έως 31-07-2007 χρονικό διάστημα.

Με βάση το ιστορικό αυτό ζήτησε, κυρίως με βάση τη σύμβαση εργασίας του και την αρχή της ίσης μεταχείρισης, επικουρικώς, δε, με βάση τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού, να υποχρεωθεί το εναγόμενο να του καταβάλει, για την παραπάνω αιτία και για το μεταγενέστερο από 01-05-2012 έως 30-04-2014 χρονικό διάστημα, το συνολικό χρηματικό ποσό των τριάντα οκτώ χιλιάδων πεντακοσίων ενενήντα δύο (38.592,00) ευρώ, με το νόμιμο τόκο που ισχύει για τους ιδιώτες από τη δήλη ημέρα καταβολής εκάστης επιμέρους μηνιαίας παροχής, άλλως από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση.

Επί της υπόθεσης αυτής, η οποία συζητήθηκε κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων και κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών (άρθρα 663 επ. του ΚΠολΔ, όπως ίσχυαν, ενόψει του χρόνου άσκησης της αγωγής, πριν από το άρθρο 1 - άρθρο τέταρτο του ν. 4335/2015 - ΦΕΚ Α' 87 / 23.07.2015 ισχύον για την ειδική αυτή διαδικασία, από 01.01.2016, κατά το άρθρο 1 - άρθρο ένατο του ν. 4335/2015), το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο εξέδωσε τη με αριθμό 2010/2019 οριστική απόφασή του, με την οποία, αφού απέρριψε, για τους διαλαμβανόμενους στην απόφαση αυτή λόγους, ως μη νόμιμη την επικουρική βάση της ένδικης αγωγής, καθώς και το παρεπόμενο αίτημα περί επιδίκασης τόκων υπερημερίας, που ισχύουν για τους ιδιώτες και δη από τότε που κάθε κονδύλιο κατέστη ληξιπρόθεσμο και απαιτητό, δέχθηκε την αγωγή, κατά την κύρια βάση αυτής, ως βάσιμη κατ' ουσίαν και υποχρέωσε το εναγόμενο να καταβάλει στον ενάγοντα το συνολικό χρηματικό ποσό των τριάντα οκτώ χιλιάδων πεντακοσίων ενενήντα δύο (38.592,00) ευρώ, με το νόμιμο τόκο υπερημερίας, εκ ποσοστού 6% ετησίως, από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση.

Στη συνέχεια, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, επιλαμβανόμενο της υπόθεσης, μετά την άσκηση της από 22-11-2019 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 103116/8185/25-11-2019 έφεσης του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, εξέδωσε την προσβαλλόμενη με αριθμό 1927/2022 τελεσίδικη απόφασή του, με την οποία δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την έφεση, ως προς τις διατάξεις περί επιδίκασης τόκων εις βάρος του εναγομένου και των δικαστικών εξόδων, εξαφάνισε στο σύνολό της, για το ενιαίο της εκτέλεσης την ως άνω εκκληθείσα οριστική απόφαση του πρωτοδίκως δικάσαντος δικαστηρίου και, αφού κράτησε την υπόθεση, δέχθηκε εν μέρει την ένδικη αγωγή, ως βάσιμη κατ' ουσίαν και υποχρέωσε το εναγόμενο να καταβάλει στον ενάγοντα το ίδιο ως άνω, πρωτοδίκως επιδικασθέν χρηματικό ποσό, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, με επιτόκιο 6% ετησίως έως την 30-04-2019 και, σύμφωνα με όσα ορίζει η διάταξη του άρθρου 45 παρ. 1 του ν. 4607/2019 από την 01-05-2019 και εφεξής, τέλος, δε, συμψήφισε στο σύνολό τους τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων, αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας, επικυρώνοντας, κατά τα λοιπά, την απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου.

Ειδικότερα, από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ) προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, δέχθηκε μετά από την εκτίμηση των προσκομισθέντων με επίκληση από τους διαδίκους αποδεικτικών στοιχείων, τα εξής ουσιώδη πραγματικά περιστατικά: "Με την υπ' αριθμ. 2310/2007 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου, που δέχθηκε την έφεση του τότε ενάγοντος - εκκαλούντος [ήδη αναιρεσιβλήτου] κατά του τότε εναγομένου - εφεσιβλήτου [ήδη αναιρεσείοντος] Ελληνικού Δημοσίου κατά της υπ' αριθμ. 1831/2005 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε απορρίψει την προγενέστερη από 22-6-2004 αγωγή του πρώτου κατά του δευτέρου, κρίθηκαν με δύναμη δεδικασμένου, τα ακόλουθα:

Ο ενάγων με την υπ' αριθμ. 055/ΣΚ/1/ΑΣ 14 πράξη πρόσληψης του Β. Μ. Δ. το Γ. Π. της Ε. στο Α. Α., προσελήφθη από το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο, στον κλάδο βοηθητικού προσωπικού, ως κλητήρας στο ως άνω Γενικό Προξενείο, στο οποίο και υπηρετεί έκτοτε, δυνάμει της από 8-1-1996 σύμβασης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, που καταρτίστηκε σε εκτέλεση της παραπάνω πράξης πρόσληψης στο Α.

Α., μεταξύ του ενάγοντος και του Β. Μ., ενεργούντος με την παραπάνω ιδιότητά του, ως εκπρόσωπος του Ελληνικού Δημοσίου, σύμφωνα με τη σχετική διάταξη του τότε ισχύοντος Οργανισμού του Υπουργείου Εξωτερικών (άρθρο 69 παρ. 4 του Ν. 419/1976). Με την προαναφερόμενη σύμβαση εργασίας ορίστηκε ότι θα καταβάλλεται στον ενάγοντα μηνιαία αποζημίωση, αντίστοιχη του μισθού Εσωτερικού κλητήρα Α' τάξης της Κεντρικής Υπηρεσίας, καθώς και το, στους υπαλλήλους του κλάδου αυτού, παρεχόμενο επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής.

Καθόλο το χρονικό διάστημα της απασχόλησής του στο εναγόμενο, ο ενάγων λάμβανε αποκλειστικά μηνιαία αποζημίωση, η οποία καθοριζόταν με υπουργικές αποφάσεις, τις οποίες ακολουθούσε η υπογραφή τροποποιητικών συμβάσεων, μεταξύ αυτού και του Προϊσταμένου του Γενικού Προξενείου στο οποίο υπηρετούσε. Έτσι, μετά την έκδοση της υπ' αριθμ.

Φ 083-0311/ας/2336/21-2-2000 Υπουργικής απόφασης, υπογράφηκε η από 6-3-2000, τροποποιητική της αρχικής, από 8-1-1996, σύμβαση, με την οποία καθορίστηκε το ύψος του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής του ενάγοντος από 1-11-1999, στο ποσό τον 2.500 δολαρίων Η.Π.Α. Ο ενάγων, καθόλο το χρονικό διάστημα της απασχόλησής του στο εναγόμενο, λάμβανε το επίδομα υπηρεσίας στην αλλοδαπή όχι, όμως, και την προσαύξηση του επιδόματος αυτού, λόγω τέκνου, αν και ήταν έγγαμος και πατέρας ενός ανηλίκου τέκνου, της Β., που γεννήθηκε την 9-8-2002, το οποίο είχε αποκτήσει από το νόμιμο γάμο του με την Ε.

Α.. Μ. βάση τις παραπάνω παραδοχές επιδικάστηκε στον ενάγοντα, ως προσαύξηση στο επίδομα υπηρεσίας στην αλλοδαπή, λόγω τέκνου, για το χρονικό διάστημα από 9-8-2002 έως 30-6-2004, το ισόποσο σε ευρώ, κατά την ημέρα καταβολής των 11.592 δολαρίων Η.Π.Α. και ειδικότερα, όπως προβλεπόταν με την 083/ΕΥΑ/ΑΣ/11254/22-1-2001 Κ.Υ.Α., ποσοστό 8% για το ανήλικο τέκνο του, ηλικίας μέχρι 6 ετών, επί του επιδόματος υπηρεσίας στην αλλοδαπή για τον Έλληνα Πρέσβη στην Α., το οποίο κατά τον ανωτέρω χρόνο ανερχόταν μηνιαίως στο ποσό των 6.300 δολαρίων Η.Π.Α.

Περαιτέρω, με την υπ' αριθμ. 1365/2014 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, που εκδόθηκε επί αντιθέτων εφέσεων των εδώ διαδίκων κατά της υπ' αριθμ. 1113/2009 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία στηριζόμενη στο δεδικασμένο, που απορρέει από την προαναφερόμενη υπ' αριθμ. 2310/2007 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, που είχε δεχθεί εν μέρει την προγενέστερη από 22-7-2007 αγωγή του ήδη ενάγοντος, κρίθηκε με δύναμη δεδικασμένου, ότι αυτός δικαιούται να λάβει την προσαύξηση, λόγω τέκνου, στο επίδομα υπηρεσίας στην αλλοδαπή και για το μεταγενέστερο χρονικό διάστημα από 1-9-2005 έως 31-7-2007 και του επιδικάστηκε, για την αιτία αυτή, το ποσό των 11.040 ευρώ, με το νόμιμο τόκο, με επιτόκιο 6% από την επίδοση της αγωγής και ειδικότερα, όπως προβλέπεται με την υπ' αριθμ. 083/ΕΥΑ/ΑΣ/11254/22-1-2004 Κ.Υ.Α.

ποσοστό 8%, για το ως άνω ανήλικο τέκνο του, ηλικίας μέχρι 6 ετών, επί του επιδόματος υπηρεσίας στην αλλοδαπή του Πρέσβη της Ελλάδας στην Α., το οποίο ανερχόταν μηνιαίως σε 6.600 ευρώ για το διάστημα μέχρι την 28-2-2005 και σε 6.000 ευρώ για το διάστημα μετά την 1-3-2005. Στη συνέχεια, με την υπ' αριθμ. 3078/2014 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, που εκδόθηκε επί αντιθέτων εφέσεων των εδώ διαδίκων, κατά της υπ' αριθμ. 2249/2010 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία στηριζόμενη στο δεδικασμένο, που απορρέει από την προαναφερόμενη υπ' αριθμ. 2310/2007 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, είχε δεχθεί εν μέρει την προγενέστερη από 10-7-2009 αγωγή του ήδη ενάγοντος, κρίθηκε με δύναμη δεδικασμένου ότι ο ενάγων, ο οποίος εν τω μεταξύ είχε αποκτήσει και δεύτερο ανήλικο τέκνο, τον Ε., που γεννήθηκε την 12-8-2005, δικαιούται να λάβει την προσαύξηση, λόγω τέκνων, στο επίδομα υπηρεσίας στην αλλοδαπή και για το μεταγενέστερο χρονικό διάστημα από 1-9-2007 έως 31-7-2009 και του επιδικάστηκε για την αιτία αυτή το ποσό των 26.199,20 ευρώ και ειδικότερα όπως προβλεπόταν με την υπ' αριθμ. 083/ΕΥΑ/ΑΣ/11254/22-1-2001 Κ.Υ.Α.

ποσοστό 8%, για το ένα ανήλικο τέκνο του (τον Ε.), ηλικίας μέχρι 6 ετών και ποσοστό 12%, για το άνω ανήλικο τέκνο του (τη Β.) ηλικίας από 7 έως 12 ετών, επί του επιδόματος υπηρεσίας στην αλλοδαπή του Πρέσβη της Ελλάδας στην Α., το οποίο ανερχόταν μηνιαίως στο ποσό των 6.180 ευρώ για το χρονικό διάστημα από 1-9-2007 έως 31-12-2007 και στο ποσό των 6.700 ευρώ για το χρονικό διάστημα μετά την 1-1-2008, τα ως άνω δε ποσά με το νόμιμο τόκο, με επιτόκιο 6% από την επίδοση της αγωγής.

Ακολούθως, με την υπ' αριθμ. 713/2017 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου που εκδόθηκε επί έφεσης του εδώ εκκαλούντος - εναγομένου κατά της υπ' αριθμ. 1894/2015 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε έως (ενν. επί) της από 3-4-2012 προγενέστερης αγωγής του ήδη εκκαλούντος, κρίθηκε με δύναμη δεδικασμένου ότι ο ενάγων δικαιούται να λάβει την προσαύξηση, λόγω τέκνων, στο επίδομα υπηρεσίας στην αλλοδαπή και για το μεταγενέστερο χρονικό διάστημα από 1-5-2010 έως 30-4-2012 και του επιδικάστηκε, για την αιτία αυτή, το ποσό των 34.411,20 ευρώ και ειδικότερα κρίθηκε ότι δικαιούται να λάβει μηνιαίως ποσοστό 8% και 12%, αντιστοίχως, για τα ανήλικα τέκνα του Ε., ηλικίας μέχρι 6 ετών και Β., ηλικίας από 7 έως 12 ετών για το χρονικό διάστημα από 1-5-2010 έως 12-8-2011 και ποσοστό 12% για καθένα από τα παραπάνω τέκνα του, ηλικίας από 7 έως 12 ετών, για το μεταγενέστερο χρονικό διάσημα από 13-8-2011 έως 30-4-2012, επί του εκάστοτε επιδόματος υπηρεσίας στην αλλοδαπή του Έλληνα Πρέσβη της Ελλάδος στην Α., το οποίο, για το επίδικο χρονικό διάστημα, ανερχόταν στο ποσό των 6.700 ευρώ μηνιαίως, όπως προκύπτει από την Κ.Υ.Α. 2/56884/0222/25-7-2008 των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Εξωτερικών (ΦΕΚ Β/147/25-7-2008).

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο ενάγων, ο οποίος εξακολουθούσε να ασκεί τα καθήκοντα του κλητήρα στο Γενικό Προξενείο της Ελλάδος στο Α., δικαιούται να λαμβάνει και για το επίδικο μεταγενέστερο χρονικό διάστημα από 1-5-2012 έως 30-4-2014 την προσαύξηση, λόγω τέκνων στο επίδομα υπηρεσίας στην αλλοδαπή, η οποία (προσαύξηση) υπολογίζεται ως ποσοστό επί του επιδόματος υπηρεσίας στην αλλοδαπή του Έλληνα Πρέσβη στην Α.

και όχι ως ποσοστό επί του επιδόματος υπηρεσίας στην αλλοδαπή, που λαμβάνει ο ίδιος ο ενάγων, ως υπάλληλος της εξωτερικής υπηρεσίας του Υπουργείου Εξωτερικών, με σύμβαση ιδιωτικού δικαίου [...]. Το δικαίωμα αυτό του ενάγοντος, πηγάζει από την ίδια έννομη σχέση, που κρίθηκε με τις προηγούμενες υπ' αριθμ. 2310/2007, 1365/2014, 3078/2014 και 713/2017 τελεσίδικες αποφάσεις του Δικαστηρίου τούτου, δεδομένου ότι, όπως αποδείχθηκε, δεν επήλθε μεταβολή του νομικού και πραγματικού καθεστώτος, κάτω από το οποίο εκδόθηκαν οι αποφάσεις αυτές, αφού, παρά τη θέσπιση νέου Οργανισμού του Υπουργείου Εξωτερικών, που κυρώθηκε με το ν. 3566/2007, το νομικό καθεστώς δεν μεταβλήθηκε, καθώς το κρίσιμο άρθρο 155 του νέου Οργανισμού, είναι ταυτόσημου περιεχομένου με το άρθρο 135 του προγενέστερου Οργανισμού (ν. 2594/1998) και δεν εισάγει διαφορετική ρύθμιση της έννομης σχέσης.

Συγκεκριμένα, ο ενάγων δικαιούται να λάβει την προσαύξηση, λόγω τέκνου, υπολογιζόμενη σε ποσοστό του επιδόματος υπηρεσίας στην αλλοδαπή του Έλληνα Πρέσβη στην Α., με βάση την προαναφερθείσα τελευταία Κ.Υ.Α., ήτοι την 083/ΕΥΑ/ΑΣ/11254/22-1-2001, η οποία έχει άμεση ισχύ, όχι μόνο επί των μονίμων υπαλλήλων του Δημοσίου, αλλά και επί των υπαλλήλων του Δημοσίου (της Εξωτερικής Υπηρεσίας του Υπουργείου Εξωτερικών) με σύμβαση ιδιωτικού δικαίου (όπως είναι και ο ενάγων), χωρίς να χρειάζεται να εκδοθεί γι' αυτούς ιδιαίτερη απόφαση του Υπουργού Εξωτερικών [...].

Επομένως, εφόσον αποδείχθηκε, όπως προαναφέρθηκε, ότι δεν επήλθε μεταβολή του πραγματικού και νομικού καθεστώτος, υπό το οποίο εκδόθηκαν οι προαναφερθείσες αποφάσεις, δημιουργείται δεδικασμένο από αυτές, που παρακωλύει την έρευνα του ζητήματος αν ο ενάγων δικαιούται την εν λόγω προσαύξηση, για το επίδικο μεταγενέστερο χρονικό διάστημα, αφού το υπό κρίση αίτημα του ενάγοντος, για το εν λόγω διάστημα, είναι το ίδιο με εκείνο των προηγουμένων αγωγών, αν και αφορούσε άλλες χρονικές περιόδους και έχει ως προϋπόθεση την ύπαρξη του δικαιώματος του ενάγοντος, που κρίθηκε σ' εκείνες τις δίκες.

Πρόκειται, δηλαδή, για την ίδια δικαιολογητική σχέση και το ίδιο νομικό ζήτημα, που αναφέρεται στις αποφάσεις που προηγήθηκαν.

Συνεπώς, ο ενάγων δικαιούται να λάβει την επίδικη προσαύξηση, λόγω τέκνων, στο επίδομα υπηρεσίας στην αλλοδαπή, υπολογιζόμενη σε ποσοστό επί του επιδόματος του Έλληνα Πρέσβη στην Α., στο επίδικο χρονικό διάστημα από 1-5-2012 έως 30-4-2014 και ανερχόμενη στο ποσό των 38.592 ευρώ ...". Συνεχίζοντας, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη απόφαση και κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, απέρριψε ως μη νόμιμο τον και πρωτοδίκως προβληθέντα ισχυρισμό του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος, τον οποίο παραδεκτώς επανέφερε με λόγο έφεσης ότι, δηλαδή, το επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής του Έλληνα Πρέσβη στην Α., καθόλο το επίδικο χρονικό διάστημα, δεν ανερχόταν στο ποσό των έξι χιλιάδων επτακοσίων (6.700,00) ευρώ μηνιαίως, όπως υπολογίστηκε από την προσβαλλομένη απόφαση αλλά ανερχόταν στο μικρότερο ποσό των πέντε χιλιάδων οκτακοσίων ενενήντα έξι (5.896,00) ευρώ μηνιαίως, αφού είχε μειωθεί κατά ποσοστό 12%, δυνάμει του άρθρου 1 παρ. 2 του Ν. 3833/2010 και, ακολούθως στο ακόμη μικρότερο ποσό των πέντε χιλιάδων τετρακοσίων είκοσι τεσσάρων ευρώ και τριάντα δύο λεπτών (5.424,32) μηνιαίως, αφού είχε μειωθεί περαιτέρω κατά ποσοστό 8%, επειδή το επίδομα αυτό δεν υπάγεται στις περιπτώσεις των επιδομάτων, που εξαιρέθηκαν από τις προαναφερόμενες μειώσεις, με αποτέλεσμα το ποσοστό 24%, επί του επιδόματος αλλοδαπής του Έλληνα Πρέσβη, που δικαιούται ως προσαύξηση επιδόματος, λόγω τέκνων, ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος, να ανέρχεται σε μικρότερο ποσό και όχι στο μεγαλύτερο εκείνο, το οποίο ζήτησε, υπολογιζόμενο σε ποσοστό επί του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής του Έλληνα Πρέσβη, όπως αυτό ίσχυε προ των άνω περικοπών, με την ακόλουθη, κατά λέξη, αιτιολογία: "...

το επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής του Έλληνα Πρέσβη, δεν αποτελεί αποδοχές, στις οποίες επιβάλλονται οι περικοπές, που προβλέπονται από τις διατάξεις του Ν. 3833/2010 και οι περαιτέρω περικοπές του Ν. 3833/2010, όπως ισχυρίζεται το εκκαλούν αλλά αποτελεί ειδικό " αποζημιωτικό " επίδομα κάλυψης εξόδων των εργαζομένων στην αλλοδαπή και ανηκόντων στην υπηρεσία του Υπουργείου Εξωτερικών υπαλλήλων του εκκαλούντος - εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου, που καταβάλλεται μόνο και για όσο χρόνο αυτοί υπηρετούν στην αλλοδαπή, το οποίο αναπροσαρμόζεται (μειώνεται ή αυξάνεται) μόνο από την ειδική επιτροπή του άρθρου 155 παρ. 6 του ισχύοντος οργανισμού του Υπουργείου Εξωτερικών (Ν. 3556/2007) και για τους περιοριστικά αναφερόμενους στις ως άνω διατάξεις λόγους, ήτοι μόνο σε περίπτωση ουσιώδους μεταβολής, είτε της ισοτιμίας του συναλλάγματος προς το τοπικό νόμισμα ή το ευρώ, είτε της αγοραστικής αξίας αυτών με βάση επίσημα στοιχεία του Ο.Η.Ε. [...]".

Με τον μοναδικό, από τον αριθμό 1 εδαφ. α' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης, το αναιρεσείον προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι το Εφετείο Αθηνών, παραβίασε ευθέως τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 2 του ν. 3833/2010 και του άρθρου τρίτου παρ. 1 του ν. 3845/2010, τις οποίες δεν εφάρμοσε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή τους.

Ειδικότερα, υποστηρίζει ότι εσφαλμένα το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, υπολόγισε την προσαύξηση, λόγω τέκνων, επί του ποσού των έξι χιλιάδων επτακοσίων (6.700,00) ευρώ, για όλο το επίδικο χρονικό διάστημα από 01-05-2012 έως 30-04-2014, στο οποίο ανερχόταν το επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής του Έλληνα Πρέσβη στην Α., δυνάμει της 2/56884/0022/25-07-2008 Κ.Υ.Α., ενώ ήδη από 01-01-2010, το επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής μειώθηκε κατά ποσοστό 12%, κατ' εφαρμογή του άρθρου 1 παρ. 2 του Ν. 3833/2010 και, στη συνέχεια, το εν λόγω επίδομα από 01-06-2010 μειώθηκε, περαιτέρω, κατά ποσοστό 8%, κατ' εφαρμογή του άρθρου 3 παρ. 1 του Ν. 3845/2010.

Σύμφωνα, με τις νομικές σκέψεις, που αναλυτικά αναπτύχθηκαν στην προεκτεθείσα μείζονα πρόταση της παρούσας ότι, δηλαδή, οι προβλεπόμενες στους νόμους 3833/2010 και 3845/2010 μειώσεις, αφορούν και το επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με το να κρίνει, με την προσβαλλόμενη απόφαση, απορριπτέο, ως μη νόμιμο, τον ισχυρισμό αυτόν του εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος, περί εφαρμογής των διατάξεων του άρθρου 1 του ν. 3833/2010 και του άρθρου τρίτου του ν. 3845/2010, όσον αφορά τον καθορισμό του ποσού του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής και, κατ' επέκταση, της προσαύξησης αυτού λόγω τέκνων, παραβίασε ευθέως τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, όσον αφορά τον καθορισμό του ποσού του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής και, κατ' επέκταση, της προσαύξησης αυτού, λόγω τέκνων, τις οποίες δεν εφάρμοσε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή τους και υπέπεσε στην πλημμέλεια από τον αριθμό 1 εδαφ.

α' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, όπως βάσιμα υποστηρίζει το αναιρεσείον με τον μοναδικό λόγο της ένδικης αίτησης αναίρεσης. Ο αναιρεσίβλητος, με τις νομότυπα κατατεθείσες προτάσεις ισχυρίζεται ότι ο ως άνω λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί, επειδή προσκρούει στο δεδικασμένο, που απορρέει από τις με αριθμούς 713/2017 και 4884/2020 αποφάσεις του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, οι οποίες, επί του ζητήματος αυτού, έκριναν ότι το ύψος του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής του Πρέσβη στην Α., δεν υπόκειται στις περικοπές των νόμων 3833/2010 και 3845/2010.

Ο ως άνω ισχυρισμός του, ως προς το ζήτημα της ύπαρξης δεδικασμένου, που πηγάζει από τις αποφάσεις αυτές, είναι αβάσιμος, διότι η κρίση του Δικαστηρίου, ως προς τις κατά νόμο προϋποθέσεις καταβολής της προσαύξησης του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής, λόγω τέκνων και ειδικότερα ως προς τις προϋποθέσεις εφαρμογής των διατάξεων των άρθρων 1 παρ. 2 και 4 του ν. 3833/2010 και του άρθρου τρίτου παρ. 1 και 3 του ν. 3845/2010 και, συνακόλουθα, ως προς το ύψος του ποσού, επί του οποίου υπολογίζεται εκάστοτε η προσαύξηση, δεν εμπίπτει στην έννοια του δεδικασμένου (πρβλ.

Α.Π. 2024/2014).

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, κατά παραδοχή ως βάσιμου του μοναδικού λόγου αναίρεσης πρέπει να αναιρεθεί, κατά το αντίστοιχο μέρος, η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, του οποίου η συγκρότηση από άλλο Δικαστή, εκτός από εκείνον, που δίκασε προηγουμένως την υπόθεση, είναι εφικτή (άρθρο 580 παρ. 3 του ΚΠολΔ, όπως το τελευταίο εδάφιο της παρ. 3 είχε τροποποιηθεί με τα άρθρα 12 παρ. 4 του ν. 4045/2012 και 65 παρ. 1 του ν. 4139/2013 και αντικαταστάθηκε εκ νέου από το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, η ισχύς του οποίου άρχισε από την 01/01/2016, κατ' άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 4 του ν. 4335/2015) Τέλος, πρέπει καταδικασθεί ο αναιρεσίβλητος, λόγω της ήττας του, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, που παρέστη και κατέθεσε προτάσεις και του οποίου η νομική εκπροσώπηση έλαβε χώρα από το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους, σύμφωνα με τα άρθρα 4 παρ. 1 και 20 παρ. 1 του Ν. 4831/2021, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτού (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ), μειωμένων, όμως, κατά το μέτρο του άρθρου 22 του Ν. 3693/1957, 52 αρ. 18 ΕισΝΚΠολΔ, σε συνδυασμό με την παρ. 1 του ίδιου άρθρου και την παρ. 2 της υπ' αριθμό 134423 οικ.

της 8.12.1992/20.1.1993 Κοινής Υπουργικής Απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ Β' 11/20-01-1993) που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 12 παρ. 5 του Ν. 1738/1987 (πρβλ. Α.Π. 91/2020) όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό της απόφασης.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος, τη με αριθμό 1927/2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αναιρεθέν μέρος, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο (Εφετείο Αθηνών), το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή, πλην εκείνου που εξέδωσε την παραπάνω απόφαση. Επιβάλλει εις βάρος του αναιρεσίβλητου τη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, το ύψος της οποίας ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300,00) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Ιουνίου 2023.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 10 Ιανουαρίου 2024.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ