Supreme Court dismisses appeal on abuse of right claim, upholding lower court's rejection of bad faith argument.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellants' appeal against the First Instance Court's judgment, which had rejected their claim of abuse of right. The appellants argued that the respondent acted in bad faith by concealing legal obstacles to their project approval, but the court found these facts did not constitute a legal abuse of rights. Consequently, the appeal was rejected, the appellants' costs were forfeited to the state, and they were ordered to pay the respondent's legal expenses.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(1) and 281 of the Code of Civil Procedure; A claim of abuse of right requires a clear violation of legal norms and disproportionate consequences, which must be weighed against the rights holder's own potential liabilities.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 38 / 2022 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 38/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή - Εισηγήτρια και Κανέλλα - Τζαβέλλα Δημαρά, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 18 Οκτωβρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Εταιρείας Περιορισμένης Ευθύνης με την επωνυμία "....", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Γ. Τ. του Β., κατοίκου ... οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αλέξανδρο Στρίμπερη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσαν προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "NOISIS ΣΥΜΒΟΥΛΟΙ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΙΑΚΗΣ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗΣ ΚΑΙ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ Α.Ε." και διακριτικό τίτλο "NOISIS ΣΥΜΒΟΥΛΟΙ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ Α.Ε.", που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Μαρίνα Καλαϊτζή με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10/6/2011 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 18449/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2384/2017 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 22/2/2018 αίτησή τους και τους από 8/2/2021 πρόσθετους λόγους αυτής.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ'αριθμ. 2384/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, που απέρριψε την έφεση των αναιρεσειόντων κατά της πρωτόδικης αποφάσεως, η οποία είχε δεχθεί την αγωγή της αναιρεσίβλητης και είχε υποχρεώσει τους αναιρεσείοντες να της καταβάλουν την αμοιβή της ποσού 70.257,60 ευρώ, νομιμοτόκως. Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ.3 ΚΠολΔ). Οι αναιρεσείοντες άσκησαν παραδεκτά με αυτοτελές δικόγραφο τους από 8-2-2021 πρόσθετους λόγους αναιρέσεως (άρθρο 569 ΚΠολΔ), οι οποίοι πρέπει να συνεκδικαστούν με την αίτηση αναιρέσεως, λόγω της μεταξύ τους συνάφειας (άρθρο 246 ΚΠολΔ) αλλά και διότι αυτοί δεν έχουν αυθυπαρξία και συζητούνται, υποχρεωτικά, μαζί με την αναίρεση (ΑΠ 478/1981) και να ερευνηθεί το παραδεκτό και βάσιμο αυτών των λόγων.
Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμ.1 ΚΠολΔ, παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύθηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, είτε εφαρμόσθηκε, ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόσθηκε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 4/2005, 7/2006).
Συνεπώς κατά τις παραπάνω διακρίσεις η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ' επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περιπτώσεως, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού της αποφάσεως. Έτσι με τον παραπάνω λόγο αναιρέσεως, ο οποίος για να είναι ορισμένος πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς, οπότε πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο και οι αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλούμενη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 20/2005).
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ισχυριζόμενοι ότι το Εφετείο παραβίασε αφενός τη διάταξη του άρθρου 336 ΑΚ, κρίνοντας εσφαλμένα ότι αυτοί δεν απαλλάσσονται λόγω αδυναμίας να εκπληρώσουν την υποχρέωσή τους προς παροχή και αφετέρου τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, κρίνοντας εσφαλμένα ότι τα επικαλούμενα περιστατικά δεν αρκούν για την θεμελίωσή της. Ο λόγος αυτός είναι αόριστος και ως εκ τούτου απαράδεκτος, διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία και εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων του ουσιαστικού δικαίου ούτε εκτίθενται οι κρίσιμες παραδοχές του δικαστηρίου υπό τις οποίες συντελέστηκαν οι επικαλούμενες από τους αναιρεσείοντες παραβάσεις των κανόνων ουσιαστικού δικαίου. Σε κάθε περίπτωση, ο ανωτέρω λόγος είναι απαράδεκτος, διότι, υπό την επίκληση της πλημμέλειας από το άρθρο 559 αριθμ.1 ΚΠολΔ, πλήττεται η περί των πραγμάτων κρίση του Εφετείου, η οποία είναι ανέλεγκτη (άρθρο 561 αρθμ.1 ΚΠολΔ).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθμ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Για την ίδρυση του λόγου αυτού αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, τα οποία ήταν υποχρεωμένο να λάβει υπόψη, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 340 ΚΠολΔ, υπό την προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος προς απόδειξη με το αποδεικτικό μέσο ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ ΑΠ 2/2008), επιδρά δηλαδή στο διατακτικό της αποφάσεως.
Καμία, ωστόσο, διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλά αρκεί η γενική μνεία των κατ' είδος αποδεικτικών μέσων που ελήφθησαν υπόψη. Μόνο αν από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της αποφάσεως, δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο, ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο αναιρετικός αυτός λόγος (ΑΠ 1982/2017,ΑΠ 1573/2006).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τους δεύτερο και τρίτο λόγους της αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 11γ (και όχι από τον αρθμ.8) του άρθρου 559 ΚΠολΔ αιτίαση υπό την έννοια ότι το Εφετείο για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, με το οποίο απέρριψε την ένσταση των αναιρεσειόντων ότι, λόγω αδυναμίας τους που οφείλεται σε γεγονός για το οποίο δεν έχουν ευθύνη, απαλλάσσονται από την παροχή, δεν έλαβε υπόψη την προσκομισθείσα, μετ'επικλήσεως, υπ'αριθμ. 13932/2013 ένορκη βεβαίωση της μάρτυρος Κ.
Κ. ενώπιον της Συμβ/φου … Ε. Ν.-Μ.. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως γίνεται ρητή αναφορά ότι λήφθηκε υπόψη, εκτός των άλλων, και η επίμαχη ένορκη βεβαίωση, αλλά και από όλο το περιεχόμενο της αποφάσεως δεν καταλείπεται καμμία αμφιβολία, αλλά καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, αφού έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με τα άλλα αποδεικτικά μέσα και την ανωτέρω ένορκη βεβαίωση.
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (ΟλΑΠ 1/1999).
Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (ΑΠ 622/1983). Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 413/1993).
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΟλΑΠ 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 1547/1997).
Ειδικότερα για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμ. 19 του ως άνω άρθρου για ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθ. 4, 566 παρ. 1, 577 παρ. 3 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο της ουσίας ερεύνησε την υπόθεση στην ουσία της, πρέπει να καθορίζεται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που φέρεται ότι παραβιάσθηκε, καθόσον ο κανόνας αυτός προσδιορίζει το ζήτημα που έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οι ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες και σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια και αντιφατικότητα αυτών και όλες οι κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, δηλ.
τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο ότι προέκυψαν από τις αποδείξεις ως θεμελιωτικά της κρίσεώς του για το βάσιμο ή αβάσιμο της αγωγής ή άλλης αυτοτελούς αιτήσεως ή ανταιτήσεως (ΑΠ 1021/2019, ΑΠ 357/2018, ΑΠ 1022/2017). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο πρόσθετο λόγο της αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ των ανεπαρκών αιτιολογιών σχετικά με το ζήτημα της εκτελέσεως και παραδόσεως στην πρώτη αναιρεσείουσα του συμφωνηθέντος έργου.
Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος λόγω της αοριστίας του, διότι, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν, δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ο πραγματικός ισχυρισμός των αναιρεσειόντων και τα περιστατικά που προτάθηκαν προς θεμελίωσή του, καθώς και η σύνδεσή του με το διατακτικό της προσβαλλομένης, δεν αναφέρονται οι επιπλέον αιτιολογίες που έπρεπε να περιέχει η απόφαση ούτε η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε.
Σε κάθε περίπτωση, ο ως άνω λόγος είναι απαράδεκτος, διότι, υπό την επίκληση της πλημμέλειας από το άρθρο 559 αρθμ.19ΚΠολΔ, πλήττεται η περί των πραγμάτων κρίση του Εφετείου, η οποία είναι ανέλεγκτη (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ).
Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ` ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, όταν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, τα οποία είχε νόμιμα επικαλεσθεί και προσκομίσει ο αναιρεσείων προς απόδειξη νόμιμα προταθέντος ισχυρισμού που ασκούσε ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, για την ίδρυση δε του λόγου αυτού πρέπει τα αποδεικτικά μέσα να είναι χρήσιμα για την απόδειξη των γεγονότων που συγκροτούν ισχυρισμό που επιδρά στο διατακτικό της αποφάσεως.
Εξάλλου, η ομολογία, ως αποδεικτικό μέσο, κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 339 και 352 ΚΠολΔ, προϋποθέτει την παραδοχή της αλήθειας στοιχείου κατά νόμο αυτοτελούς ισχυρισμού του αντιδίκου ή της αναλήθειας τέτοιου ισχυρισμού εκείνου που προβαίνει στην παραδοχή. Δεν θεμελιώνεται, όμως ο σχετικός λόγος, όταν με αυτόν προβάλλεται μη λήψη υπόψη εξώδικης ομολογίας και από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη τα έγγραφα, από τα οποία συνάγεται, κατά το λόγο αναιρέσεως, εξώδικη ομολογία (ΑΠ 297/2019, ΑΠ 1829/2017, ΑΠ 867/2011, ΑΠ 1456/2009).
Με τον δεύτερο πρόσθετο λόγο της αναιρέσεως οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρθμ.11γ ΚΠολΔ, ισχυριζόμενοι ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη την προσκομισθείσα, μετ'επικλήσεως, από 29-3-2017 αίτηση προς το Υπουργείο Οικονομίας και Ανάπτυξης που συντάχθηκε από την αναιρεσίβλητη.
Από τη βεβαίωση που περιέχεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι "λήφθηκαν υπόψη τα προσκομιζόμενα και επικαλούμενα από τους διαδίκους έγγραφα είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων", σε συνδυασμό με όλο το περιεχόμενό της δεν καταλείπεται καμμία αμφιβολία, αλλά καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και το ως άνω έγγραφο, το οποίο συνεκτίμησε με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα.
Επομένως ο πρόσθετος αυτός λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος . Η περιεχόμενη στον ίδιο λόγο ειδικότερη αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη και την ομολογία της αναιρεσίβλητης που περιέχεται στο παραπάνω έγγραφο, συνισταμένη στο ότι οι ενέργειές της που εντάσσονται στο δεύτερο στάδιο της συμβάσεως δεν οδήγησαν στην υλοποίηση της επενδύσεως στα πλαίσια του αναπτυξιακού νόμου 3299/2004, είναι αβάσιμη, αφού, κατά τα προεκτεθέντα, το Εφετείο έλαβε υπόψη και αυτό το έγγραφο από το οποίο συνάγεται, κατά την αιτίαση των αναιρεσειόντων, εξώδικη ομολογία και κατέληξε από την αξιολόγηση αυτού και των λοιπών αποδείξεων σε συμπέρασμα διαφορετικό από εκείνο που οι αναιρεσείοντες θεωρούν ορθό.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια, που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Η από τη διάταξη αυτή ένσταση του εναγομένου προϋποθέτει την ύπαρξη του αγωγικού δικαιώματος και επομένως ισχυρισμοί αρνητικοί ή καταλυτικοί ολικώς ή εν μέρει του δικαιώματος αυτού δεν συνιστούν νόμιμη ένσταση καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος.
Περαιτέρω, κατά την έννοια της διάταξης αυτής το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά, όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου, που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε, κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, ή οι περιστάσεις που μεσολάβησαν, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αφού τείνουν στην ανατροπή κατάστασης που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο με το επακόλουθο να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο.
Απαιτείται, δηλαδή, για να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, από τη συμπεριφορά του δικαιούχου σε συνάρτηση με εκείνη του υπόχρεου, και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Απαιτείται ακόμη οι πράξεις του υπόχρεου και η υπ` αυτού δημιουργηθείσα κατάσταση, που συνεπάγεται ιδιαιτέρως επαχθείς για τον ίδιο επιπτώσεις, να τελούν σε ουσιώδη σχέση με την προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου.
Το ζήτημα δε, αν οι συνέπειες, που συνεπάγεται η άσκηση του δικαιώματος, είναι επαχθείς για τον υπόχρεο, πρέπει ν` αντιμετωπίζεται και σε συνάρτηση με τις αντίστοιχες συνέπειες που μπορεί να επέλθουν σε βάρος του δικαιούχου από την παρακώλυση της ικανοποίησης του δικαιώματός του (ΟλΑΠ 7/2002, ΑΠ109/2019). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο πρόσθετο λόγο (επικουρικό) οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 (και όχι από τον αρθμ.8) του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενοι ότι το Εφετείο εσφαλμένα απέρριψε ως μη νόμιμο τον ισχυρισμό τους περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος της αναιρεσίβλητης, τον οποίο είχαν προτείνει παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και επανέφεραν στο Εφετείο με σχετικό λόγο εφέσεως, κρίνοντας ότι τα επικαλούμενα περιστατικά και αληθή υποτιθέμενα δεν θεμελιώνουν την ένσταση του 281 ΑΚ.
Από την παραδεκτή, κατ'άρθρο 561 αρθμ.2ΚΠολΔ, επισκόπηση των προτάσεων ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και της εφέσεως των αναιρεσειόντων προκύπτει ότι αυτοί για τη θεμελίωση της ενστάσεως της καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος της αναιρεσίβλητης ισχυρίστηκαν τα εξής: "Επειδή η αντίδικος απέκρυψε δολίως από εμάς τους λόγους αδυναμίας υπαγωγής μας στον αναπτυξιακό νόμο, όπως αυτοί προέκυψαν μετά την κατάθεση της οικονομοτεχνικής μελέτης του επενδυτικού μας φακέλου στις αρμόδιες υπηρεσίες και προχώρησε εντελώς αυθαίρετα και καταχρηστικά, αγνοώντας την εντολή του δευτέρου από εμάς, στην ολοκλήρωση του πρώτου μέρους της συμφωνίας μας, αποβλέποντας σε παράνομο κέρδος αν και γνώριζε την υφιστάμενη αδυναμία μας για οριστική έγκριση επιχορήγησης και ολοκλήρωσης του συνολικού έργου που της είχαμε αναθέσει." Όμως τα ανωτέρω επικαλούμενα περιστατικά και αληθή υποτιθέμενα, δεν συνιστούν, κατά τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, κατάχρηση δικαιώματος και ορθώς ερμηνεύοντας και εφαρμόζοντας την ανωτέρω διάταξη, το Εφετείο απέρριψε ως μη νόμιμη τη σχετική ένσταση των αναιρεσειόντων.
Επομένως, ο παραπάνω πρόσθετος λόγος της αναιρέσεως είναι αβάσιμος. Κατ'ακολουθίαν των ανωτέρω, και αφού δεν υπάρχει, προς έρευνα, άλλος αναιρετικός λόγος, πρέπει να απορριφθούν η αίτηση αναιρέσεως και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 αρθμ.3ΚΠολΔ) και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες, λόγω της ήττας τους, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτής (άρθρα 106,176,183,189 παρ.1 και 191 παρ.2 ΚΠολΔ), όπως ορίζονται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 22-2-2018 αίτηση και τους από 8-2-2021 πρόσθετους λόγους αυτής για αναίρεση της υπ'αριθμ.2384/2017 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Δεκεμβρίου 2021.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 14 Ιανουαρίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ