Supreme Court dismisses appeal against insurance company judgment for unjust enrichment due to insufficient reasoning.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the First Instance Court's judgment ordering him to repay €18,441.63 to the insurance company, which was found to be unjustly enriched due to an invalid contract. The appellant argued the court failed to provide sufficient reasoning regarding the contract's invalidity and the nature of the payment, claiming procedural errors. The court rejected these claims, stating the appeal was inadmissible for being vague and the substantive arguments were either inadmissible or based on false premises, as the lower court's findings were clear and consistent.
Legislator headnote
AI generatedArticles 281, 560, 495 of the Code of Civil Procedure; An appeal against a judgment is inadmissible if the grounds are vague or lack specific legal implications, and the court's assessment of evidence is not subject to appellate review.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 38 / 2021 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 38/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου - Εισηγήτρια, Μυρσίνη Παπαχίου και Ιωάννη Δουρουκλάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 28 Σεπτεμβρίου 2020, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Δ. Δ. του Γ., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Ιωσηφέλλη.
Της αναιρεσιβλήτου: ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΟ ΙΔΡΥΜΑ ΑΣΦΑΛΕΙΩΝ ΕΛΛΑΔΟΣ", που εδρεύει στην Αθήνα, τελεί σε καθεστώς εκκαθάρισης, εκπροσωπείται νόμιμα και δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24-6-2014 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5663/2015 του ίδιου Δικαστηρίου και 8372/2018 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 14-12-2018 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο ο αναιρεσείων, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη υπό ασφαλιστική εκκαθάριση τελούσα ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΟ ΙΔΡΥΜΑ ΑΣΦΑΛΕΙΩΝ ΕΛΛΑΔΟΣ", άσκησε την από 24-6-2014 αγωγή κατά του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος ζητώντας την σε βάρος του επιδίκαση του ποσού των 18.441,63 ευρώ, το οποίο ο τελευταίος εισέπραξε στο πλαίσιο της μεταξύ τους συμβάσεως ασφαλιστικής πρακτόρευσης που ήταν άκυρη λόγω μη τήρησης του απαιτούμενου εγγράφου γι'αυτήν τύπου και το οποίο (χρηματικό ποσό) ουδέποτε απέδωσε, καταστάς ως εκ τούτου αδικαιολόγητα πλουσιότερος, εφόσον ο εν λόγω πλουτισμός σώζεται.
Το Ειρηνοδικείο Αθηνών με την υπ' αριθμ. 5663/2015 οριστική του απόφαση, εκδοθείσα αντιμωλία των διαδίκων, δέχθηκε την αγωγή κατ' ουσίαν. Ο εναγόμενος άσκησε κατ' αυτής την από 28-3-2016 έφεση και τους από 7-11-2017 προσθέτους αυτής λόγους. Το Πρωτοδικείο Αθηνών , δικάζοντας ως Εφετείο, απέρριψε κατ' ουσίαν την εν λόγω έφεση και τους προσθέτους αυτής λόγους με την υπ' αρ. 8372/2018 απόφασή του, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση.
Με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και τους δι' αυτής διατυπούμενους λόγους προσβάλλεται η ως άνω, κατ' αντιμωλία των διαδίκων, εκδοθείσα 8372/2018 απόφαση. Από την υπ' αριθμ.7856Δ'/15-5-2019 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας Πειραιά Σ. Μ., την οποία προσκομίζει και επικαλείται ο επισπεύδων τη συζήτηση αναιρεσείων προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης από 14-12-2018 αιτήσεως για αναίρεση της υπ' αριθμ. 8372/2018 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών με τις συνημμένες σ' αυτή πράξεις καταθέσεως δικογράφου και ορισμού δικασίμου, με κλήση για συζήτηση της υποθέσεως κατά την αναφερομένη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στην ειδική εκκαθαρίστρια της αναιρεσίβλητης που την εκπροσωπεί.
Επομένως, εφόσον αυτή δεν εμφανίστηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, κατά την ως άνω δικάσιμο κατά την οποίαν η υπόθεση εκφωνήθηκε κατά τη σειρά της εκ του πινακίου πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της υποθέσεως παρά την απουσία της (άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ).
Το Μονομελές Πρωτοδικείο δικάζον ως Εφετείο, αφού έκρινε ότι η αγωγή είχε ιστορικό και νομικό θεμέλιο αξίωση από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, ήταν δε ορισμένη και νόμιμη, απορρίπτοντας τον αντίθετο ισχυρισμό του εναγομένου, απέρριψε την έφεσή του και του προσθέτους αυτής λόγους, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση που δέχθηκε κατ' ουσίαν την αγωγή, επιδικάζοντας το ως άνω ποσό με το νόμιμο τόκο από την επίδοσή της.
Ειδικότερα το Εφετείο δέχθηκε επί της ουσίας, κατά το ενδιαφέρον την αναιρετική διαδικασία μέρος, τα ακόλουθα : "... η ενάγουσα ... ασφαλιστική εταιρεία λειτούργησε νόμιμα έως τις 20-11-1997, οπότε και δυνάμει της υπ' αριθμ. Κ3-10299/20-11-1997 αποφάσεως του Υφυπουργού Ανάπτυξης, που δημοσιεύθηκε στο υπ' αριθμ. 8145/21-11-1997 ΦΕΚ ΤΑΕ-ΕΠΕ ανακλήθηκε η άδεια λειτουργίας της και τέθηκε σε καθεστώς ασφαλιστικής εκκαθαρίσεως.
Ο εναγόμενος... δυνάμει προφορικής συμβάσεως ασφαλιστικής πρακτορεύσεως αορίστου χρόνου, που συνήψε με την εφεσίβλητη (ενάγουσα) ανέλαβε από το έτος 1990 και έως την ανάκληση της αδείας λειτουργίας της τελευταίας (20-11-1997) το έργο του ασφαλιστικού πράκτορα για όλους τους κλάδους ασφαλίσεως, στους οποίους αυτή δραστηριοποιούνταν.
Ειδικότερα, ο εκκαλών ανέλαβε την υποχρέωση να παραδίδει έναντι της συμφωνηθείσας αμοιβής τα ασφαλιστήρια συμβόλαια, που συνάπτονταν με τη διαμεσολάβησή του, στους ασφαλισμένους και να εισπράττει τα αναλογούντα ασφάλιστρα, τα οποία όφειλε να αποδώσει στην εφεσίβλητη εντός του πρώτου δεκαημέρου εκάστου διμήνου από την είσπραξή τους.
Σύμφωνα με την ειδικότερη συμφωνία των διαδίκων κατά το μήνα Ιανουάριο ο εκκαλών υπέβαλε στην εφεσίβλητη αναλυτική κατάσταση των μη εισπραχθέντων ασφαλίστρων του προηγούμενου έτους, η δε τελευταία του απέστειλε στο τέλος κάθε μήνα συγκεντρωτική κατάσταση λογαριασμού στην οποία περιεχόταν η παραγωγή που αυτός είχε πραγματοποιήσει και το χρεωστικό υπόλοιπο, το οποίο έπρεπε να της αποδώσει απορριπτομένων των περί του αντιθέτου ισχυρισμών του εκκαλούντος και ιδία του ισχυρισμού του περί αυτοτέλειας του λογαριασμού εκάστου διμήνου, ως αβασίμου.
Από την προεκτεθείσα συνεργασία των διαδίκων προέκυψε κατά το χρονικό διάστημα από 1-10-1996 έως 20-11-1997 χρεωστικό υπόλοιπο σε βάρος του εκκαλούντος συνολικού ποσού 6.283.987 δρχ, ήτοι το ισόποσο των 18.441,63 ευρώ, όπως συνάγεται από τα αποσπάσματα των εμπορικών βιβλίων της εφεσίβλητης, τα οποία αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της ...αγωγής που είναι επαρκώς ορισμένη και νόμιμη, απορριπτομένου του περί του αντιθέτου ισχυρισμού του εκκαλούντος, αποσπάσματα τα οποία δύνανται να χρησιμοποιηθούν ως νόμιμο αποδεικτικό μέσο, παρά τους περί του αντιθέτου ισχυρισμούς του τελευταίου, ενόψει του ότι, όπως αποδείχθηκε, κατά το χρονικό διάστημα από τις 22-10-1996 έως τις 20-11-1997, ουδόλως αποδείχθηκε, ότι ο εκκαλών κατέβαλε στην εφεσίβλητη το ποσό των 7.797.102 δρχ, όπως αβασίμως ισχυρίζεται, αντιθέτως δε αποδείχθηκε, ότι για το επίδικο χρονικό διάστημα ο εκκαλών της όφειλε για ασφάλιστρα το συνολικό ποσό των 7.684.964 δρχ, το δε ποσό των 7.979.102 δρχ, το οποίο αυτός κατέβαλε στην εφεσίβλητη, αφορούσε το μέχρι τις 21-10-1996 χρεωστικό του υπόλοιπο και δεν αφορά στην οφειλή του κατά την επίδικη περίοδο.
Το ανωτέρω χρεωστικό υπόλοιπο, το ύψος και το είδος του οποίου από κανένα από τα ως άνω αποδεικτικά μέσα δεν αναιρείται, όπως αβασίμως ο εκκαλών ισχυρίζεται, που αφορά στο επίδικο διάστημα, κάλεσε ο εκκαθαριστής της εφεσίβλητης εταιρείας τον εκκαλούντα να καταβάλει, πλην όμως ο τελευταίος δεν έπραξε τούτο.
Συνεπώς ενόψει του ότι η μεταξύ των διαδίκων (ενν. σύμβαση) δεν περιελήφθη τον έγγραφο τύπο, αλλά καταρτίσθηκε προφορικά,...είναι άκυρη, ο εκκαλών κατέστη αδικαιολογήτως πλουσιότερος κατά το ...ποσόν των 18.441,63 ευρώ, ο δε πλουτισμός του εξακολουθεί σωζόμενος έως σήμερα. Περαιτέρω από κανένα από τα ως άνω αποδεικτικά μέσα δεν αποδείχθηκε ότι η ...αξίωση της εφεσίβλητης...έχει παραγραφεί, όπως αβασίμως ο εκκαλών ισχυρίζεται , δεδομένου ότι η φύση της δεν είναι εμπορική, αλλά προερχόμενη από αδικαιολόγητο πλουτισμό...
και συνεπώς η παραγραφή της δεν επέρχεται εντός πενταετίας από τη γέννησή της... αλλά εντός εικοσαετίας από αυτήν. Ειδικότερα, οι αξιώσεις της εφεσίβλητης γεννήθηκαν κατά τα έτη 1996 και 1997, η δε τελευταία άσκησε για τη δικαστική επιδίωξή τους την από 6-11-2002... αγωγή, η οποία επιδόθηκε στον εκκαλούντα στις 17-12-2002, διακοπείσας της παραγραφής.
Η συζήτηση (της)... ματαιώθηκε κατά τη δικάσιμο της 13-10-2003, οπότε και είχε προσδιοριστεί η συζήτησή (της), η δε παραγραφή της ενδίκου αξιώσεως άρχισε εκ νέου την επόμενη ημέρα της ματαιώσεως, η οποία διεκόπη εκ νέου με την άσκηση της (κρινόμενης) από 24-6-2014...αγωγής, η οποία επιδόθηκε στον εκκαλούντα στις 16-12-2014.
Εξ άλλου, όπως αποδείχθηκε, η εφεσίβλητη εταιρεία ουδέποτε αδράνησε κατά τη διεκδίκηση της ενδίκου αξιώσεως της, την οποία προέβαλε τόσο προφορικά όσο και δια της δικαστικής οδού ήδη από το έτος 2002, ούτε και με οποιονδήποτε άλλο τρόπο επέδειξε έναντι του εκκαλούντος συμπεριφορά τέτοια, από την οποία να δύναται αυτός να συναγάγει, σύμφωνα με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, την ασφαλή και βέβαια πεποίθηση ότι δεν θα επιδιώξει την είσπραξή της και δη κατά τρόπο που να υπερβαίνει τον κοινωνικό και οικονομικό σκοπό του προβαλλόμενου δικαιώματος, ώστε να προκαλέσει επαχθείς σε βάρος του συνέπειες όπως αβασίμως ο τελευταίος ισχυρίζεται απορριπτομένου του σχετικού ισχυρισμού του.
Περαιτέρω, ενόψει του ότι οι προς συμψηφισμό με την επίδικη απαίτηση φερόμενες ομοειδείς απαιτήσεις του εκκαλούντος, προέρχονται από ποσά, τα οποία και αληθούς υποτιθέμενου του προβαλλόμενου ισχυρισμού, συνιστούν ασφαλιστική τοποθέτηση εκ μέρους του, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 8 και 10 του Ν.Δ 400/1970, τις οποίες δεν δύναται ο εκκαλών να αναλάβει, ούτε και να κατάσχει, παρά μόνο ως δικαιούχος αποζημίωσης ασφαλισμένου ή ως τρίτος δυνάμει τελεσιδίκου δικαστικής αποφάσεως.
Ήτοι, η προβαλλόμενη... προς συμψηφισμό αξίωση, καίτοι ομοειδής, δεν είναι ληξιπρόθεσμη και απαιτητή και συνεπώς η σχετική ένσταση είναι απορριπτέα ως μη νόμιμη. Επομένως το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που ...δέχθηκε τα ίδια ... απορρίπτοντας τους περί του αντιθέτου ισχυρισμούς του εκκαλούντος , καθώς και το περί επιδείξεως εγγράφων αίτημά του, ενόψει του ότι τα αιτούμενα εκ μέρους του στοιχεία, συνάγονται ευχερώς και με επάρκεια από τα νομίμως επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από την εφεσίβλητη έγγραφα και ιδία τα αποσπάσματα των εμπορικών βιβλίων αυτής και τον υποχρέωσε να καταβάλει στην τελευταία το ποσό των 18.441,63 ευρώ, δεν έσφαλε ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή των...
διατάξεων που εφάρμοσε, ούτε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων... και συνεπώς ο σχετικός λόγος της εφέσεως και ο πρόσθετος λόγος αυτής πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι...". Κατά τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 1569/1985 "περί διαμεσολαβήσεως στις συμβάσεις ασφαλίσεως κλπ", όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 36 παρ. 2 του v.. 2496/1997 "Διαμεσολάβηση στη σύναψη ασφαλιστικών συμβάσεων, σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου αυτού, ασκούν οι ασφαλιστικοί πράκτορες, οι μεσίτες ασφαλίσεων, οι ασφαλιστικοί σύμβουλοι, οι συντελεστές ασφαλιστικών συμβούλων, καθώς και οι ασφαλιστικοί υπάλληλοι".
Επίσης, κατά τις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1 και 4 παρ. 1 του ίδιου ως άνω νόμου, που διατηρήθηκαν σε ισχύ και μετά τη δημοσίευση του ν. 2496/1997, "Ασφαλιστικός πράκτορας είναι το φυσικό ή νομικό πρόσωπο, που έχει ως αποκλειστικό έργο την ανάληψη με σύμβαση, έναντι προμήθειας, ασφαλιστικών εργασιών στο όνομα και για λογαριασμό μιας ή περισσότερων επιχειρήσεων.
Ο ασφαλιστικός πράκτορας παρουσιάζει, προτείνει, προπαρασκευάζει, προσυπογράφει ή συνάπτει...ασφαλιστικές συμβάσεις...Τα δικαιώματα, οι υποχρεώσεις και οι αρμοδιότητες των ασφαλιστικών πρακτόρων καθορίζονται με έγγραφη σύμβαση, ανάμεσα στον ασφαλιστικό πράκτορα και στην ασφαλιστική επιχείρηση, που προτίθεται να πρακτορεύει ...Αντίγραφο της πρακτορειακής σύμβασης υποβάλλεται από την ασφαλιστική επιχείρηση στο Υπουργείο Εμπορίου".
Ωσαύτως, με την διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 του π.δ. 298/1986 "περί δικαιωμάτων και υποχρεώσεων ασφαλιστικών πρακτόρων κλπ" καθορίζεται το ελάχιστο υποχρεωτικό περιεχόμενο της συμβάσεως πρακτορεύσεως, επί ποινή ακυρότητος αυτής, ενώ με το άρθρο 3 του ιδίου ως άνω π. δ/τος ορίζονται μεταξύ άλλων και τα εξής: "1.
Ο ασφαλιστικός πράκτορας φροντίζει για την είσπραξη των ασφαλίστρων... Τα ασφάλιστρα που εισπράττει θεωρούνται παρακαταθήκη και ευθύνεται ως θεματοφύλακας (ΑΠ 1424/2017, ΑΠ 1409/2015). Εξάλλου, κατά μεν το άρθρο 158 ΑΚ η τήρηση του τύπου για τη δικαιοπραξία απαιτείται μόνο όπου το ορίζει ο νόμος, κατά δε το άρθρο 159 παρ. 1 ΑΚ δικαιοπραξία για την οποία δεν τηρήθηκε ο τύπος που απαιτεί ο νόμος, εφόσον δεν ορίζεται το αντίθετο, είναι άκυρη.
Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων προκύπτει ότι η σύμβαση ασφαλιστικής πρακτόρευσης πρέπει επί ποινή ακυρότητας να υποβάλλεται σε έγγραφο τύπο, ο οποίος εκ του νόμου έχει θεσπισθεί ως συστατικός τύπος αυτής. Η ακυρότητα της συμβάσεως από την έλλειψη του απαιτούμενου τύπου είναι απόλυτη και λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο.
Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 904 ΑΚ, όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια. Η υποχρέωση αυτή γεννιέται ιδίως σε περίπτωση παροχής αχρεωστήτως ή παροχής για αιτία που δεν επακολούθησε ή έληξε ή αιτία παράνομη ή ανήθικη". Από τον κανόνα του άρθρου αυτού, που απορρέει από τις κοινωνικές αντιλήψεις περί ισότητας και επιεικείας (Ολ ΑΠ 218/1977), προκύπτει ότι στοιχείο του πραγματικού κάθε απαιτήσεως αδικαιολογήτου πλουτισμού είναι εκτός των άλλων και η ανυπαρξία ή η ελαττωματικότητα της αιτίας, με βάση την οποίαν έγινε η περιουσιακή μετακίνηση και επήλθε ο πλουτισμός του λήπτη.
Αν λείπει το στοιχείο αυτό, αν δηλαδή η αιτία δεν είναι ανύπαρκτη ή ελαττωματική, δεν στοιχειοθετείται απαίτηση από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό. Οι αξιώσεις δε που πηγάζουν από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό υπάγονται στην εικοσαετή παραγραφή του άρθρου 249 του ΑΚ, η οποία αρχίζει, αφότου γεννήθηκε και κατέστη απαιτητή η αξίωση.
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 παρ.1 εδ. α` ΚΠολΔ, αναίρεση κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και κατά των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, δηλαδή κανόνας που ρυθμίζει τις βιοτικές σχέσεις, την κτήση δικαιωμάτων και τη γένεση υποχρεώσεων και επιβάλλει κυρώσεις.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ` αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ` αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση (ΟλΑΠ 3/2020, ΑΠ 7/2006).
Ωστόσο, ο εκ του αριθμού 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως είναι δυνατόν να φέρεται ότι πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση γιατί παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αλλά στην πραγματικότητα να πλήττει αυτήν κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό το πρόσχημα ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ.
Εν προκειμένω, με τον δεύτερο λόγο της αιτήσεως, κατά το πρώτο μέρος του, προσάπτεται στην πληττόμενη απόφαση η αιτίαση ότι υπέπεσε στην πλημμέλεια του αριθμού 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, και ειδικότερα ότι παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 904 ΑΚ περί αδικαιολόγητου πλουτισμού και περί εικοσαετούς παραγραφής (άρθρο 249 ΑΚ) τις οποίες εσφαλμένα εφήρμοσε, αν και δεν ήταν εφαρμοστέες καθώς και τις διατάξεις του άρθρου 19 παρ.1 και 2 του ν. 1569/1985, όπως τροποποιήθηκε με το νόμο 2170/1993, του π.δ. 298/1986, αλλά και αυτές της πενταετούς παραγραφής (άρθρο 250 ΑΚ) τις οποίες δεν εφάρμοσε, αν και ήταν εφαρμοστέες, με συνέπεια να δεχθεί ότι η ένδικη αξίωση έχει έρεισμα στον αδικαιολόγητο πλουτισμό και δεν έχει παραγραφεί, ενώ στην πραγματικότητα ο ίδιος ήταν διοικητικός υπάλληλος της ενάγουσας, παράλληλα όμως διαμεσολαβούσε και στη σύναψη ασφαλίσεων για λογαριασμό της και συνδεόταν με αυτήν με σύμβαση έργου, οπότε οι σχετικές αξιώσεις της ενάγουσας έχουν υποπέσει στην 5ετή παραγραφή.
Ο λόγος αυτός, σύμφωνα και με τις προπαρατιθέμενες νομικές σκέψεις, είναι αβάσιμος, καθόσον η ένδικη αξίωση, ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε, θεμελιώνεται στις διατάξεις για αδικαιολόγητο πλουτισμό λόγω άκυρης (για έλλειψη εγγράφου τύπου) συμβάσεως πρακτόρευσης.
Επομένως, ορθά το Εφετείο έκρινε ότι υπόκειται στην εικοσαετή παραγραφή του άρθρου 249 ΑΚ και όχι στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 250 ΑΚ. Η επίκληση από τον αναιρεσείοντα ότι στην πραγματικότητα ο ίδιος ήταν διοικητικός υπάλληλος της ενάγουσας, παράλληλα όμως διαμεσολαβούσε και στη σύναψη ασφαλίσεων για λογαριασμό της και συνδεόταν με αυτήν με σύμβαση έργου, οπότε οι σχετικές αξιώσεις της ενάγουσας ρυθμίζονται από το άρθρο 19 παρ. 1-2 ν. 1569/1985 και επομένως έχουν υποπέσει στην 5ετή παραγραφή του άρθρου 250 ΑΚ, συνιστά απαράδεκτο λόγο αναιρέσεως, διότι υπό το πρόσχημα της παραβιάσεως κανόνα ουσιαστικού δικαίου, πλήττει την ανέλεγκτη από τον Άρειο Πάγο εκτίμηση των αποδείξεων.
Με τον ίδιο αναιρετικό λόγο, κατά το δεύτερο μέρος του, ο αναιρεσείων αιτιάται την προσβαλλομένη για πλημμέλεια εκ του αριθ. 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ , επικαλούμενος ότι εσφαλμένα η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση απέρριψε το υποβληθέν κατά τα άρθρα 450 επ. ΚΠολΔ αίτημά του για επίδειξη των αναφερόμενων εγγράφων.
Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος διότι το δικαστήριο της ουσίας κρίνει ανέλεγκτα, αν συντρέχει ή όχι σπουδαίος λόγος για την επίδειξη του εγγράφου (ΑΠ 781/1974 ΝοΒ 1975 σελ. 328). Κατά το άρθρο 560 αριθ. 5 ΚΠολΔ, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπ` όψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, η οποία ταυτίζεται με εκείνη του αριθ. 8 του άρθρου 559, ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης (Ολομ ΑΠ 25/2003).
Δεν αποτελούν "πράγματα" η άρνηση αιτιολογημένη ή όχι αγωγής, ανταγωγής ή ενστάσεως ή τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου που αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων και που δεν έχουν "αυτοτέλεια", έστω και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης, οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί οι οποίοι δεν ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 1537/2017), ούτε η επίκληση των αποδεικτικών μέσων και του περιεχομένου αυτών (ΑΠ 69/2020).
Τούτο διότι το "πραγματικό επιχείρημα", δεν έχει αυτοτελή ύπαρξη, αλλά τείνει απλώς σε επίρρωση ή απόκρουση απόδειξης του πραγματικού ισχυρισμού, αναφερόμενο στο οντολογικό μέρος του. Ούτε αποτελούν πράγματα οι νομικοί ισχυρισμοί που αφορούν στην ερμηνεία και εφαρμογή των κανόνων δικαίου, ούτε και η επιχειρηματολογία του διαδίκου (Ολομ ΑΠ 3/1997).
Εξάλλου, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (Ολομ ΑΠ 12/1991), γεγονός που συντρέχει και όταν το δικαστήριο δέχθηκε ως αποδειχθέντα γεγονότα αντίθετα από εκείνα που συγκροτούν τον ισχυρισμό, οπότε τον αντιμετωπίζει και τον απορρίπτει εκ των πραγμάτων κατ' ουσία.
Περαιτέρω στους προβλεπόμενους στο άνω άρθρο (560 ΚΠολΔ) περιοριστικά αναφερόμενους λόγους δεν περιλαμβάνεται κανένας από τους λοιπούς αναιρετικούς λόγους του άρθρου 559 ΚΠολΔ, όπως εκείνος από τον αριθ. 14 , αριθ. 20 αλλά και από τον αριθ. 11γ', καθώς και από τον αριθ. 9 του ίδιου ως άνω (ΑΠ 107/2020, ΑΠ 68/2018). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο του αναιρετηρίου κατά το αντίστοιχο μέρος του και υπό την επίκληση του άρθρου 560 αριθ. 5 ΚΠολΔ αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η αιτίαση ότι δεν έλαβε υπόψη τους πέντε λόγους της εφέσεώς του: 1) περί εσφαλμένης παραδοχής της εκ του αδικαιολόγητου πλουτισμού αγωγής την οποίαν έκρινε ορισμένη και 2) περί εσφαλμένης απορρίψεως:
α) της ενστάσεως συμψηφισμού, β) της ενστάσεως περί παραγραφής, γ) περί καταχρηστικής ασκήσεως δικαιώματος, δ) του αιτήματος προσκόμισης εγγράφων καθώς και τους τρείς προσθέτους λόγους αυτής: α) περί του ότι δεν υφίστατο σύμβαση πρακτόρευσης αλλά σύμβαση έργου η αξίωση της οποίας είχε παραγραφεί, β) ότι εσφαλμένα δέχθηκε πως η καταβολή των 7.797.102 δρχ (22.882,17 ευρώ) αφορούσε προγενέστερη οφειλή, παρότι είχε αποδείξει την καταβολή της επίδικης οφειλής γ) εσφαλμένα δέχθηκε ότι τα "δήθεν οφειλόμενα" συνιστούσαν ασφαλιστική τοποθέτηση και απέρριψε την ένσταση συμψηφισμού.
Ο ως άνω αναιρετικός λόγος είναι ως προς τις υπό στοιχεία 1, 2δ, α, β, γ αιτιάσεις απαράδεκτος διότι τα προταθέντα δεν συνιστούν "πράγματα" κατά την έννοια της άνω διάταξης, αλλά αρνητικούς ισχυρισμούς, αίτημα επί διαδικαστικού θέματος και ισχυρισμούς που επιχειρούν υπό την επίφαση του αναιρετικού σφάλματος να ελέγξουν τις αποδείξεις.
Με τον ίδιο εξ άλλου λόγο, κατά το αντίστοιχο μέρος του και υπό την επίκληση της αυτής ως άνω πλημμέλειας (του άρθρου 560 αρ.5 ΚΠολΔ) αποδίδεται η αιτίαση στο δικάσαν Εφετείο ότι δεν έλαβε υπόψη του "έγγραφα αποδεικτικά της υπαλληλικής του (αναιρεσείοντος) ιδιότητας, τις καταθέσεις των μαρτύρων απόδειξης και ανταπόδειξης που εξετάστηκαν στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, τις προσκομισθείσες από αυτόν ένορκες βεβαιώσεις και τη γνωμοδότηση του οικονομολόγου Δ.
Ί., με αποτέλεσμα να οδηγηθεί σε ουσιαστικά εσφαλμένη κρίση ως προς το ύψος της επίδικης οφειλής". Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, καθόσον η επίκληση των αποδεικτικών μέσων και του περιεχομένου τους δεν συνιστά "πράγμα" ώστε να ιδρυθεί η εν λόγω πλημμέλεια. Ωσαύτως είναι απαράδεκτος και εάν ήθελε εκτιμηθεί ότι εμπίπτει στη ρύθμιση του άρθρου 559 αρ. 11γ ΚΠολΔ διότι δεν περιλαμβάνεται στην περιοριστική απαρίθμηση των αναιρετικών λόγων του άρθρου 560 του ίδιου κώδικα που εφαρμόζεται εν προκειμένω, εφόσον αφορά απόφαση Πρωτοδικείου που εκδόθηκε σε έφεση κατά απόφασης Ειρηνοδικείου.
Κατά τα λοιπά ο ίδιος λόγος είναι αβάσιμος διότι από την προσβαλλομένη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο απάντησε στο σύνολο των ισχυρισμών που περιλαμβάνονται στους λόγους εφέσεως και τους προσθέτους αυτής λόγους, απορρίπτοντας αυτούς. Κατά το άρθρο 560 αριθ. 6 του ΚΠολΔ επιτρέπεται αναίρεση, αν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Ανεπάρκεια αιτιολογιών κατά την έννοια της διάταξης αυτής υπάρχει, όταν δεν προκύπτουν από την απόφαση σαφώς και επαρκώς τα περιστατικά που είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης του ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε, όχι δε όταν υφίστανται ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται σαφώς (Ολ ΑΠ 15/2006, ΑΠ 1190/2018).
Εν προκειμένω, ο αναιρεσείων με τον τρίτο αναιρετικό λόγο μέμφεται το Εφετείο ότι υπέπεσε στην εκ του αριθ.6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ πλημμέλεια διότι "αναιτιολόγητα και ανεπαρκώς έκρινε ότι α) το ποσό που κατέβαλε δεν αφορά την επίδικη οφειλή, αλλά προγενέστερη, β) ότι η μεταξύ τους σύμβαση ήταν άκυρη και ότι ως εκ τούτου κατέστη ο ίδιος αδικαιολόγητα πλουσιότερος".
Ο λόγος αυτός είναι πρόδηλα αόριστος, καθόσον δεν προσδιορίζεται ποιές αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση ώστε να προκύπτει συγκεκριμένη νομική πλημμέλεια που να έχει επίδραση στο διατακτικό της, ενώ κατά το μέρος διατύπωσης παραπόνου αναγόμενου στην εκτίμηση των αποδείξεων είναι απαράδεκτος, αφού κατά τούτο η κρίση του Εφετείου είναι αναιρετικά ανέλεγκτη.
Κατά το μέρος με το οποίο ο αναιρεσείων αιτιάται την προσβαλλομένη απόφαση για ανεπάρκεια αιτιολογιών σε σχέση με την απόρριψη της εκ του άρθρου 281 ΑΚ ενστάσεως, ο αναιρετικός λόγος είναι αλυσιτελής, αφού υπό την προπαρατεθείσα διατύπωση η εν λόγω ένσταση έπρεπε να απορριφθεί ως μη νόμιμη, το Εφετείο ωστόσο απορρίπτοντάς την κατ' ουσία ήχθη κατ' αποτέλεσμα σε ορθή κρίση.
Κατά το μέρος δε με το οποίο αιτιάται την προσβαλλομένη για αντίφαση μεταξύ της παραδοχής ότι "δεν αδράνησε η εταιρεία στη διεκδίκηση της αξίωσής της" σε σχέση με την απόρριψη της ως άνω (εκ του άρθρου 281 ΑΚ ενστάσεώς του) και της παραδοχής ότι "αποδείχθηκε πως η εν λόγω αξίωση γεννήθηκε το 1997, ο ίδιος απολύθηκε το 1997 ως διοικητικός υπάλληλος και αποζημιώθηκε πλήρως, η αντίδικός του άσκησε το 2002 αγωγή για το επίδικο χρέος από την οποία παραιτήθηκε 12 χρόνια αργότερα και ο εκκαθαριστής της άσκησε την επίδικη αγωγή 17 χρόνια από τη γέννηση της οφειλής κατά του πρώην υπαλλήλου της που είχε την ιδιότητα του πράκτορα - διαμεσολαβητή", ο ως άνω λόγος ερείδεται επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, καθόσον τα τελευταία αυτά πραγματικά περιστατικά δεν συνιστούν παραδοχές της προσβαλλομένης.
Αντιθέτως από τις προαναφερθείσες παραδοχές της απόφασης προκύπτει πλήρως και χωρίς αντιφάσεις το αποδεικτικό της πόρισμα και δεν καταλείπονται αμφιβολίες. Ο δε αναιρεσείων υπό το πρόσχημα ελλείψεων που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από τις αποδείξεις πλήττει απαραδέκτως την ακυρωτικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου περί τα πράγματα.
Ως εκ τούτου ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος.
Μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος γι' αυτή παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ.3 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 14-12-2018 αίτηση του Δ. Δ. για αναίρεση της υπ' αριθμό 8372/2018 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 24 Νοεμβρίου 2020.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 15 Ιανουαρίου 2021.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ