38/2019 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Χοϊμέ, Μαρία Τζανακάκη, Αντώνιο Τσαλαπόρτα και Κωνσταντίνο Παναρίτη, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated38/2019 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Διάδικοι ή τρίτοι που αξιώνουν δικαιώματα στο απαλλοτριούμενο ακίνητο, δύνανται να τα ασκήσουν κατά την τακτική διαδικασία, έστω και αν δεν προβλήθηκαν κατά την ειδική διαδικασία αναγνωρίσεως δικαιούχων, προς είσπραξη της αποζημιώσεως ή αναζητήσεως αυτής από εκείνον που την εισέπραξε ή από εκείνον υπέρ του οποίου εκδόθηκε το ένταλμα πληρωμής (παρ. 12).
Full text
Απόφαση 38 / 2019 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 38/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Χοϊμέ, Μαρία Τζανακάκη, Αντώνιο Τσαλαπόρτα και Κωνσταντίνο Παναρίτη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 19 Οκτωβρίου 2018, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Σ. Κ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ροδούλα Μιχαηλίδου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Άννα Μαλιαρά, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την με αρ. εκθ. καταθ. …16/2009 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 9808/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1985/2015 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 25-9-2017 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Κωνσταντίνο Παναρίτη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη από 25-9-2017 (αριθμ. κατάθ. …9/25-9-2017) αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η υπ' αριθμ. 1985/2015 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία απορρίφθηκε η από 1-6-2012 έφεση του ήδη αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθμ. 9808/2012 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία απορρίφθηκε η με αριθμό κατάθεσης …16/2009 αγωγή του αναιρεσείοντος, κατά του αναιρεσιβλήτου, Ελληνικού Δημοσίου, με την οποία ζήτησε να αναγνωρισθεί η ανυπαρξία ωφέλειας για το με αριθμό ΚΠ 235 απαλλοτριωθέν ακίνητό του. Η αίτηση αυτή είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τη βασιμότητα των κατ' ιδίαν λόγων της.
Από το άρθρο 559 αρ. 16 περ. α' ΚΠολΔ, που ορίζει ότι αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο, συνάγεται ότι στον έλεγχο του Αρείου Πάγου υπόκειται η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας τόσο για το αν τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά συνιστούν την έννοια του δεδικασμένου και αν αυτό έχει την έκταση και τα αποτελέσματα, τα οποία προσέδωσε σε αυτά η απόφαση, όσο και η κρίση για τη συνδρομή ή μη των κατά το άρθρο 324 ΚΠολΔ προϋποθέσεων, εφόσον η κρίση αυτή στηρίζεται σε διαδικαστικά έγγραφα, όπως είναι η αγωγή και οι δικαστικές αποφάσεις, η εκτίμηση του περιεχομένου των οποίων, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο.
Η ύπαρξη και η έκταση του δεδικασμένου προκύπτουν από το περιεχόμενο της αποφάσεως και όχι από εκείνο της κριθείσας αγωγής, έστω και αν το δικαστήριο δεν εξάντλησε το αντικείμενό της ή το υπερέβη ή απομακρύνθηκε από αυτό. Εξάλλου, κατά τους ορισμούς του άρθρου 26 του ν. 2882/2001 "Κώδικας Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων Ακινήτων", α) η αναγνώριση των δικαιούχων της αποζημίωσης γίνεται με δικαστική απόφαση κατά την οριζόμενη από το εν λόγω άρθρο διαδικασία (παρ. 1), β) αρμόδιο για την αναγνώριση των δικαιούχων της αποζημίωσης είναι το μονομελές πρωτοδικείο στην περιφέρεια του οποίου βρίσκεται το ακίνητο που απαλλοτριώθηκε (παρ. 2), γ) το δικαστήριο αναγνωρίζει τους δικαιούχους της αποζημίωσης με βάση κάθε στοιχείο που προσκομίζουν οι διάδικοι ή που το εξετάζει αυτεπαγγέλτως (παρ. 6), δ) η απόφαση του μονομελούς πρωτοδικείου για την αναγνώριση δικαιούχων δεν υπόκειται σε ένδικα μέσα.
Διάδικοι ή τρίτοι που αξιώνουν δικαιώματα στο απαλλοτριούμενο ακίνητο, δύνανται να τα ασκήσουν κατά την τακτική διαδικασία, έστω και αν δεν προβλήθηκαν κατά την ειδική διαδικασία αναγνωρίσεως δικαιούχων, προς είσπραξη της αποζημιώσεως ή αναζητήσεως αυτής από εκείνον που την εισέπραξε ή από εκείνον υπέρ του οποίου εκδόθηκε το ένταλμα πληρωμής (παρ. 12).
Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι η απόφαση για την αναγνώριση των δικαιούχων της αποζημίωσης από απαλλοτρίωση, η οποία αποφαίνεται οριστικώς και αμετακλήτως με βάση τα υπάρχοντα στη διάθεση του δικαστηρίου αποδεικτικά στοιχεία, χωρίς να περιορίζεται στον κτηματολογικό πίνακα και διάγραμμα, αποτελεί δεδικασμένο έναντι πάντων για το ποιος είναι δικαιούχος εισπράξεως της αποζημιώσεως και επιπροσθέτως για το εμβαδόν των απαλλοτριουμένων ακινήτων και τον όγκο των επ' αυτών κτισμάτων, τα οποία το δικαστήριο ερευνά ελεύθερα, χωρίς να περιορίζεται στο εμβαδόν και τον όγκο που αναγράφονται στα στοιχεία της κτηματογραφήσεως (κτηματολογικό πίνακα και διάγραμμα), κατέστη δε το μονομελές πρωτοδικείο αρμόδιο να αποφασίσει επί των θεμάτων αυτών οριστικά και αμετάκλητα (ΟλΑΠ 9/1989, ΑΠ 691/2008).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, η αιτίαση από το άρθρο 559 παρ. 16 ΚΠολΔ, ότι δηλαδή παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη το δεδικασμένο που απορρέει από την υπ' αριθ. 35777/2009 απόφαση αναγνώρισης δικαιούχου του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης και έκρινε ότι το απαλλοτριωθέν ακίνητό του (αναιρεσείοντος) με αριθμό ΚΠ 235, εμβαδού 2.297 τ.μ.
αποτελεί τμήμα εδαφικής εκτάσεως 9.445 τ.μ. και πρέπει να υποχρεωθεί σε αυτοαποζημίωση, ως ωφελούμενος παρόδιος ιδιοκτήτης, για την έκταση που απομένει, ενώ, αν λάμβανε υπόψη το δεδικασμένο που απορρέει από την ως άνω απόφαση, θα έπρεπε να κρίνει ότι το εμβαδόν της ιδιοκτησίας είναι 2.300 τ.μ. και ότι μετά την απαλλοτρίωση 2.297 τ.μ.
απομένουν μόλις 3 τ.μ. και με βάση τα στοιχεία αυτά έπρεπε να κρίνει το ζήτημα της ωφέλειας. Με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση έγιναν δεκτά τα ακόλουθα: "Με την υπ' αριθμ. 1124308/8768/0010/23-12-1997 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και ΠΕ.ΧΩ.ΔΕ, που δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ 12/21-1-1998 τεύχος Δ', απαλλοτριώθηκε αναγκαστικά για λόγους δημοσίας ωφελείας και συγκεκριμένα για τη βελτίωση - διαπλάτυνση της Εγνατίας Οδού στο νομό …., που αφορά το υποτμήμα Π 1 ..., παραλλαγή ...
και περιοχή του ανισόπεδου κόμβου ... - ... από ΧΘ ….35 υποτμήματος Π 1, έκταση 683.016 τ.μ. μετά των επικειμένων, που βρίσκεται στην περιοχή του Νομού …. της κτηματικής περιοχής Κοινοτήτων ..., όπως αυτή (έκταση) απεικονίζεται με κλίμακα 1:500 στον από Μάιο 1996 και με αριθμό σχεδίων ΠΔ-Κ-1 έως ΠΔ-Κ-15 Κτηματολογικό Πίνακα …9 σελίδων της Διεύθυνσης 12, Τμήμα Δ' του Υπουργείου Περιβάλλοντος Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων, την οποία έχει συντάξει ο Δ.
Κ. και έχει θεωρήσει ο Διευθυντής της εν λόγω Διεύθυνσης του ΥΠΕΧΩΔΕ Δ. στις 12.2.1997. Η απαλλοτρίωση αυτή κηρύχθηκε υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου και με δαπάνη αυτού και των παρόδιων ιδιοκτητών, που σύμφωνα με τις προϋποθέσεις του νόμου κρίθηκαν ότι από την απαλλοτρίωση αυτή είναι ωφελούμενοι παρόδιοι ιδιοκτήτες και έτσι στον οικείο κτηματολογικό πίνακα ορίζεται η υποχρέωση των ιδιοκτησιών για αυτοαποζημίωση ή αποζημίωση τρίτων, προσδιοριζομένης και της συγκεκριμένης έκτασης.
Με την άνω ΚΥΑ η απαλλοτρίωση αυτή χαρακτηρίστηκε ως κατεπείγουσα, σύμφωνα με το άρθρο 18Α του ΝΔ 797/1971, όπως αυτό προστέθηκε με το άρθρο 34 του Ν. 2040/1992. Μεταξύ των ακινήτων που απαλλοτριώθηκαν περιλαμβάνεται και το επίδικο με αριθμό κτηματολογικού πίνακα ΚΠ ….5. Και για το ακίνητο αυτό καθορίστηκε προσωρινή τιμή μονάδας από το Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, με την 2….4/2-12-1998 οριστική απόφασή του, που δίκασε κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 18 και 18Α του ΝΔ 7971971.
Το Ελληνικό Δημόσιο (ήδη εναγόμενο), υπέρ του οποίου και με δαπάνες αυτού και των παροδίων ιδιοκτητών απαλλοτριώθηκε αναγκαστικά για λόγους δημόσιας ωφέλειας και το ως άνω ακίνητο, παρακατάθεσε το σύνολο της προσωρινής αποζημίωσης, που καθορίστηκε με την άνω απόφαση (28….4/1998), στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων (Κατάστημα ….) και η οικεία ανακοίνωση (Αριθμ.
Δ12α/φ36/α/30158/13.1.1999) της παρακατάθεσης αυτής δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ 49/2-2-1999 (Τεύχος Δ') και με τον τρόπο αυτό συντελέστηκε έκτοτε η εν λόγω κατεπείγουσα απαλλοτρίωση (άρθρο 7 παρ. 1 ΝΔ 797/1971), δηλαδή προ της από 19-1-2002 ισχύος του ν. 2971/2001... Το ως άνω ακίνητο με αριθμό ΚΠ …5, βρίσκεται στην κτηματική περιοχή του Δημοτικού Διαμερίσματος ...
του Δήμου ... εκτός σχεδίου πόλεως. Πριν απαλλοτριωθεί είχε έκταση 9.445 τ.μ., δεν είχε πρόσωπο επί εθνικής ή επαρχιακής ή αγροτικής οδού και εξυπηρετείτο μέσω των όμορων αγρών. Ηταν άρτιο και οικοδομήσιμο και χρησιμοποιείτο αποκλειστικά από την μητέρα του ενάγοντος και στη συνέχεια από τον ίδιο, πριν απαλλοτριωθεί, για αγροτικές καλλιέργειες.
Από το ακίνητο αυτό απαλλοτριώθηκε αναγκαστικά έκταση 2,297 τ.μ. με περιμετρικά όρια Σ16-Τ16-78-Μ22-Ν22-Σ16, από το συνολικό εμβαδόν αυτού 9.445 τ.μ. και απέμειναν εκτός απαλλοτρίωσης δύο τμήματα αυτού, εμβαδού 6.898 τ.μ. και 250 τ.μ. σύμφωνα με τον Κτηματολογικό Πίνακα της εν λόγω απαλλοτρίωσης (σελίδα 59). Από την απαλλοτριωθείσα συνολική έκταση των 2.297 τ.μ.
θεωρήθηκε, με τον άνω Κτηματολογικό Πίνακα, ως αυτοαποζημιούμενη έκταση 947 τ.μ., δηλαδή θεωρήθηκε εκ μέρους του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου ότι, κατ' εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 1 το Ν. 653/1977, αυτό (Δημόσιο) δεν έχει υποχρέωση αποζημίωσης για τα 947 τ.μ. λόγω του τεκμηρίου ωφέλειας της παρόδιας απομείνασας έκτασης των 6.898 τ.μ.
ως αποκτήσασας πρόσωπο σε συνδετήρια οδό που οδηγεί στην Εγνατία οδό. Με την υπ' αριθμ. 2….4/1998 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης καθορίστηκε η προσωρινή τιμή μονάδας της άνω απαλλοτριωθείσας έκτασης στο ποσό των 13.000 δραχμών ή 38,15 ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο, την οποία το ήδη εναγόμενο κατέβαλε στον άνω ενάγοντα, μέσω του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων.
Στη συνέχεια καθορίστηκε, με την 503/2004 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οριστική τιμή μονάδας αποζημίωσης για την ως άνω έκταση στο ποσό των 80,00 ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο. Με την ίδια απόφαση καθορίστηκε και ιδιαίτερη αποζημίωση για την απομείνασα έκταση των 250 τ.μ. καθόσον κρίθηκε ότι αυτή υπέστη σημαντική μείωση της αξίας της και δη σε ποσοστό 70%, ενώ για την έκταση των 6.898 τ.μ.
που είναι κατά παρέκκλιση άρτια και οικοδομήσιμη ( άρθρο 1 & 2γ του ΠΔ της 24/31-5-1985 ΦΕΚ 270 Δ'), κρίθηκε ότι δεν υφίσταται μείωση της αξίας του, καθόσον διατηρεί τις ίδιες δυνατότητες οικοδομικής εκμετάλλευσης. Το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο κατέβαλε, σε εκτέλεση της άνω απόφασης (503/2004), στον ενάγοντα, όπως ο ίδιος ομολογεί με την κρινόμενη αγωγή του, την αποζημίωση που αντιστοιχεί στην καθορισθείσα παραπάνω οριστική τιμή μονάδος απαλλοτρίωσης για την απαλλοτριωθείσα έκταση, ποσού 106.004 ευρώ.
Ωστόσο δεν του κατέβαλε την αναλογούσα αποζημίωση για το απαλλοτριωθέν τμήμα έκτασης 947 τ.μ. διότι κατά τους ισχυρισμούς του εναγομένου - εφεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου, ο εν λόγω ενάγων είναι ωφελούμενος παρόδιος ιδιοκτήτης, βαρυνόμενος με συμμετοχή στις δαπάνες της απαλλοτρίωσης για την κατασκευή του συγκεκριμένου έργου (αυτοαποζημιούμενη για 947 τ.μ.), καθόσον η απομείνασα μετά την απαλλοτρίωση έκταση των 6.898 τ.μ.
και 250 τ.μ. ωφελήθηκε από το συγκεκριμένο έργο, γιατί απέκτησε πρόσωπο σε συνδετήρια οδό και μέσω αυτής απέκτησε πρόσβαση στην Εγνατία οδό. Όπως προκύπτει από την αγωγή του, ο ενάγων ισχυρίζεται ότι το ακίνητό του ήταν έκτασης 2.300 τ.μ. και όχι 9.445 τ.μ. και επομένως, μετά την απαλλοτρίωση έκτασης 2.297 τ.μ., ουσιαστικά δεν απέμεινε έκταση από το ακίνητό του που ωφελείται και στο γεγονός αυτό ακριβώς στηρίζει και το αίτημα της αγωγής του για την καταβολή της αποζημίωσης και για την αυτοαποζημιούμενη έκταση των 947 τ.μ.
Ο ισχυρισμός αυτός όμως είναι παντελώς αβάσιμος, δεδομένου ότι από όλα τα αποδεικτικά στοιχεία της υπόθεσης αποδεικνύεται ότι κατά το χρόνο της κήρυξης της απαλλοτρίωσης (1997) αλλά και της συντέλεσης αυτής (1999), η έκταση του απαλλoτριωμένου ακινήτου είναι η ως άνω αναφερομένη των 9.445 τ.μ. και όχι των 2.300 τ.μ.
και συγκεκριμένα, η με αριθμό ΚΠ 235 ιδιοκτησία, κατά τον χρόνο της απαλλοτρίωσης αναφέρεται και περιγράφεται ως έκταση εμβαδού 9.445 τ.μ., από την οποία απαλλοτριώθηκε τμήμα 2.297 τ.μ. και απέμειναν εκτός απαλλοτρίωσης δύο τμήματα εμβαδού 6.898 τ.μ. και 250 τ.μ.: α) στον Κτηματολογικό Πίνακα της εν λόγω απαλλοτρίωσης (σελ. 59) καθώς και σε όλα τα στοιχεία της κτηματογράφησης, β) στην με αριθμό κατάθεσης 3….4/2004 αίτηση αναγνώρισης δικαιούχων, της αρχικής ιδιοκτήτριας και δικαιοπαρόχου του ενάγοντος - μητέρας του Κ.
συζ. Α. Κ., το γένος Γ. Τ., την οποία αυτή κατέθεσε με άλλους συγκύριους του ακινήτου αυτού ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, γ) επίσης ο ίδιος ο ενάγων στην με αριθμό κατάθεσης 2…1/2008 αίτησή του αναγνώρισης δικαιούχων, αναφέρει ρητά ότι το ΚΠ 235 ακίνητο, απαλλοτριωθείσας έκτασης 2.297 τ.μ. αποτελεί τμήμα μεγαλύτερης έκτασης ακινήτου εμβαδού 14.143 τ.μ.
που περιήλθε σε αυτόν από κληρονομιά της μητέρας του και ότι μετά την απαλλοτρίωση απέμεινε έκταση εκτός απαλλοτρίωσης εμβαδού 11.846 τ.μ. Στην ως άνω αίτηση που άσκησε ο ενάγων περί αναγνώρισής του ως δικαιούχου της αποζημίωσης για το ΚΠ 235 ακίνητο, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 3…7/2009 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία αυτός αναγνωρίσθηκε δικαιούχος της αποζημίωσης επί λέξει "για το απαλλοτριωθέν τμήμα του ακινήτου με αριθμό ιδιοκτησίας κτηματολογικού πίνακα 235, έκτασης 2.297 τ.μ...".
Η απόφαση αυτή, σύμφωνα με όσα εκτίθενται στη μείζονα σκέψη (V' μέρος) αποτελεί δεδικασμένο για τις δίκες της αποζημίωσης από απαλλοτρίωση, αναφορικά με το πρόσωπο του δικαιούχου της αποζημίωσης έναντι των άλλων ενδιαφερομένων και επιπρόσθετα για το εμβαδόν του απαλλοτριούμενου ακινήτου... Ειδικότερα, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της εν λόγω απόφασης (σελ. 3η), σ' αυτήν γίνεται ρητή αναφορά ότι το ΚΠ 235 ακίνητο, από το οποίο απαλλοτριώνεται έκταση 2.297 τ.μ.
έχει συνολικό εμβαδόν 9.445 τ.μ. και ότι μετά την απαλλοτρίωση απομένουν εκτός απαλλοτρίωσης δύο τμήματα εμβαδού 6.898 τ.μ. και 250 τ.μ. Περαιτέρω γίνεται μνεία ότι η απαλλοτριούμενη έκταση ( δηλαδή τα 2.297 τ.μ.) περιήλθε στον τότε αιτούντα και νυν ενάγοντα, δυνάμει της υπ' αριθμ. 28…../2009 δήλωσης αποδοχής κληρονομιάς της συμβολαιογράφου Α.
Ε. - Α., που μεταγράφηκε νόμιμα, δυνάμει της οποίας ο ενάγων αποδέχθηκε ένα ακίνητο εμβαδού 2.300 τ.μ. Με βάση τα παραπάνω από την εν λόγω απόφαση προκύπτει δεδικασμένο για την απαλλοτριωθείσα έκταση εμβαδού 2.297 τ.μ. του ακινήτου του ενάγοντος, όχι όμως και για το ότι η αρχική έκταση του ακινήτου του είναι 2.300 τ.μ.
όπως αβάσιμα ισχυρίζεται αυτός με την αγωγή του και αναγράφεται στη δήλωση αποδοχής. Αντίθετα, για την αρχική έκταση του απαλλοτριωθέντος ακινήτου του ενάγοντος, η ως άνω απόφαση αναγνώρισης δικαιούχων, αναφέρει ρητά ότι είναι 9.445 τ.μ. και ότι μετά την απαλλοτρίωση απομένουν τα δύο παραπάνω επί μέρους ακίνητα και όχι μόνον 3 τ.μ., όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο ενάγων.
Το γεγονός ότι ο ενάγων αποδέχθηκε με την επικαλούμενη από αυτόν ως τίτλο κτήσης της κυριότητας του απαλλοτριωθέντος ακινήτου, δήλωση αποδοχής, ένα ακίνητο εμβαδού 2.300 τ.μ., καμία επιρροή δεν ασκεί στην έκταση του ακινήτου που απαλλοτριωθηκε το έτος 1997, το οποίο κατά το χρόνο της απαλλοτρίωσης και της συντέλεσης αυτής ήταν εμβαδού 9.445 τ.μ.
και ανήκε, όπως φαίνεται από τα στοιχεία της δικογραφίας σε περισσότερους συγκύριους, μεταξύ των οποίων και στη μητέρα του ενάγοντος, κατά ποσοστό 22,5% εξ αδιαιρέτου. Η δήλωση αποδοχής που επικαλείται ο ενάγων, είναι πολύ μεταγενέστερη (2009) του χρόνου κήρυξης και συντέλεσης της απαλλοτρίωσης (1997, 1999) κατά τους οποίους κρίνεται η ύπαρξη ή μη ωφέλειας, και κατά τους οποίους η απομένουσα μετά την απαλλοτρίωση έκταση ανέρχεται σε 6.898 τ.μ.
και 250 τ.μ. και όχι 3 τ.μ. όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο ενάγων. Περαιτέρω, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά στοιχεία προέκυψε ότι το επίδικο ακίνητο πριν την απαλλοτρίωση ήταν αγροτική γεωργικά καλλιεργούμενη έκταση, ενώ δεν είχε πρόσωπο ή πρόσβαση σε πρωτεύον ή δευτερεύον οδικό δίκτυο και η απότμηση από αυτό του απαλλοτριωθέντος τμήματος δεν επηρέασε τη δυνατότητα επωφελούς αγροτικής εκμετάλλευσής του μετά την απαλλοτρίωση, ούτε το κατέστησε άχρηστο για την κατά προορισμό ως άνω χρήση του, ενώ η περιοχή στην οποία αυτά βρίσκονται, είναι κατά κανόνα αγροτική και δεν παρουσιάζει οικιστικό ή τουριστικό ενδιαφέρον.
Το εν λόγω ακίνητο μετά την απαλλοτρίωση έχει πρόσωπο σε παράπλευρο βοηθητικό δρόμο της συνδετήριας οδού, που συνδέει την Εγνατία οδό με την παλαιά Εθνική οδό, ήτοι απέκτησε πρόσβαση σε δημόσια οδό ταχείας κυκλοφορίας μέσω του παράπλευρου οδικού δικτύου. Περαιτέρω, ως προς τη χρήση του, πριν τη διάνοιξη της Εγνατίας οδού δεν θα μπορούσε να οικοδομηθεί ευχερώς, αφού δεν είχε καθόλου πρόσωπο σε κοινόχρηστο χώρο, ενώ, μετά την απόκτηση προσώπου το τμήμα εμβαδού 6.898 τ.μ.
που κατά τα άνω είναι άρτιο και οικοδομήσιμο κατά παρέκκλιση, έχει την δυνατότητα δόμησης και συνεπώς αξιοποίησης και με άλλες χρήσεις πλην της αμιγώς αγροτικής για την οποία προοριζόταν πριν την απαλλοτρίωση, ενώ το τμήμα των 250 τ.μ. απέκτησε πρόσβαση στην ως άνω οδό, ενώ δεν είχε τέτοια. Τα ως άνω εναπομείναντα τμήματα, απέκτησαν πρόσωπο τόσο στην Εγνατία οδό, όσο και στην συνδετήρια οδό.
Το πρόσωπο που απέκτησαν στην Εγνατία οδό δεν τους προσέδωσε ωφέλεια, διότι μεταξύ αυτών και της Εγνατίας υπάρχει υψομετρική διαφορά, περίπου 6 μέτρων και η Εγνατία είναι περίκλειστη, δηλαδή περιφραγμένη με μεταλλικά στηθαία (μπάρες), οπότε τα άνω εναπομείναντα τμήματα δεν έχουν άμεση πρόσβαση στην Εγνατία, όμως αυτά απέκτησαν πρόσωπο και στη συνδετήρια οδό, η οποία οδηγεί, σε απόσταση περί τα 4 χιλιόμετρα, στην Εγνατία οδό.
Μεταξύ της άνω συνδετήριας οδού και της εναπομείνασας ως άνω εδαφικής έκτασης του άνω ενάγοντος δεν υπάρχει υψομετρική διαφορά και οι ενάγοντες εισέρχονται άμεσα σε αυτή (SR 30). Eπίσης μέσω της ίδιας συνδετήριας οδού, ο ενάγων έχει πρόσβαση τόσο στην Εγνατία οδό όσο και στην επαρχιακή οδό ......". Με βάση τις παραδοχές αυτές η προσβαλλόμενη απόφαση ορθά δέχθηκε ότι το δεδικασμένο που απορρέει από την υπ' αριθμ.
….7/2009 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης εκτείνεται στο πρόσωπο του δικαιούχου της αποζημίωσης και στην έκταση του ακινήτου που απαλλοτριώθηκε (2.297 τ.μ.), όχι όμως και στο ζήτημα της κυριότητας, γιατί αυτή κρίνεται παρεμπιπτόντως στη δίκη αναγνώρισης δικαιούχου και η διαδικασία αυτή δεν δικαιολογεί την επέκταση του δεδικασμένου στα παρεμπίπτοντα.
Επίσης δεν εκτείνεται το δεδικασμένο της ως άνω απόφασης αναγνώρισης στο αν το απαλλοτριωθέν ως άνω εδαφικό τμήμα των 2.297 τ.μ. είναι αυτοτελές, όπως ισχυρίζεται ο αναιρεσείων, ή αποτελεί τμήμα μεγαλύτερης έκτασης ακινήτου, εμβαδού 9.455 τ.μ., όπως αναφέρεται σε όλα τα στοιχεία κτηματογράφησης και στην με αριθμό κατάθεσης ….86/2004 αίτηση αναγνώρισης της αρχικής ιδιοκτήτριας και δικαιοπαρόχου του αναιρεσείοντος και μητέρας του Κ.
συζ. Α. Κ., το γένος Γ. Τ., την οποία αυτή κατέθεσε με άλλους φερόμενους συγκυρίους του ακινήτου αυτού ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Ενόψει τούτων ο από τον αριθμό 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Κατά το άρθρο 559 αριθμ. 11 περ. γ' του ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Ειδικότερα ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη του υποστατά και αναλόγως έγκυρα αποδεικτικά μέσα που παραδεκτά επικαλέσθηκε ο αναιρεσείων και νόμιμα προσκόμισε ο ίδιος ή οποιοσδήποτε από τους λοιπούς διαδίκους προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή λυσιτελών ισχυρισμών κατά την ανωτέρω έννοια, δηλαδή νόμιμων ισχυρισμών που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, εφόσον βέβαια προτάθηκαν παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας.
Για την ίδρυση του ως άνω λόγου αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, τα οποία όφειλε αυτό να λάβει υπόψη του. Ωστόσο στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση κάθε αποδεικτικού μέσου, αρκεί να γίνεται αδίστακτα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασης ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, έστω και αν στην απόφαση έχει γίνει ιδιαίτερη αναφορά σε ορισμένα μόνο από τα αποδεικτικά μέσα, επειδή θεωρήθηκαν μεγαλύτερης σημασίας κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου (ΑΠ 198/2015).
Περαιτέρω ο από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν το δικαστήριο της ουσίας παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου, με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Παραμόρφωση υπάρχει μόνο, όταν το δικαστήριο υποπίπτει ως προς το έγγραφο σε διαγνωστικό λάθος, δηλαδή σε λάθος αναγόμενο στην ανάγνωση του εγγράφου ("σφάλμα ανάγνωσης"), με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προφανώς διαφορετικά, από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό, καθόσον στην περίπτωση αυτή πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων που εκφεύγει του αναιρετικού ελέγχου (ΟλΑΠ 2/2008).
Με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης, ισχυρίζεται ο αναιρεσείων ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τα έγγραφα που προσκομίσθηκαν από αυτόν με επίκληση, και τα οποία αναφέρει στην αίτησή του, ήτοι α) την υπ' αριθμ. 3…./2009 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που τον αναγνώρισε δικαιούχο της αποζημίωσης του ΚΠ 235 ακινήτου, β) την υπ' αριθμ.
….62/2009 πράξη δήλωσης αποδοχής κληρονομίας της συμβολαιογράφου Α. Ε. - Α., που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Δήμου ….. και με την οποία αποδέχθηκε την κληρονομία της μητέρας του και ειδικότερα ακίνητο εμβαδού 2.300 τ.μ., εκ του οποίου απαλλοτριώθηκε τμήμα 2.297 τ.μ. και γ) την τεχνική έκθεση του αγρονόμου - τοπογράφου Α.
Π.. Με βάση αυτά προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 11γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Τούτο γιατί, από τη ρητή διαβεβαίωση που περιέχεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, στην περί πραγμάτων κρίση του, κατέληξε, αφού έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε τις ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου καταθέσεις μαρτύρων και όλα τα νομίμως επικαλούμενα και προσκομιζόμενα έγγραφα, σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της απόφασης, στην οποία γίνεται ειδική αναφορά των πιο πάνω εγγράφων, δεν καταλείπεται ουδεμία αμφιβολία, αλλά αντιθέτως καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι λήφθηκαν υπόψη και αξιολογήθηκαν τα εν λόγω αποδεικτικά στοιχεία.
Περαιτέρω με τον τρίτο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια της παραμόρφωσης του περιεχομένου της ίδιας παραπάνω απόφασης (της 35777/2009 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης) και ειδικότερα ως προς το σημείο που κρίθηκε με την ως άνω απόφαση ότι το εκτός της απαλλοτρίωσης τμήμα της ιδιοκτησίας του ανέρχεται σε 3 τ.μ.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και απορριπτέος, διότι το Εφετείο δεν υπέπεσε σε λάθος αναγόμενο στην ανάγνωσή του, αλλά αφού το ανέγνωσε σωστά, το συνεκτίμησε με τα άλλα αποδεικτικά μέσα και κατέληξε σε διαφορετικό πόρισμα από αυτό που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό. Όπως προαναφέρθηκε, η ως άνω απόφαση αναγνώρισης δικαιούχου αποτελεί δεδικασμένο για το ποιος είναι δικαιούχος εισπράξεως της αποζημιώσεως και επιπροσθέτως για το εμβαδόν του απαλλοτριωθείσας εδαφικής έκτασης.
Στην προκειμένη δε περίπτωση το Εφετείο την κρίση του ότι η απαλλοτριωθείσα εδαφική έκταση των 2.297 τ.μ. αποτελεί τμήμα μεγαλύτερης έκτασης, εμβαδού 9.445 τ.μ., κυρία της οποίας ήταν η αποβιώσασα το έτος 2007 μητέρα του αναιρεσείοντος, και ότι η απομείνασα μετά την απαλλοτρίωση έκταση του εν λόγω ακινήτου απέκτησε ωφέλεια ως παρόδια ιδιοκτησία, την σχημάτισε, όπως ρητά αναφέρεται, από τη συνεκτίμηση των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων και όλων των εγγράφων που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι.
Ο αναιρετικός λόγος από το αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή εφαρμόσθηκε ενώ δεν έπρεπε, καθώς και όταν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή, στην περίπτωση δε που το δικαστήριο ερεύνησε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των γενομένων δεκτών πραγματικών περιστατικών (ΑΠ 207/2014).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, καθόσον το εκδόν την προσβαλλόμενη απόφαση δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 16 παρ. 8 ΚΑΑΑΑ. Ειδικότερα ο αναιρεσείων προβάλλει ότι "...το Εφετείο έκρινε ότι παρά την έκδοση της απόφασης αναγνώρισης δικαιούχων 35777/2009 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, η οποία έκρινε κατά τα ανωτέρω ότι το επίδικο ακίνητο έχει εμβαδόν 2.300 τ.μ.
και απομένει ως προς αυτό εκτός απαλλοτρίωσης έκταση 3 τ.μ. υπερισχύει δήθεν της κρίσης αυτής το αναφερόμενο εμβαδόν του κτηματολογικού πίνακα για την εκτός σχεδίου ιδιοκτησία, ήτοι αυτό των 6.898 τ.μ. και 250 τ.μ. Όμως κατά το άρθρο 16 παρ. 8 ΚΑΑΑ, όπως ίσχυε κατά την έκδοση της απόφασης αναγνώρισης δικαιούχων, "Κάθε αμφισβήτηση για την ακρίβεια ή την πληρότητα των στοιχείων του κτηματολογικού διαγράμματος και του πίνακα, λύεται κατά τη δίκη για την αναγνώριση των δικαιούχων, ύστερα από αίτηση των ενδιαφερομένων".
Όφειλε, επομένως, να ερμηνεύσει ορθώς τον κανόνα δικαίου της διάταξης αυτής..., στον οποίο η αναιρεσιβαλλόμενη προσέδωσε έννοια διαφορετική από την αληθινή, άλλως δεν εφάρμοσε, άλλως εφάρμοσε προδήλως εσφαλμένα, καθώς σε περίπτωση διαφοράς μεταξύ κτηματολογικού πίνακα και απόφασης αναγνώρισης δικαιούχων, προέταξε, παρά το νόμο, το περιεχόμενο του πρώτου".
Ο λόγος αυτός στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, διότι το Εφετείο δεν έκανε εφαρμογή του άρθρου 16 παρ. 8 του ν. 2882/2001 (ΚΑΑΑ), καθόσον δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, κατέληξε δε στο ως άνω πόρισμά του από την εκτίμηση του συνόλου των αποδείξεων. Το Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης που ήταν αρμόδιο να επιλύσει οποιαδήποτε αμφισβήτηση για την ακρίβεια των κτηματολογικών στοιχείων κατά τη δίκη για την αναγνώριση δικαιούχων, δεν ασχολήθηκε με θέμα διόρθωσης των στοιχείων αυτών, καθόσον, όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ.
…7/2009 απόφασή του, δεν είχε υποβληθεί τέτοιο αίτημα. Είναι, επομένως, αβάσιμος ο λόγος αυτός και πρέπει να απορριφθεί.
Κατά την έννοια του λόγου αναιρέσεως από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται έτσι εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μη μπορεί να ελεχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεξαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεξαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 1/1999).
Αντίθετα, ελλείψεις ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων ή την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, όταν αυτό διατυπώνεται με σαφήνεια δεν συνιστούν ανεπαρκή ή ασαφή αιτιολογία. Μόνο τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται με σαφήνεια στην απόφαση και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο δέχθηκε, μετά συνεκτίμηση του συνόλου των αποδείξεων, ότι η ιδιοκτησία του ενάγοντος, που απέμεινε μετά την απαλλοτρίωση, ανέρχεται σε 6.898 τ.μ. και 250 τ.μ. και όχι σε 3 τ.μ., όπως αβάσιμα ισχυρίζεται αυτός, τα τμήματα δε αυτά απέκτησαν ωφέλεια ως παρόδιες ιδιοκτησίες της συνδετήριας οδού και υπό τα δεδομένα αυτά έκρινε ότι ο ενάγων-αναιρεσείων ως ιδιοκτήτης του απαλλοτριουμένου ακινήτου με αριθμό ΚΠ 235 είναι ωφελούμενος παρόδιος ιδιοκτήτης και πρέπει να επιβαρυνθεί με αυτοαποζημίωση, όπως αυτή προσδιορίσθηκε στον κτηματολογικό πίνακα και αντιστοιχεί στην έκταση των 947 τ.μ.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο διέλαβε σαφείς, πλήρεις και επαρκείς αιτιολογίες και δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού από το αιτιολογικό αυτής προκύπτουν όλα τα περιστατικά που ήταν αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου, στη συγκεκριμένη περίπτωση για την εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 1 του ν. 653/1977 "περί υποχρεώσεως των παροδίων ιδιοκτητών διά την διάνοιξιν εθνικών οδών κλπ".
Επομένως, ο πέμπτος και τελευταίος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει αντιφατικές και ανεπαρκείς αιτιολογίες και δεν έχει νόμιμη βάση, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί, κατ' άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ, η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου που καταβλήθηκε και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, κατά το νόμιμο αίτημα αυτού (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ). Θα ορισθούν όμως αυτά μειωμένα, σύμφωνα με το άρθρο 22 του ν.δ. 3693/1957, κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό της παρούσας.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1985/2015 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Διατάσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου που κατατέθηκε. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Δεκεμβρίου 2018.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 10 Ιανουαρίου 2019.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ