Legislator Case Law & Legislation
38/2016 AI generated

38/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 38/2016
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 38 / 2016 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 38 /2016

Legislator headnote

AI generated

38/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 38 / 2016 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 38 /2016

Keywords

AI generated
withdrawal of parental authority withdrawal of driving licence dismissal of testamentary executor consequences of withdrawal withdrawal leading to termination removal of family member
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 38 / 2016 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 38 /2016

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Πέτρο Σαλίχο και Ιωάννη Φιοράκη Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 18 Νοεμβρίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Α. Χ. του Λ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Αναστάσιο Δημητρούκα που ανακάλεσε την από 17-11-2015 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Των αναιρεσίβλητων:1)Ε. Χ. του Λ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια της πληρεξουσίας δικηγόρου Αθανασίας Βαζάκα, 2)Λ. συζ. Γ. Κ., το γένος Λ. Χ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Γεώργιο Ναθαναήλ, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-3-2009 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6173/2011 του ιδίου Δικαστηρίου και 6401/2014 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο αναιρεσείων με την από 9-3-2015 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελένη Διονυσοπούλου, ανέγνωσε την από 10-11-2015 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, η πληρεξούσια του 1ου αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή κατά το άρθρο 178 ΑΚ η διάταξη της τελευταίας βουλήσεως είναι άκυρη αν το περιεχόμενο αυτής αντιβαίνει στα χρηστά ήθη. Ως κριτήριο των χρηστών ηθών χρησιμεύει το περί ηθικής συναίσθημα του κατά γενική αντίληψη χρηστού, έμφρονα και υγιώς σκεπτόμενου κοινωνικού ανθρώπου και για την κρίση περί της αντιθέσεως της διάταξης τελευταίας βουλήσεως στα χρηστά ήθη, λαμβάνονται υπόψη το περιεχόμενο και τα αποτελέσματα της διαθήκης, τα αίτια που ώθησαν το διαθέτη, ο σκοπός που αυτός επιδίωκε και γενικά το σύνολο των περιστάσεων και συνθηκών που συνοδεύουν τη διάταξη αυτή. Προσκρούει στα χρηστά ήθη η τελευταία διάταξη όχι απλώς εκ του ότι το τιμώμενο με αυτήν πρόσωπο είναι ανήθικο ή αισχρό, αλλά όταν ο τρόπος της καταλείψεως ή τα συνοδεύοντα αυτήν περιστατικά μαρτυρούν για το διαθέτη ηθική διαστροφή ή κατάπτωση ή πώρωση, καθώς επίσης και αν στη συγκεκριμένη περίπτωση, η τελευταία αυτή διάταξη με τον τρόπο που έγινε συνιστά εκδήλωση αδικαιολόγητης περιφρόνησης προς εγγύτατα πρόσωπα της νόμιμης οικογένειας του διαθέτη, ιδίως όταν σ' αυτά χωρίς εύλογη αφορμή καταλείφθηκε μικρό, αναλόγως μέρος της περιουσίας. Δικαιοπραξία που αντιβαίνει στα χρηστά ήθη είναι και εκείνη με την οποία δεσμεύεται υπέρμετρα η ελευθερία του προσώπου, για ζητήματα τα οποία ανάγονται στην ελεύθερη βούλησή του, με βάση τις κρατούσες περί ηθικής αντιλήψεις της κοινωνίας. Εξάλλου μόνη η εγκατάσταση των κατιόντων του διαθέτη επί ανίσων μερίδων δεν είναι αρκετή για να χαρακτηρίσει τη διαθήκη ως δικαιοπραξία αντιβαίνουσα στα χρηστά ήθη, ούτε δημιουργεί ακυρότητα αυτής η ευνοϊκότερη μεταχείριση του κατιόντος με τον οποίο ο διαθέτης συνοικεί και τυχόν επηρεάζεται από το γεγονός αυτό. Δεν αντιβαίνει στα χρηστά ήθη η τελευταία διάταξη που αποπνέει μίσος ή περιφρόνηση του διαθέτη κατά του τιμώμενου ή που εκδηλώνεται με αυτήν αδικαιολόγητο μίσος του διαθέτη κατά των εξ αδιαθέτου συγγενών του, εκτός αν προκύπτει από αυτό το περιεχόμενο έλλειψη συνείδησης των πράξεών του, κατά το χρόνο σύνταξης της διαθήκης. Αντίθεση στα χρηστά ήθη δε συνιστά άλλωστε η επιδίωξη μη περιέλευσης της κληρονομίας στον αναγκαίο κληρονόμο με περιορισμό της εγκατάστασής του στη νόμιμη μοίρα. Εξάλλου την έννοια του άρθρου 1839 ΑΚ αποκλήρωση είναι η στέρηση από μεριδούχο της νόμιμης μοίρας του με διάταξη τελευταίας βουλήσεως. Η αποκλήρωση κατ' άρθρο 1839 ΑΚ συνιστά την αποκλήρωση με στενή έννοια, διακρίνεται δε από την αποκλήρωση με ευρεία έννοια του άρθρου 1713 ΑΚ, κατά την οποία ο διαθέτης μπορεί με διαθήκη να αποκλείσει από την εξ αδιαθέτου διαδοχή συγγενή ή σύζυγο. Η αποκλήρωση με ευρεία έννοια δε χρειάζεται καμία δικαιολογία από το διαθέτη, ούτε υπόκειται σε τύπο, όπως όμως ορίζεται και στο άρθρο 1713 ΑΚ με την αποκλήρωση αυτή δεν μπορεί ο αποκληρούμενος, εφόσον είναι και μεριδούχος, να στερηθεί τη νόμιμη μοίρα. Περαιτέρω ως ρήτρα "εκπτώσεως" ή στερητική ρήτρα στη διαθήκη νοείται η ρήτρα με την οποία ο διαθέτης ορίζει ότι ο τιμημένος με τη διαθήκη θα εκπέσει του καταληφθέντος σ' αυτόν ή ως νόμιμος μεριδούχος θα περιορισθεί στη νόμιμη μοίρα του, αν με οποιονδήποτε τρόπο αντιταχθεί στην τελευταία βούλησή του να τηρήσει ορισμένη συμπεριφορά θετική ή αρνητική. Το ζήτημα αν η ρήτρα αυτή είναι ισχυρή ή όχι εξαρτάται από τη νομιμότητα της παραγγελίας του διαθέτη δηλαδή αν είναι ή όχι παράνομη, προσκρούει σε επιτακτικούς κανόνες δημόσιας τάξης, δεσμεύει υπέρμετρα την ελευθερία του τιμημένου ή αν αντίκειται ή όχι στα χρηστά ήθη. Θεωρείται ισχυρή ως μη αντιβαίνουσα στα χρηστά ήθη η διάταξη του διαθέτη με την οποία απαγορεύει στον τιμημένο να ασκήσει αξίωσή του, την οποία έχει κατά άλλου τιμημένου ή τρίτου ή κατά της κληρονομίας. Κατά δε το άρθρο 1784 ΑΚ η διάταξη της διαθήκης είναι ακυρώσιμη αν υπήρξε αποτέλεσμα πλάνης από αίτια που μνημονεύονται στη διαθήκη και ανάγονταν στο παρελθόν, το παρόν ή το μέλλον, χωρίς τα οποία ο διαθέτης δε θα διατύπωνε τη διάταξη. Από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 140-143 ΑΚ συνάγεται ότι σε αντίθεση με τις δικαιοπραξίες εν ζωή, η διάταξη της διαθήκης για να είναι ισχυρή πρέπει να είναι απαλλαγμένη από πλάνη στα παραγωγικά αίτια της βούλησης. Παραγωγικό αίτιο της βούλησης είναι η πραγματική κατάσταση, που ανάγεται στο παρελθόν, το παρόν ή το μέλλον, υπάρχει κατά την κατάρτιση της διαθήκης και επέδρασε στον προσδιορισμό της βούλησης. Όταν η πραγματική αυτή κατάσταση, που απαραίτητα πρέπει να μνημονεύεται στη διαθήκη δεν ανταποκρίνεται στην αλήθεια και επί πλέον επέδρασε στη διαμόρφωση της τελευταίας διάταξης, επειδή ο διαθέτης αγνοούσε την αλήθεια ή είχε εσφαλμένη γνώση γι' αυτήν δημιουργείται λόγος ακύρωσής της. Αντίθετα αν τα αίτια που αναφέρονται στη διαθήκη είναι μεν ψευδή, αλλά ο διαθέτης γνώριζε την αλήθεια, δεν υπάρχει πλάνη στα παραγωγικά αίτια και τα σχετικά γεγονότα δεν έχουν επίδραση στο κύρος της διαθήκης. Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή. Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται δηλαδή αν η αγωγή, κυρία παρέμβαση, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν. Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων (άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.), ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων με την αγωγή του ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου εξέθετε, όπως δέχθηκε και το Εφετείο, "ότι στις 29.10.2006 απεβίωσε ο Λ. Α. Χ., πατέρας του ίδιου και των δύο πρώτων εναγομένων και παππούς του γιου του ενάγοντος, τρίτου εναγομένου, ο οποίος κατέλειπε τη, νόμιμα δημοσιευμένη, από 22 Αυγούστου 1990 ιδιόγραφη διαθήκη του, με την οποία εγκατέστησε κληρονόμους του τα τέκνα του, δηλαδή τον ενάγοντα και τους δύο πρώτους εναγόμενους, επί δήλων πραγμάτων (ακινήτων) και ειδικότερα τον ενάγοντα σε έντεκα (11) ακίνητα. Ότι τα ακίνητα που περιγράφονται στη διαθήκη δεν ήταν τα μόνα περιουσιακά στοιχεία του διαθέτη, αλλά κατά το χρόνο θανάτου υπήρχαν τέσσερα ακόμη ακίνητα, που περιγράφονται στην αγωγή, καθώς και 94.408 μετοχές (που επίσης, δεν περιλαμβάνονται στη διαθήκη) της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία " …", συνολικής αξίας 590.050 ευρώ, τα οποία (εκτός διαθήκης περιουσιακά στοιχεία της κληρονομιάς) περιέρχονται στους δύο πρώτους εναγομένους, σύμφωνα με διάταξη της διαθήκης, με την οποία ορίζεται ότι οποιοδήποτε άλλο περιουσιακό στοιχείο βρεθεί κατά το θάνατο του να περιέρχεται στους δύο πρώτους εναγομένους κατ' ισομοιρία. Περαιτέρω, ισχυρίζεται ότι από τα ακίνητα στα οποία εγκαταστάθηκε κληρονόμος ο ενάγων, κατά το χρόνο θανάτου του κληρονομούμενου, στην περιουσία του υπήρχαν, μόνο, τα έξι από αυτά, που περιγράφονται στη διαθήκη και την αγωγή, εκ των οποίων, το ένα ήταν βεβαρημένο με καταπίστευμα, αφού απαγόρευσε στον ενάγοντα τη διάθεση του, προκειμένου να περιέλθει στον τρίτο εναγόμενο, γιο του ενάγοντος και εγγονό του διαθέτη μόλις συμπληρώσει το 25° έτος της ηλικίας του και ήδη ο τρίτος εναγόμενος έχει συμπληρώσει το όριο ηλικίας που όρισε ο διαθέτης. Ότι τα παραπάνω περιουσιακά στοιχεία που κατέλειπε στους δυο πρώτους εναγομένους, σε σχέση με τα αντικείμενα που τελικά κατέλειπε στο ίδιο, εκ των οποίων το ένα ήταν βεβαρημένο με καταπίστευμα, είναι ασύγκριτα μεγαλύτερης αξίας και ότι, συνεπώς, ο διαθέτης απέκλεισε τον ενάγοντα από την εξ αδιαθέτου διαδοχή, δηλαδή τον αποκλήρωσε με ευρεία έννοια, για λόγο που αναφέρεται στη διαθήκη και συγκεκριμένα, διότι, όπως έγραψε ο διαθέτης, ο ενάγων φάνηκε απέναντι του αχάριστος, καθώς τον έσυρε στα δικαστήρια και περαιτέρω όρισε ότι, εάν ο ενάγων θεωρούσε ότι αδικήθηκε και προσέβαλε τη διαθήκη, τότε τον περιόριζε στη νόμιμη μοίρα. Ότι ο λόγος σχηματισμού της άνω βούλησης του διαθέτη, δηλαδή ότι ο ενάγων φάνηκε απέναντι του αχάριστος, είναι αναληθής, οφειλόμενος σε πλάνη στη βούληση του, διότι πίστευε, εσφαλμένα, κατά το χρόνο σύνταξης της διαθήκης, ότι ο ενάγων δεν είχε δικαίωμα επί των μετοχών της, παραπάνω εταιρείας στην οποία μέτοχος ήταν και ο ενάγων και τις οποίες αυτός διεκδίκησε δικαστικά από τον διαθέτη και δικαιώθηκε με την 5048/2003 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, ήδη αμετάκλητη, με την οποία υποχρεώθηκε ο διαθέτης να του παραδώσει τις μετοχές το και ότι ο τελευταίος, αν γνώριζε την πραγματική κατάσταση, δεν θα προέβαινε στην κατά τα άνω με ευρεία έννοια αποκλήρωσή του. Ότι το προεκτεθέν περιεχόμενο της επίδικης διαθήκης δεν ήταν αποτέλεσμα χρηστής αντιμετώπισης του ενάγοντος-κατιόντος από πλευράς του διαθέτη, διότι με τις ανωτέρω συμπεριφορές του τελευταίου (τις διατάξεις της διαθήκης, την απόκρυψη περιουσιακών του στοιχείων από τη διαθήκη, τις εκποιήσεις των ακινήτων που καταλείφθηκαν με τη διαθήκη στον ενάγοντα που έγιναν εν ζωή από τον διαθέτη και τη ρήτρα εκπτώσεως που έθεσε στη διαθήκη) είχε αυτός ως σκοπό να προσβάλει την εξ αδιαθέτου μερίδα αλλά και τη νόμιμη μοίρα του ενάγοντος, με συνέπεια να τον αδικήσει αφόρητα, και τούτο έπραξε, επειδή είχε καταληφθεί από μίσος εκδικήσεως εναντίον του (επειδή ο ενάγων διεκδίκησε δικαστικά τις παραπάνω μετοχές), για την υλική πραγματοποίηση του οποίου συνέταξε την επίμαχη διαθήκη, με την οποία τον περιόρισε σε μικρής αξίας ακίνητα σε σχέση με το μέγεθος της περιουσίας του και, συγχρόνως, με τη ρήτρα εκπτώσεως που έθεσε στη διαθήκη, επιδίωκε να αποκλείσει τη δυνατότητα στον ενάγοντα να λάβει την εξ αδιαθέτου μερίδα του και ότι η εγκατάσταση των κατιόντων του διαθέτη επί τόσο άνισων μερίδων αντίκειται στις κρατούσες στην ελληνική κοινωνία ηθικές αντιλήψεις για τις σχέσεις γονέων και τέκνων. Υπό το ιστορικό αυτό ο ενάγων, επικαλούμενος έννομο συμφέρον, ζήτησε ν' αναγνωριστεί η ακυρότητα της διαθήκης αυτής, λόγω της αντίθεσης της στα χρηστά ήθη και, επικουρικά, την ακύρωση της διαθήκης λόγω πλάνης του διαθέτη ως προς τα/παραγωγικά αίτια της βουλήσεως του, ώστε ο ενάγων να λάβει την εξ αδιαθέτου μερίδα του". Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε ως μη νόμιμη η κύρια βάση της και ως ουσιαστικά αβάσιμη η επικουρική της βάση. Κατά της απόφασης αυτής άσκησε έφεση ο αναιρεσείων και το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση αφού αντικατέστησε κατά ένα μέρος της αιτιολογίες αυτής σε σχέση με την επικουρική βάση της αγωγής. Ειδικότερα το Εφετείο ως προς την κύρια βάση της αγωγής, για την αναγνώριση της ακυρότητας της επίμαχης ιδιόγραφης διαθήκης λόγω αντίθεσης του περιεχομένου της στα χρηστά ήθη, την οποία, όπως προαναφέρθηκε, απέρριψε ως μη νόμιμη, δέχθηκε τα ακόλουθα: "η ένδικη αγωγή δεν βρίσκει, κατά την κύρια βάση της, έρεισμα στη διάταξη του άρθρου 178 ΑΚ, επί της οποίας επιχειρείται να θεμελιωθεί, αφού μόνος ο, παρά του διαθέτη πατέρα του, περιορισμός του ενάγοντος σε ποσοστό της κληρονομιαίας περιουσίας, που δεν καλύπτει, κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς, την εξ αδιαθέτου μερίδα του, έστω κι αν έγινε από λόγους πάθους και ως μέσο εκδίκησης, δεν καθιστά κατά τα εκτενώς προεκτιθέμενα, αντίθετη στα χρηστά ήθη την αναφερόμενη σ' αυτή διάταξη της διαθήκης του, η οποία δεν χρειάζεται καμία δικαιολογία από τον διαθέτη ούτε εξετάζονται τα κίνητρα που τον ώθησαν, ούτε αν ο λόγος που μνημονεύει στη διαθήκη του είναι αληθινός ή ψευδής, εξάλλου, όλα τα άνω περιστατικά που συνοδεύουν τη διάταξη, όπως και οι συνθήκες και περιστάσεις που εκτίθενται σε αυτή, δεν μαρτυρούν αντίθεση της στα χρηστά ήθη, αφού η εγκατάσταση, των δύο πρώτων εναγομένων με τη διαθήκη έγινε, όχι υπέρ προσώπου τρίτου και από διατήρηση σχέσεων ανήθικων, αλλά υπέρ γνήσιων κατιόντων και η εγκατάσταση αυτων (των κατιόντων του διαθέτη) επί άνισων μερίδων δεν προσδίδει στη διαθήκη ανήθικο χαρακτήρα. Ούτε, βεβαίως, αντίκειται στα χρηστά ήθη και δεν είναι άκυρη η διάταξη της διαθήκης, με την οποία ο διαθέτης όρισε τον εγγονό του και γιό του ενάγοντος καταπιστευματοδόχο. Περαιτέρω, η ρήτρα της επίδικης διαθήκης ότι, αν ο ενάγων προσβάλλει τη διαθήκη, τον περιορίζει στη νόμιμη μοίρα, όπως, επίσης, παραπάνω αναπτύχθηκε, είναι έγκυρη και δεν αντίκειται στα χρηστά ήθη, εφόσον δεν προστατεύει παράνομη ή ανήθικη διάταξη της διαθήκης, ο δε περιορισμός της εξ αδιαθέτου μερίδας του μεριδούχου με τη διαθήκη δεν είναι αθέμιτος ούτε ανήθικος". Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής τις προαναφερθείσες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου και ιδίως εκείνη του άρθρου 178 ΑΚ, τις οποίες δεν εφάρμοσε, καθ' όσον υπό τα εκτιθέμενα και συγκροτούντα την ιστορική βάση αυτής πραγματικά περιστατικά, δεν συνέτρεχαν σύμφωνα και με όσα αναφέρονται στη νομική σκέψη που προηγήθηκε, οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή τους. Επομένως ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης από τον αρ. 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., κατά ένα μέρος, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια της ευθείας παραβίασης της παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διάταξης,, δια της παραλείψεως της εφαρμογής της είναι αβάσιμος. Περαιτέρω από την επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης προκύπτει ότι με αυτήν το Εφετείο δέχθηκε ανελέγκτως μετά από εκτίμηση των αποδείξεων σε σχέση με την επικουρική βάση της αγωγής, για την αναγνώριση της ακυρότητας της ένδικης διαθήκης λόγω ακυρώσεως διάταξης αυτής, συνισταμένης σε πλάνη του διαθέτη ως προς τα παραγωγικά αίτια της βούλησής του, τα ακόλουθα: "Στις 29-10-2006 απεβίωσε στην …ο Λ. Χ. του Α., κάτοικος εν ζωή …, καταλείποντας την από 22-8-1990 ιδιόγραφη διαθήκη του, η οποία δημοσιεύτηκε νόμιμα και κηρύχθηκε κύρια με την 1079/2007 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Ο αποβιώσας άφησε εγγύτερους, εν ζωή, συγγενείς, κατά το χρόνο θανάτου του, τα τέκνα του, δηλαδή τον ενάγοντα και τους δυο πρώτους εναγομένους, Ε. Χ. και Λ. Χ., ενώ η σύζυγος του Α. Χ. είχε προαποβιώσει στις 13-4-2004. Με τη διαθήκη του αυτή εγκατέστησε κληρονόμους του, πέραν της συζύγου του, που, όπως αναφέρθηκε, προαποβίωσε αυτού, τα τρία τέκνα του, τον ενάγοντα επί έντεκα ακινήτων, τον πρώτο εναγόμενο επί δεκαπέντε ακινήτων και τη δεύτερη εναγομένη επί δεκατριών ακινήτων. Περαιτέρω, ο διαθέτης συνέστησε καταπίστευμα σε τρία από τα ακίνητα, στα οποία εγκατέστησε κληρονόμο τον ενάγοντα, ορίζοντας, ειδικότερα, με τη διαθήκη του ότι απαγόρευε στον ενάγοντα την καθ' οιονδήποτε τρόπο διάθεση τους και όριζε ότι τα ακίνητα αυτά θα λάμβανε στην κυριότητα του ο τρίτος εναγόμενος-εγγονός του Λ. Χ. με τη συμπλήρωση του 25ου έτους της ηλικίας του. Μετά τη διάταξη της εγκατάστασης του ενάγοντος ως κληρονόμου του ο διαθέτης σημειώνει στη διαθήκη του τα εξής: "Εδώ θα ήθελα να συμπληρώσω ότι στο γιό μου Αθανάσιο έκανα πολλές παροχές εν ζωή, είτε με δωρεές είτε με γονικές παροχές είτε με εικονικές μεταβιβάσεις είτε σε μετρητά για τις οποίες παροχές υπάρχει σχετική επιστολή του, παρά το γεγονός ότι ο γιος μου πολύ με επίκρανε κι εδείχθη αχάριστος απέναντι μου σέρνοντας με στα Δικαστήρια στην ηλικία που βρίσκομαι. Εάν παρ' ολ' αυτά όσα του έδωσα εν ζωή και του αφήνω με τη διαθήκη μου αυτή, νομίζει ότι αδικήθηκε και προσβάλλει την τελευταία αυτή θέληση μου, τότε τον περιορίζω στη νόμιμη μοίρα". Και τελείωνε τη διαθήκη ως εξής: "Εδώ τελειώνω την τελευταία αυτή θέληση μου με τη θερμή παράκληση στους κληρονόμους μου να τη σεβαστούν και την ευχή μου να ζήσουν μονιασμένοι και αγαπημένοι μεταξύ συγγενών. Τέλος ό,τι άλλο βρεθεί δηλαδή κινητή ή ακίνητη περιουσία μου κατά το θάνατο μου επιθυμώ να περιέρχεται στα παιδιά μου Ε. και Λ. κατά το ήμισυ στον καθένα τους. Αθήνα 22 Αυγούστου 1990 Ο διαθέτης". Ο διαθέτης, μετά τη σύνταξη της διαθήκης, προέβη σε εκποιήσεις αρκετών από τα ακίνητα που μνημονεύονται σε αυτή, έτσι, τελικά, στον ενάγοντα καταλείφθηκαν με την ανωτέρω διαθήκη εννέα ακίνητα, από τα οποία δύο ήταν βεβαρημένα με καταπίστευμα υπέρ του τρίτου εναγομένου, στον πρώτο εναγόμενο καταλείφθηκαν εννέα ακίνητα και στη δεύτερη εναγομένη καταλείφθηκαν οκτώ ακίνητα. Ο ενάγων ισχυρίζεται με την αγωγή του ότι ο διαθέτης πατέρας του οδηγήθηκε στην απόφαση να τον εγκαταστήσει κληρονόμο του σε περιουσιακά στοιχεία μικρότερης αξίας από την αξία των κληρονομιαίων στα οποία εγκαταστάθηκαν τα αδέρφια του, επειδή πλανήθηκε, νομίζοντας ότι ο ενάγων άδικα στράφηκα εναντίον του δικαστικά και στάθηκε αχάριστος, ενώ στην πραγματικότητα αυτός (ο ενάγων/είχε νόμιμο προς τούτο δικαίωμα και γι' αυτό νίκησε στη μεταξύ τους δίκη. Όπως, όμως, αποδείχθηκε, από τα παραπάνω αποδεικτικά μέσα, ο διαθέτης δεν πλανήθηκε ως προς τα γεγονότα που τον ώθησαν να σχηματίσει την τελευταία του βούληση και όσα περί του αντιθέτου ο ενάγων ισχυρίζεται είναι απορριπτέα ως αβάσιμα. Ειδικότερα, αποδείχθηκε ότι δυνάμει του .../1972 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Μαραθώνα Κοσμά Παυλή, το οποίο εγκρίθηκε με τη 2200/1971 απόφαση του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας και δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ 309/1972, ιδρύθηκε η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία " …". Σύμφωνα με το ανωτέρω συμβόλαιο, ιδρυτικά μέλη της εν λόγω ανώνυμης εταιρείας ήταν ο Λ. Χ., δηλαδή ο διαθέτης-πατέρας του ενάγοντος, η σύζυγος του Α. Χ. και ο ενάγων, γιος τους. Έδρα της εταιρείας ορίστηκε η Αθήνα, η διάρκεια της συμφωνήθηκε για πενήντα χρόνια και σκοπός της η ανέγερση και εκμετάλλευση ξενοδοχείου Β' τάξης στην Αθήνα, στην οδό ..., η ίδρυση και εκμετάλλευση άλλων ξενοδοχείων και γενικά η άσκηση ξενοδοχειακών και τουριστικών επιχειρήσεων. Το μετοχικό κεφάλαιο της εταιρείας ορίστηκε σε 12.500.000 δραχμές, που διαιρέθηκε σε 12.500 μετοχές, ονομαστικής αξίας 1.000 δραχμών εκάστη. Η κατανομή του κεφαλαίου, σύμφωνα με το άρθρο 38 του καταστατικού της εταιρείας, έγινε ως εξής: Ο πατέρας του ενάγοντος Λ. Χ. εισέφερε το οικόπεδο επί του οποίου ανεγέρθηκε το ξενοδοχείο, συνολικής αξίας 12.052.000 δραχμών και έλαβε 12.052 μετοχές, η Α. Χ. εισέφερε μετρητά και έλαβε 148 μετοχές και ο ενάγων εισέφερε 300.000 δραχμές και έλαβε 300 μετοχές. Τις μετοχές αυτές ανέλαβε να τις κατέχει προς φύλαξη ο πατέρας του ενάγοντος και να του τις αποδίδει όποτε τις ζητούσε και να τις καταθέτει στην εταιρεία στις εκάστοτε γενικές συνελεύσεις, ώστε οι κύριοι αυτών να μετέχουν νόμιμα σε αυτές. Ακολούθως, με την από 29-8-1977 απόφαση της έκτακτης γενικής συνέλευσης της εταιρείας αυτής, η ονομαστική αξία κάθε μετοχής αυξήθηκε σε 2.663,50 δραχμές και με την από 15-12-1982 απόφαση της έκτακτης γενικής συνέλευσης της εταιρείας, περί αυξήσεως του μετοχικού κεφαλαίου και τροποποιήσεως του καταστατικού, αποφασίστηκε η έκδοση 13.000 νέων μετοχών, ονομαστικής αξίας 3.000 δραχμών της καθεμίας, που θα διανέμονταν στους παλαιούς μετόχους δωρεάν, κατ' αναλογία των μετοχών που κατείχε ο καθένας κατά την αύξηση της ονομαστικής αξίας των παλαιών μετοχών από 2.663,50 δραχμές σε 3.000 δραχμές η καθεμία. Έτσι, ο ενάγων κατέστη κύριος 624 συνολικά μετοχών της άνω εταιρείας. Το κεφάλαιο της εταιρείας ανήλθε λόγω αυξήσεως του, κατ' εφαρμογή των νόμων 542/1977 και 1249/1982 (κεφαλαιοποίηση της υπεραξίας των παγίων στοιχείων της εταιρείας), σε 76.500.000 δραχμές, διαιρεμένο σε 25.500 μετοχές, ονομαστικής αξίας 3.000 δραχμών η καθεμία, οπότε η συμμετοχή του ενάγοντος στην εταιρεία διαμορφώθηκε στις 6.100 μετοχές. Από το 1986 και πέρα ο διαθέτης αμφισβήτησε την κυριότητα του ενάγοντος επί των πιο πάνω μετοχών (των οποίων οι τίτλοι ουδέποτε εκδόθηκαν, όπως και των υπόλοιπων μετόχων της εταιρείας) με αποτέλεσμα ο ενάγων το 1989 να στραφεί εναντίον του πατέρα του δικαστικά με αγωγή και ζήτησε να υποχρεωθεί αυτός να του τις αποδώσει. Στη δίκη αυτή, ο διαθέτης ισχυρίστηκε ότι η συμμετοχή του ενάγοντος στην παραπάνω εταιρεία ήταν εικονική, ότι ο μόνος αληθινός/ μέτοχος αυτής ήταν ο ίδιος και ότι ο ενάγων γνώριζε την εικονικότητα αυτή. Επί της εν λόγω αγωγής, εκδόθηκε, σε δεύτερο βαθμό, η 5048/2003 τελεσίδικη (ήδη αμετάκλητη) απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία αναγνωρίστηκε ότι ο ενάγων ήταν κύριος των επίμαχων μετοχών και υποχρέωσε το Λ. Χ. να τις αποδώσει στον ενάγοντα, αφού απέρριψε τον παραπάνω ισχυρισμό του διαθέτη, τότε εναγόμενου, με το σκεπτικό ότι δεν αποδείχθηκε ότι ο ενάγων γνώριζε την επικαλούμενη εικονικότητα και ότι ο ισχυρισμός του τότε εναγόμενου (διαθέτη) ότι ο ενάγων δεν είχε εισοδήματα για την αγορά των εν λόγω μετοχών δεν αποδεικνύει την εικονικότητα, αφού αυτές μπορεί να δόθηκαν ως γονική παροχή ή να χαρίστηκαν. Ένα έτος, περίπου, μετά την επίδοση της αγωγής του ενάγοντος προς τον πατέρα του και, συγκεκριμένα, στις 20-08-1990, ο Λ. Χ. προέβη στη σύνταξη της επίδικης διαθήκης. Ο τελευταίος αισθάνθηκε ότι ο ενάγων, στρεφόμενος εναντίον του δικαστικά, φάνηκε αχάριστος απέναντι του, γιατί η εταιρεία ήταν δημιούργημα δικό του, αφού ο ενάγων, κατά την ίδρυση της εταιρείας το 1972, ήταν 23 ετών, άνεργος, σπούδαζε στο Πανεπιστήμιο της Θεσσαλονίκης και έλαβε τις μετοχές από το διαθέτη ως γονική παροχή και προς επαγγελματική αποκατάσταση, ενώ μετείχε τυπικά στη διοίκηση, γι' αυτό, άλλωστε, συμφωνήθηκε ότι ο Λ. Χ. θα ασκούσε τη διοίκηση της εταιρείας και τη διαχείριση των οικονομικών της και την ευθύνη του ξενοδοχείου που λειτούργησε υπό την εταιρική επωνυμία, όπως και έγινε. Αυτά ήταν γνωστά στον τελευταίο (διαθέτη), με αποτέλεσμα το έτος 1989, όταν επιδόθηκε η αγωγή του ενάγοντος, πράγματι, πικράθηκε από το γεγονός ότι ο ενάγων στράφηκε εναντίον του δικαστικά. Το ότι ο ενάγων δικαιώθηκε σε αυτό τον δικαστικό αγώνα, δεν μετέβαλε το αίσθημα πικρίας του κληρονομούμενου και οι σχέσεις του με τον ενάγοντα γιο του είχαν πληγεί ανεπανόρθωτα.

Συνεπώς, όταν ο Λ. Χ. μνημόνευσε στη διαθήκη του ότι ο ενάγων τον πίκρανε πολύ, διότι τον έσυρε στα δικαστήρια σε μεγάλη ηλικία, ότι στάθηκε απέναντι του αχάριστος και ότι, εάν προσέβαλε τη διαθήκη, τότε τον περιόριζε στη νόμιμη μοίρα, δεν είχε πλανηθεί ως προς τα γεγονότα, τα παραγωγικά αίτια της τελευταίας βουλήσεως του, αφού, παρά το τελεσιδίκως κριθέν νόμιμο δικαίωμα του ενάγοντος να παραλάβει τις παραπάνω μετοχές, θεωρούσε ότι αυτός και μόνο είχε δικαίωμα να διαχειρίζεται τα οικονομικά της επιχείρησης τους όσο ζούσε και ότι ο ενάγων όφειλε να σεβαστεί την επιλογή του αυτή. Τούτο προκύπτει και από το γεγονός ότι αυτός (ο διαθέτης) δεν μετέβαλε τη διαθήκη του μετά την έκδοση της παραπάνω απόφασης συνεπώς, αυτό καθ' εαυτό το γεγονός της έναρξης δικαστικού αγώνα του γιου του εναντίον του για τις εν λόγω μετοχές τον πίκρανε και το αίσθημα αυτό δεν μεταβλήθηκε και ήταν ανεξάρτητο από την έκβαση της δίκης. Επομένως, τόσο από τα όσα συνάγονται από το περιεχόμενο της ίδιας της επίδικης διαθήκης και τα γεγονότα που συνέβησαν πριν από τη σύνταξη της, όσο και από τα γεγονότα που έλαβαν χώρα μετά τη σύνταξη της και μέχρι το θάνατο του διαθέτη, προκύπτει ότι δεν υπήρξε πλάνη περί τα παραγωγικά αίτια της βούλησης στο διαθέτη κατά το χρόνο σύνταξης της διαθήκης του." Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε ως αβάσιμη κατ' ουσίαν την επικουρική βάση της αγωγής. Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 1784 ΑΚ, αφού υπό τα παραπάνω ανελέγκτως δεκτά γενόμενα πραγματικά περιστατικά και ειδικότερα με τη σαφή παραδοχή ότι στη δυσμενή για τον αναιρεσείοντα διάταξη της επίμαχης διαθήκης δεν συντέλεσαν πεπλανημένα αίτια, που διαμόρφωσαν τη σχετική βούληση του διαθέτη κατά το χρόνο σύνταξης αυτής και τα οποία έχουν σχέση με τη διεκδίκηση δικαστικώς από τον αναιρεσείοντα των ενδίκων τότε μετοχών, αφού όπως ανελέγκτως δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας, ο διαθέτης ανεξάρτητα από οποιαδήποτε έκβαση της σχετικής με τις μετοχές δίκης, ακόμα και ευνοϊκής για τον αναιρεσείοντα πίστευε ότι δεν του ανήκουν οι μετοχές και ότι μόνον αυτός δικαιούται να διαχειρίζεται τα οικονομικά της επιχείρησής του δε συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής τους.

Συνεπώς ο δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αρ. 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. της ευθείας παραβίασης με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διάταξης είναι αβάσιμος.

Επειδή με τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ. της έλλειψης νόμιμης βάσεως, ελέγχονται οι ελλείψεις της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας, εξαιτίας των οποίων δεν μπορεί να ελεγχθεί αν η δικαστική διάγνωση είναι το αναγκαίο λογικό επακόλουθο από την υπαγωγή της δικαζόμενης εμπειρικής πραγματικότητας στον κανόνα του δικαίου. Επομένως, ο αναιρετικός αυτός λόγος, προϋποθέτει ουσιαστική έρευνα της υποθέσεως και δεν δημιουργείται όταν το δικαστήριο έχει απορρίψει την αγωγή ως μη νόμιμη ή αόριστη, αφού στην περίπτωση αυτή το δικαστήριο δεν έχει εκτιμήσει πραγματικά περιστατικά.

Συνεπώς ο τρίτος λόγος της αίτησης αναίρεσης και ο πρώτος λόγος κατά ένα μέρος, με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η από τον αρ. 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια της έλλειψης νόμιμης βάσης σε σχέση με την απόρριψη της κύριας βάσης της αγωγής, περί αναγνώρισης της ακυρότητας της επίμαχης διαθήκης λόγω αντίθεσης του περιεχομένου της στα χρηστά ήθη, είναι απαράδεκτος, αφού το Εφετείο δεν εξέτασε την ουσία της υπόθεσης ως προς αυτή την αγωγική βάση, την οποία όπως προαναφέρθηκε απέρριψε ως μη νόμιμη.

Επειδή κατά το άρθρο 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα κατά την έννοια της διάταξης, αυτής θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, οι οποίοι υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασής τους θεμελιώνουν κατά νόμο το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, κυρίας παρεμβάσεως, ενστάσεως ή αντενστάσεως ή άλλη αυτοτελή αίτηση ή ανταίτηση των διαδίκων προς παροχή έννομης προστασίας (Ολ ΑΠ 25/2003, Ολ ΑΠ 12/2000). Ως πράγματα νοούνται και οι λόγοι έφεσης ή αντέφεσης που περιέχουν παράπονα κατά της πρωτοβάθμιας κρίσης. Δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός της αναίρεσης αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό. Με τον τέταρτο λόγο της αίτησης αναίρεσης ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση της πλημμέλεια από τον αρ. 8β του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον πρώτο λόγο του κυρίου δικογράφου της έφεσής του και τον συναφή πρώτο πρόσθετο λόγο αυτής με τους οποίους διατυπώθηκαν παράπονα κατά της εκκληθείσας απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου ότι τούτο κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της κύριας βάσης της αγωγής, για την αναγνώριση της ακυρότητας της επίμαχης διαθήκης λόγω αντίθεσης του περιεχομένου της στα χρηστά ήθη, που απέρριψε ως μη νόμιμη, παρέλειψε να λάβει υπόψη τα ακόλουθα περιστατικά, τα οποία και πρωτοδίκως είχε επικαλεσθεί για τη θεμελίωση της ιστορικής βάσης αυτής προς διάγνωση της αντίθεσής της στα χρηστά ήθη και ειδικότερα ότι αποκλείσθηκε από την εξ αδιαθέτου διαδοχή από λόγους εκδίκησης του διαθέτη 1) επειδή αρνήθηκε να διαζευχθεί τη σύζυγό του, 2) ότι σκοπός του ήταν μέσω της διαθήκης να ματαιώσει το ευνοϊκό αποτέλεσμα της δικαστικής απόφασης που τον δικαίωσε, 3) ότι όλες οι ενέργειες του διαθέτη με την απομάκρυνσή του από τις εταιρείες και την εκποίηση της περιουσίας του κατέτειναν στον ίδιο σκοπό και 4) ότι ο διαθέτης από κοινού με τους αντιδίκους τέλεσαν σε βάρος του αξιόποινες πράξεις προκειμένου να υπεξαιρέσουν μετοχές που κληρονόμησε από τη μητέρα του. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος καθ' όσον, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, λήφθηκαν υπόψη από το Εφετείο και απορρίφθηκαν ως αβάσιμοι οι παραπάνω λόγοι της έφεσης του αναιρεσείοντος, με την ειδικότερη παραδοχή ότι επειδή τα προαναφερόμενα περιστατικά προς θεμελίωση της κύριας αγωγικής βάσης επικαλέσθηκε απαραδέκτως ο τελευταίος με την προσθήκη των προτάσεών του στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, δε λαμβάνονται υπόψη διότι αποτελούν ανεπίτρεπτη μεταβολή κατ' άρθρο 224 Κ.Πολ.Δ. της ιστορικής βάσης αυτής. Κατ' ακολουθίαν τούτων πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του κατατεθέντος σύμφωνα με το άρθρο 12 παρ. 2 του Ν.4055/2012 παραβόλου και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, ως ηττηθείς διάδικος, στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων (άρθρα 176, 183 Κ.Πολ.Δ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 9-3-2015 αίτηση του Α. Χ. του Λ. περί αναιρέσεως της 6401/2014 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει στο ποσόν των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Δεκεμβρίου 2015.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 14 Ιανουαρίου 2016.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ