Legislator Case Law & Legislation
38/2015 AI generated

38/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 38/2015
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημητρούλα Υφαντή, Γεώργιο Σακκά, Παναγιώτη Χατζηπαναγιώτη και Χαράλαμπο Καλαματιανό, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

38/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Με την κρινόμενη 21/8-5-2014 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 73/2013 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Κρήτης, η οποία αποτελεί κατάληξη της ακόλουθης δικαστικής διαδρομής, όπως αυτή προκύπτει από την επιτρεπτή, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 38 / 2015 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 38/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημητρούλα Υφαντή, Γεώργιο Σακκά, Παναγιώτη Χατζηπαναγιώτη και Χαράλαμπο Καλαματιανό, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Οκτωβρίου 2014, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Σ. Τ. του Ν., 2) Ε. συζ. Σ. Τ., 3) Ν. Τ. του Σ. και 4) Χ. Τ. του Σ., όλων κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Παπανικολάου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Της αναιρεσίβλητης: Μ. Τ. του Π., κατοίκου ..., η οποία δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-9-2009 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χανίων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 45/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 73/2013 του Μονομελούς Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 28-4-2014 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο οι αναιρεσείοντες όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Καλαματιανός διάβασε την από 6-10-2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την αναίρεση της υπ' αριθμ. 73/2013 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Κρήτης, κατά παραδοχή του δευτέρου λόγου της 21/8-5-2014 αίτησης αναίρεσης και την απόρριψη του πρώτου λόγου αυτής.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτή με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την υπ' αριθ. 9547Η'/11-6-2014 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Χανίων Ι. Γ., που προσκομίζουν και επικαλούνται οι αναιρεσείοντες, ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης με την κάτω από αυτήν πράξη κατάθεσης και ορισμού δικασίμου και κλήση για συζήτηση κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο νόμιμα και εμπρόθεσμα επιδόθηκε, στην αναιρεσίβλητη με την επιμέλεια του έχοντος προς τούτο πληρεξουσιότητα δικηγόρου των αναιρεσειόντων Ιωάννη Παπανικολάου. Η ως άνω αναιρεσίβλητη, όμως, δεν εμφανίσθηκε κατά την εκφώνηση της προκειμένης υπόθεσης από τη σειρά του οικείου πινακίου στην ως άνω δικάσιμο. Επομένως πρέπει, σύμφωνα με την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία αυτής.

Με την κρινόμενη 21/8-5-2014 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 73/2013 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Κρήτης, η οποία αποτελεί κατάληξη της ακόλουθης δικαστικής διαδρομής, όπως αυτή προκύπτει από την επιτρεπτή, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων.

Με την από 10-9-2009 αγωγή, οι αναιρεσείοντες εξέθεταν ότι είναι συγκύριοι, κατά τα αναφερόμενα σ' αυτή ποσοστά έκαστος, ενός διαμερίσματος οικοδομής κειμένης στην πόλη των Χανίων, η οποία έχει υπαχθεί στο καθεστώς της οροφοκτησίας, και ότι η εναγομένη - ήδη αναιρεσίβλητη, η οποία είναι ψιλή κυρία διαμερίσματος στην ίδια οικοδομή, κατά παράβαση σχετικής διάταξης του οικείου Κανονισμού, τον οποίο έχει εξ αρχής υπογράψει, σταθμεύει το αυτοκίνητό της σε κοινόχρηστο τμήμα του όλου ακινήτου και συγκεκριμένα στον ακάλυπτο χώρο που βρίσκεται νότια της κεντρικής εισόδου της πολυκατοικίας στο ισόγειο και ακριβώς κάτω από τον εξώστη του διαμερίσματος των εναγόντων, με αποτέλεσμα κάθε φορά που η δεύτερη τούτων απλώνει ρούχα στο μπαλκόνι τους να πέφτουν νερά στο όχημα της εναγομένης και αυτή να προκαλεί επεισόδια, να καθίσταται δε αδύνατη η μετάβαση αυτών στους λοιπούς ακάλυπτους κοινόχρηστους χώρους προς τη δυτική πλευρά της πολυκατοικίας. Ζητούσαν δε οι ενάγοντες να υποχρεωθεί η εναγομένη να παύσει να σταθμεύει το αυτοκίνητό της στον ανωτέρω κοινόχρηστο ακάλυπτο χώρο της οικοδομής.

Το Μονομελές Πρωτοδικείο Χανίων με την 45/2012 απόφασή του έκανε δεκτή την ένσταση καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος που πρότεινε η εναγομένη και απέρριψε την αγωγή. Κατά της πρωτόδικης αυτής απόφασης οι αναιρεσείοντες άσκησαν την από 25-9-2012 έφεση, στην οποία διέλαβαν, ως λόγους έφεσης, α) την εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, ισχυριζόμενοι ότι η ένσταση καταχρηστικής άσκησης του αγωγικού δικαιώματος έπρεπε να απορριφθεί, ως αόριστη, διότι δεν έγινε επίκληση πραγματικών περιστατικών που την συγκροτούν, και β) την εσφαλμένη εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που προσκομίσθηκαν. Επί της εν λόγω έφεσης εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, που την απέρριψε, ως ουσιαστικά αβάσιμη και επικύρωσε την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου.

Κατά το άρθρο 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση χωρεί αν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ανεπάρκεια αιτιολογιών, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, υπάρχει όταν δεν προκύπτουν από την απόφαση σαφώς και επαρκώς τα περιστατικά που είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή όταν η απόφαση έχει ελλείψεις, όσον αφορά το νομικό χαρακτηρισμό των κρίσιμων περιστατικών που έγιναν δεκτά.

Αντιφατικότητα δε αιτιολογιών υπάρχει όταν εξ αιτίας της δεν προκύπτει ποια πραγματικά περιστατικά δέχθηκε το δικαστήριο για να στηρίξει το διατακτικό, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί αν σωστά εφάρμοσε το Νόμο. Η αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια πρέπει να έχει σχέση με ουσιώδεις ισχυρισμούς και κεφάλαια παροχής έννομης προστασίας και επιθετικά ή αμυντικά μέσα και όχι με την επιχειρηματολογία των διαδίκων ή του δικαστηρίου, ούτε την εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή διατυπώνεται σαφώς (Ολ.ΑΠ 24/1992, Ολ.ΑΠ 1/1999, Α.Π. 9/2013).

Περαιτέρω, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1, 2 παρ. 1, 3, 4 παρ. 1, 5 περ. α', 13 του ν. 3741/1929, 785, 787, 1002 και 1117 ΑΚ προκύπτει ότι κάθε ιδιοκτήτης ορόφου ή διαμερίσματος οικοδομής, για την οποία έχει συσταθεί εγκύρως οριζόντια ιδιοκτησία, δικαιούται, λόγω της αναγκαίας συγκυριότητάς του επί των κοινόχρηστων μερών της οικοδομής, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και ο ακάλυπτος χώρος του οικοπέδου, να κάνει απόλυτη χρήση τούτων, αρκεί να μη βλάπτει τα αντίστοιχα δικαιώματα των λοιπών συνιδιοκτητών και να μη μεταβάλλει τον συνήθη προορισμό των μερών αυτών.

Μπορεί, επίσης, να περιληφθεί στον κανονισμό συμφωνία, με την οποία ένας ή και περισσότεροι από τους συνιδιοκτήτες θα έχουν το δικαίωμα της αποκλειστικής χρήσης σε κοινόκτητο και κοινόχρηστο τμήμα της οικοδομής αλλά για τον προορισμό που το τμήμα αυτό από τη φύση του έχει και προκύπτει από τις λειτουργικές χρησιμότητες του οικοδομήματος που ορίζονται από τον κανονισμό, την τοποθεσία του ακινήτου και τις τακτικές συνήθειες της περιοχής.

Αν και πότε θίγονται τα δικαιώματα των λοιπών συνιδιοκτητών ή υπάρχει μεταβολή του συνήθους προορισμού των κοινών μερών με τη χρήση τους από ορισμένους συνιδιοκτήτες, κρίνεται, κατά περίπτωση, με βάση τις συγκεκριμένες συνθήκες και στο πλαίσιο του γενικότερου συμφέροντος της ομαλής λειτουργίας της σχέσεως της οροφοκτησίας.

Ειδικότερα, βλαπτική για τα δικαιώματα των λοιπών συνιδιοκτητών είναι η χρήση που εμποδίζει ή δυσχεραίνει υπερμέτρως αυτούς στη χρήση των οριζόντων ιδιοκτησιών τους ή και στη σύγχρηση των κοινών μερών, ενώ μεταβολή του συνήθους προορισμού προκαλείται όταν η συγκεκριμένη χρήση αλλοιώνει τον προορισμό των κοινών μερών, που ορίζεται με δικαιοπρακτική ρύθμιση ή, σε περίπτωση ελλείψεώς της, προκύπτει από τη φύση των πραγμάτων και τον σκοπό που αυτά υπηρετούν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας στη λειτουργία της οροφοκτησίας, καθώς και από τις συνθήκες της συγκεκριμένης περίπτωσης.

Κάθε συνιδιοκτήτης, εφόσον από τις ενέργειες άλλου συνιδιοκτήτη παραβλάπτεται στη χρήση των κοινών πραγμάτων και μειώνεται η ασφάλεια της οικοδομής, έχει το δικαίωμα να ζητήσει με αγωγή την επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση (ΑΠ 357/ 2006 και 1830/2005). Περαιτέρω στο πλαίσιο των πιο πάνω αρχών εφαρμογής των αντίστοιχων διατάξεων του ν. 3741/1929 εφαρμόζονται συμπληρωματικά και οι διατάξεις του ΓΟΚ, στην προκειμένη δε περίπτωση των άρθρων 2 παρ. 22 και 8 παρ. 2 του ΓΟΚ/2000, με τις οποίες ορίζεται ότι κοινής χρήσεως χώροι του κτιρίου και του οικοπέδου είναι οι χώροι που προορίζονται για χρήση από όλους τους ενοίκους του κτιρίου και ότι ο υποχρεωτικός ακάλυπτος χώρος του οικοπέδου πρέπει να είναι προσπελάσιμος από τους χώρους κοινής χρήσης του κτιρίου.

Ειδικότερα, η εφαρμογή της πρώτης από τις πιο πάνω ρυθμίσεις προϋποθέτει στο πλαίσιο εφαρμογής και των διατάξεων του ν. 3741/1929 ότι οι συγκεκριμένοι χώροι του οικοπέδου έχουν χαρακτηρισθεί ως κοινόχρηστοι με τον υπάρχοντα κανονισμό, και εφ' όσον δεν υπάρχει κανονισμός ή κοινοχρησία προκύπτει από τη φύση του πράγματος και το σκοπό που αυτό υπηρετεί στη λειτουργία της οροφοκτησίας (ΑΠ 639/2010).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 281 ΑΚ "Η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος". Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής καλή πίστη θεωρείται η συμπεριφορά του χρηστού και συνετού ανθρώπου, που επιβάλλεται κατά τους συνηθισμένους τρόπους ενεργείας, ενώ ως κριτήριο των "χρηστών ηθών" χρησιμεύουν οι ιδέες του κατά γενική αντίληψη χρηστώς και εμφρόνως σκεπτόμενου ανθρώπου.

Για την εφαρμογή της διατάξεως αυτής δεν αρκεί καταρχήν μόνη η επί μακρό χρόνο αδράνεια του δικαιούχου να ασκήσει το δικαίωμά του, ούτε η καλόπιστη πεποίθηση του υπόχρεου ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα κατ' αυτού ή ότι δεν πρόκειται τούτο να ασκηθεί, ούτε κατ' ανάγκην από την άσκησή του να δημιουργούνται απλώς δυσμενείς ή και αφόρητες επιπτώσεις για τον υπόχρεο, αλλά απαιτείται κατά περίπτωση συνδυασμός των ανωτέρω και γενικώς η συνδρομή ιδιαίτερων περιστάσεων, αναγομένων στη συμπεριφορά τόσο του δικαιούχου όσο και του υπόχρεου, εφόσον όμως αυτή του τελευταίου τελεί σε αιτιώδη σχέση με εκείνη του δικαιούχου και δεν είναι άσχετη με αυτήν, ώστε η άσκηση του δικαιώματος να αποβαίνει αντίθετη στις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου (Ολ.ΑΠ 8/2001, 1/1997, 62/1990, ΑΠ 2101/1984, 88/1980).

Αναφορικώς δε με την αδράνεια του δικαιούχου, η διάρκειά της είναι άσχετη με τη συμπλήρωση ή όχι του χρόνου παραγραφής, η οποία αποτελεί ιδιαίτερο λόγο αποσβέσεως του δικαιώματος που πρέπει να προβάλλεται ειδικώς (Ολ.ΑΠ 17/1995, ΑΠ 207/2014).

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο απέρριψε, όπως προαναφέρθηκε, την έφεση των εναγόντων - ήδη αναιρεσειόντων, με την προσβαλλόμενη απόφασή του δεχόμενο τα εξής, ως προς το κρίσιμο, για την έκβαση των λόγων αναίρεσης, ζήτημα της καταχρηστικής άσκησης του αγωγικού δικαιώματος: "Η εναγομένη προβάλλοντας την ένσταση καταχρηστικής άσκησης της αγωγής ισχυρίστηκε, αφενός ότι σταθμεύει το αυτοκίνητό της σε κοινόχρηστο χώρο της επίδικης πολυκατοικίας από το έτος 1999, γεγονός το οποίο ενώ γνώριζαν οι ενάγοντες δεν διαμαρτυρήθηκαν ποτέ γι' αυτό, με αποτέλεσμα να δημιουργηθεί σε αυτήν η πεποίθηση ότι δεν πρόκειται να ασκήσουν το δικαίωμά τους, αφετέρου δε, οι συνέπειες που συνεπάγεται η άσκηση του ένδικου δικαιώματος των εναγόντων είναι επαχθείς για την ίδια σε συνάρτηση, πάντα, με τις αντίστοιχες συνέπειες που μπορεί να επέλθουν σε βάρος των δικαιούχων από την παρακώλυση της ικανοποίησης του δικαιώματός τους, αφού αυτή είναι αδύνατο να σταθμεύει το όχημά της στη θέση στάθμευσης που της έχει παραχωρηθεί με τον Κανονισμό της οροφοκτησίας, λόγω του ότι υφίσταται μόνον τυπικά ενώ στην πράξη δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί εξαιτίας της στενότητας του χώρου, η παραπάνω δε συμπεριφορά της δεν παραβλάπτει τα δικαιώματα των συνιδιοκτητών ως προς τη σύγχρηση του ακάλυπτου χώρου του όλου ακινήτου και για το λόγο αυτό πρέπει η αγωγή ν' απορριφθεί.

Ο ισχυρισμός αυτός, όπως προβάλλεται, περιέχει, κατά το δεύτερο σκέλος αυτού, κατά τρόπο πλήρη και σαφή όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο, για τη θεμελίωση της προταθείσας από αυτήν (εναγομένη) ένστασης περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος των εναγόντων - νυν εκκαλούντων και ο ως άνω περί του αντιθέτου λόγος έφεσης πρέπει να απορριφθεί. Εξάλλου, το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο απέρριψε την ένσταση κατά το σκέλος της αναφορικά με την θεμελίωση αυτής στην μακροχρόνια αδράνεια των εναγόντων, ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας, συνεπώς το υπό στοιχείο γ) του ανωτέρω λόγου έφεσης αλυσιτελώς προβάλλεται και πρέπει να απορριφθεί.

Κατόπιν των ανωτέρω η έφεση, που δεν περιέχει άλλο λόγο, πρέπει ν' απορριφθεί κατ' ουσίαν".

Με την ως άνω κρίση του το Εφετείο παραβίασε εκ πλαγίου, με ανεπαρκείς αιτιολογίες, τις διατάξεις των προαναφερθέντων άρθρων, ειδικότερα δε του άρθρου 281 Α.Κ., στέρησε δε με τον τρόπο αυτό την απόφαση νόμιμης βάσης. Συγκεκριμένα, το Δικαστήριο της ουσίας, αφού έκρινε, ότι η προβληθείσα ένσταση καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος, που πρότεινε η εναγομένη, ήταν ορισμένη, ως περιέχουσα όλα τα κατά νόμο απαιτούμενα για τη συγκρότησή της στοιχεία, στη συνέχεια απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση, ήτοι απέρριψε εκ του πράγματος και τον έτερο λόγο αυτής, τον αναγόμενο στην κακή εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων, χωρίς ουδεμία αιτιολογία για την ουσία της υπόθεσης, αποδεχόμενη προφανώς (εκ του πράγματος) την ουσιαστική βασιμότητα της ως άνω προταθείσας ένστασης του άρθρου 281 Α.Κ., όπως και η πρωτοβάθμια, χωρίς, όμως, ουδόλως να αναφέρεται στην απόφαση, ποια είναι τα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το Εφετείο, ως αποδειχθέντα, με βάση τα οποία γίνεται δεκτή, κατ' ουσία, η ένσταση, περί καταχρηστικής άσκησης του ενδίκου δικαιώματος έτσι ώστε να μπορεί να ελεγχθεί αν αυτό εφάρμοσε το νόμο ορθώς. Σύμφωνα με τα προεκτεθέντα το Δικαστήριο υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ., όπως βάσιμα ισχυρίζονται οι αναιρεσείοντες με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης, ο οποίος πρέπει να γίνει δεκτός.

Κατά συνέπεια, εφόσον η αναιρετική εμβέλεια του δεύτερου λόγου στο σύνολο της προσβαλλόμενης απόφασης καθιστά αλυσιτελή την εξέταση του πρώτου διατυπουμένου με την ένδικη αίτηση λόγου, πρέπει, κατά παραδοχή τού δεύτερου λόγου αναίρεσης, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνον που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση. Η αναιρεσίβλητη πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, που κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα των τελευταίων (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό, ενώ πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του καταβληθέντος παραβόλου στους καταθέσαντες (άρθρο 495 παρ. 4 εδ. ε' ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 73/2013 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Κρήτης.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκασή της στο αυτό Δικαστήριο, αποτελούμενο από άλλο δικαστή.

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ. Και Διατάσσει την επιστροφή του καταβληθέντος παραβόλου στους καταθέσαντες.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 20 Νοεμβρίου 2014.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 15 Ιανουαρίου 2015.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ O ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ