Legislator Case Law & Legislation
38/2014 AI generated

38/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 38/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Ρουμπή, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ασπασία Μαγιάκου, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

38/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Αν την επισπεύδει ο απολειπόμενος διάδικος, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικος του, τότε ερευνάται αν ο απολειπόμενος ή ο μη παριστάμενος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος διάδικος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε ή επιδόθηκε αλλά όχι νόμιμα , ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήση.

Keywords

AI generated
rural land ownership agricultural use rural areas agricultural structures deprivation of existing use common flat-rate scheme for farmers
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 38 / 2014 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 38/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Ρουμπή, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ασπασία Μαγιάκου, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 16 Οκτωβρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Μ. χήρας Ι. Π., το γένος Κ. Γ., 2) Χ. Π. του Ι., 3) Κ. Π. του Ι., 4) Μ. χήρας Γ. Π., 5) Α. Π. του Γ., 6) Κ. χήρας Π. Π., 7) Ε. Κ. του Ι., 8) Σ. χήρας Σ. Κ., και 9) Δ. συζ. Π. Π., το γένος Σ. Κ., κατοίκων ... . Η 6η δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, οι λοιποί εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Εμμανουήλ Κουτσούκο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Της αναιρεσίβλητης: Γ. συζ. Ι. Β., το γένος Ι. Α., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Σαρρή.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18/7/1993 αγωγή των αρχικών διαδίκων και την από 14/2/1994 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ρόδου και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 394/1995 μη οριστική, 5/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 89/2011 οριστική του Εφετείου Δωδεκανήσου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 12/12/2011 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. H Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ασπασία Μαγιάκου ανέγνωσε την από 9/10/2013 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο δεύτερος λόγος και ν' απορριφθεί ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη της.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ.1, 2 και 3 ΚΠολΔ (όπως το εδάφιο β1 της παρ.3 προστέθηκε με το άρθρο 62 ν. 4139/2013 και εφαρμόζεται και επί των εκκρεμών υποθέσεων κατ' άρθρον 98 παρ.1 ν. 4139/2013) προκύπτει ότι, αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανιστεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ή εμφανισθεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση.

Αν την επισπεύδει ο απολειπόμενος διάδικος, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικος του, τότε ερευνάται αν ο απολειπόμενος ή ο μη παριστάμενος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος διάδικος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε ή επιδόθηκε αλλά όχι νόμιμα , ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήση.

Εφόσον δε στη δίκη για την αναίρεση μετέχουν περισσότεροι και δεν κλητεύθηκε κάποιος απ' αυτούς, η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς όλους. Σε περίπτωση απλής ομοδικίας, αν κάποιος διάδικος δεν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως, ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς.

Στην προκείμενη περίπτωση, υπόκειται προς κρίση η από 12/10/2011 αίτηση των Μ. Π., Χ. Π., Κ. Π., Μ. Π., Α. Π., Κ. Π., Ε. Κ., Σ. Κ. και Δ. Π. για αναίρεση της 89/2011 απόφασης του Εφετείου Δωδεκανήσου. Κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (της 16/10/2013), όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε από το πινάκιο στη σειρά της, δεν εμφανίσθηκε η έκτη αναιρεσείουσα Κ.

χήρα Π. Π., η δε αναιρεσίβλητη Γ. Β. που νόμιμα παραστάθηκε κατ' αυτή και επισπεύδει τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν προσκομίζει την οικεία έκθεση επίδοσης του αρμόδιου δικαστικού επιμελητή, από την οποία να προκύπτει η κλήτευση της εν λόγω απολειπόμενης αναιρεσείουσας, προκειμένου να παραστεί κατά την παραπάνω δικάσιμο.

Επομένως, πρέπει να χωριστεί η υπόθεση και να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης ως προς την απολειπόμενη (απλή ομόδικο) έκτη αναιρεσείουσα, ακολούθως δε να χωρήσει η συζήτηση αυτής ως προς τους λοιπούς αναιρεσείοντες που παραστάθηκαν κατά την παρούσα δικάσιμο με έγγραφη δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου κατ' άρθρον 242 παρ.2 ΚΠολΔ.

Το άρθρο 63 του κυρωθέντος με το 132/1929 διάταγμα του Ιταλού Κυβερνήτη Δωδεκανήσου Κτηματολογικού Κανονισμού, ο οποίος διατηρήθηκε σε ισχύ, ως τοπικό δίκαιο, με το άρθρο 8 παρ.2 ν. 510/1947 και μετά την προσάρτηση της Δωδεκανήσου και την εισαγωγή σ' αυτή της ελληνικής νομοθεσίας ορίζει, μεταξύ άλλων, ότι: "κατά των εγγραφών του κτηματικού βιβλίου των αφορωσών εις ακίνητα ελευθέρας ιδιοκτησίας (μούλκια) συγχωρείται η παραγραφή κατά τας αρχάς της ιταλικής νομοθεσίας μετά δεκαπενταετίαν από της επισυμβάσης εγγραφής" και ότι "ο νομεύς όστις εχρησιδέσποσε δύναται να επιτύχει την εγγραφήν του δικαιώματος είτε δια πράξεως δι' ης συνομολογείται η συνεχής δεκαπενταετής νομή του εκ μέρους του εγγεγραμμένου τιτλούχου είτε δια δικαστικής αποφάσεως αναγνωριζούσης έναντι του τελευταίου τούτου ή των κληρονόμων του ή, εν ελλείψει αυτών, του διευθυντού του Κτηματολογικού Γραφείου ότι η παραγραφή συνεπληρώθη".

Εξάλλου, ο αναιρετικός λόγος του αρ. 11 περ.γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, δημιουργείται αν το δικαστήριο της ουσίας παρέλειψε να λάβει υπόψη, κατά το σχηματισμό της αποδεικτικής του κρίσεως, έγγραφα που παραδεκτώς και νομίμως προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι και τα οποία ήταν χρήσιμα προς άμεση ή έμμεση απόδειξη πραγματικών γεγονότων με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, δηλαδή στο διατακτικό της αποφάσεως του (ΟλΑΠ 42/2002).

Για την ουσιαστική βασιμότητα του λόγου αυτού, αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών ως προς τη συνεκτίμηση από το δικαστήριο των με επίκληση προσκομισθέντων εγγράφων, τα οποία, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339 και 340 ΚΠολΔ, είναι υποχρεωτικώς ληπτέα υπόψη από το δικαστήριο κατά την κατάστρωση του αποδεικτικού συλλογισμού του (ΑΠ 487/2002).

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση του, το Εφετείο, επί του αιτήματος της ένδικης αγωγής να αναγνωρισθεί ότι συμπληρώθηκε στο πρόσωπο της αναιρεσίβλητης (ενάγουσας) ο νόμιμος χρόνος της δεκαπενταετούς κτητικής παραγραφής, του άρθρου 63 του Κτηματολογικού Κανονισμού, στο επίδικο τμήμα ακινήτου, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Το επίδικο ακίνητο, ήτοι αγρός καλλιεργήσιμος έκτασης 2.232 τμ κείμενος τη θέση "..." της κτηματικής περιφέρειας ...

εμφαινόμενο στο συνημμένο στην αγωγή από Οκτώβριο 1993 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Κ. Π., με τα αλφαβητικά γράμματα Α-Β-Γ-Δ-Ε-Α, αποτελεί τμήμα μεγαλύτερου ακινήτου έκτασης 3.260 τμ, συνορευόμενου του όλου ακινήτου ανατολικά με τις κτηματομερίδες ..., ..., ..., ..., ..., ... και ..., δυτικά με την κτηματομερίδα ..., βόρεια με την κτηματομερίδα ...

και νότια με τις κτηματομερίδες ..., ... και ..., νομικής φύσης αρχικά "εραζί-εμιριέ" και ελευθέρας ιδιοκτησίας "μουλκ" μετά τη δημοσίευση του ν. 2100 της 18/28.4.1952, φέρεται καταχωρισμένο στο οικείο κτηματολογικό βιβλίο Ρόδου με αρχική (θεμελιώδη) εγγραφή δυνάμει της υπ' αριθ. 4697/31.3.1930 διάταξης του Προέδρου του Κτηματολογικού βιβλίου Ρόδου στα ονόματα των α) Π.

Κ. του Ι. κατά ποσοστό 4/8 εξ αδιαιρέτου, β) Ι. Κ. του Ε., γ) Α. Κ. του Ε., δ) Χ. Κ. του Ε. και ε) Μ. Κ. του Ε. κατά ποσοστό 1/8 εξ αδιαιρέτου έκαστος, με τα κτηματολογικά στοιχεία Μερίδα ... Γαιών ..., Τόμος ... και Φύλλο 38. Μετά τις προπεριγραφόμενες ειδική και καθολικές διαδοχές, οι εναγόμενοι φέρονται συγκύριοι του όλου ακινήτου επί του ποσοστού 16/24 εξ αδιαιρέτου οι τρεις πρώτοι εναγόμενοι κατ' ισομοιρία, επί των ιδανικών μεριδίων των αρχικών τιτλούχων Π.

Κ. του Ι. κατά ποσοστά 12/24 και Χ. Κ. του Ε. κατά ποσοστό 4/24 με ειδική διαδοχή, και κατά ποσοστό 8/24 εξ αδιαιρέτου οι υπόλοιποι τρεις εναγόμενοι 4η, 5ος και 6ος επί του ιδανικού μεριδίου του αρχικού τιτλούχου Ι. Κ. του Ε. κατά ποσοστό 2/24 έκαστος επί του ιδανικού μεριδίου της αρχικής τιτλούχου Α. Κ. του Ε. κατά ποσοστό 4/24 με κληρονομική διαδοχή.

Το προπεριγραφόμενο επίδικο ακίνητο έκτασης 2232 τμ ο πατέρας της ενάγουσας Ι. Α., αγρότης στο επάγγελμα, μόνιμος κάτοικος ..., από το έτος 1955 άρχισε να το νέμεται με διάνοια αποκλειστικού κυρίου ασκώντας επ' αυτού τις στη φύση του και τον προορισμό του ως καλλιεργήσιμου διακατοχικές πράξεις νομής που προσιδιάζουν στον κύριο.

Συγκεκριμένα, το καλλιεργούσε με σιτηρά και κριθάρι και συγκόμιζε του συνεχώς και αδιαλείπτως μέχρι και το έτος 1974 που το μεταβίβασε ατύπως λόγω προίκας στην κόρη του, ενάγουσα, ενόψει του γάμου της που είχε τελέσει με τον Ι. Β.. Η ενάγουσα, από το έτος 1975 άρχισε να νέμεται με διάνοια αποκλειστικής κυρίας το ανωτέρω επίδικο ακίνητο, ασκώντας επ' αυτού τις στη φύση και τον προορισμό του ως καλλιεργήσιμου διακατοχικές πράξεις νομής που προσιδιάζουν στον κύριο.

Ειδικότερα, το έτος 1976 φύτεψε εντός αυτού 50 νέα μικρά ελαιόδενδρα, τα όποια έκτοτε τα καλλιεργεί και συγκομίζει τον ελαιόκαρπο συνεχώς και αδιαλείπτως μέχρι και την άσκηση της ένδικης αγωγής της 15/2/1994. Το 1977 το περίφραξε για να προστατεύσει τα νέα πενήντα ελαιόδενδρα που είχε φυτέψει η ίδια το 1976 από τις κατσίκες τις περιοχής.

Στην αρχή που φύτεψε τα ελαιόδενδρα πήγαινε νερό με ντεπόζιτα και τα πότιζε για να αναπτυχθούν. Το έτος 1978 προέβη σε σύνδεση με την παροχή της γεώτρησης της τότε κοινότητας ... και τοποθέτησε εντός του επιδίκου μια βρύση από την οποία πότιζε τα ανωτέρω πενήντα μικρά ελαιόδενδρα μέχρι το 1980 που είχε την παροχή αυτή από την γεώτρηση της κοινότητας.

Παράλληλα δε, κατά το χρονικό διάστημα που είχε τη σύνδεση με την παροχή της γεώτρησης καλλιεργούσε εντός του επιδίκου καρπούζια και πεπόνια. Επομένως, αφού στο πρόσωπο της ενάγουσας συμπληρώθηκε ο νόμιμος χρόνος της δεκαπενταετούς κτητικής παραγραφής που άρχισε από το έτος 1975 μέχρι και το χρόνο άσκησης της αγωγής 15/2/1994 για την με χρησικτησία κτήση της κυριότητας κατά το άρθρο 63 του Κτηματολογικού Κανονισμού Δωδεκανήσου επί του επιδίκου ακινήτου έκτασης 2232 τμ των δικαιούχων εναγομένων, πρέπει να γίνει δεκτή ως ουσία βάσιμη η αγωγή".

Περαιτέρω, το Εφετείο βεβαίωσε ότι η αποδεικτική του κρίση για την άσκηση πράξεων νομής στο επίδικο ακίνητο από την αναιρεσίβλητη-ενάγουσα κατά το διάστημα των ετών 1975 μέχρι και τις 15/2/1994 (χρόνο άσκησης της αγωγής της) και, συνακόλουθα, για την εκ μέρους της τελευταίας κτήση κυριότητας αυτού με χρησικτησία, λόγω της συμπλήρωσης του χρόνου της δεκαπενταετούς κτητικής παραγραφής, σχημάτισε μεταξύ άλλων από "όλα τα έγγραφα που παραδεκτά και νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι".

Όμως, από την εκτεθείσα διαβεβαίωση αλλά και από τις αιτιολογίες της εν λόγω απόφασης, δεν καθίσταται απολύτως βέβαιο ότι για το κρίσιμο αυτό ζήτημα το Εφετείο έλαβε υπόψη του και τα αναφερόμενα στο αναιρετήριο έγγραφα, τα οποία οι αναιρεσείοντες προσκόμισαν και επικαλέστηκαν με τις κατατεθείσες στην έκκλητη δίκη προτάσεις τους, και συγκεκριμένα:

α) σειρά έγχρωμων φωτογραφιών, από τις οποίες, όπως αναφέρεται στο αναιρετήριο, δεν προκύπτει η ύπαρξη περίφραξης του επιδίκου από το έτος 1977, β) την υπ' αριθ. 26/1987 οικοδομική άδεια, με βάση την οποία, όπως αναφέρουν οι αναιρεσείοντες, αναιρείται η ένορκη κατάθεση του μάρτυρα απόδειξης Ε. Κ. για άσκηση πράξεων νομής της αναιρεσίβλητης στο επίδικο πριν από το έτος 1987 και γ) την υπ' αριθ. 79/11.6.2007 βεβαίωση του δημοτικού διαμερίσματος της κοινότητας ..., από την οποία προκύπτει, όπως αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ουδέποτε το επίδικο ακίνητο είχε συνδεθεί με το αρδευτικό σύστημα της εν λόγω κοινότητας.

Οι αμφιβολίες για τη συνεκτίμηση των πιο πάνω αποδεικτικών εγγράφων δημιουργούνται όχι μόνο από την παράλειψη ειδικής αξιολόγησης τους από το Εφετείο αλλά και από τις παραδοχές του: "α) ότι η αναιρεσίβλητη το 1977 περιέφραξε το επίδικο ακίνητο, β) ότι η ίδια από το έτος 1975 άρχισε να το νέμεται με διάνοια αποκλειστικής κυρίας, ασκώντας επ' αυτού τις στη φύση και τον προορισμό του ως καλλιεργήσιμου διακατοχικές πράξεις νομής., και ειδικότερα το έτος 1976 φύτεψε εντός αυτού 50 νέα μικρά ελαιόδενδρα, γ) ότι αυτή προέβη το έτος 1978 σε σύνδεση με την παροχή γεώτρησης της τότε κοινότητας ...

και τοποθέτησε εντός του επιδίκου μια βρύση, από την οποία πότιζε τα ανωτέρω., ελαιόδενδρα". Επομένως, ο δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτεται στο Εφετείο, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρ. ΙΙγ' ΚΠολΔ, η ως άνω αιτίαση, είναι βάσιμος.

Συνεπώς, πρέπει, κατά παραδοχή του ως άνω λόγου αναίρεσης, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση (άρθρο 580 παρ.3 ΚΠολΔ)

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της αίτησης των Μ. Π. κλπ. για αναίρεση της 89/2011 απόφασης του Εφετείου Δωδεκανήσου, ως προς την απολειπόμενη αναιρεσείουσα Κ. χήρα Π. Π., ως προς την οποία χωρίζεται η υπόθεση.

Διατάσσει την πρόοδο της συζήτησης της υπόθεσης ως προς τους λοιπούς διαδίκους.

Αναιρεί την 89/2011 απόφαση του Εφετείου Δωδεκανήσου.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο πιο πάνω Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την προσβαλλόμενη απόφαση.

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα των παρισταμένων αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Δεκεμβρίου 2013.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 8 Ιανουαρίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ