Legislator Case Law & Legislation
38/2011 AI generated

38/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 38/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece · Case Law (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 38 / 2011 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 38/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Παναγιώτη Κομνηνάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και ΝιÎ...

Legislator headnote

Placeholder

Keywords

Placeholder

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 38 / 2011 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 38/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου,

Σπυρίδωνα Ζιάκα, Παναγιώτη Κομνηνάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και Νικόλαο Πάσσο, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 5η Οκτωβρίου 2010, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Κ. Κ. του Δ., κατοίκου ..., 2) Κ. Π. του Π., κατοίκου ... και 3) Δ. Χ. του Ξ., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αθανάσιο Πατσάκα.

Του αναιρεσιβλήτου: Οργανισμού Τοπικής Αυτοδιοίκησης (Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Δράμας - Καβάλας - Ξάνθης), Νομαρχιακό Διαμέρισμα Καβάλας, που εδρεύει στην Καβάλα και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Νομάρχη Καβάλας. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Μίγγο, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31-10-2006 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Καβάλας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 221/2007 του ίδιου Δικαστηρίου και 164/2008 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Καβάλας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 25-8-2009 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Σπυρίδων Ζιάκας διάβασε την από 5-9-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου λόγου αναιρέσεως και την απόρριψη του δεύτερου.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η διάταξη του άρθρ. 4 §1 του Συντάγματος, η οποία ορίζει ότι οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου και καθιερώνει όχι μόνο την ισότητα των Ελλήνων έναντι του νόμου αλλά και την ισότητα του νόμου έναντι αυτών, δεσμεύει και τον κοινό νομοθέτη και τον υποχρεώνει, όταν πρόκειται να ρυθμίσει ουσιωδώς όμοια πράγματα, σχέσεις ή καταστάσεις και κατηγορίες προσώπων, να μη μεταχειρίζεται κατά τρόπο ανόμοιο τις περιπτώσεις αυτές εισάγοντας εξαιρέσεις και κάνοντας διακρίσεις, εκτός αν αυτό επιβάλλουν λόγοι κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος, η συνδρομή των οποίων υπόκειται στον έλεγχο των δικαστηρίων. Επομένως, αν γίνει από τον νόμο ειδική ρύθμιση για ορισμένη κατηγορία προσώπων και αποκλείεται από τη ρύθμιση αυτή κατ' αδικαιολόγητη δυσμενή διάκριση άλλη κατηγορία προσώπων, για την οποία συντρέχει ο ίδιος λόγος που επιβάλει την ειδική μεταχείριση, η διάταξη αυτή που εισάγει τη δυσμενή αυτή μεταχείριση, είναι ανίσχυρη ως αντισυνταγματική. Τα ίδια ισχύουν και όταν η ειδική ρύθμιση αφορά μισθό, σύνταξη ή άλλη παροχή προς δημόσιο λειτουργό ή υπάλληλο και γενικώς μισθωτό, οπότε, στην περίπτωση κατά την οποία γίνεται αδικαιολόγητη διάκριση, τα δικαστήρια επιδικάζουν την παροχή αυτή και σε εκείνους που αδικαιολόγητα εξαιρούνται. Πρέπει όμως η εν λόγω παροχή να είναι νόμιμη δηλαδή να έχει χορηγηθεί με νόμιμο τρόπο. Διαφορετικά δεν παραβιάζεται η συνταγματική αρχή της ισότητας διότι ισότητα στην παρανομία δε νοείται. Περαιτέρω, κατά το άρθρ. 13 §1 του ν. 2738/99, (ο οποίος εισήγαγε τον θεσμό των συλλογικών διαπραγματεύσεων), η συλλογική διαπραγμάτευση για ρύθμιση ζητημάτων των όρων και συνθηκών απασχολήσεως υπαλλήλων, που δεν ρυθμίζεται σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο άρθρο 3 του ίδιου νόμου, λόγω συνταγματικών περιορισμών (όπως ιδίως είναι τα ζητήματα μισθών, συντάξεων, σύστασης οργανικών θέσεων, προσόντων, τρόπου διορισμού κλπ) μπορεί να καταλήγει σε συλλογική συμφωνία. Κατά την παρ. 2 του ίδιου άρθρου, η συμφωνία αυτή δεν αποτελεί συλλογική σύμβαση εργασίας, συνεπάγεται όμως για το Δημόσιο ή ΝΠΔΔ ή ΟΤΑ: α) είτε την έκδοση κανονιστικών πράξεων, εφόσον τα θέματα της συμφωνίας μπορεί να ρυθμισθούν κανονιστικώς βάσει υπάρχουσας σχετικής εξουσιοδοτήσεως νόμου, β) είτε την προώθηση σχετικής νομοθετικής ρυθμίσεως των θεμάτων της συμφωνίας. Αντικείμενο του περιεχομένου της συμφωνίας μπορεί να αποτελεί και ο χρόνος υλοποιήσεως της δεσμεύσεως για την έκδοση κανονιστικών πράξεων ή προωθήσεως νομοθετικών ρυθμίσεων κατά περίπτωση. Με το άρθρ. 14 του ν. 3016/2002 "για την εταιρική διακυβέρνηση, θέματα μισθολογίου και άλλες διατάξεις" ορίσθηκαν μεταξύ άλλων τα εξής: "1. Με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και του κατά περίπτωση αρμοδίου υπουργού ρυθμίζονται τα θέματα των συλλογικών συμφωνιών που συνάπτονται κατ' εφαρμογή των διατάξεων του άρθρ. 13 του ν. 2738/1999 και αφορούν θέματα μισθών και αμοιβών, συμπεριλαμβανομένων και αυτών που υπεγράφησαν κατά το έτος 2001. 2. Με όμοιες αποφάσεις οι ρυθμίσεις της προηγούμενης παραγράφου είναι δυνατόν να επεκτείνονται εν όλω ή εν μέρει και στο λοιπό προσωπικό του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοικήσεως (ΟΤΑ) και λοιπών νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου (Ν.Π.Δ.Δ.), που δε συμμετείχε στη σύναψη συλλογικών συμφωνιών του άρθρου 13 του ν. 2738/1999 και μέχρι του ποσού των εκατόν εβδομήντα έξι (176) ευρώ. 3. Αν καταβάλλονται οποιουδήποτε είδους πρόσθετες μισθολογικές παροχές, που υπολείπονται του ποσού των 176 ευρώ, επιτρέπεται να χορηγείται μόνο η διαφορά μέχρι του ποσού αυτού. Οι ρυθμίσεις αυτές, όσον αφορά το προσωπικό των Ο.Τ.Α. και το προσωπικό των λοιπών Ν.Π.Δ.Δ., περιορίζονται στις υφιστάμενες από τον προϋπολογισμό τους δυνατότητες. 4. Με τις προβλεπόμενες από τις διατάξεις των παρ. 1 και 2 του άρθρου αυτού κοινές υπουργικές αποφάσεις καθορίζονται ειδικότερα: α) οι δικαιούχοι των παροχών και το ύψος τους, λαμβάνοντας υπόψη για τη χορήγηση ή μη των παροχών αυτών το συνολικό ποσό των καταβαλλόμενων μηνιαίων αποδοχών και λοιπών παροχών, επιδομάτων και αποζημιώσεων από οποιαδήποτε πηγή, β) οι όροι, οι προϋποθέσεις και οι περιορισμοί για τη χορήγηση των παροχών αυτών, η διαδικασία και ο χρόνος καταβολής, καθώς και ο τρόπος αντιμετώπισης της σχετικής δαπάνης, γ) κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για τη χορήγησή τους ... Οι διατάξεις του άρθρου αυτού ισχύουν από 1.1.2002".Με βάση την προαναφερθείσα εξουσιοδοτική διάταξη και αφού είχαν προηγηθεί ειδικές συλλογικές συμφωνίες του Ελληνικού Δημοσίου με τους αντίστοιχους κλάδους υπαλλήλων, εκδόθηκαν πολλές κοινές Υπουργικές Αποφάσεις (ΚΥΑ), με τις οποίες χορηγήθηκε η παραπάνω χρηματική παροχή, ύψους 88 ευρώ μηνιαίως για το χρονικό διάστημα από 1-1-2002 και 176 Ευρώ από 1-7-2002, σε όλους σχεδόν τους με σχέση δημοσίου και ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλους του Ελληνικού Δημοσίου, των ΟΤΑ και των ΝΠΔΔ, των οποίων οι αποδοχές διέπονται από τις διατάξεις του ν. 2470/1997 "αναμόρφωση μισθολογίου προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης και άλλες συναφείς διατάξεις", χωρίς να εξαρτούν την παροχή αυτή από τη μη καταβολή άλλων πρόσθετων μισθολογικών παροχών. Με βάση δε την ίδια εξουσιοδοτική διάταξη εκδόθηκε και η υπ' αριθ. 2/47883/0022/16-9-2002 (ΦΕΚ Β' 1202), Κ.Υ.Α. των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, με την οποία χορηγήθηκε μηνιαία ειδική παροχή στους υπαλλήλους των Νομαρχιακών Αυτοδιοικήσεων, που δεν είναι δικαιούχοι άλλου ή μεγαλύτερου ποσού από επίδομα ή αποζημίωση από ειδικό λογαριασμό άλλου φορέα, μόνιμους και με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, των οποίων οι αποδοχές διέπονται από τις διατάξεις του ν. 2470/1997. Το ύψος της παροχής αυτής καθορίστηκε στο ισόποσο της διαφοράς μεταξύ του επιδόματος των 50 ευρώ, που είχε χορηγηθεί με το άρθρο 30 παρ. 5 του ν. 2768/1999 και του ποσού των 176 ευρώ και επιπλέον ορίστηκε ότι τούτο θα καταβάλλεται κατά το ήμισυ από 1-1-2002 και το σύνολο από 1-7-2002 και θα συμψηφίζεται με οποιεσδήποτε άλλες παροχές, επιδόματα και αποζημιώσεις, εκτός των καταβαλλομένων από συμμετοχή σε συλλογικά όργανα αποζημιώσεων καθώς και με τη μηνιαία κατ' αποκοπή ειδική αμοιβή, που προβλέπεται από την υπ' αριθ. 2/81283/0022/1999 Κ.Υ.Α. Με την τελευταία αυτή απόφαση καθορίστηκε η μηνιαία ειδική, κατ' αποκοπή, αμοιβή των υπαλλήλων του Υπουργείου Μεταφορών και Επικοινωνιών και των Νομαρχιακών Αυτοδιοικήσεων, που εκτελούν, βάσει των σχετικών διατάξεων και αποφάσεων, το έργο της πρακτικής εξετάσεως των υποψηφίων οδηγών καθώς και το βοηθητικό έργο των εξετάσεων αυτών σε 120.000 δρχ. για τους εξεταστές και σε 80.000 δρχ. για του βοηθούς εξετάσεων, υπό τους εκτιθέμενους στην απόφαση αυτή όρους και προϋποθέσεις. Η εν λόγω απόφαση αναπροσαρμόστηκε με την υπ' αριθ. 2/31564/0022/2002 όμοια, με την οποία και καθορίστηκε η πιο πάνω ειδική μηνιαία αμοιβή σε 410,86 ευρώ για τους εξεταστές και σε 264,12 ευρώ για τους βοηθούς. Εξάλλου, με το άρθρ. 24 § 2 του ν. 3205/2003 "μισθολογική ρύθμιση λειτουργών και υπαλλήλων του Δημοσίου, ΝΠΔΔ και ΟΤΑ, μονίμων στελεχών των Ενόπλων Δυνάμεων και αντιστοίχων της Ελληνικής Αστυνομίας, του Πυροσβεστικού και Λιμενικού Σώματος και άλλες συναφείς διατάξεις", ορίσθηκε μεταξύ άλλων ότι ποσά που καταβάλλονται μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου, σύμφωνα με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και του κατά περίπτωση αρμόδιου υπουργού, που εκδόθηκαν κατ' εξουσιοδότηση του άρθρ. 14 του ν. 3016/2002, ως ειδική παροχή, διατηρούνται ως προσωπική διαφορά μειούμενη από οποιαδήποτε μελλοντική χορήγηση νέου επιδόματος, παροχής ή αποζημιώσεως ή από αύξηση του κινήτρου απόδοσης του άρθρ. 12 του παρόντος νόμου, από της ενάρξεως δε ισχύος του νόμου αυτού (1-1-2004) οι ανωτέρω ΚΥΑ καταργούνται (βλ. και άρθρ. 28 § 4 του ίδιου νόμου). Με την ίδια δε διάταξη ορίστηκε επιπλέον ότι μετά την 31-12-2003, δεν καταβάλλεται σωρευτικά η ως άνω προσωπική διαφορά μαζί με οποιαδήποτε πρόσθετη μισθολογική παροχή που συμψηφιζόταν με αυτή σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 14 του ν. 3016/2002 και τις κατ' εξουσιοδότηση αυτού κοινές υπουργικές αποφάσεις. Από τις ανωτέρω διατάξεις προκύπτει ότι οι υπάλληλοι των Ο.Τ.Α, που απασχολούνται με το έργο της πρακτικής εξετάσεως των υποψηφίων οδηγών (εξεταστές και βοηθητικό προσωπικό), δε δικαιούνται α) βάσει της υπ' αριθ. 2/47883/0022/16-9-2002 (ΦΕΚ Β' 1202), Κ.Υ.Α. και για το χρονικό διάστημα μέχρι 31-12-2003, σωρευτικά με την ειδική παροχή των 176 ευρώ και αυτή του επιδόματος των 50 ευρώ, καθόσον τούτο ορίζεται ρητώς στην εν λόγω Κ.Υ.Α., η οποία εκδόθηκε μέσα στα όρια της εξουσιοδοτικής διατάξεως του άρθρου 14 του ν. 3016/2002 με την παράγραφο 3 του οποίου, ρητώς απαγορεύεται η σωρευτική χορήγηση της παροχής των 176 ευρώ με άλλες πρόσθετες μισθολογικές παροχές. Δεν αντίκειται δε η Υπουργική αυτή Απόφαση στο άρθρο 4 του Συντάγματος για το λόγο ότι με άλλες Υπουργικές Αποφάσεις, που εκδόθηκαν βάσει της ίδιας εξουσιοδοτήσεως χορηγήθηκε ολόκληρη η πιο πάνω παροχή σε άλλους υπαλλήλους του Δημοσίου και Ν.Π.Δ.Δ. χωρίς να εξαρτάται αυτή με τη μη χορήγηση άλλων πρόσθετων μισθολογικών παροχών. Και τούτο διότι οι εν λόγω Υπουργικές Αποφάσεις, κατά το μέρος αυτό εκδόθηκαν καθ' υπέρβαση των ορίων της νομοθετικής εξουσιοδοτήσεως και κατά συνέπεια είναι, ως κανονιστικού χαρακτήρα εκτελεστές διοικητικές πράξεις, παράνομες. Έτσι, στην περίπτωση αυτή, ανεξάρτητα αν οι εν λόγω Υπουργικές Αποφάσεις έχουν εκτελεστεί με βάση το τεκμήριο της νομιμότητας, δεν μπορεί να θεμελιωθεί παραβίαση της συνταγματικής αρχής της ισότητας, διότι, όπως προαναφέρθηκε, ισότητα στην παρανομία δε νοείται. Και β) για το από 1-1-2004 και εντεύθεν χρονικό διάστημα (δε δικαιούνται) στο σύνολό της την ανωτέρω παροχή των 176 ευρώ κατ' εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 14 του ν. 3016/2002, της κατ' εξουσιοδότηση αυτού υπ' αριθ. 2/47883/0022/16-9-2002 Κ.Υ.Α. και του άρθρου 24 του ν. 2305/2003, που προαναφέρθηκαν, ενόψει του ότι η ως άνω καταβαλλόμενη στους εν λόγω υπαλλήλους ειδική κατ' αποκοπή παροχή, η οποία μετά την αναπροσαρμογή της με την υπ' αριθ. 2/31564/0022/2002 (ΦΕΚ Β 859) Κ.Υ.Α., ανερχόταν κατά το μετά την 1-1-2004 χρονικό διάστημα στα ποσά των 410,86 και 264,12 ευρώ για τους εξεταστές των οδηγών αυτοκινήτων και τους βοηθούς αυτών αντίστοιχα, υπερκαλυπτόταν από την ένδικη παροχή. Με βάση τα ανωτέρω, το Πολυμελές Πρωτοδικείο Καβάλας, που δίκασε ως Εφετείο και δέχτηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του, ότι οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες, που υπηρέτησαν στον εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο ΟΤΑ κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα, ως υπάλληλοι στη Διεύθυνση Μεταφορών, με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, αμειβόμενοι με βάση τις διατάξεις του ν. 2470/1997 και από 1-1-2004 με βάση τις διατάξεις του ν. 3205/2003, δε δικαιούνται κατά το μέχρι 31-12-2003 χρονικό διάστημα την ένδικη παροχή των 176 ευρώ σωρευτικά με την πρόσθετη παροχή του επιδόματος των 50 ευρώ, δεν παραβίασε τις διατάξεις 4 παρ. 1 και 22 παρ. 1 του Συντάγματος. Επίσης, το ίδιο δικαστήριο με το να δεχθεί ότι για το μετά την 1-1-2004 χρονικό διάστημα δε δικαιούνται την ίδια ένδικη παροχή ως προσωπική διαφορά, με βάση τις αρχές της ισότητας και της ίσης αμοιβής για ίσης αξίας εργασία, δεν παραβίασε τις ίδιες συνταγματικές διατάξεις καθώς και αυτές των άρθρων 14 του ν. 3016/2002 και 24 του ν. 2305/2003, προεχόντως διότι, για τη θεμελίωση της επικαλούμενης αντιθέσεως προς τις ως άνω συνταγματικές αρχές, της ρυθμίσεως της μη καταβολής σωρευτικά της προσωπικής διαφοράς με την συμψηφιστέα στην ένδικη παροχή, ειδική κατ' αποκοπή υπερωριακή αμοιβή, που καταβαλλόταν στους αναιρεσείοντες για την εκτέλεση του έργου της πρακτικής εξετάσεως των υποψηφίων οδηγών αυτοκινήτων, δεν περιλαμβάνονται στις παραδοχές της προσβαλλόμενης πραγματικά περιστατικά από τα οποία να προκύπτει ότι σε άλλους υπαλλήλους με σχέση δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου, που αμείβονται με βάση τις διατάξεις περί ενιαίου μισθολογίου, καταβάλλεται από 1-1-2004 σωρευτικά η ένδικη παροχή με άλλη συμψηφιστέα κατά τις προαναφερθείσες διατάξεις μισθολογική παροχή και ειδικότερα παροχή αποζημιώσεως για υπερωριακή απασχόληση. Επομένως, τόσο ο πρώτος όσο και ο δεύτερος λόγοι αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 Κ.Πολ.Δ., με τους οποίους αποδίδονται στο δικαστήριο της ουσίας οι πλημμέλειες της παραβάσεως των προαναφερόμενων ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 25-8-2009 αίτηση των Κ. Κ. κ.λ.π. για αναίρεση της υπ' αριθ. 164/2008 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Καβάλας. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε χίλια εκατό (1.100) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 22 Δεκεμβρίου 2010.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 11 Ιανουαρίου 2011.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ