Legislator Case Law & Legislation
38/2007 AI generated

38/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 38/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 28 Νοεμβρίου 2006, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18/11/2002 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1686/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 7768/2005 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 12/11/2005 αίτησή της.

Legislator headnote

AI generated

38/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1686/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 7768/2005 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 12/11/2005 αίτησή της.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 38 / 2007 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 38/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Μαρκάκη, Ηλία Γιαννακάκη, Αθανάσιο Θεμέλη, Μάριο-Φώτιο Χατζηπανταζή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 28 Νοεμβρίου 2006, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "Τράπεζα της Ελλάδος", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θεμιστοκλή Μερσίνη, βάσει δηλώσεως του άρθρου 242§2 Κ.Πολ.Δ.

Του αναιρεσίβλητου: .... , ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χαράλαμπο Κάπο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18/11/2002 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1686/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 7768/2005 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 12/11/2005 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Μαρκάκης, ανέγνωσε την από 19/11/2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου ζήτησε την απόρριψή της και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 118 παρ.4, 566 παρ.1, 577 και 578 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση στην ουσία της, για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο λόγος της αναίρεσης με τον οποίο προσάπτεται στο δικαστήριο της ουσίας ευθεία ή εκ πλαγίου παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρ. 559 αρ.1 και 19 ΚΠολΔ) δεν αρκεί να αναφέρεται στο αναιρετήριο το κατά την εκδοχή του αναιρεσείοντος πραγματικό μέρος της υπόθεσης, η έννοια που ο ίδιος αποδίδει στη φερόμενη ως παραβιασθείσα διάταξη και το συμπέρασμα του δικαστηρίου που φέρεται ως προϊόν ερμηνευτικού ή υπαγωγικού σφάλματος, αλλά πρέπει επιπλέον να αναφέρονται με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο ενόψει των οποίων εξέφερε την κρίση του για τη βασιμότητα ή με τις αγωγής.

Διότι μέσω των πραγματικών αυτών παραδοχών πραγματώνεται εκάστοτε η συγκεκριμένη ερμηνεία και εφαρμογή των κανόνων του ουσιαστικού δικαίου και μόνον ενόψει αυτών μπορεί να ελεγχθεί αν η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στην απόφαση οδήγησε σε σφαλερό διατακτικό από το οποίο και εξαρτάται η ευδοκίμηση της αναίρεσης (Ολ.ΑΠ 27/1998, 20/2005).

Στην προκειμένη περίπτωση με τους πρώτο και δεύτερο λόγους αναίρεσης εκ του άρθρου 559 αρ.1 και 19 ΚΠολΔ, αντίστοιχα, προβάλλεται η αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση που δέχθηκε την αγωγή του αναιρεσιβλήτου με την οποία ζήτησε ν' αναγνωριστεί η υποχρέωση της αναιρεσείουσας τράπεζας να τον προαγάγει από τον αναφερόμενο χρόνο στο βαθμό του Εντεταλμένου Τμηματάρχη-Προϊσταμένου, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε το άρθρο 207 ΑΚ με το να δεχθεί ότι συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις πλασματικής πλήρωσης της αίρεσης υπό την οποία τελούσε η προαγωγή του αναιρεσιβλήτου, παρά το μη κατάδηλο της υπεροχής αυτού έναντι των αναφερομένων συναδέλφων του που προήχθησαν και το μη καταφώρως άδικο της σχετικής κρίσης της αναιρεσείουσας και ότι η προσβαλλομένη περιέχει αντιφατικές και ανεπαρκείς αιτιολογίες στο θέμα της συνδρομής των όρων και προϋποθέσεων της άνω διάταξης καθόσον καταλείπεται σοβαρή αμφιβολία αν ορθώς συνεκτίμησε τα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα του αναιρεσιβλήτου σε σύγκριση με τα προσόντα των προαχθέντων συναδέλφων του, έναντι των οποίων δέχθηκε ότι ο αναιρεσίβλητος υπερτερούσε.

Οι λόγοι αυτοί είναι προεχόντως αόριστοι και εντεύθεν απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, δεδομένου ότι στο αναιρετήριο γίνεται μεν εκτενής αναφορά της άποψης της αναιρεσείουσας σε σχέση με την έννοια της φερόμενης ως παραβιασθείσας διάταξης του άρθρου 207 ΑΚ, την ερμηνεία της έννοιας της καταδήλου υπεροχής, τη σημασία των προσόντων εκ της κατοχής τίτλου σπουδών ΑΕΙ και της αρχαιότητας στην υπηρεσία και τέλος με τα προσόντα που διαθέτουν οι προαχθέντες αντί του αναιρεσιβλήτου συνάδελφοί του πλην δεν εκτίθενται, όμως, παρά μόνο αποσπασματικά, οι παραδοχές της απόφασης εκ του συνόλου των οποίων και μόνον θα μπορούσε να ελεγχθεί από την άποψη της παραβίασης της άνω διάταξης, η ορθότητα του διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.11 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, στα οποία περιλαμβάνονται και τα έγγραφα, τα οποία οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν για την απόδειξη πραγματικών περιστατικών που κατά την έννοια του άρθρου 335 ΚΠολΔ, ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (Ολ.ΑΠ 42/2002).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο αναίρεσης προβάλλεται η αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση για την συναγωγή του αποδεικτικού της πορίσματος, δεν έλαβε υπόψη του από την οικεία επιτροπή συνταχθέντα πίνακα αξιολόγησης των προς προαγωγή υποψηφίων στον οποίο περιλαμβάνονται οι προς σύγκριση προτεινόμενοι, προαχθέντες υπάλληλοι, κατέχοντες τις αναφερόμενες θέσεις και όχι ο αναιρεσίβλητος κατέχων μεταξύ άλλων των 143 πλασματική θέση.

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, δεδομένου ότι από την αναφορά της προσβαλλόμενης απόφασης ότι το αποδεικτικό πόρισμα της θεμελίωσε στα έγγραφα που οι διάδικοι προσκόμισαν και επικαλέσθηκαν για να ληφθούν υπόψη είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα είτε για να χρησιμεύσουν ως δικαστικά τεκμήρια, προκύπτει ότι έλαβε υπόψη και το παραπάνω έγγραφο.

Κατ΄ ακολουθίαν των ανωτέρω η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει ν΄απορριφθεί.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 12.11.2005 αίτηση της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Τράπεζα της Ελλάδος" για αναίρεση της 7768/2005 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου τα οποία ορίζει σε επτακόσια εβδομήντα (770) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Δεκεμβρίου 2006.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 9 Ιανουαρίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ