Legislator Case Law & Legislation
389/2022 AI generated

Supreme Court allows appeal against lower court ruling on subletting contract validity due to contradictory reasoning.

Case Number 389/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece accepted the appeal filed by a tenant against a first-instance court decision regarding a subletting contract. The court found the lower court erred by applying substantive law rules on subletting without a proper legal basis, creating a contradiction in its reasoning. Consequently, the appeal was allowed, the lower judgment was annulled, and the case was remitted to a different judge for retrial.

Legislator headnote

AI generated

Articles 82, 110(2), and 81(3) of the Code of Civil Procedure; The court must provide a legal basis for its decision; a judgment lacking such basis or containing contradictory reasoning constitutes a ground for appeal.

Keywords

AI generated
subletting contract contradictory reasoning legal basis requirement appeal admissibility remittal to retrial Code of Civil Procedure substantive law application

Cited Legislation

AI generated
Article 82 of the Code of Civil Procedure
Article 110(2) of the Code of Civil Procedure
Article 81(3) of the Code of Civil Procedure
Article 559(19) of the Code of Civil Procedure
Article 580(3) of the Code of Civil Procedure
Article 495(3) of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191(2) of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 389 / 2022 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 389/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ'Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ευστάθιο Νίκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω κωλύματος της Αντιπρόεδρου Κωστούλας Φλουρή - Χαλεβίδου), Μαρία Βάρκα, Άννα Αγγελάτου - Βασιλείου, Γεωργία Κατσιμαγκλή και Αθανάσιο Τσουλό, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Σεπτεμβρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Α. συζ. Α. - Κ. Μ., το γένος Ε. - Α. Κ., κατοίκου ... η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γρηγόριο - Ευάγγελο Καλαβρό.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... ..." και το δ.τ. "... ", που ... και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... ... " και το δ.τ. "... ...", που ... και εκπροσωπείται νόμιμα, 3) Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει … και 4) ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΠΡΑΣΙΝΟ ΤΑΜΕΙΟ", που εδρεύει στην Κηφισιά Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, εκ των οποίων οι 1η και 2η εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Λάμπρο Κιτσαρά και τα 3ο και 4ο εκπροσωπήθηκαν από την Αφεντία Ιωσηφίδου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-7-2019 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 619/2020 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 548/2021, όπως αυτή διορθώθηκε με την 2868/2021, του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 1-3-2021 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Γεωργία Κατσιμαγκλή, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, στο άρθρο 82 Κ.Πολ.Δ., ορίζεται ότι "όποιος προσθέτως παρεμβαίνει έχει δικαίωμα να ενεργήσει όλες τις διαδικαστικές πράξεις που επιτρέπονται στη δίκη προς το συμφέρον εκείνου για την υποστήριξη του οποίου ασκήθηκε η παρέμβαση και έχει υποχρέωση να δεχθεί τη δίκη στη θέση που βρίσκεται κατά το χρόνο της παρέμβασής του...

Αποφάσεις και δικόγραφα που επιδίδονται στους κυρίους διαδίκους πρέπει να επιδίδονται και σε εκείνον που άσκησε πρόσθετη παρέμβαση". Εξάλλου, κατά μεν τη διάταξη του άρθρου 110 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. "οι διάδικοι έχουν δικαίωμα να παρίστανται σε όλες τις συζητήσεις της υπόθεσης, ακόμα και όταν γίνονται κεκλεισμένων των θυρών και πρέπει για το σκοπό αυτό να καλούνται σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου", κατά δε τη διάταξη του άρθρου 81 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ. "ο παρεμβαίνων καλείται στις επόμενες διαδικαστικές πράξεις από το διάδικο που επισπεύδει τη δίκη, σε περίπτωση δε πρόσθετης παρέμβασης έχει δικαίωμα να προτείνει την έλλειψη της κλήτευσης και ο διάδικος για την υποστήριξη του οποίου ασκήθηκε η παρέμβαση".

Από τις διατάξεις αυτές σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 20 παρ. 1 του Συντάγματος, που ορίζει ότι "καθένας έχει δικαίωμα στην παροχή έννομης προστασίας από τα δικαστήρια και μπορεί να αναπτύξει σ' αυτά τις απόψεις του για τα δικαιώματα ή τα συμφέροντά του" και του άρθρου 558 Κ.Πολ.Δ., που ορίζει ότι "η αναίρεση απευθύνεται κατά εκείνων οι οποίοι ήταν διάδικοι στη δίκη, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση ή των καθολικών διαδόχων ή των κληρονόμων τους", σαφώς προκύπτει ότι κατά του προσθέτως παρεμβαίνοντος στη δίκη κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση δεν απευθύνεται κατ' αρχάς η αναίρεση, γιατί αυτός δεν είναι κύριος διάδικος, εκτός εάν κατά τη δίκη εκείνη ανέλαβε το δικαστικό αγώνα, οπότε κατέστη κύριος διάδικος, ή εάν η αναίρεση αφορά την πρόσθετη παρέμβαση, καθώς και στην περίπτωση της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης.

Ο προσθέτως παρεμβάς όμως πρέπει να καλείται στη συζήτηση της αναίρεσης, για να ενημερώνεται για την εξέλιξη της δίκης, που ανοίγεται με την άσκηση του ενδίκου αυτού μέσου, χωρίς δε την κλήτευσή του παραβιάζεται η αρχή της εκατέρωθεν ακροάσεως, ειδική εφαρμογή της οποίας περιέχουν οι προαναφερόμενες διατάξεις, διαφορετικά δημιουργείται απαράδεκτο της συζήτησης της αίτησης αναίρεσης, το οποίο, ως αναφερόμενο στην προδικασία, λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως από τον Άρειο Πάγο (άρθρο 576 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.).

Αν όμως η αίτηση αναίρεσης του καθ` ού η παρέμβαση απευθυνθεί και κατά του προσθέτως παρεμβαίνοντος, δεν ιδρύεται απαράδεκτο και εκτιμάται ως κλήση τούτου για να παραστεί κατά τη συζήτηση της αναίρεσης (ΑΠ 1295/2019, ΑΠ 808/2017, ΑΠ 711/2017, ΑΠ 134/2015, ΑΠ 1033/2014, ΑΠ569/2013, ΑΠ 412/2008). Στην προκειμένη περίπτωση η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης απευθύνεται και κατά : 1) του Ελληνικού Δημοσίου και 2) του νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "ΠΡΑΣΙΝΟ ΤΑΜΕΙΟ", τα οποία είχαν ασκήσει πρόσθετη παρέμβαση, υπέρ των εκκαλούντων και ήδη αναιρεσίβλητων, στη δευτεροβάθμια δίκη, στην οποία δεν ανέλαβαν τον δικαστικό αγώνα και δεν κατέστησαν κύριοι διάδικοι, ούτε οι λόγοι της αναίρεσης αφορούν στην πρόσθετη παρέμβαση.

Συνεπώς, σύμφωνα και με την ανωτέρω νομική σκέψη, εφόσον δεν υφίσταται κάποια από τις προαναφερόμενες εξαιρέσεις, η αίτηση αναίρεσης δεν έπρεπε να απευθύνεται και κατά των ανωτέρω προσθέτως παρεμβάντων, πλην όμως εκτιμάται ως κλήση τούτων, προκειμένου να παραστούν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 81 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ., προκειμένου να ενημερωθούν για την εξέλιξη της δίκης, που ανοίχθηκε με την άσκησή της.

Η κρινόμενη από 01-03-2021 (με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 1293/132/02-03-2021) αίτηση για την αναίρεση της υπ' αριθμ. 548/2021 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών και ειδικότερα των μισθωτικών διαφορών (άρθρα 591, 614 περ. 1, 615 επ. Κ.Πολ.Δ., όπως ισχύουν μετά την αντικατάστασή τους με το άρθρο τέταρτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015), έχει ασκηθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553 παρ. 1β, 556, 558, 564 παρ. 3 και 566 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.).

Είναι επομένως παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των προβαλλόμενων κατ' ιδίαν λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.). Από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.), προκύπτει ότι η προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 548/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, είναι αποτέλεσμα της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής:

Με την από 01-07-2019 αγωγή της ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα, ισχυρίστηκε ότι έχει στην κυριότητά της μία νήσο - βραχονησίδα με την ονομασία Ά. Γ. (Σ.), που κείται μεταξύ του ακρωτηρίου Ζ. της νήσου Ύ. και του ακρωτηρίου της Α. Σ., υπάγεται στη διοικητική περιφέρεια Π., ανήκει στην κτηματική περιφέρεια της Δημοτικής Ενότητας Ύ.

του Δήμου Ύ. και έχει έκταση 4.200,39 στρέμματα, την οποία (νήσο) κληρονόμησε από τη μητέρα της. Ότι στις 22-04-2005 καταρτίστηκε μεταξύ της δικαιοπαρόχου μητέρας της, ως εκμισθώτριας και της πρώτης εναγομένης ανώνυμης εταιρείας, ως μισθώτριας, η υπ' αριθμ. … συμβολαιογραφική πράξη μίσθωσης της ως άνω νήσου, του συμβολαιογράφου Α.

Κ. Β., προκειμένου η μισθώτρια να κατασκευάσει επί της νήσου και να εκμεταλλευτεί αιολικό πάρκο παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας με 20 έως 25 ανεμογεννήτριες. Ότι συμφωνήθηκε η μίσθωση να έχει διάρκεια 10 ετών με δικαίωμα μονομερούς παράτασης από τη μισθώτρια για άλλα 10 έτη, και ορίστηκε ετήσιο μίσθωμα ποσού 4.000 ευρώ ανά ανεμογεννήτρια, αρχής γενομένης από την αδειοδότηση του πάρκου, αναπροσαρμοζόμενο με βάση τον ισχύοντα τιμάριθμο καταναλωτή, και ειδικά για το χρόνο από την υπογραφή της σύμβασης και μέχρι την αδειοδότηση, ορίστηκε μίσθωμα συνολικού ποσού 30.000 ευρώ, υπό τους όρους που αναλυτικά διαλαμβάνονται στην σύμβαση μίσθωσης.

Ότι τα επόμενα έτη υπογράφηκαν διαδοχικά ιδιωτικά συμφωνητικά τροποποίησης του άνω μισθωτηρίου, δυνάμει των οποίων, κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα, παρατάθηκε η περίοδος για την έκδοση των σχετικών αδειών και εγκρίσεων, ορίστηκε νέο συνολικό μίσθωμα για το χρόνο της παράτασης και τροποποιήθηκε το συμφωνηθέν μίσθωμα ανά ανεμογεννήτρια.

Ότι κατά το έτος 2011 συστήθηκε η δεύτερη εναγόμενη ανώνυμη εταιρεία, με σκοπό να καταστεί υπομισθώτρια της νήσου, ή να της μεταβιβαστεί η μισθωτική σχέση, κατ' εφαρμογή σχετικού όρου της μισθωτικής σύμβασης, χωρίς όμως η πρώτη εναγόμενη να ενημερώσει την εκμισθώτρια σχετικά. Ότι η μητέρα της απεβίωσε στις 12-12-2012 και κατέστη η ίδια εκ διαθήκης κληρονόμος της άνω νησίδας, την οποία (κληρονομιά) αποδέχθηκε με συμβολαιογραφικό έγγραφο που μεταγράφηκε νόμιμα, ακολούθως όμως η πρώτη εναγόμενη δεν την ενημέρωσε για το καθεστώς αδειοδότησης του πάρκου και έπαυσε να καταβάλει το συμφωνημένο μίσθωμα, που είχε οριστεί με το τελευταίο υπογραφέν από 23-11-2012 ιδιωτικό συμφωνητικό.

Ότι περαιτέρω οι εναγόμενες, με τις ειδικότερα μνημονευόμενες πράξεις και παραλείψεις τους παραβίασαν τους όρους της μισθωτικής σύμβασης. Με βάση αυτό το ιστορικό η ενάγουσα κατήγγειλε τη μίσθωση και ζήτησε να της αποδοθεί από την πρώτη εναγόμενη ή, οποιονδήποτε άλλον έλκει δικαιώματα από αυτή, το μίσθιο ακίνητο.

Επί της αγωγής αυτή εκδόθηκε, κατά την ειδική διαδικασία των μισθωτικών διαφορών, αντιμωλία των διαδίκων, η υπ' αριθμ. 619/2020 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία κρίθηκε ότι η σύμβαση μίσθωσης ήταν εξαρχής απολύτως άκυρη, για το λόγο ότι δεν είχε ληφθεί η προβλεπόμενη από το άρθρο 28 παρ. 1 του Ν. 1892/1990 άδεια του αρμοδίου τότε Υπουργού Γεωργίας, με αποτέλεσμα η ενάγουσα να δικαιούται να ζητήσει την απόδοση του μισθίου, κατά τη διάταξη του άρθρου 599 του Α.Κ.

και κατόπιν αυτών δέχθηκε κατ' ουσίαν την αγωγή και υποχρέωσε την πρώτη εναγόμενη ή οποιονδήποτε άλλον έλκει δικαιώματα από αυτή, συμπεριλαμβανομένης και της δεύτερης εναγόμενης, να αποδώσει στην ενάγουσα το μίσθιο ακίνητο, ήτοι τη νήσο Ά. Γ.. Κατά της πρωτόδικης αυτής οριστικής απόφασης οι εναγόμενες άσκησαν έφεση, παραπονούμενες για λόγους αναγόμενους σε εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και κακή εφαρμογή του νόμου.

Επισημαίνεται ότι η ανωτέρω πρωτόδικη απόφαση κατά το κεφάλαιό της, κατά το οποίο κρίθηκε η ένδικη σύμβαση μίσθωσης απολύτως άκυρη, δεν προσεβλήθη με λόγο έφεσης από τις εναγόμενες - εκκαλούσες, ούτε από την ενάγουσα, η οποία δεν άσκησε έφεση ή αντέφεση. Επί της ανωτέρω έφεσης των εναγομένων, καθώς και επί της πρόσθετης παρέμβασης, που ασκήθηκε στη δευτεροβάθμια δίκη από το Ελληνικό Δημόσιο και το νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "ΠΡΑΣΙΝΟ ΤΑΜΕΙΟ", εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων η προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 548/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, το οποίο δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την έφεση, εξαφάνισε την εκκαλουμένη πρωτόδικη απόφαση και ακολούθως, αφού κράτησε και δίκασε την ένδικη από 01-07-2019 αγωγή, απέρριψε αυτή ως κατ' ουσίαν αβάσιμη.

Ο ν. 1892/1990 "Για τον εκσυγχρονισμό και την ανάπτυξη και άλλες διατάξεις" (ΦΕΚ Α' 101/31.7.1990) προβλέπει, στο εντασσόμενο στο κεφάλαιο Β του νόμου αυτού (άρθρα 24 έως 32), άρθρο 28, υπό τον τίτλο "Απόκτηση εμπράγματων ή ενοχικών δικαιωμάτων". Με την παράγραφο 1 του εν λόγω άρθρου 28 του ν. 1892/1990 στην αρχική του μορφή ορίζεται ότι : "Για την απόκτηση με δικαιοπραξία εν ζωή εμπραγμάτων ή ενοχικών δικαιωμάτων, από φυσικά ή νομικά πρόσωπα σε ιδιωτικές νήσους ή νησίδες, της Ελλάδος, καθώς και σε ακίνητα ιδιωτικών νήσων ή νησίδων, οπουδήποτε και εάν βρίσκονται αυτές, απαιτείται άδεια του Υπουργού Γεωργίας, που παρέχεται ύστερα από σύμφωνη γνώμη της αρμόδιας υπηρεσίας του Υπουργείου Εθνικής Άμυνας - ΓΕΣ, ΓΕΝ ή ΓΕΑ - ανάλογα με την περιοχή".

Στη συνέχεια, το άρθρο 33 του ν. 4061/2012 (ΦΕΚ Α 66/22.3.2012), αντικατέστησε το άρθρο 28 παρ. 1 ως εξής: "1. Για την απόκτηση με δικαιοπραξία εν ζωή εμπράγματων ή ενοχικών δικαιωμάτων από φυσικά ή νομικά πρόσωπα σε ιδιωτικές νήσους ή νησίδες, καθώς και σε ιδιωτικά ακίνητα νήσων ή νησίδων, οπουδήποτε και αν αυτές βρίσκονται, απαιτείται άδεια από τον Υπουργό Εθνικής Άμυνας.

Η αίτηση για τη χορήγηση άδειας υποβάλλεται από τον ενδιαφερόμενο στο Υπουργείο Εθνικής Άμυνας". Ακολούθως, η παρ.1 του άρθρου 28, όπως αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 33 του ν. 4061/2012, αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 της από 1.6.2012 Π.Ν.Π. (ΦΕΚ Α' 128/01.06.2012), η οποία κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 4086/2012, (ΦΕΚ Α 195/12.10.2012), ως εξής: "1.

Για την απόκτηση με δικαιοπραξία εν ζωή εμπράγματων ή ενοχικών δικαιωμάτων από φυσικά ή νομικά πρόσωπα σε ιδιωτικές νήσους ή νησίδες, καθώς και σε ακίνητα ιδιωτικών νήσων ή νησίδων, οπουδήποτε και αν αυτές βρίσκονται, απαιτείται άδεια από τον Υπουργό Εθνικής Άμυνας". Τέλος, με το άρθρο τρίτο του ν. 4126/2013 (ΦΕΚ Α 49/28.2.2013) το πρώτο εδάφιο της παρ.1 του άρθρου 28, αντικαταστάθηκε ως εξής: "Για την απόκτηση με δικαιοπραξία εν ζωή εμπραγμάτων ή ενοχικών δικαιωμάτων από φυσικά ή νομικά πρόσωπα σε ιδιωτικές νήσους ή νησίδες και σε ακίνητα ιδιωτικών νήσων ή νησίδων οπουδήποτε και εάν αυτές βρίσκονται, απαιτείται άδεια του Υπουργού Εθνικής Άμυνας που παρέχεται ύστερα από σύμφωνη γνώμη όλων των Γενικών Επιτελείων".

Με τις ανωτέρω διατάξεις θεσπίζεται σύστημα προληπτικού ελέγχου των συναλλαγών στην ακίνητη ιδιοκτησία ιδιώτη, φυσικού ή νομικού προσώπου, που αφορά τις, οπουδήποτε ευρισκόμενες εντός της επικράτειας, ιδιωτικές νήσους και νησίδες και τα επ` αυτών ιδιωτικά ακίνητα, με την υπαγωγή σε καθεστώς αδειοδότησης των σχετικών, εμπράγματων και ενοχικών, δικαιοπραξιών εν ζωή.

Με τις ανωτέρω μεταγενέστερες τροποποιήσεις της ως άνω αρχικής διάταξης του άρθρου 28 παρ. 1 του ν. 1892/1990, διατηρήθηκε το καθεστώς αδειοδότησης των σχετικών, εμπράγματων και ενοχικών, δικαιοπραξιών εν ζωή σε ιδιωτικές νήσους ή νησίδες και των επ` αυτών ιδιωτικών ακινήτων και άλλαξε μόνο ο αρμόδιος προς χορήγηση της σχετικής άδειας Υπουργός και έτσι η εν λόγω άδεια παρέχεται πλέον από τον Υπουργό Εθνικής Άμυνας.

Από το περιεχόμενο της πιο πάνω διάταξης προκύπτει χωρίς αμφιβολία ότι με τη θέσπισή της επιδιώχθηκε η προστασία υπέρτατου εθνικού συμφέροντος, που έγκειται στην κατοχύρωση της ασφάλειας και της εδαφικής ακεραιότητας της χώρας αφενός, και της δημόσιας τάξης και ασφάλειας, αφετέρου ( ΣτΕ 549/2021). Ο σκοπός αυτός προσδίδει στην ως άνω διάταξη το χαρακτήρα κανόνα δημόσιας τάξης στον πιο έντονο βαθμό.

Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 30 του ιδίου ως άνω νόμου 1892/1990 ορίζεται ότι "Δικαιοπραξίες που συνάπτονται κατά παράβαση των διατάξεων του νόμου αυτού είναι απολύτως άκυρες...". Προβλέπεται, συνεπώς, μια γενική απαγόρευση των συγκεκριμένων δικαιοπραξιών, που αίρεται μόνο με τη χορήγηση της προβλεπόμενης άδειας.

Επομένως, προϋπόθεση για τη σύναψη έγκυρης σύμβασης, που αφορά σε ιδιωτικές νήσους και νησίδες και τα επ` αυτών ιδιωτικά ακίνητα, αποτελούσε και αποτελεί η προηγούμενη χορήγηση της προβλεπόμενης άδειας και συνακόλουθα, δικαιοπραξία, που αφορά σε ακίνητα καταλαμβανόμενα από τη συγκεκριμένη διάταξη, η οποία επιχειρείται, χωρίς προηγουμένως να έχει παρασχεθεί η ως άνω άδεια του αρμοδίου Υπουργού, είναι άκυρη, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 174 ΑΚ, αφού αντιβαίνει στην ανωτέρω απαγορευτική διάταξη του νόμου και ως εκ τούτου θεωρείται σαν να μην έγινε (άρθρο 180 ΑΚ).

Η ακυρότητα αυτή δεν θεραπεύεται και ειδικότερα θεραπεία αυτής δεν επέρχεται ούτε με την πάροδο του χρόνου, ούτε με συναφείς επικυρωτικές δηλώσεις βουλήσεως των συμβληθέντων μερών, που κατά τον Α.Κ. (άρθρο 183) δεν είναι ικανές να προσδώσουν εκ νέου ζωή στην άκυρη σύμβαση, ούτε με 3τυχόν εκπλήρωση των υποχρεώσεων από την άκυρη σύμβαση (ΑΠ 1385/2018, ΑΠ 1883/2017, ΑΠ 1083/2017).

Περαιτέρω, από την άκυρη μίσθωση δεν θίγονται τα δικαιώματα του "εκμισθωτή" του ακινήτου που απορρέουν από την κυριότητα ή τη νομή του και μπορεί ο κύριος (ή ο επικαρπωτής) να επιδιώξει την απόδοσή του, ασκώντας είτε τη διεκδικητική αγωγή, είτε την αγωγή περί νομής, είτε να ζητήσει την απόδοση της χρήσεώς του από εκείνον που έλκει τα δικαιώματά του από την άκυρη μίσθωση, με βάση τις διατάξεις περί αποδόσεως του 3μισθίου (ΑΠ 1650/2018, ΑΠ 63/2017, ΑΠ 751/2009), ήτοι κατ' άρθρο 599 του Α.Κ. (ΑΠ 63/2017).

Ειδικότερα, από τις διατάξεις των άρθρων 574, 575, 599 και 180 του Α.Κ., οι οποίες, εφαρμόζονται και στις εμπορικές μισθώσεις (άρθρο 44 του Π.Δ. 34/1995), συνάγεται, ότι εάν για οποιοδήποτε λόγο η μίσθωση είναι άκυρη και ο εκμισθωτής παραχωρήσει τη χρήση του μισθίου, δικαιούται να αξιώσει την απόδοση του μισθίου από το μισθωτή, αλλά και από τον υπομισθωτή ή από εκείνο στον οποίο παραχωρήθηκε η χρήση του, κατά την ειδική διαδικασία των μισθωτικών διαφορών, κατά την οποία δικάζονται διαφορές από μίσθωση πράγματος, που αναφέρονται στην παράδοση ή απόδοση της χρήσης του μισθίου για οποιοδήποτε λόγο, με την οποία σκοπείται η ταχύτερη επίλυση των διαφορών, που ανακύπτουν μεταξύ εκμισθωτή και μισθωτή και αφορούν την για οποιοδήποτε λόγο απόδοση της χρήσης του μισθίου και στην οποία υπάγονται οι διαφορές τόσο από έγκυρη, όσο και από άκυρη σύμβαση μίσθωσης, αφού στις σχετικές διατάξεις του Κ.Πολ.Δ., δεν γίνεται διάκριση και ο πιο πάνω σκοπός εξυπηρετείται και στις δύο περιπτώσεις (ΑΠ 442/2000, ΑΠ 1950/1986).

Εξάλλου, η ακυρότητα της αρχικής μίσθωσης συμπαρασύρει και τις τυχόν τροποποιητικές αυτής συμβάσεις που επακολούθησαν, οι οποίες πάσχουν από τον ίδιο λόγο ακυρότητας. Επίσης, η ακυρότητα της μίσθωσης συμπαρασύρει και τις τυχόν υπομισθώσεις του μισθίου, που έχουν συναφθεί στη συνέχεια, λόγω του παρεπομένου χαρακτήρα της υπομίσθωσης, η οποία δεν μπορεί να υπάρξει παρά μόνο σε σχέση με την κυρία μίσθωση, ακόμα και αν η ίδια (υπομίσθωση) είναι μεταξύ υπεκμισθωτή και υπομισθωτή κατά πάντα έγκυρη (ΑΠ 281/2020, ΑΠ 1192/2013).

Όπως έχει γίνει δεκτό (Ολ. ΑΠ 14/1992, ΑΠ 1442/1992) κατά την καθ' οποιοδήποτε τρόπο λήξη της κύριας αστικής ή εμπορικής σύμβασης μίσθωσης, ο εκμισθωτής δικαιούται, κατά τη διάταξη του άρθρου 599 παρ. 2 Α.Κ., να απαιτήσει το μίσθιο ακίνητο, όχι μόνον από το μισθωτή, αλλά και από τον μη συνδεόμενο μετ` αυτού με σύμβαση, υπομισθωτή (ΑΠ 281/2020).

Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 574 Α.Κ. προκύπτει ότι, κατά κανόνα κάθε μίσθωση είναι έγκυρη, έστω και αν το πράγμα, που κατέστη αντικείμενό της, είναι αλλότριο, δηλαδή δεν ανήκει κατά κυριότητα στον εκμισθωτή, γιατί η σχέση είναι ενοχική και όχι εμπράγματη και επομένως η κυριότητα του μίσθιου πράγματος δεν είναι στοιχείο κρίσιμο για το κύρος της (ΑΠ 787/2017, ΑΠ 1177/2010, ΑΠ 1029/2009, ΑΠ 606/2009).

Συνεπώς, δεν ασκεί επιρροή στην ισχύ και τη λειτουργία της σύμβασης αυτής η κυριότητα ή οποιοδήποτε άλλο εμπράγματο δικαίωμα επί του μισθίου. Η σχετικότητα της μισθωτικής σχέσης έχει ως αποτέλεσμα ν` ανήκουν τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις από αυτή μόνο στα συμβαλλόμενα μέρη, δηλαδή στον εκμισθωτή και στο μισθωτή, οι οποίοι και νομιμοποιούνται αντιστοίχως στις σχετικές (μισθωτικές) δίκες.

Από αυτά παρέπεται ότι ο εκμισθωτής, καίτοι δεν είναι κύριος του μισθίου, έχει το δικαίωμα (μόνο αυτός) να αξιώσει το μίσθωμα ή να ασκήσει τις συναφείς αγωγές απόδοσης του μισθίου και ότι ο κύριος (πλήρης ή ψιλός), ή ο επικαρπωτής του μισθίου δεν δικαιούνται (αν δεν είναι και εκμισθωτές) να ασκήσουν οιαδήποτε αγωγή από τη μίσθωση για καταβολή μισθωμάτων ή απόδοση του μισθίου, ακόμη κι αν έληξε η μίσθωση, αλλά μόνο τις αγωγές από την κυριότητα ή νομή.

Τα παραπάνω ισχύουν και στην επαγγελματική μίσθωση με μόνες τις αναφερόμενες στο άρθρο 14 του π.δ. 34/1995 παρεκκλίσεις, κατά τις οποίες, επί εκμίσθωσης αλλοτρίου ακινήτου η μίσθωση δεσμεύει τον κύριο ή νομέα του μισθίου, εφ` όσον ο μεν μισθωτής είναι καλής πίστης (δηλαδή αγνοεί τα δικαιώματα τρίτων στο μίσθιο), ο δε κύριος δεν διαμαρτυρήθηκε εγγράφως στο μισθωτή μέσα σε τρεις μήνες αφότου έλαβε γνώση της εκμίσθωσης.

Η κατά τη διάταξη αυτή "δέσμευση" του κυρίου δεν σημαίνει την υπεισέλευσή του στη μίσθωση, αλλά ότι δεν μπορεί αυτός να λάβει κατά τη διάρκεια της μίσθωσης μέτρα, που οδηγούν στην παρεμπόδιση ή αφαίρεση της χρήσης του μισθίου από το μισθωτή (ΑΠ 1086/2014, ΑΠ 1764/2012, ΑΠ 1052/2011, ΑΠ 866/2011ΑΠ 108/2003). Πάντως η εν λόγω δέσμευση του κυρίου ή νομέα προϋποθέτει, πρωτίστως και αυτονοήτως, ότι η σχετική μισθωτική σύμβαση είναι έγκυρη και παράγει τις οικείες έννομες συνέπειες για τα συμβαλλόμενα μέρη της, ώστε να μπορεί να λειτουργήσει δεσμευτικά και για τον κύριο ή νομέα (ΑΠ 1086/2014).

Από τη διάταξη, όμως, του άρθρου 2 παρ. 1 του α.ν. 1539/1938 "περί προστασίας των δημοσίων κτημάτων", κατά την οποία "επί των δημοσίων κτημάτων εν γένει νομεύς θεωρείται το Δημόσιο, έστω και αν ουδεμίαν ενήργησεν επ` αυτών πράξιν νομής...", σε συνδυασμό προς το άρθρο 23 παρ. 3 του ίδιου νόμου, προκύπτει, ότι, κατ` εξαίρεση του ανωτέρω κανόνα, η μίσθωση δημοσίου κτήματος είναι άκυρη (άρθρο 180 ΑΚ), όταν συναφθεί από τρίτο μη κύριο και όχι το Δημόσιο.

Από την έγκυρη δε ή άκυρη πιο πάνω μίσθωση αλλοτρίου πράγματος, δεν θίγονται τα δικαιώματα του κυρίου επί του ακινήτου, που απορρέουν από την κυριότητα ή νομή του (ΑΠ 134/2006) και μπορεί ο κύριος, αλλά και ειδικότερα το Δημόσιο, να επιδιώξει την απόδοσή του, ασκώντας είτε τη διεκδικητική αγωγή, είτε την αγωγή περί νομής, είτε να ζητήσει τον καθορισμό αποζημιώσεως χρήσεως εις βάρος των κατόχων κατά το άρθρο 7 παρ. 3 του α.ν. 1539/1938 (ΑΠ 787/2015, ΑΠ 1029/2009, ΑΠ 1111/2006, ΑΠ 1327/2000).

Εξάλλου και ο εκμισθωτής, που παραχώρησε στο μισθωτή τη χρήση του ακινήτου με άκυρη μίσθωση, γιατί το ακίνητο ανήκει στο Δημόσιο, δικαιούται να ζητήσει την απόδοση της χρήσης του από το μισθωτή ή από εκείνον στον οποίο παραχώρησε τη χρήση (ΑΠ 1327/2000, ΑΠ 1195/1986), κατά την ειδική διαδικασία των μισθωτικών διαφορών, κατά την οποία δικάζονται διαφορές από μίσθωση πράγματος, που αναφέρονται στην παράδοση ή απόδοση της χρήσης του μισθίου για οποιοδήποτε λόγο και στην οποία, όπως προεκτέθηκε, υπάγονται οι διαφορές τόσο από έγκυρη, όσο και από άκυρη σύμβαση μίσθωσης, ο δε σκοπός της ταχύτερης επίλυσης των διαφορών, στην οποία αποβλέπει η εν λόγω ειδική διαδικασία, εξυπηρετείται και στις δύο περιπτώσεις (ΑΠ 1327/2000).

Εξάλλου, με τη διάταξη του άρθρου 599 του Α.Κ. ορίζεται ότι "Ο μισθωτής κατά τη λήξη της μίσθωσης έχει υποχρέωση να αποδώσει το μίσθιο στην κατάσταση που το παρέλαβε. Σε περίπτωση υπεκμίσθωσης ή παραχώρησης της χρήσης του μισθίου σε τρίτον, ο εκμισθωτής μπορεί κατά τη λήξη της μίσθωσης να απαιτήσει το μίσθιο και από τον υπομισθωτή ή από εκείνον στον οποίο παραχωρήθηκε η χρήση".

Η υποχρέωση του μισθωτή, που απορρέει από τη ως άνω διάταξη, να αποδώσει δηλαδή το μίσθιο, ισχύει για την, για οποιοδήποτε λόγο, λύση της σύμβασης μίσθωσης, είτε αυτή επήλθε με την πάροδο του συμβατικού ή του νόμιμου χρόνου, είτε με καταγγελία, όπου παρέχεται δυνατότητα καταγγελίας. Αλλά και επί άκυρης σύμβασης μίσθωσης, οπότε ο μισθωτής δεν δικαιούται να ποιείται χρήση του μισθίου, αναλογικά ο εκμισθωτής μπορεί να επιδιώξει, όπως προεκτέθηκε, την απόδοση της χρήσης του μισθίου από εκείνον που έλκει τα δικαιώματά του από την άκυρη μίσθωση, με βάση τις διατάξεις περί αποδόσεως του μισθίου (ΑΠ 1650/2018, ΑΠ 63/2017, ΑΠ 751/2009) και συγκεκριμένα κατά την ανωτέρω γενική διάταξη του άρθρου 599 Α.Κ. (ΑΠ 63/2017).

Περαιτέρω, από τα άρθρα 574, 612 παρ. 1 και 1710 του Α.Κ. προκύπτει ότι η μισθωτική σχέση είναι κληρονομητή, τόσο από την πλευρά του εκμισθωτή, όσο και από την πλευρά του μισθωτή. Κατά συνέπεια, σε περίπτωση θανάτου του εκμισθωτή, στη μισθωτική σχέση υπεισέρχονται οι κληρονόμοι του (εκ διαθήκης ή εξ αδιαθέτου) μόλις αποδεχθούν την κληρονομιά (Α.Κ. 1846, 1847, 1850, 1857, 1940), χωρίς να χρειάζεται και η προηγούμενη μεταγραφή της δήλωσης αποδοχής, αφού πρόκειται για κτήση ενοχικής σχέσης και όχι κυριότητας (Α.Κ. 1846 σε συνδ. 1192, 1198) ( ΑΠ 619/2019, ΑΠ 1819/2017, ΑΠ 1653/2012, ΑΠ 1868/2007, ΑΠ 705/2004, ΑΠ 1254/ 2001).

Η υπεισέλευση αυτή προϋποθέτει ότι υπάρχει έγκυρη και ενεργή μίσθωση κατά το χρόνο θανάτου του εκμισθωτή. Συνακόλουθα, ο κληρονόμος του εκμισθωτή δικαιούται να καταγγείλει τη μίσθωση για λόγους, που προβλέπονται από τον Α.Κ. ή το Π.Δ 34/1995, λόγω της ιδιότητάς του αυτής και να εγείρει την αγωγή απόδοσης της χρήσης του μισθίου ( ΑΠ 1868/2007, ΑΠ 1254/2001).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 19 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, η οποία ορίζει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.

ΑΠ 1/2020, Ολ. ΑΠ 2/2019, Ολ. ΑΠ 8/2018, Ολ. ΑΠ 1/1999). Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 85/2020, ΑΠ 38/2020).

Συνεπώς, κατά την έννοια του αναιρετικού αυτού λόγου η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει, επομένως, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι, να μην μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (ΑΠ 78/2020, ΑΠ 59/2020).

Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά, που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό της πόρισμα για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων, που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που, είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή του, ή όταν η απόφαση έχει ελλείψεις, όσον αφορά το νομικό χαρακτηρισμό των κρίσιμων περιστατικών που έγιναν δεκτά (Ολ.

ΑΠ 15/2006, ΑΠ 78/2020, ΑΠ 38/2020, ΑΠ 638/2019, ΑΠ 98/2017). Αντιθέτως, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης και δεν έχει εφαρμογή η παραπάνω διάταξη, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατ` άρθρο 561 παρ.1 Κ.Πολ.Δ., εκτός αν δεν είναι σαφές το αποδεικτικό πόρισμα και για το λόγο αυτό καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος (Ολ.

ΑΠ 1/2020).

Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση της προσβαλλόμενης υπ' αριθμ. 548/2021 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, προκύπτει ότι το Εφετείο αυτό δέχθηκε ως αποδειχθέντα, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), μετά από εκτίμηση των επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων που αναφέρει, τα ακόλουθα : "Μεταξύ της ενάγουσας ως αντιπροσώπου και πληρεξούσιας της μητέρας της Ά.

χήρας Ε. - Ά. Κ., το γένος …. και της πρώτης εναγόμενης ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... ..." με το διακριτικό τίτλο "... " καταρτίστηκε δυνάμει της υπ' αριθμόν ... συμβολαιογραφικής πράξης μίσθωσης του συμβολαιογράφου Α. Κ. Β., η από 22-04-2005 σύμβαση μίσθωσης, με την οποία η ως άνω μητέρα της ενάγουσας εκμίσθωσε στην πρώτη εναγόμενη ανώνυμη εταιρεία τη νήσο Ά.

Γ. (Σ.), που κείται μεταξύ του ακρωτηρίου της νήσου Ύ. με την ονομασία Ζ. και του ακρωτηρίου της Α. Σ., απέχει από την ... 15 περίπου ναυτικά μίλια και υπάγεται στη διοικητική περιφέρεια Π., επί της οποίας ευρίσκεται πεπαλαιωμένος οικίσκος και εκκλησία. Η εν λόγω σύμβαση καταρτίστηκε προκειμένου η μισθώτρια ανώνυμη εταιρεία, η οποία ασκεί επιχείρηση με σκοπό μεταξύ άλλων την κατασκευή, εγκατάσταση, λειτουργία και εκμετάλλευση εγκαταστάσεων παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές (είτε από αιολικά πάρκα, είτε από υδροηλεκτρικούς σταθμούς) να κατασκευάσει στη νήσο αυτή και να εκμεταλλευθεί αιολικό πάρκο παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας με 20 έως 25 ανεμογεννήτριες.

Η διάρκεια της σύμβασης ορίστηκε δεκαετής με έναρξη από την 22-04-2005 και λήξη την 22-04-2015, δόθηκε δε στη μισθώτρια πρώτη εναγόμενη το δικαίωμα να παρατείνει τη σύμβαση μονομερώς για 10 επιπλέον έτη με την κοινοποίηση σχετικής δήλωσης τουλάχιστον έξι μήνες προ της λήξεως, που ήταν η 22.04.2015. Με την παραλαβή της δήλωσης παράτασης θα θεωρείται συντελεσθείσα η παράταση της μίσθωσης και προς επιβεβαίωση αυτής θα συνταχθεί συμβολαιογραφική πράξη παράτασης της μίσθωσης και τροποποίησης του άρθρου 2 αναφορικά με τη διάρκεια της μίσθωσης και μόνον, αυτής οριζόμενης έως την 22 Απριλίου του έτους 2025, κατά τα λοιπά δε θα ισχύουν και επί της παράτασης οι όροι και οι συμφωνίες της από 22-04-2005 σύμβασης μίσθωσης.

Το ετήσιο μίσθωμα ορίστηκε στο ποσό των 4.000 ευρώ ανά ανεμογεννήτρια, που θα εγκατασταθεί αυξανόμενο κατά την περίπτωση της δεκαετούς παράτασης κατά το ποσό των 1.000 ευρώ, αναπροσαρμοζόμενο ετησίως κατά ποσοστό ίσο με τον κατά το χρόνο της αναπροσαρμογής ισχύοντα δείκτη τιμών καταναλωτή, προσαυξημένο κατά 3 ποσοστιαίες μονάδες, βαρυνόμενης της μισθώτριας και με το τέλος χαρτοσήμου ποσοστού 3,6%, το δε μίσθωμα αυτό συμφωνήθηκε να καταβάλλεται με την έκδοση της άδειας λειτουργίας του αιολικού πάρκου και μέχρι την έκδοση αυτή, συμφωνήθηκε να καταβληθεί συνολικό μίσθωμα ποσού 30.000 ευρώ.

Η καταβολή του μισθώματος θα γίνεται ετησίως και δη εντός των τριών (3) πρώτων μηνών κάθε μισθωτικού έτους (άρθρο 5). Η σύμβαση θα λυθεί με την πάροδο του συμβατικού χρόνου, όπως αυτός τυχόν παραταθεί κατά τα ανωτέρω, της εκμισθώτριας παραιτούμενης από το δικαίωμα καταγγελίας για ιδιόχρηση, σε περίπτωση που η μίσθωση θεωρηθεί προστατευόμενη.

Εξαιρετικά για την περίπτωση που δεν λαμβανόταν η άδεια έως την 22-04-2008, συμφωνήθηκε η σύμβαση να λυθεί αζημίως. Στην περίπτωση αυτή η μισθώτρια θα υποχρεούτο να αποστείλει σχετική έγγραφη δήλωση προς την εκμισθώτρια, στην οποία θα αναφέρει την επιθυμία της για λύση της μισθώσεως συνεπεία της μη εκδόσεως των αναγκαίων αδειών και θα επερχόταν λύση της μίσθωσης αζημίως, μη δικαιούμενης της εκμισθώτριας ή της μισθώτριας σε οποιαδήποτε περαιτέρω αποζημίωση.

Το ποσό των 30.000 ευρώ, το οποίο κατέβαλε η μισθώτρια σύμφωνα με τον όρο 5 (β), συμφωνήθηκε ότι θα παραμένει σε όφελος της εκμισθώτριας μη δικαιούμενης ή άλλως παραιτούμενης της μισθώτριας της αναζήτησης αυτού (άρθρο 9). Στο υπ' αριθμόν 3 άρθρο της πράξης σύμβασης μίσθωσης προβλέφθηκε ότι για την επίτευξη του σκοπού της χρήσης του μίσθιου από τη μισθώτρια πρώτη εναγόμενη και δη ως χώρου εγκατάστασης ανεμογεννητριών για τη λειτουργία αιολικού πάρκου παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας και των απαραίτητων συνοδών εγκαταστάσεων για την εξυπηρέτηση στου σκοπού αυτού, η μισθώτρια ή τυχόν υπομισθωτές ή υποκατάστατοι μισθωτές, δικαιούνται να αναγείρουν με δαπάνες τους οιοδήποτε κτίσμα απαιτείται για την εκπλήρωση του σκοπού, για τον οποίο προορίζουν το μίσθιο.

Στο υπ' αριθμόν 8 δε άρθρο της ίδιας πράξης σύμβασης μίσθωσης νήσου, ορίστηκε ότι επιτρέπεται στη μισθώτρια να υπεκμισθώσει μερικά η ολικά το μίσθιο και γενικά να παραχωρήσει ή να εκχωρήσει τα δικαιώματά της από τη μίσθωση ή να μεταβιβάσει την επίδικη μισθωτική σχέση σε τρίτα νομικά πρόσωπα, χωρίς να απαιτείται συναίνεση της εκμισθώτριας υπό τον όρο ότι θα αποτελούν συνδεδεμένη με αυτή εταιρεία, σύμφωνα με το άρθρο 42 του ΚΝ 2190/1920, στην περίπτωση δε αυτή το τρίτο νομικό πρόσωπο θα υπεισέλθει στα από την ένδικη μίσθωση δικαιώματα και υποχρεώσεις ως μισθωτής, ενώ η αναγγελία της υπεισέλευσης του τρίτου στη θέση της μισθώτριας θα γίνει με σχετική δήλωση προς τον προαναφερθέντα συμβολαιογράφο ή το νόμιμο αναπληρωτή ή αντικαταστάτη του ή προς τη διαλαμβανόμενη στην ίδια συμβολαιογραφική πράξη μίσθωσης δικηγόρο Αθηνών, οι οποίοι και ορίστηκαν με την ως άνω πράξη αντίκλητοι της εκμισθώτριας, εξουσιοδοθέντες να παραλάβουν τη σχετική δήλωση.

Περαιτέρω από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ότι μεταξύ της εκμισθώτριας και της μισθώτριας πρώτης εναγόμενης, της εκμισθώτριας αντιπροσωπευθείσας από την αντίκλητο και πληρεξούσια αυτής θυγατέρα της ενάγουσα, καταρτίστηκαν τα από 25-11-2007, 23-05-2011 και 23-11-2012 ιδιωτικά συμφωνητικά τροποποίησης της ένδικης σύμβασης μίσθωσης, με τα οποία παρατάθηκε ο χρόνος, εντός του οποίου έπρεπε να ληφθεί η άδεια λειτουργίας και ορίστηκε νέο μίσθωμα για το χρόνο της παράτασης.

Ακολούθως η εκμισθώτρια Ά. χήρα Ε. - Α. Κ., το γένος Γ. Ν., μητέρα της ενάγουσας απεβίωσε την 12-12-2013 και η τελευταία, κατέστη μόνη κληρονόμος αυτής και δη αρχικά εξ αδιαθέτου, ως μόνο τέκνο της θανούσας (βλ. την υπ' αριθμόν ... διάταξη του Ειρηνοδίκη Αθηνών), ωστόσο στη συνέχεια δημοσιεύθηκε και κηρύχθηκε κύρια και η από 04-01-2010 ιδιόγραφη διαθήκη, η οποία κατονομάζει την ενάγουσα ως μόνη κληρονόμο (βλ.

το υπ' αριθμόν ... πρακτικό δημοσίευσης ιδιόγραφης διαθήκης και την υπ' αριθμόν ... Πράξη του Ειρηνοδίκη Αθηνών). Εξάλλου επί της υπ' αριθμό πρωτ. ... αιτήσεως της πρώτης εναγόμενης ανώνυμης εταιρείας προς τη Ρυθμιστική Αρχή Ενέργειας (ΡΑΕ) για τη χορήγηση άδειας παραγωγής αιολικού πάρκου ισχύος 46 MW στη νήσο Ά.

Γ., εκδόθηκε η υπ' αριθμόν πρωτ. ... απόφαση του Γενικού Γραμματέα του Υπουργείου Ανάπτυξης, δυνάμει της οποίας χορηγήθηκε στην πρώτη εναγόμενη άδεια παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας από αιολικό πάρκο ισχύος 45 MW στη νήσο Ά. Γ. του ... ενώ με την υπ' αριθμόν πρωτ. ... αίτηση της ίδιας προς το Δασαρχείο ..., η πρώτη εναγόμενη αιτήθηκε τη χορήγηση γνωμοδότησης από το Δασαρχείο αυτό για την εγκατάσταση του αιολικού πάρκου στην ως άνω νήσο, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθμόν ...

πράξη χαρακτηρισμού του Δασάρχη ..., με την οποία αποφασίστηκε ο χαρακτηρισμός αφενός των υπό στοιχείο Β1, εμβαδού 3.380 στρεμμάτων, τμημάτων της νήσου "Ά. Γ.", όπως αυτά εμφαίνονται στο συνημμένο στην εν λόγω πράξη από ... τοπογραφικό διάγραμμα, ως χορτολιβαδικές εκτάσεις της παρ. 6β του άρθρου 3 του Ν. 998/1979 και του άρθρου 7 του ίδιου νόμου, ως αυτός ίσχυε κατά το χρόνο έκδοσης της πράξης και αφετέρου των υπό στοιχείο Α1 εμβαδού 548,708 στρεμμάτων και υπό στοιχείο Α2 εμβαδού 27.571 στρεμμάτων, όπως αυτά εμφαίνονται στο ίδιο τοπογραφικό διάγραμμα, αγροτικές εκτάσεις της παρ. 6α του άρθρου 3 του Ν. 998/1979.

Από τα ως άνω συνάγεται ότι η πρώτη εναγόμενη κατέβαλε το ποσό των 86.462,39 ευρώ υπέρ του Δασαρχείου ... ως αντάλλαγμα χρήσης (βλ. την από 01-06-2011 απόδειξη κατάθεσης της "Τράπεζας της Ελλάδος"), σε συμμόρφωση με την υπ' αριθμόν πρωτ. ... απόφαση της Διεύθυνσης Δασών Ανατολικής Αττικής της Περιφέρειας Αττικής για την ειδική έγκριση επέμβασης σε δημόσια χορτολιβαδική έκταση των άρθρων 3 παρ. 6β και 7 του Ν. 998/1979 με σκοπό την εγκατάσταση του αιολικού πάρκου "Ά.

Γ. I" στη νήσο Ά. Γ. του Δήμου Λαυρεωτικής, περιοχής αρμοδιότητας του Δασαρχείου ..., στη συνέχεια δε εκδόθηκε το από 07-06-2011 πρωτόκολλο εγκατάστασης του δασοπόνου του Δασαρχείου ... ..., δυνάμει του οποίου η πρώτη εναγόμενη ανώνυμη εταιρεία εγκαταστάθηκε επί δημόσιας χορτολιβαδικής εκτάσεως συνολικού εμβαδού 72.215,68 τ.μ.

για την εγκατάσταση αιολικού πάρκου "Ά. Γ. I". Κατά της υπ' αριθμόν ... πράξης χαρακτηρισμού του Δασάρχη ... ασκήθηκαν με το υπ' αριθμόν ... έγγραφο αντιρρήσεις από το Γενικό Γραμματέα Περιφέρειας Αττικής ενώπιον της Τέταρτης Πρωτοβάθμιας Επιτροπής Επίλυσης Δασικών Αμφισβητήσεων Ανατολικής Αττικής και εκδόθηκε η υπ' αριθμόν 61/2011 απόφαση της ως άνω Επιτροπής, με την οποία ακυρώθηκε εν μέρει η πράξη χαρακτηρισμού του Δασάρχη ...

ως προς τα προαναφερθέντα υπό στοιχεία Β1 και Β2 τμήματα της νήσου Ά. Γ. και χαρακτηρίστηκαν τούτα ως δασικές εκτάσεις της παρ. 2 του άρθρου 3 του Ν. 998/1979, κατά δε της απόφασης αυτής και κατά το μέρος που αφορούσε το χαρακτηρισμό των υπό στοιχείων Α1 και Α2 τμημάτων της νήσου Ά. Γ., ασκήθηκαν με το υπ' αριθμόν πρωτ. ...

έγγραφο, αντιρρήσεις - προσφυγή από το Γενικό Γραμματέα Αποκεντρωμένης Διοίκησης Αττικής, ενώπιον της Πρώτης Δευτεροβάθμιας Επιτροπής Δασικών Αμφισβητήσεων του Εφετείου Αθηνών, η οποία με το υπ' αριθμόν πρωτ. ... έγγραφό της ανέφερε ότι ολοκλήρωσε τη λειτουργία της στις 08-02-2015, χωρίς να εξετάσει την προσφυγή.

Περαιτέρω προέκυψε ότι ο Γενικός Γραμματέας Αποκεντρωμένης Διοίκησης Αττικής με την από 23-10-2015 αίτησή του ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών (Ακυρωτικός Σχηματισμός) ζήτησε την ακύρωση της σιωπηρής απόρριψης των ανωτέρω αντιρρήσεων - προσφυγής του και εκδόθηκε η υπ' αριθμόν 641/2018 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου, με την οποία ακυρώθηκε η σιωπηρή απόρριψη της υπ' αριθμόν ...

προσφυγής κατά της υπ' αριθμόν 61/2011 απόφασης της ως άνω Επιτροπής και αναπέμφθηκε η υπόθεση στη Διοίκηση. Ακολούθως κατά το έτος 2011 συστήθηκε η δεύτερη εναγόμενη ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "... ΕΝΕΡΓΕΙΑΚΗ …..", η οποία ανήκει στο όμιλο εταιρειών της πρώτης εναγόμενης και έχει ως αντικείμενο την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές ενέργειας.

Δυνάμει δε των υπ' αριθμόν 70/07-02-2012 και 71/07-02-2012 αποφάσεων της Ρυθμιστικής Αρχής Ενέργειας (ΡΑΕ), αποφασίστηκε η μεταβίβαση το μεν με την πρώτη ως άνω απόφαση της υπ' αριθμόν πρωτ. ... άδειας παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας από αιολικό σταθμό ισχύος 24 MW στη νήσο Ά. Γ. της Δημοτικής Ενότητας Ύ. του Δήμου Ύ. της Περιφερειακής Ενότητας Νήσων της Περιφέρειας Αττικής από την εταιρεία "..." στη δεύτερη εναγόμενη με μετοχική σύνθεση κατά ποσοστό 65% της πρώτης εναγόμενης και κατά ποσοστό 35% της εταιρείας "..." και χορηγήθηκε στη δεύτερη εναγόμενη άδεια παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας από αιολικό πάρκο, που θα κατασκευαστεί στη νησίδα Ά.

Γ. της Δημοτικής Ενότητας Ύ. του Δήμου Ύ. της Περιφερειακής Ενότητας Νήσων της Περιφέρειας Αττικής, το δε με τη δεύτερη ως άνω απόφαση της υπ' αριθμόν πρωτ. ... άδειας παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας από αιολικό σταθμό ισχύος 45 MW στη νήσο Ά. Γ. της Δημοτικής Ενότητας Ύ. του Δήμου Ύ. της Περιφερειακής Ενότητας Νήσων της Περιφέρειας Αττικής από την πρώτη εναγόμενη στη δεύτερη εναγόμενη με μετοχική σύνθεση, ομοίως κατά ποσοστό 65% της πρώτης εναγόμενης και κατά ποσοστό 35% της εταιρείας "..." και χορηγήθηκε στη δεύτερη εναγόμενη επίσης άδεια παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας από αιολικό πάρκο, που θα κατασκευαστεί στην ίδια νησίδα Ά.

Γ.. Η ανωτέρω εταιρεία με την επωνυμία "..." δυνάμει του από 07-06-2011 πρωτοκόλλου εγκατάστασης του δασοπόνου Β του Δασαρχείου ... ..., είχε εγκατασταθεί επί δημόσιας χορτολιβαδικής έκτασης συνολικού εμβαδού 69.431,83 τ.μ. για την εγκατάσταση αιολικού πάρκου "Ά. Γ. II". Με το από 19-10-2015 πρωτόκολλο εγκατάστασης του ίδιου ως άνω δασοπόνου εγκαταστάθηκε η δεύτερη εναγόμενη επί δημόσιας έκτασης εμβαδού 38.481,78 τ.μ.

επιπλέον της έκτασης στην οποία είχαν εγκατασταθεί με τα από 07-06-2011 πρωτόκολλα εγκατάστασης τόσο η πρώτη εναγόμενη, όσο και η προαναφερθείσα εταιρεία με την επωνυμία "..." και ειδικότερα, όπως αναγράφεται στο πρωτόκολλο αυτό, εγκαταστάθηκε ο νέος φορέας εκμετάλλευσης του έργου "..." σε επιμέρους τμήματα δημοσίων εκτάσεων της νήσου Ά.

Γ., όπως αυτά εμφαίνονται στο από Μάιο 3015 τοπογραφικό διάγραμμα του αγρονόμου τοπογράφου μηχανικού ... που έχει προσαρτηθεί στο πρωτόκολλο αυτό και συγκεκριμένα στις δημόσιες χορτολιβαδικές και δασικές εκτάσεις της άνω νήσου, εξαιρουμένων των αγροτικών εκτάσεων, που χαρακτηρίστηκαν ως τέτοιες με την ως άνω ...

πράξη χαρακτηρισμού του Δασαρχείου ... και την προαναφερομένη 61/2011 απόφαση της Τέταρτης Πρωτοβάθμιας Επιτροπής Επίλυσης Δασικών Αμφισβητήσεων Ανατολικής Αττικής, όπως αυτές εμφαίνονται με κίτρινη διαγράμμιση στο συνημμένο στο πρωτόκολλο τοπογραφικό, κατατέθηκε δε ως αντάλλαγμα χρήσης το ποσό των 13.935,06 ευρώ.

Ακολούθως αποδείχθηκε ότι με το από 23-05-2016 πρωτόκολλο εγκατάστασης του ίδιου ως άνω δασοπόνου, εγκαταστάθηκε η δεύτερη εναγόμενη σε επιπλέον δημόσια έκταση δασικού χαρακτήρα, εμβαδού 10.278, 26 τ.μ. στην ίδια νήσο, για τα έργα που προβλέπουν οι μνημονευόμενες στο πρωτόκολλο τροποποιητικές αποφάσεις και εμφαίνονται στο από Μάϊο του έτους 2016 τοπογραφικό διάγραμμα του αγρονόμου τοπογράφου ..., κατατέθηκε δε ως αντάλλαγμα χρήσης το ποσό των 4.519,60 ευρώ.

Εξάλλου με την υπ' αριθμόν πρωτ. 951/96/22-01-2015 απόφαση του Υπουργού Οικονομικών αποφασίστηκε η παραχώρηση απευθείας προς τη δεύτερη εναγόμενη του δικαιώματος χρήσης αιγιαλού συνεχόμενου ή παρακείμενου θαλάσσιου χώρου και πυθμένα για την εκτέλεση των έργων "Λιμενικά έργα, δρόμου, διέλευσης και υποβρύχια ζεύξη των αιολικών σταθμών παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας στη Νησίδα Ά.

Γ. Αττικής συνολικής ισχύος 69 MW" και "Υποβρύχια ενεργειακή ζεύξη 150 KV - Νήσος Ά. Γ. - Λαύριο", με την κατασκευή λιμενικού έργου, που περιγράφεται ως "κρηπιδότοιχος - διαμορφούμενη λιμενολεκάνη και πρανή λιμενικού έργου η λιμενική εγκατάσταση", δρόμου που περιγράφεται ως "δρόμος πρόσβασης" και καλωδίου που περιγράφεται ως "υποβρύχιο ή υπόγειο καλώδιο 1 ή υποβρύχια ενεργειακή ζεύξη", κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα στην απόφαση αυτή, ενώ με την υπ' αριθμόν πρωτ, ΓΓΔΠ 0015182ΕΞ/14-09-2018 απόφαση της Υφυπουργού Οικονομικών αποφασίστηκε αφενός μεν η διατήρηση του έργου κατασκευής, που προβλέπεται στην αμέσως αναφερθείσα απόφαση του Υπουργού Οικονομικών υπό τον πρόσθετο όρο καταβολής αποζημίωσης χρήσης σε βάθος πενταετίας κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στην απόφαση αυτή και η παραχώρηση απευθείας προς τη δεύτερη εναγόμενη του δικαιώματος χρήσης αιγιαλού, συνεχόμενου ή παρακείμενου θαλάσσιου χώρου και πυθμένα για την εκτέλεση λιμενικών έργων, την κατασκευή των αναγκαίων συνοδών έργων και κτιρίων για την υποστήριξη των εγκαταστάσεων λειτουργίας και συντήρησης του αιολικού σταθμού παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας στη Νησίδα Ά.

Γ. Αττικής, ομοίως κατά τα ειδικότερα διαλαμβανόμενα στην εν λόγω απόφαση. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 201 του Α.Κ. η μίσθωση, που συμφωνήθηκε από την επέλευση μελλοντικού και αβέβαιου γεγονότος, τελεί υπό αναβλητική αίρεση, οπότε η μίσθωση αρχίζει από τότε που έλαβε χώρα το συμφωνημένο γεγονός". Από το περιεχόμενο της παρούσας μίσθωσης συνάγεται ότι η έναρξη αυτής τελούσε υπό την προϋπόθεση της λήψεως από τη διοίκηση των απαιτούμενων αδειών δεδομένου ότι στην ένδικη μίσθωση ορίστηκε ότι το ετήσιο μίσθωμα ανά ανεμογεννήτρια θα αρχίσει να καταβάλλεται από της έκδοσης της άδειας λειτουργίας του αιολικού πάρκου, ενώ έως την έκδοση της άδειας αυτής θα καταβληθεί τμηματικά το εφάπαξ ποσό των 30.000 ευρώ έως την 22η Απριλίου του έτους 2007, όπως και ότι σύμφωνα με τα αναφερόμενα στο άρθρο 9 η μίσθωση θα λυθεί αζημίως, αν η μισθώτρια δεν λάβει τις απαιτούμενες άδειες κατασκευής και εγκατάστασης, καθώς και ότι καταρτίστηκαν τα ως άνω ιδιωτικά συμφωνητικά τροποποίησης της ένδικης σύμβασης μίσθωσης, με τα οποία παρατάθηκε η περίοδος για την έκδοση σχετικών αδειών και εγκρίσεων για 18 μήνες πέραν της αρχικά προβλεπόμενης ημερομηνίας (22.04.2008), στη συνέχεια για 18 μήνες πέραν αυτής δηλαδή έως την 21.10.2012 και τέλος για 24 μήνες από τη λήξη της προηγούμενης, δηλαδή έως την 21.1.2014.

Εξάλλου ο μάρτυρας της ενάγουσας ..., σύζυγος της ενάγουσας κατά την κατάθεσή του, η οποία περιέχεται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης ανέφερε ότι "το μίσθωμα ήταν συμβολικό μέχρι να πάρουμε τις άδειες λειτουργίας", επίσης ανέφερε ότι οι ως άνω τροποποιήσεις της αρχικής μίσθωσης "έδιναν επέκταση της προθεσμίας του πρώτου σταδίου, που το τίμημα ήταν συμβολικό".

Από κανένα στοιχείο δεν αποδείχθηκε ότι η πρώτη εναγόμενη επικαλέσθηκε την από 22-04-2005 σύμβαση μίσθωσης, όταν προέβη στις ανωτέρω ενέργειες, δηλαδή στην υπ' αριθμόν πρωτ. ... αίτηση της ίδιας προς το Δασαρχείο ..., με την οποία αιτήθηκε τη χορήγηση γνωμοδότησης από το Δασαρχείο λαμβάνοντας στη συνέχεια την άδεια παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας από αιολικό πάρκο ισχύος 45 MW.

Υπέρ αυτού συνηγορεί και το γεγονός ότι η σύμβαση μίσθωσης, όπως δέχθηκε και η εκκαλουμένη, ήταν εξ αρχής άκυρη, για το λόγο ότι δεν είχε ληφθεί η προβλεπόμενη από το άρθρο 28 παρ, 1 του ν. 1892/1990 άδεια, που κατά τα προβλεπόμενα κατά το χρόνο υπογραφής της από 22-04-2005 σύμβασης μίσθωσης, εφόσον επρόκειτο για απόκτηση με δικαιοπραξία εν ζωή ενοχικών δικαιωμάτων από φυσικά ή νομικά πρόσωπα σε ιδιωτικές νήσους η νησίδες της Ελλάδας, καθώς και σε ακίνητα ιδιωτικών νήσων η νησίδων, οπουδήποτε και εάν βρίσκονται αυτές, έπρεπε να δοθεί από τον Υπουργό Γεωργίας (ήδη από τον Υπουργό Άμυνας).

Κατ' εφαρμογή δε του άρθρου 30 του ίδιου νόμου, η ακυρότητα αυτή είναι απόλυτη και δεν δύναται να θεραπευτεί με την πάροδο του χρόνου, ούτε με συναφείς επικυρωτικές δηλώσεις βουλήσεως των συμβληθέντων μερών, που κατά τον Α.Κ. (άρθρο 183), δεν είναι ικανές να προσδώσουν εκ νέου ζωή στην άκυρη σύμβαση, ούτε με τυχόν εκπλήρωση των υποχρεώσεων που απορρέουν από την άκυρη σύμβαση.

Ακόμη όμως και αν οι ενέργειες αυτές απέβλεπαν στην αξιοποίηση της ένδικης σύμβασης μίσθωσης, μετά την έκδοση της υπ' αριθμόν ... πράξης χαρακτηρισμού του Δασάρχη ... και της καταβολής των 86.462,39 ευρώ υπέρ του Δασαρχείου ... ως αντάλλαγμα χρήσης, τα εκπροσωπούντα αυτή όργανα γνώριζαν πλέον ότι το ελληνικό δημόσιο αμφισβητούσε την κυριότητα της εκμισθώτριας επί του μίσθιου ακινήτου.

Σύμφωνα με το 1° άρθρο της από 22-04-2005 σύμβασης μίσθωσης "το μίσθιο ακίνητο ανήκει στην αποκλειστική κυριότητα, νομή και κατοχή της εκμισθώτριας. Μεταξύ των συμβαλλομένων συμφωνείται ότι σε περίπτωση αμφισβητήσεως της κυριότητας της εκμισθώτριας, αυτή δε θα ευθύνεται ποινικά ή αστικά έναντι της μισθώτριας.

Σε περίπτωση κατά την οποία υπάρξει τέτοια αμφισβήτηση, η παρούσα θα λύεται μόνον εάν η μισθώτρια επιλέξει τη λύση και γνωστοποιήσει τούτο εγγράφως στην εκμισθώτρια. Συμφωνείται πάντως ότι στην περίπτωση αυτή οτιδήποτε έχει καταβληθεί υπέρ της εκμισθώτριας, δεν θα αναζητείται από την μισθώτρια". Στην προκειμένη περίπτωση η πρώτη εναγόμενη ενώ μετά την έκδοση της υπ' αριθμόν ...

πράξης χαρακτηρισμού του Δασάρχη ... με την οποία τα Β1 και Β2 τμήματα της νήσου χαρακτηρίστηκαν χορτολιβαδικές εκτάσεις, γνώριζε ότι υπήρχε αμφισβήτηση της κυριότητας της εκμισθώτριας, εν τούτοις δεν ενήργησε σύμφωνα με το πρώτο άρθρο, εδάφ. β' της ένδικης μίσθωσης, δηλαδή σε γνωστοποίηση εγγράφως της λύσης της μίσθωσης προς την εκμισθώτρια, αλλά προέβη σε δύο παρατάσεις της περιόδου που απαιτείτο για την έκδοση των σχετικών αδειών.

Σύμφωνα με το άρθρο 9 εδάφ. β' της ένδικης μίσθωσης "εξαιρετικά συμφωνείται, ότι σε περίπτωση κατά την οποία μισθώτρια δεν δυνηθεί να λάβει τις απαιτούμενες άδειες για την κατασκευή και εγκατάσταση αιολικού πάρκου και των συνοδών αυτού εγκαταστάσεων εντός της πρώτης τριετίας της παρούσας μίσθωσης, δηλαδή έως την 22.04.2008, τότε κατ' επιλογή της μισθώτριας η μίσθωση θα λύεται αζημίως.

Στην περίπτωση αυτή η μισθώτρια θα υποχρεούται να αποστείλει σχετική έγγραφη δήλωση προς την εκμισθώτρια, στην οποία θα αναφέρει την επιθυμία της για λύση της μίσθωσης συνεπεία της μη έκδοσης των αναγκαίων αδειών". Ο τελευταίος όρος δεν συμπεριλήφθηκε στα ως άνω ιδιωτικά συμφωνητικά τροποποίησης μισθωτηρίου.

Επομένως με την πάροδο του συμβατικού της χρόνου, δηλαδή την 22.04.2015 η ένδικη μίσθωση έληξε αζημίως, αφού δεν πληρώθηκε η αναβλητική αίρεση της έκδοσης των απαιτούμενων αδειών εγκατάστασης και λειτουργίας του αιολικού πάρκου, καθόσον δεν ήταν δυνατή η έκδοσή τους με βάση την ένδικη μίσθωση, ειδικά μετά το χαρακτηρισμό των Β1 και Β2 εκτάσεων της νήσου ως δασικών με την υπ' αριθμόν 61/2011 απόφαση της Τέταρτης Πρωτοβάθμιας Επιτροπής Επίλυσης Δασικών Αμφισβητήσεων Ανατολικής Αττικής.

Εξάλλου δεν αποδείχθηκε ότι δυνάμει της μεταξύ τους σύμβασης μίσθωσης οι εναγόμενες είχαν εγκαταστήσει οποιονδήποτε μηχανολογικό εξοπλισμό στο μίσθιο, ώστε να χρειάζεται μετά την λήξη αυτής η απομάκρυνση αυτού και η απόδοση του μίσθιου στην ενάγουσα. Η ενάγουσα στην αγωγή της αναφέρει ότι μετά από ειδική έρευνα που πραγματοποίησε, ανακάλυψε ότι η δεύτερη εναγόμενη έχει λάβει ήδη δύο τμηματικές άδειες:

α) τμηματική άδεια λειτουργίας σταθμού παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας ισχύος 45 MW (...) και β) τμηματική άδεια λειτουργίας αιολικού σταθμού παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας, ισχύος 24 MW (... έγγραφο του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας, αναρτητέα στο διαδίκτυο με .... Ο ως άνω μάρτυρας σύζυγος της ενάγουσας κατέθεσε ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου ότι η ενάγουσα δεν είχε κάποια ενημέρωση αν οι εναγόμενες έχουν εγκαταστήσει ανεμογεννήτριες στο μίσθιο δεδομένου ότι η πρόσβαση στη νήσο δεν είναι εύκολη, αφού δεν υπάρχει πλοίο, που να διέρχεται από αυτή, αλλά τους ενημέρωσαν διερχόμενοι με πλοίο, ότι είδαν τις ανεμογεννήτριες να δουλεύουν, ενώ για το επίμαχο θέμα των αδειών ανέφερε ότι το έμαθαν από δημοσιεύματα και από τη "Διαύγεια", όπου έψαχναν και έβρισκαν ότι είχαν βγάλει διάφορες άδειες, ενώ δεν είχαν γραπτή ή προφορική ενημέρωση, αν έχουν εγκαταστήσει και φωτοβολταϊκές εγκαταστάσεις στο νησί.

Επίσης ανέφερε ότι η ενάγουσα και η δικαιοπάροχός της, είχαν στη διάθεσή τους όλα τα έγγραφα, όσον αφορά το χαρακτηρισμό της επίδικης έκτασης ως χορτολιβαδικής, αλλά δεν γνωρίζει, αν τους τα έδωσε η πρώτη εναγόμενη ή αν τα βρήκαν μόνοι τους, ότι γνωρίζει ότι η πρώτη εναγόμενη έκανε ένσταση υπέρ του αποχαρακτηρισμού της έκτασης ως δασικής και ότι την πρώτη αυτοψία την έκανε ο αρμόδιος Δασάρχης, ο οποίος χαρακτήρισε αυτήν ως χορτολιβαδική, αλλά όταν έγιναν οι ενστάσεις, χαρακτηρίστηκε η έκταση ως δασική, χωρίς να γίνει νέα αυτοψία.

Επίσης ότι υπήρχε εκ μέρους τους η πρόθεση να πωληθεί η νήσος και είχαν γίνει συζητήσεις για το ενδεχόμενο η αγοράστρια να είναι η πρώτη εναγόμενη, γνώριζαν δε ότι η μεταβίβαση νήσου ή και η μίσθωση προϋπέθετε τη λήψη αδειών και εγκρίσεων από πολλούς κρατικούς φορείς. Από την κατάθεση του μάρτυρα συνάγεται ότι τόσο η ενάγουσα όσο και η δικαιοπάροχός της γνώριζαν για το χαρακτηρισμό της επίδικης έκτασης ως χορτολιβαδικής αρχικά και στη συνέχεια ως δασικής.

Συνεπώς η πλήρωση της αίρεσης υπό την οποία εξαρτήθηκαν τα αποτελέσματα της μίσθωσης ματαιώθηκε από λόγους, που δεν οφείλονται σε υπαιτιότητα των συμβαλλομένων και για το λόγο αυτό δεν τυγχάνουν εφαρμογής οι διατάξεις των άρθρων 204 και 207 του Α.Κ. Από τα ως άνω προκύπτει ότι η εγκατάσταση της δεύτερης εναγόμενης ανώνυμης εταιρείας στην επίδικη νήσο, πραγματοποιήθηκε δυνάμει 1) του από 07.06.2011 Πρωτοκόλλου Εγκατάστασης που εκδόθηκε από το Δασαρχείο ...

με το οποίο εγκαταστάθηκε η πρώτη των εναγόμενων στη νήσο Ά. Γ. επί χαρακτηρισθείσας δημόσιας χορτολιβαδικής έκτασης συνολικού εμβαδού 72.215,68 τ.μ. και στη συνέχεια η δεύτερη λόγω μεταβίβασης των ανωτέρω αδειών εγκατάστασης προς αυτή, 2) του από 19-10-2015 Πρωτοκόλλου Εγκατάστασης που εκδόθηκε από το Δασαρχείο ...

με το οποίο εγκαταστάθηκε η δεύτερη των εναγόμενων σε επιπλέον δημόσιες δασικές και χορτολιβαδικές εκτάσεις της νήσου Ά. Γ. και 3) του από 23-05-2016 Πρωτοκόλλου Εγκατάστασης που εκδόθηκε από το Δασαρχείο ... με το οποίο εγκαταστάθηκε η δεύτερη των εναγόμενων σε επιπρόσθετες δημόσιες δασικές και χορτολιβαδικές εκτάσεις της νήσου Ά.

Γ.. Στις διοικητικές αυτές πράξεις δεν μνημονεύεται η σχέση μίσθωσης ή υπομίσθωσης προς τη δεύτερη των εναγόμενων. Κατά την κρίση του Δικαστηρίου η εγκατάσταση της δεύτερης εναγόμενης στην επίδικη νήσο δεν απορρέει από σύμβαση υπομίσθωσης μεταξύ της ίδιας και της πρώτης εναγόμενης, ούτε από τη μεταβίβαση της μεταξύ της ενάγουσας και της πρώτης εναγόμενης ένδικης μισθωτικής σχέσης στη δεύτερη εναγόμενη, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η ενάγουσα, αλλά η εν λόγω εγκατάσταση έλαβε χώρα αυτοδύναμα με βάση τα από 19-10-2015 και από 23-05-2016 πρωτόκολλα.

Η μνεία του προαναφερθέντος υπ' αριθμόν 9 όρου της υπ' αριθμόν ... πράξης μίσθωσης της ως άνω νήσου περί του δικαιώματος υπομίσθωσης του μίσθιου εκ μέρους της μισθώτριας πρώτης εναγόμενης, δεν οδηγεί στην κατάφαση της σύναψης υπομίσθωσης μεταξύ των εναγόμενων εταιρειών, ή τη μεταβίβαση της μισθωτικής σχέσης από την πρώτη στη δεύτερη των εναγόμενων, αφού ουδέν περί τούτου αποδεικτικό στοιχείο προσκομίστηκε.

Σε αντίθετη κρίση δε μπορεί να οδηγηθεί το παρόν Δικαστήριο από μόνη τη μεταβίβαση στη δεύτερη εναγόμενη δυνάμει των ως άνω υπ' αριθμόν 70/2012 και 71/2012 αποφάσεων της ΡΑΕ των αδειών παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας, κατά τα ήδη εκτεθέντα, καθόσον στην προκειμένη περίπτωση το κρίσιμο ζήτημα για την ουσιαστική βασιμότητα του πρώτου λόγου της ανωτέρω ασκηθείσας από τις εναγόμενες έφεσης, αποτελεί η κατάρτιση σύμβασης υπομίσθωσης μεταξύ των εναγόμενων ή η μεταβίβαση της μεταξύ της ενάγουσας και της πρώτης εναγόμενης μισθωτικής σχέσης στη δεύτερη εναγόμενη, η οποία δεν αποδείχθηκε, διότι όπως προαναφέρθηκε, η τελευταία εγκαταστάθηκε στη νήσο δυνάμει των ανωτέρω πρωτοκόλλων εγκατάστασης σε δημόσιες εκτάσεις, όπως αναλυτικά αναφέρεται σε αυτά.

Οι δε προβαλλόμενοι από την ενάγουσα ισχυρισμοί ότι η ίδια έχει καταστεί κυρία του μίσθιου, ήτοι της νήσου Ά. Γ. με τακτική, άλλως έκτακτη χρησικτησία, με προσμέτρηση του χρόνου νομής της και αυτού των δικαιοπαρόχων της, ότι το πρώτο προσθέτως παρεμβαίνον Ελληνικό Δημόσιο, ουδέποτε αμφισβήτησε το δικαίωμα κυριότητάς της επί της νήσου και ότι επί της κτήσεως κυριότητας δασικής έκτασης με έκτακτη χρησικτησία, η οποία συμπληρώθηκε μέχρι και τις 11-09-1915 δεν έχουν εφαρμογή και δεν ασκούν νόμιμη επιρροή οι μεταγενέστερες διατάξεις α) του άρθρου 117 του Ν. 3077/1924 "περί Δασικού Κώδικος" και του άρθρου 215 του Ν. 4173/1929, όπως τροποποιήθηκαν και συμπληρώθηκαν από το άρθρο 37 του Α.Ν. 1539/1938 και το άρθρο 16 του Α.Ν. 192/1946 και επαναλήφθηκαν στο άρθρο 58 του ν.δ. 86/1969 περί "Δασικού Κωδικός", με τις οποίες ορίζεται ότι στα δημόσια εν γένει δάση θεωρείται νομέας το Δημόσιο, έστω και αν δεν ενήργησε επ' αυτών καμία πράξη νομής και ότι μόνη η ύπαρξη οποιουδήποτε τίτλου δε θεωρείται καθ' εαυτή διακατοχική πράξη και β) των άρθρων 2, 4, και 37 του αν.ν. 1539/1983 "Περί προστασίας των δημοσίων κτημάτων", που διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του Α.Κ. (άρθρο 53 ΕισΝΑΚ), κατά τις οποίες τα ακίνητα που ανήκουν στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου, είναι ανεπίδεκτα νομής εκ μέρους τρίτου η χρησικτησίας, δεν επιδρούν στη διάγνωση της ουσιαστικής βασιμότητας του πρώτου σκέλους του πρώτου λόγου της ως άνω ασκηθείσας έφεσης των εναγόμενων κατά της ενάγουσας, διότι δεν αποδείχθηκε η σύμβαση υπομίσθωσης μεταξύ των εναγόμενων, ούτε η μεταβίβαση της επίδικης μισθωτικής σχέσης από την πρώτη στη δεύτερη εναγόμενη και δεν αποδείχθηκε ότι τα ως άνω πρωτόκολλα, με βάση τα οποία εγκαταστάθηκε η δεύτερη εναγόμενη στη νήσο Ά.

Γ. έχουν απωλέσει την ισχύ τους. Με τις παραδοχές αυτές το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με το να δεχθεί με την εκκαλουμένη απόφασή του ότι η δεύτερη εναγόμενη συστήθηκε με σκοπό να καταστεί υπομισθώτρια της νησίδας ή να της μεταβιβαστεί η επίδικη μισθωτική σχέση κατ' εφαρμογή σχετικού όρου της μισθωτικής σύμβασης, απορρίπτοντας τους περί του αντιθέτου ισχυρισμούς της δεύτερης εναγόμενης και περαιτέρω να υποχρεώσει την πρώτη εναγόμενη ή οποιονδήποτε άλλον έλκει δικαιώματα από αυτή, συμπεριλαμβανομένης και της δεύτερης εναγόμενης και να αποδώσει στην ενάγουσα το μίσθιο ακίνητο, ήτοι τη νήσο Ά.

Γ., έσφαλε ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και την εκτίμηση των αποδείξεων και αποδείξεων και επομένως πρέπει να γίνει δεκτός το πρώτος λόγος της υπό κρίση έφεσης κατά το πρώτο σκέλος του ως ουσιαστικά βάσιμος.

Συνεπώς πρέπει η εκκαλουμένη να εξαφανιστεί στο σύνολό της, ενώ παρέλκει η εξέταση των λοιπών λόγων έφεσης και να γίνει δεκτή η έφεση των εναγόμενων ως βάσιμη κατ' ουσίαν. Ακολούθως, αφού κρατηθεί η υπόθεση από το Δικαστήριο τούτο και συνεκδικαστούν η από 16.06.2020 έφεση και η υπέρ αυτής από 24.07.2020 πρόσθετη παρέμβαση και ερευνηθεί κατ' ουσίαν η αγωγή (άρθρο 535 παρ. 1 ΚΠολΔ), πρέπει να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμη".

Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την έφεση και εξαφάνισε την εκκαλουμένη πρωτόδικη απόφαση, που είχε κρίνει, κατά τα προαναφερόμενα, διαφορετικά και ακολούθως, αφού κράτησε και δίκασε την ένδικη αγωγή, απέρριψε αυτή ως κατ' ουσίαν αβάσιμη.

Υπό τις ανωτέρω παραδοχές το Εφετείο, με βάση τα πραγματικά περιστατικά, που κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δέχθηκε ως αποδειχθέντα, διέλαβε αντιφατικές αιτιολογίες, ως προς το κρίσιμο ζήτημα της ακυρότητας ή μη της ένδικης σύμβασης μίσθωσης, το οποίο ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης αναφορικά με το αγωγικό αίτημα της απόδοσης της χρήσης του μισθίου ακινήτου, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθότητα ή μη της εφαρμογής των προαναφερομένων διατάξεων ουσιαστικού δικαίου, και δη των άρθρων 28 και 30 του ν. 1892/1990 και 599 Α.Κ., τις οποίες παραβίασε εκ πλαγίου, στερώντας την απόφασή του νόμιμης βάσης.

Ειδικότερα το Εφετείο, ενώ δέχθηκε ότι "η ένδικη σύμβαση μίσθωσης, ήταν εξ αρχής άκυρη, για το λόγο ότι δεν είχε ληφθεί η προβλεπόμενη από το άρθρο 28 παρ. 1 του ν. 1892/1990 άδεια, που κατά τα προβλεπόμενα κατά το χρόνο υπογραφής της από 22-04-2005 σύμβασης μίσθωσης, εφόσον επρόκειτο για απόκτηση με δικαιοπραξία εν ζωή ενοχικών δικαιωμάτων από φυσικά ή νομικά πρόσωπα σε ιδιωτικές νήσους η νησίδες της Ελλάδας, καθώς και σε ακίνητα ιδιωτικών νήσων η νησίδων, οπουδήποτε και εάν βρίσκονται αυτές, έπρεπε να δοθεί από τον Υπουργό Γεωργίας...

κατ' εφαρμογή δε του άρθρου 30 του ίδιου νόμου, η ακυρότητα αυτή είναι απόλυτη και δεν δύναται να θεραπευτεί με την πάροδο του χρόνου, ούτε με συναφείς επικυρωτικές δηλώσεις βουλήσεως των συμβληθέντων μερών, που κατά τον Α.Κ. (άρθρο 183), δεν είναι ικανές να προσδώσουν εκ νέου ζωή στην άκυρη σύμβαση, ούτε με τυχόν εκπλήρωση των υποχρεώσεων που απορρέουν από την άκυρη σύμβαση", ακολούθως εντελώς αντιφατικά προς την ανωτέρω προηγούμενη παραδοχή του, δέχθηκε ότι "με την πάροδο του συμβατικού της χρόνου, δηλαδή την 22.04.2015 η ένδικη μίσθωση έληξε αζημίως, αφού δεν πληρώθηκε η αναβλητική αίρεση της έκδοσης των απαιτούμενων αδειών εγκατάστασης και λειτουργίας του αιολικού πάρκου".

Οι δύο αυτές παραδοχές συγκρούονται και αλληλοαναιρούνται μεταξύ τους, καθόσον ενώ αρχικά γίνεται δεκτό ότι η ένδικη σύμβαση μίσθωσης ήταν εξ αρχής απολύτως άκυρη, για το λόγο ότι δεν είχε ληφθεί η προβλεπόμενη από το άρθρο 28 παρ. 1 του ν. 1892/1990 άδεια του αρμοδίου τότε Υπουργού Γεωργίας [και συνεπώς ως άκυρη δεν παρήγαγε καμία ενέργεια], στη συνέχεια γίνεται δεκτό ότι η σύμβαση αυτή έληξε με την πάροδο του συμβατικού της χρόνου, δηλαδή την 22.04.2015 [και συνεπώς έως τότε, υφίστατο].

Πιο συγκεκριμένα, το Εφετείο με την προαναφερθείσα αιτιολογία του, επί του ανωτέρω κρίσιμου ζητήματος που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, δέχεται συγχρόνως τόσο τον άκυρο χαρακτήρα της ένδικης σύμβασης μίσθωσης, όσο και τη λήξη αυτής, μετά από την παρέλευση δεκαετίας από την κατάρτισή της, ήτοι με την πάροδο του συμβατικού χρόνου διάρκειά της, και υπό τις αντιφατικές αυτές παραδοχές απέκλεισε την απόδοση της χρήσης του μισθίου και απέρριψε το σχετικό αγωγικό αίτημα, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση του, για την υπαγωγή ή μη της ένδικης μίσθωσης στο πραγματικό των ανωτέρω κανόνων ουσιαστικού δικαίου, τις οποίες παραβίασε εκ πλαγίου.

Επομένως, ιδρύεται η αναιρετική πλημμέλεια για έλλειψη νόμιμης βάσης της προσβαλλόμενης απόφασης λόγω αντιφατικής αιτιολογίας, για την οποία αιτιάται η αναιρεσείουσα με το οικείο μέρος του πρώτου αναιρετικού λόγου από το άρθρο 559 αριθμός 19 Κ.Πολ.Δ., ο οποίος πρέπει να γίνει δεκτός, κατά το μέρος του αυτό, ως ουσιαστικά βάσιμος και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση.

Περαιτέρω, με δεδομένο ότι η αναιρετική εμβέλεια του, κατά τα ανωτέρω, γενόμενου δεκτού μέρους του πρώτου αναιρετικού λόγου, οδηγεί στην παραδοχή της αναίρεσης, καθίσταται πλέον αλυσιτελής, άλλως παρέλκει η εξέταση του ιδίου (πρώτου) λόγου αναίρεσης, κατά το μέρος του, κατά το οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμός 1 Κ.Πολ.Δ.

Για τους ίδιους λόγους και ενόψει του, κατά τα προαναφερόμενα στη νομική σκέψη της παρούσας, παρεπομένου χαρακτήρα της υπομίσθωσης, παρέλκει η έρευνα και του δεύτερου αναιρετικού λόγου από το άρθρο 559 αριθμός 11γ Κ.Πολ.Δ., ο οποίος καλύπτεται από την αναιρετική εμβέλεια του, κατά τα ανωτέρω, γενόμενου δεκτού μέρους του πρώτου αναιρετικού λόγου.

Μετά από αυτά, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να γίνει δεκτή και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση. Ακολούθως, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο Μονομελές Εφετείο Αθηνών, συντιθέμενο από άλλο δικαστή, εκτός εκείνου ο οποίος εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση (άρθρο 580 αριθμ. 3 Κ.Πολ.Δ.). Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου, που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης (άρθρο 495 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ., όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, που ισχύει, κατ' άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 αυτού, για τα κατατιθέμενα, από 1-1-2016, ένδικα μέσα). Τέλος, οι αναιρεσίβλητες, ως ηττωμένες διάδικοι, πρέπει να καταδικαστούν στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα της τελευταίας, η οποία παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου της και κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό. Δικαστικά έξοδα σε βάρος των παρισταμένων προσθέτως παρεμβάντων υπέρ των αναιρεσίβλητων, οι οποίες ηττήθηκαν στην παρούσα δίκη, δεν επιβάλλονται, αφού η καθ' ής η πρόσθετη παρέμβαση - αναιρεσείουσα δεν υπεβλήθη σε ιδιαίτερα έξοδα και δεν υπέβαλε ιδιαίτερο δικόγραφο προτάσεων επί της παρεμβάσεως.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ -

Αναιρεί την υπ. αριθμ. 548/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

-

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή. -Διατάσσει την επιστροφή στην αναιρεσείουσα του παραβόλου που κατέθεσε. Και -

Καταδικάζει τις αναιρεσίβλητες στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες τριακόσια (2.300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Ιανουαρίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 4 Μαρτίου 2022.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ