Supreme Court dismisses appeal on sale of goods defect claim due to insufficient pleading of consequential damages.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the First Instance Court's judgment regarding a defective parking space delivered with a green space instead. The appellant argued the seller acted abusively by accelerating enforcement and failing to deliver the agreed property, but failed to prove the seller induced a belief that the right would not be exercised. The court ruled the appeal inadmissible because the appellant did not adequately demonstrate the specific consequences of the seller's conduct that would justify the annulment of the lower court's decision.
Legislator headnote
AI generatedArticles 534, 535, 537, 540, 541 of the Civil Code; Article 281 of the Civil Code; Article 559, 561 of the Code of Civil Procedure: A claim for annulment based on abuse of right or consequential damages is inadmissible if the appellant fails to substantiate the specific consequences suffered due to the opponent's conduct.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 389 / 2021 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 389/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παρασκευή Καλαϊτζή, Γεώργιο Παπανδρέου, Αναστασία Περιστεράκη - Εισηγήτρια, Μαρία Μουλιανιτάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 23 Σεπτεμβρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας Κ. Κ. του Π., κατοίκου ... Αττικής, η οποία παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου της Δημήτριου Κακόγιαννου και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία «... ΚΑΙ ΣΙΑ Ο.Ε. ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ - ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΑ ΕΙΔΩΝ ΞΥΛΕΙΑΣ ΚΑΙ ΣΥΝΑΦΩΝ ΕΙΔΩΝ», που εδρεύει στον Κορυδαλλό Αττικής, και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χριστίνα Κυρπόγλου με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23-07-2013 ανακοπή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 994/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 254/2019 του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 06-06-2019 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
[1] Κατά τη διάταξη του άρθρου 534 του ΑΚ «ο πωλητής υποχρεούται να παραδώσει το πράγμα με τις συνομολογημένες ιδιότητες και χωρίς πραγματικά ελαττώματα». Συνομολογημένη ιδιότητα είναι τα φυσικά γνωρίσματα ή πλεονεκτήματα του πράγματος, ακόμη δε και οποιαδήποτε σχέση, η οποία λόγω του είδους και της διαρκείας της επιδρά κατά τις συναλλαγές στην αξία ή τη χρησιμότητά του.
Πότε ο πωλητής δεν εκπληρώνει την υποχρέωση του ορίζεται στο άρθρο 535 του ΑΚ, όπου αναφέρεται ότι αυτό συμβαίνει αν το πράγμα που παραδίδει στον αγοραστή δεν ανταποκρίνεται στη σύμβαση, ενώ ακολούθως απαριθμούνται ενδεικτικά μόνον ορισμένα κριτήρια που συνιστούν προϋποθέσεις εννοιολογικού προσδιορισμού της ελαττωματικότητος του πράγματος.
Η παροχή πράγματος από τον πωλητή στον αγοραστή, χωρίς τις άνω ιδιότητες και με πραγματικά ελαττώματα, είναι θεμελιωτική της ευθύνης λόγω μη εκπληρώσεως, η οποία υπόκειται στην ειδική ρύθμιση του άρθρου 537 ΑΚ, που παρέχει στον αγοραστή, είτε πρόκειται για πώληση γένους είτε για πώληση είδους, μεταξύ άλλων και το δικαίωμα να αξιώσει τη μείωση του τιμήματος, κατά το άρθρο 540 παρ.1 περ. 2 ΑΚ, διότι μετά τη μετάθεση του κινδύνου στον αγοραστή, ήτοι μετά την παράδοση σ' αυτόν του πράγματος και τη διαπίστωση της ελαττωματικότητάς του, εφαρμόζονται οι ειδικές διατάξεις των άρθρων 540 επ.
ΑΚ και όχι οι γενικές διατάξεις του ΑΚ. Η ευθύνη του πωλητού, στην περίπτωση αυτή είναι αντικειμενική, δηλαδή, ανεξάρτητη από την γνώση ή την έστω ανυπαίτια άγνοια αυτού περί της υπάρξεώς του (ΑΠ 420/2016). Η μείωση του τιμήματος υπολογίζεται με την εκτίμηση αρχικά της αξίας του ελαττωματικού πράγματος και, στη συνέχεια, εκτιμάται η αξία του πράγματος χωρίς το ελάττωμα και με τον τρόπο αυτό διαπιστώνεται η αναλογία που υπάρχει μεταξύ των δύο εκτιμήσεων (ΑΠ 796/2015, ΑΠ 1442/2012).
Για τον υπολογισμό της αξίας του πράγματος με το ελάττωμα και χωρίς αυτό λαμβάνεται υπόψη ο χρόνος της συνάψεως της συμβάσεως σε αντιδιαστολή με εκείνο της προβολής της αξιώσεως .Εάν όμως το τίμημα συμφωνήθηκε να καταβληθεί σε μεταγενέστερο χρόνο, τότε για τον υπολογισμό της μειώσεως πρέπει, σε περίπτωση αμφιβολίας, να λαμβάνεται υπόψη το χρονικό αυτό σημείο.
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ.1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 10/2011).
Εξάλλου, κατά το εδ. β’ της ως άνω διάταξης ως παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ελέγχεται η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, μόνον εάν αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή σ’ αυτούς των πραγματικών γεγονότων. Κατά την σαφή έννοια της τελευταίας αυτής διάταξης, η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, δηλ.
των γενικών αρχών που συνάγονται επαγωγικά από την καθημερινή παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις και που έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο για την ερμηνεία των κανόνων δικαίου, και δη την εξειδίκευση των περιεχομένων σ’ αυτούς αορίστων νομικών εννοιών, καθώς και για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων• ιδρύει λόγο αναίρεσης, μόνον εάν αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ’ αυτούς, δηλ.
όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει διδάγματα της κοινής πείρας για την ανεύρεση της έννοιας κάποιου κανόνα δικαίου ή για την υπαγωγή σ’ αυτόν των πραγματικών περιστατικών της διαφοράς, και όχι όταν χρησιμεύουν για την εξακρίβωση από το δικαστήριο της ύπαρξης πραγματικών περιστατικών ή για την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίσθηκαν, διότι στην περίπτωση αυτή πρόκειται για αναιρετικά ανέλεγκτη κατ’ άρθ. 561 § 1 ΚΠολΔ εκτίμηση πραγμάτων και, επομένως, λόγος αναίρεσης με τέτοιο περιεχόμενο είναι απαράδεκτος.
Για την πληρότητα και το ορισμένο του λόγου αυτού αναίρεσης πρέπει ν` αναφέρεται στο αναιρετήριο, ποιά συγκεκριμένα διδάγματα της κοινής πείρας παραβιάσθηκαν, ο κανόνας δικαίου για την αληθινή έννοια του οποίου δεν χρησιμοποιήθηκαν ή χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένα και σε τι συνίσταται η παραβίαση, διαφορετικά ο λόγος αυτός είναι αόριστος (ΑΠ 286/2020, ΑΠ 689/2017).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, «Αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και, ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης». Από τη διάταξη αυτή που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 Συντάγματος, προκύπτει ότι προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία)-(ΟλΑΠ 1/1999).
Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμον αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΟλΑΠ 861/1984).
Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών και ιδιαίτερα του περιεχομένου εγγράφων, εφόσον δεν παραβιάσθηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναιρέσεως από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, είναι απαράδεκτος, αφού πλέον πλήττεται η ουσία της υποθέσεως που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο από το δικαστήριο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 319/2017).
[2] Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του, δέχθηκε κατά το ενδιαφέρον την παρούσα αναιρετική διαδικασία μέρος τα εξής:
«| Η καθ’ ης η ανακοπή ομόρρυθμη εταιρεία με την επωνυμία "... ΚΑΙ ΣΙΑ ΟΕ Τουριστική- Κατασκευαστική και Εμπορία ειδών ξυλείας και συναφών ειδών" ανέλαβε, δυνάμει της υπ' αρ. …/24-10-2005 άδειας οικοδομής της Νομαρχίας Κορινθίας, την ανέγερση με το σύστημα της αντιπαροχής, εντός οικοπέδου συνιδιοκτησίας των ομόρρυθμων μελών της, Π.
συζ. Ι. Τ. και Δ. Τ., που βρίσκεται στη θέση "...", μέσα στα όρια του οικισμού "...", στην κτηματική περιφέρεια του Δημοτικού Διαμερίσματος ..., Δήμου ... νομού Κορινθίας, συγκρότημα εξοχικών κατοικιών, το οποίο δυνάμει της υπ' αρ. .../9-1-2006 πράξης σύστασης οριζοντίου ιδιοκτησίας και κανονισμού πολυκατοικίας του συμβολαιογράφου Νίκαιας Αττικής, Δημητρίου Κανάρη Βυλλιώτη, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του υποθηκοφυλακείου Δερβενιού, υπήχθη στις διατάξεις του Ν. 3741/1929, του ΝΔ 1024/1971 και των άρθρων 1002 και 1117 ΑΚ.
Στη συνέχεια, δυνάμει του υπ' αρ. .../3-11-2010 συμβολαίου αγοραπωλησίας της συμβολαιογράφου Πειραιώς Θεοφανώς Σχοινοχωρίτου, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του υποθηκοφυλακείου Δερβενίου, και στο οποίο συμβλήθηκε ως τρίτη η καθ’ ης η ανακοπή, που ήταν η εργολήπτρια εταιρεία, οι Π. Τ. και Δ. Τ.
πώλησαν και μεταβίβασαν κατά πλήρη κυριότητα στην ανακόπτουσα τη με στοιχεία (Κ3) Κατοικία, του Κτιρίου (2) του ως άνω συγκροτήματος εξοχικών κατοικιών. Η εν λόγω κατοικία, η οποία είναι ανοικοδομημένη σε τρία επίπεδα, αποτελείτο, σύμφωνα με τα από Αυγούστου 2005 σχεδιαγράμματα και κατόψεις του πολιτικού μηχανικού Α.
Γ., που προσαρτήθηκαν στην με αρ. .../2006 πράξη σύστασης οριζοντίου ιδιοκτησίας, από α) υπόγειο χώρο (ΥΠΟΓ-Κ3) επιφάνειας 35,90 τμ., με δύο αποθήκες, συνδεόμενη με το ισόγειο μέσω κλίμακας ανόδου, β) ισόγεια κατοικία (ΙΣΟΓ-Κ3) επιφάνειας 48,59 τμ. με καθιστικό-κουζίνα σε ενιαίο χώρο, υπνοδωμάτιο, λουτρό, κλίμακα ανόδου-καθόδου και ημιϋπαίθριο χώρο εμβαδού 13,19 τμ., και γ) τον πρώτο πάνω από το ισόγειο όροφο (Α' ΟΡ- Κ3), επιφάνειας 17,34 τμ.
με υπνοδωμάτιο, κλίμακα καθόδου στην ισόγεια κατοικία, εξώστη προς τον εμπρόσθιο ακάλυπτο χώρο και πέραν αυτού με υπαίθριο χώρο εμβαδού 21,42 τμ., με συνολικό ποσοστό συνιδιοκτησίας της κατοικίας στο όλο οικόπεδο 148,27/1000 εξ αδιαιρέτου. Στην αποκλειστική χρήση της κατοικίας αυτής ανήκουν, σύμφωνα με το ανωτέρω αγοραπωλητήριο συμβόλαιο, α) ο με στοιχεία (Ρ4) ανοικτός χώρος στάθμευσης αυτοκινήτου, επιφάνειας 11 τμ., όπως αυτός εμφαίνεται στο από Αυγούστου 2005 με αρ.
Α5 σχέδιο του ανωτέρω πολιτικού μηχανικού και οριοθετείται γύρωθεν με τον χώρο εισόδου της κατοικίας (Κ3), κοινόχρηστο διάδρομο, ακάλυπτο και πέραν αυτού με τη δημοτική οδό και β) ο με στοιχεία (Κ3) χώρος επιφάνειας 19,95 τμ.
Ως τίμημα της αγοραπωλησίας στο συμβόλαιο αναγράφηκε το ποσό των 89.000 ευρώ, δηλαδή η αντικειμενική αξία του ακινήτου, πλην όμως το πραγματικό τίμημα, που συμφωνήθηκε να καταβληθεί από την ανακόπτουσα ήταν αυτό των 160.000 ευρώ, όπως τούτο συνάγεται την ανάρτηση από την καθ’ ης αγγελίας πώλησης των εν λόγω εξοχικών κατοικιών στο διαδίκτυο, όπου αναφέρονται ως τιμές πώλησης 115.000 έως 180.000 ευρώ για κατοικίες εμβαδού από 80 έως 140 τμ., σε συνδυασμό και με τους ισχυρισμούς της τελευταίας, η οποία δεν αρνείται ειδικά την είσπραξη του επιπλέον ποσού των 71.000 ευρώ.
Το μη αναγραφόμενο ποσό του τιμήματος η ανακόπτουσα κατέβαλε στην καθ’ ης αμέσως, ενώ το αναγραφέν στο συμβόλαιο τίμημα πιστώθηκε και συμφωνήθηκε να καταβληθεί σε πέντε δόσεις, εκ των οποίων η πρώτη δόση ποσού 17.500 ευρώ ήταν καταβλητέα στις 30-06-2011 και η τελευταία δόση ποσού 19.000 ευρώ έπρεπε να καταβληθεί στις 30-06-2013.
Συμφωνήθηκε δε, ότι σε περίπτωση μη εμπρόθεσμης καταβολής, πέραν των 15 ημερών οποιασδήποτε δόσης, τότε όλες ο δόσεις θα καθίσταντο ληξιπρόθεσμες και απαιτητές και η καθ’ ης η ανακοπή θα δικαιούτο να εισπράξει το οφειλόμενο τίμημα με εκτέλεση του αγοραπωλητηρίου συμβολαίου, που κηρύχθηκε τίτλος εκτελεστός και εκκαθαρισμένος.
Επιπλέον, σύμφωνα με το ως άνω αγοραπωλητήριο συμβόλαιο η καθ’ ης ανέλαβε την υποχρέωση με δικές της ευθύνες και δαπάνες και μόνο με το παραπάνω τίμημα, χωρίς άλλη επιβάρυνση της ανακόπτουσας, να προβεί σε αποπεράτωση της πωληθείσας οριζόντιας ιδιοκτησίας και των κοινόκτητων και κοινόχρηστων χώρων, πραγμάτων και εγκαταστάσεων του Κτιρίου 2 σύμφωνα με τους όρους της γενικής συγγραφής υποχρεώσεων και της από 03-11-2010 ειδικής συγγραφής υποχρεώσεων και σύμφωνα με τους κανόνες της τέχνης και της επιστήμης.
Εξάλλου, η καθ’ ης ανέλαβε την υποχρέωση να παραδώσει στην ανακόπτουσα την οριζόντια ιδιοκτησία και τους κοινόκτητους και κοινόχρηστους χώρους του Κτιρίου 2 το αργότερο την 30-06-2011 ή και νωρίτερα, με την προϋπόθεση να έχει καταβληθεί η πρώτη δόση του τιμήματος. Η ανακόπτουσα στις 09-02-2011, μερικούς μήνες, δηλαδή, νωρίτερα από την συμφωνηθείσα ημερομηνία καταβολής της πρώτης δόσης του τιμήματος, κατέβαλε στην καθ’ ης η ανακοπή την πρώτη δόση των 17.500 ευρώ με παράδοση δύο τραπεζικών επιταγών εκδόσεως την ίδια ημέρα (βλ.
προσκομιζόμενη με ημερομηνία 09-02-2011 απόδειξη ποσού 17.500 ευρώ, που υπογράφεται από τους διαδίκους) και ακολούθως τον Φεβρουάριο του 2011, η καθ’ ης παρέδωσε στην ανακόπτουσα την πωληθείσα οριζόντια ιδιοκτησία. Μετά την υπογραφή του ως άνω αγοραπωλητηρίου συμβολαίου και πριν την παράδοση της οριζόντιας ιδιοκτησίας η ανακόπτουσα ενημερώθηκε από τους εκπροσώπους της καθ' ης ότι ο με στοιχεία (Ρ4) ανοικτός χώρος στάθμευσης αυτοκινήτου, την αποκλειστική χρήση του οποίου είχε η ίδια η ανακόπτουσα ως ιδιοκτήτρια της με στοιχεία (Κ3) κατοικίας και ο οποίος κατά το χρόνο υπογραφής του συμβολαίου, ήταν αδιαμόρφωτος, εν τέλει, λόγω τεχνικών δυσχερειών, διαμορφώθηκε ως χώρος πρασίνου και συνεπώς δεν θα μπορούσε να τον χρησιμοποιεί ως χώρο στάθμευσης.
Πρότειναν, όμως, προφορικά στην ανακόπτουσα να χρησιμοποιεί τον όμορο με την κατοικία της υπό στοιχεία (Ρ5) χώρο στάθμευσης, πράγμα που αυτή δέχτηκε, υπό την προϋπόθεση, όπως της υποσχέθηκαν, μέχρι τον χρόνο καταβολής της τελευταίας οφειλόμενης δόσης να έχουν επιμεληθεί για τροποποίηση της πράξης σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας, έτσι ώστε στην ιδιοκτησία της ανακόπτουσας με στοιχεία (Κ3) να ανήκει κατ' αποκλειστική χρήση η θέση στάθμευσης με στοιχεία (Ρ5).
Τούτο προκύπτει και από την με ημερομηνία 20-11-2012 απάντηση των εκπροσώπων της καθ’ ης στην από 22-10-2012 εξώδικη δήλωση- διαμαρτυρία συνιδιοκτητών των ιδιοκτησιών του συγκροτήματος εξοχικών κατοικιών, μεταξύ των οποίων και η ανακόπτουσα, σχετικά με προβλήματα που αντιμετώπιζαν στην κατασκευή του συγκροτήματος και των ιδιοκτησιών τους, στην οποία αναφέρουν επί λέξει:
«Όσον αφορά στην τρίτη από σας, Κ. Κ. [...]. Έτσι γνώριζε και αποδέχτηκε να κάνει ανενόχλητη χρήση χώρου για τη στάθμευση του αυτοκινήτου της συναινέσασα και αποδεχθείσα ο χώρος στάθμευσης της Ρ4 να γίνει ένα πολύ όμορφο προκήπιο χωρίς να στερείται της στάθμευσης». Παραδέχεται, δηλαδή, σε αυτό το εξώδικο αφενός μεν ότι ο χώρος (Ρ4) έχει μετατραπεί σε χώρο πρασίνου, πλην όμως ότι η ανακόπτουσα δεν έχει στερηθεί χώρο στάθμευσης, καθώς της παραχωρήθηκε άλλος, αυτός με στοιχεία (Ρ5).
Μέχρι τον Μάιο του 2013, οπότε πλησίαζε η ημερομηνία καταβολής της τελευταίας δόσης του τιμήματος, οι εκπρόσωποι της καθ’ ης δεν είχαν προβεί σε καμία ενέργεια για την τροποποίηση της σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας, ώστε η χρήση του χώρου στάθμευσης με στοιχεία (Ρ5) να ανήκει στην ιδιοκτησία της ανακόπτουσας, αλλά αντίθετα, μέσω του δικηγόρου τους, της δήλωσαν ότι μπορούσαν να της μεταβιβάσουν το συγκεκριμένο χώρο στάθμευσης έναντι τιμήματος 20.000 ευρώ.
Γι’ αυτό, η ανακόπτουσα με την από 17-05-2012 εξώδικη δήλωση-διαμαρτυρία της, που επιδόθηκε στην καθ’ ης στις 21-05-2013, κάλεσε αυτήν, μέχρι το αργότερο την 25-06-2013, να έχει προβεί στις νόμιμες εκείνες ενέργειες, που θ’ απαιτούνταν προκειμένου να μπορεί να έχει τη χρήση είτε της θέσης στάθμευσης με στοιχεία (Ρ4), της οποίας, με βάση τη μεταξύ τους συναφθείσα σύμβαση πώλησης, είχε την αποκλειστική χρήση, είτε τη θέση στάθμευσης με στοιχεία (Ρ5) με κατάλληλη προς τούτο τροποποίηση της πράξης σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας, έτσι ώστε να ανήκει κατά χρήση στην ιδιοκτησία της, άλλως, σε περίπτωση άπρακτης παρέλευσης της προθεσμίας, δήλωσε προς την καθ' ης ότι θα ασκούσε το νόμιμο δικαίωμά της για μείωση του οφειλόμενου τιμήματος λόγω πραγματικού ελαττώματος του πωληθέντος ακινήτου, κατά το ποσό των 19.000 ευρώ, ποσό το οποίο απαίτησε η καθ' ης από την ανακόπτουσα για τη μεταβίβαση σε αυτήν άλλης θέσης στάθμευσης –αυτής με στοιχεία (Ρ5).
Η καθ’ ης σε απάντηση του ανωτέρω εξωδίκου επέδωσε την 30-05-2013 προς την ανακόπτουσα την από 23-05-2013 εξώδικη δήλωση της, με την οποία ισχυρίστηκε ότι η ανακόπτουσα, κατά τον χρόνο πώλησης του ακινήτου, γνώριζε και αποδέχτηκε ότι δεν μπορούσε να κάνει χρήση της θέσης στάθμευσης με στοιχεία (Ρ4) και ότι θα μπορούσε να κάνει προσωρινά, και για όσο χρόνο δεν έχει μεταβιβαστεί η ιδιοκτησία στην οποία ανήκει, χρήση της θέσης στάθμευσης με στοιχεία (Ρ5), ενώ για τη μεταβίβαση άλλης θέσης στάθμευσης θα έπρεπε να επιβαρυνθεί με το κόστος αυτής.
Επίσης, της δήλωσε ότι δεχόταν να αποξηλωθεί το κηπάριο, είτε από την ίδια είτε από την ανακόπτουσα, με επιβάρυνση, όμως, της τελευταίας. Μετά από αυτό και ενόψει του ότι στις 30-06-2013 έπρεπε, με βάση το αγοραπωλητήριο συμβόλαιο, να καταβληθεί η τελευταία δόση του τιμήματος, η ανακόπτουσα με την από 27-06-2013 εξώδικη δήλωσή της, που επέδωσε προς την καθ' ης την 01-07-2013, της δήλωσε ότι δεν επρόκειτο να καταβάλλει την τελευταία οφειλόμενη δόση των 19.000 ευρώ, ασκώντας το δικαίωμά της για μείωση του τιμήματος κατά το ποσό αυτό, λόγω του ελαττώματος του πωληθέντος ακινήτου.
Η καθ’ ης απαντώντας στην τελευταία εξώδικη δήλωση της ανακόπτουσας επέδωσε σ' αυτήν στις 08-07-2013 την από 03-07-2013 εξώδικη δήλωσή της, με την οποία της δήλωνε ότι δεν αποδεχόταν τη μείωση του τιμήματος και παρείχε στην ανακόπτουσα προθεσμία 15 ημερών προκειμένου να καταβάλλει την τελευταία δόση του τιμήματος, πράγμα που όμως δεν έπραξε η ανακόπτουσα.
Στη συνέχεια, στις 22-07-2013, η καθ’ ης η ανακοπή επέδωσε στην ανακόπτουσα ακριβές αντίγραφο από το υπ' αρ. …/15-7-2013 πρώτο εκτελεστό αντίγραφο του υπ' αρ. .../3-11-2010 αγοραπωλητηρίου συμβολαίου της συμβολαιογράφου Πειραιώς Θεοφανώς Σχοινοχωρίτου, με την κάτωθι αυτού από 15-07-2013 επιταγή, με την οποία επιτάχθηκε η ανακόπτουσα να καταβάλλει το ποσό των 19.242,75 ευρώ, πλέον τόκων, λόγω της μη καταβολής της τελευταίας δόσης του τιμήματος από την πώληση της ως άνω ιδιοκτησίας.
Κατ’ αυτής η ανακόπτουσα άσκησε την ένδικη ανακοπή της.
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι με βάση το από Αυγούστου 2005 υπ' αρ. Α5 σχεδιάγραμμα και κάτοψη του πολιτικού μηχανικού Α. Γ., όπως αυτά κατατέθηκαν στο πολεοδομικό γραφείο Ξυλοκάστρου νομαρχίας Κορινθίας για τη λήψη της υπ' αρ. …/2005 άδειας οικοδομής, στην κατοικία (Κ3) της ανακόπτουσας αντιστοιχούσε ο με στοιχεία (Ρ4) χώρος στάθμευσης διαστάσεων 2,00 μ.
X 5,50 μ. Ωστόσο, η τοποθέτηση των κτιρίων (ΚΙ) και (Κ3), που βρίσκονται εκατέρωθεν του κτιρίου (Κ2) -όπου βρίσκεται η κατοικία (Κ3)-, σε διαφορετικές θέσεις από αυτές που προέβλεπαν τα εγκεκριμένα από την πολεοδομία σχέδια και η εσφαλμένη αποτύπωση του ανάγλυφου του εδάφους είχε ως επακόλουθο, αφενός την υπερύψωση κατά την κατασκευή του κτιρίου (Κ2) και, αφετέρου την διαφορετική χωροθέτηση της φύτευσης και των κοινόχρηστων διαδρόμων, που την περιβάλλουν.
Η κατασκευή, έτσι, της κατοικίας της ανακόπτουσας με υψομετρική διαφορά ενός μέτρου σε σχέση με τον έμπροσθεν αυτής χώρο - από τη νότια πλευρά- με στοιχεία (Ρ4) (σε αντίθεση με τα προβλεπόμενα από τα εγκεκριμένα σχέδια, όπου δεν αποτυπωνόταν καμία υψομετρική διαφορά) και επιπλέον η κατασκευή περιτοίχισης στα νότια όρια του όλου οικοπέδου σε επαφή με τη δημοτική οδό, η οποία δεν προβλεπόταν στα εγκεκριμένα σχέδια, κατέστησαν αδύνατη την διαμόρφωση του χώρου με στοιχεία (Ρ4) ως χώρου στάθμευσης αυτοκινήτου, δεδομένου ότι, σύμφωνα με το σχέδιο υπ' αρ.
Α5 του πολιτικού μηχανικού Α. Γ., ανατολικά και σε επαφή με αυτόν προβλεπόταν η δημιουργία χώρου φύτευσης, με αποτέλεσμα να δημιουργείται ένα περίκλειστος χώρος. Πιο συγκεκριμένα, ενώ στα αρχικά σχέδια η κατοικία (Κ3) βρισκόταν στο ίδιο επίπεδο με τον ακάλυπτο από τη νότια πλευρά χώρο (Ρ4), που θα ήταν ελεύθερος από το νότιο όριο του οικοπέδου και με όριο από τα ανατολικά τον προβλεπόμενο χώρο φύτευσης, εν τέλει, η κατοικία (Κ3) κατασκευάστηκε με υψομετρική διαφορά από τον χώρο (Ρ4), ο οποίος οριοθετήθηκε βόρεια με την κλίμακα και εξώστη εισόδου της κατοικίας, δυτικά με τοιχίο της κατοικίας λόγω της υψομετρικής διαφοράς και νότια με τον μανδρότοιχο του όλου οικοπέδου, ενώ στην ανατολική πλευρά προβλεπόταν η δημιουργία χώρου φύτευσης.
Και ο χώρος, όμως, αυτός, ανατολικά του χώρου με στοιχεία (Ρ4) δεν διαμορφώθηκε με φύτευση, όπως προβλεπόταν, αλλά πλακοστρώθηκε και μετατράπηκε σε κοινόχρηστο διάδρομο, σε επαφή με τη θέση στάθμευσης υπό στοιχεία (Ρ5), ώστε να καθίσταται δυνατή η είσοδος για την όμορη κατοικία (ΚΙ), η οποία (είσοδος) επίσης είχε μετατοπιστεί από την ανατολική πλευρά στη νότια (βλ.
προσκομιζόμενα φωτογραφίες και σχεδιάγραμμα). Εξάλλου, ακριβώς επειδή ο χώρος στάθμευσης προς εξυπηρέτηση της κατοικίας (Κ3) προβλεπόταν σε επαφή με την νότια ευρισκόμενη δημοτική οδό -χωρίς να μεσολαβεί περιτοίχιση, οπότε και η στάθμευση καθίστατο ευχερής- το πλάτος του, όπως και για τις άλλες θέσεις στάθμευσης σε επαφή με την ίδια οδό, είχε καθορισθεί σε δύο μόλις μέτρα, διαφορετικά από τις λοιπές θέσεις στάθμευσης του ίδιου συγκροτήματος, που δεν βρίσκονταν σε επαφή με τη δημοτική οδό, το πλάτος των οποίων προβλεπόταν σε 2,25 μέτρα.
Όπως, επίσης, εμφαίνεται στην προσκομιζόμενη φωτογραφία, που απεικονίζει τον χώρο στάθμευσης με στοιχεία (Ρ5), ακόμη και εάν ήταν διαμορφωμένος ο χώρος με στοιχεία (Ρ4) ως χώρος στάθμευσης, και όχι ως κηπάριο, δεν θα ήταν λειτουργικός ως τέτοιος, αφού η στάθμευση οχήματος στον όμορο χώρο στάθμευσης με στοιχεία (Ρ5) θα εμπόδιζε την είσοδο οχήματος στον χώρο (Ρ4).
Η αδυναμία χρήσης του χώρου (Ρ4), λόγω κατασκευαστικών αστοχιών, ως χώρου στάθμευσης για την εξυπηρέτηση της κατοικίας (Κ3), που αγόρασε η ανακόπτουσα από την καθ' ης, συνιστά ατέλεια, που έχει αρνητική επίδραση στην αξία και τη χρησιμότητα του πωληθέντος πράγματος, καθόσον θεωρείται πλεονέκτημα οι σύγχρονες κατοικίες να διαθέτουν δικό τους χώρο στάθμευσης.
Συνεπώς, η εξοχική κατοικία, που αγόρασε η ανακόπτουσα, κατά τον χρόνο μετάθεσης του κινδύνου σε αυτήν, ήτοι τον χρόνο που της παραδόθηκε αποπερατωμένη, εμφάνιζε πραγματικό ελάττωμα, για το οποίο ευθύνεται η πωλήτρια καθ’ ης και η ανακόπτουσα έχει μεταξύ άλλων και το δικαίωμα μείωσης του τιμήματος.
Η καθ’ ης η ανακοπή, με τον πρώτο λόγο έφεσης επαναφέρει τον πρωτοδίκως προταθέντα ισχυρισμό της ότι, η ανακόπτουσα αν και γνώριζε ότι η κατοικία με στοιχεία (Κ3) δεν έχει θέση στάθμευσης και ότι ο χώρος που προοριζόταν για θέση στάθμευσης είχε διαμορφωθεί ως χώρος πρασίνου, παρέλαβε την κατοικία χωρίς επιφύλαξη.
Ο ισχυρισμός αυτός της καθ’ ης, είναι απορριπτέος ως νόμω αβάσιμος, καθόσον η διάταξη του άρθρου 545 ΑΚ, σύμφωνα με την οποία «αν ο αγοραστής παρέλαβε το πράγμα χωρίς επιφύλαξη, γνωρίζοντας το ελάττωμα ή την έλλειψη της συνομολογημένης ιδιότητας, λογίζεται ότι το αποδέχτηκε» στην οποία η καθ’ ης επιχειρεί να τον στηρίξει, είχε καταργηθεί, κατά τον κρίσιμο χρόνο σύναψης της επίδικης σύμβασης.
Επομένως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που έκρινε τον ισχυρισμό αυτόν ως νόμιμη αντέστανση προβαλλόμενο σε αντίκρουση της ένστασης μείωσης του τιμήματος της ανακόπτουσας, και τον απέρριψε στη συνέχεια ως ουσία αβάσιμο, έσφαλε ως προς την εφαρμογή του νόμου. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι κατά τον χρόνο καταβολής της τελευταίας δόσης του τιμήματος (2013), η αγοραία αξία της κατοικίας (Κ3), χωρίς την ανωτέρω ατέλεια, ανερχόταν περίπου στο ίδιο ποσό με αυτό του συμφωνηθέντος από τους συμβαλλόμενους τιμήματος των 160.000 ευρώ.
Κατά τον ίδιο χρόνο, η αξία της κατοικίας, με την προαναφερθείσα έλλειψη (χώρου στάθμευσης), σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας και λαμβανομένων υπόψη του χαρακτήρα της πωληθείσας κατοικίας ως παραθεριστικής, της θέσης της σε μια μη αστική περιοχή, του είδους του χώρου στάθμευσης ως μη στεγασμένου και της επιφανείας του, ανερχόταν σε 152.000 ευρώ, ενόψει του ότι η εμπορική της αξία της μειώνεται εξαιτίας της ανωτέρω ατέλειας.
Συνεπώς το τίμημα μειώνεται, σύμφωνα με τον τύπο Χ = ΣxΕ/Α, στο ποσό των 152.000 ευρώ [ήτοι 160.000 ευρώ x 0,95 (152.000 : 160.000)] και ως εκ τούτου η ανακόπτουσα από την τελευταία δόση οφείλει το ποσό των [19.000 ευρώ - (160.000 - 152.000 =) 8.000 ευρώ η διαφορά =] 11.000 ευρώ, για το οποίο και μόνο και διατηρείται η απαίτηση της καθ’ ης από την επίδικη σύμβαση πώλησης. Επομένως, η ανακόπτουσα νομίμως άσκησε με την από 17-05-2013 εξώδικη δήλωσή της το δικαίωμα της προς μείωση του οφειλόμενου τιμήματος, μόνο, κατά το ποσό των 8.000 ευρώ, κατά το οποίο μειώθηκε η αξία της ως άνω ιδιοκτησίας της και κατά το οποίο δεν υφίσταται απαίτηση της καθ’ ης.
Η τελευταία με τον πρώτο λόγο έφεσής της επαναφέρει την πρωτοδίκως προταθείσα ένσταση περί καταχρηστικής άσκησης της ένδικης ανακοπής, επικαλούμενη ότι η ανακόπτουσα ήταν συνεπής ως προς την καταβολή όλων των δόσεων του τιμήματος πλην της τελευταίας, ότι όλες οι καταβολές γίνονταν μέσω του δικηγόρου της χωρίς επιφύλαξη και έτσι η επί μία διετία προηγηθείσα συμπεριφορά της (ανακόπτουσας) της δημιούργησε την εύλογη πεποίθηση ότι θα τηρήσει τα συμφωνημένα και αναφορικά με την τελευταία δόση του τιμήματος. Ο ανωτέρω ισχυρισμός της καθ’ ης, ωστόσο, υπό τα παραπάνω επικαλούμενα περιστατικά, δεν μπορούν να θεμελιώσουν την εκ του άρθρου 281 ΑΚ ένσταση καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος, δεδομένου ότι δεν αναφέρονται ιδιαίτερες περιστάσεις αναγόμενες στη συμπεριφορά τόσο της δικαιούχου όσο και της υποχρέου, ευρισκόμενης σε αιτιώδη σχέση με εκείνη της δικαιούχου, οι οποίες να διαμόρφωσαν μία τέτοια κατάσταση, ώστε η ανατροπή της, εμφανιζόμενη ως αντίθετη στις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, να επιφέρει δυσμενείς συνέπειες για την υπόχρεη καθ’ ης. Συνεπώς, ο σχετικός ισχυρισμός είναι απορριπτέος ως μη νόμιμος.
Τα ίδια κρίνοντας το πρωτοβάθμιο δικαστήριο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τη προαναφερθείσα διάταξη. Με βάση τα παραπάνω εκτεθέντα, συνεπώς, πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτός ως ουσία βάσιμος ο πρώτος λόγος της ένδικης ανακοπής. Συνακόλουθα, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο δέχτηκε ως ουσία βάσιμο τον ανωτέρω λόγο στο σύνολό του, έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και πρέπει η έφεση να γίνει δεκτή ως ουσία βάσιμη κατά παραδοχή του δεύτερου λόγου έφεσης, να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη απόφαση και να διακρατηθεί η υπόθεση από το Δικαστήριο αυτό, το οποίο θα δικάσει την ανακοπή. Στη συνέχεια, κατά μερική ουσιαστική παραδοχή του πρώτου λόγου ανακοπής, θα πρέπει να ακυρωθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη από 15-07-2013 επιταγή προς πληρωμή κάτωθι αντιγράφου εξ απογράφου του με αρ. …/2010 συμβολαίου αγοραπωλησίας της συμβολαιογράφου Θεοφανώς Σχοινοχωρίτου, και δη κατά το ποσό των 8.000 ευρώ […]|».
Με το πρώτο σκέλος του πρώτου λόγου αναίρεσης η αναιρεσείουσα μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση για την πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ 1α ΚΠολΔ. Ειδικότερα, η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, σχετικά με την μείωση της αξίας του πωληθέντος ακινήτου με χώρο στάθμευσης και χωρίς αυτόν, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 540 περ.2 ΑΚ, δηλαδή, αφού η προσβαλλόμενη απόφαση είχε δεχθεί ως αποδεδειγμένο πραγματικό περιστατικό ότι τον Μάρτιο του έτους 2013 για την αγορά από αυτήν κατ' αποκλειστική χρήση της με στοιχεία Ρ5 θέσης στάθμευσης του αυτού συγκροτήματος εξοχικών κατοικιών της ζητήθηκε να καταβάλει το ποσό των 20.000 ευρώ θα έπρεπε σ' αυτό το ποσό να προσδιορίζει την υπαξία μεταπωλήσεως της πωληθείσας σ' αυτήν κατοικίας με στοιχεία Κ3 και να μην καταφύγει σε άλλα κριτήρια όπως ο χαρακτήρας της κατοικίας ως παραθεριστικής, η θέση της σε μη αστική περιοχή, ο χαρακτήρας της θέσης στάθμευσης ως ανοιχτής και η επιφάνειά της.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απαράδεκτος καθόσον υπό το πρόσχημα της αναιρετικής πλημμέλειας του αρ 1α του άρθρου 559ΚΠολΔ πλήττεται η ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Εφετείου. (αρθ.561 παρ.1 ΚΠολΔ).
Με το δεύτερο σκέλος του ίδιου αναιρετικού λόγου η αναιρεσείουσα προβάλλει την αιτίαση από τον αρ 1β του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Ειδικότερα, υποστηρίζει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση κατά τον υπολογισμό της εμπορικής αξίας του ελλιπούς πράγματος, στο πλαίσιο εφαρμογής του άρθρου 540ΑΚ, παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας σύμφωνα με τα οποία, η εμπορική αξία της πωληθείσας σ' αυτήν κατοικίας χωρίς την αποκλειστική χρήση της με στοιχεία Ρ4 θέσης στάθμευσης, δεν μπορεί παρά να μειώθηκε κατά το ποσό εκείνο, το οποίο θα έπρεπε να καταβληθεί από αυτήν στον ίδιο χρόνο για την αγορά κατ’ αποκλειστική χρήση μιας θέσης στάθμευσης με τα ίδια χαρακτηριστικά, όπως αυτή με στοιχεία Ρ5 του ίδιου συγκροτήματος εξοχικών κατοικιών, το τίμημα για την αγορά της οποίας ανερχόταν, όπως δέχθηκε η προσβαλλομένη, στο ποσό των 20.000 ευρώ.
Ο λόγος αυτός, όπως διατυπώνεται, αναφέρεται σε εσφαλμένη εφαρμογή των διδαγμάτων της κοινής πείρας κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, και όχι κατά την εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 540 ΑΚ και, ως εκ τούτου, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.
Με το τρίτο σκέλος του ίδιου πιο πάνω αναιρετικού λόγου η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου (αρθ 559 αρ.1α και 19 ΚΠολΔ) τη διάταξη του άρθρου 540 ΑΚ, όσον αφορά το ποσό της μείωσης της αξίας της πωληθείσας κατοικίας. Ειδικότερα, υποστηρίζει η αναιρεσείουσα ότι «το δευτεροβάθμιο δικαστήριο προκειμένου να προσδιορίσει το ποσό, κατά το οποίο, μειώθηκε η αξία της πωληθείσας αξίας συνεκτίμησε ταυτόχρονα κριτήρια που αφορούσαν τόσο την κατοικία όσο και τη θέση στάθμευσης, δηλαδή, έλαβε υπόψη τον χαρακτήρα της κατοικίας ως κυρίως παραθεριστικής και τη θέση της σε μη αστική περιοχή, συνεκτίμησε, δηλαδή, έστω και αν δεν αναφέρεται ρητώς, το πόσο αναγκαία είναι η θέση στάθμευσης για μια κατ’ εξοχήν παραθεριστική κατοικία που βρίσκεται σε μια μη αστική περιοχή και παραλλήλως συνεκτίμησε κριτήρια που αφορούσαν αμιγώς την αξία της θέσης στάθμευσης, ήτοι τον χαρακτήρα της ως ανοιχτής και την επιφάνεια της.
Με τον τρόπο αυτό όμως δεν καθίσταται τελικώς σαφές εάν το ποσό των 152.000,00 ευρώ, στο οποίο καταλήγει ότι ανερχόταν η αξία του ελλιπούς πράγματος είναι αυτό στο οποίο προσδιόρισε την αξία της κατοικίας χωρίς τη θέση στάθμευσης ή αν στην αξία αυτή κατέληξε αφού προηγουμένως είχε υπολογίσει την αξία της αποκλειστικής θέσης στάθμευσης στο ποσό των 8.000,00 ευρώ [με κριτήρια τον χαρακτήρα της ως ανοιχτής και την επιφάνεια της], το οποίο και αφαίρεσε από το ποσό των 16.000 ευρώ.
Εάν, δε, συμβαίνει το τελευταίο θα έπρεπε να αιτιολογήσει ειδικώς για ποιο λόγο την αξία της αποκλειστικής χρήσης της θέσης στάθμευσης την προσδιορίζει στο ποσό των 8.000 ευρώ και όχι στο ποσό των 20.000 ευρώ.
Ο λόγος αυτός του αναιρετηρίου, όσον αφορά την αναιρετική πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ είναι απαράδεκτος καθόσον με αυτόν πλήττεται η ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου (αρθ. 561 παρ.1 ΚΠολΔ). Ομοίως, για τον ίδιο λόγο είναι απαράδεκτος κατά την επικρατήσασα γνώμη και ο εκ του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ αναιρετικός λόγος.
Όμως κατά τη γνώμη ενός μέλους του δικαστηρίου της Αρεοπαγίτη Αναστασίας Περιστεράκη ο εκ του αρ. 19 του άρθρου 559ΚΠολΔ λόγος ανάιρεσης έπρεπε να γίνει δεκτός ως βάσιμος. Ειδικότερα, ενώ από τις προπαρατεθείσες παραδοχές προκύπτει ότι το Εφετείο δέχεται ότι η αξία του Ρ5 χώρου στάθμευσης, που εξυπηρετεί παραθεριστική κατοικία σε μια μη αστική περιοχή, ιδίας έκτασης(11τμ) και μη εστεγασμένης όπως αυτή με στοιχεία Ρ4, που είχε συμφωνηθεί να παραχωρηθεί κατά χρήση στην αναιρεσείουσα έχει αξία 20.000 ευρώ, καταλήγει στο συμπέρασμά του, ότι η αξία του επίδικου ακινήτου της αναιρεσείουσας μειώθηκε λόγω της ελλείψεως του χώρου στάθμευσης Ρ4, ο οποίος έχει τα ίδια χαρακτηριστικά με αυτόν με στοιχεία Ρ5, κατά το ποσό των 8.000 ευρώ και όχι 20.000 ευρώ.
Ειδικότερα, δεν κάνει κάποια διαφοροποίηση προκειμένου να αιτιολογήσει γιατί μειώθηκε κατά το ποσό των 8000 ευρώ η αξία του ακινήτου της αναιρεσείουσας από την έλλειψη του χώρου στάθμευσης Ρ4 και όχι κατά το ποσό των 20.000 ευρώ, που αφορά τον όμοιο χώρο στάθμευσης Ρ5 στο ίδιο συγκρότημα παραθεριστικών κατοικιών.
Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 281ΑΚ, 116 και 933 ΚΠολΔ και 25 παρ. 3 του Συντάγματος συνάγεται ότι λόγο της ανακοπής του άρθρου 933 ΚΠολΔ μπορεί να αποτελέσει και η αντίθεση της επισπευδόμενης διαδικασίας της αναγκαστικής εκτελέσεως στην καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή στον κοινωνικό ή οικονομικό σκοπό του δικαιώματος προς επίσπευση της εκτελέσεως.
Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ, το δικαίωμα θεωρείται ως ασκούμενο καταχρηστικώς, πλην άλλων, όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε της ασκήσεως του και η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το μεσολαβήσαν διάστημα δεν δικαιολογούν επαρκώς τη μεταγενέστερη ενάσκησή του, από την οποία προκύπτει, αντιθέτως, προφανής υπέρβαση των ορίων της καλής πίστεως.
Ειδικότερα, στην περίπτωση μακράς αδράνειας του δικαιούχου υπάρχει τέτοια κατάχρηση, εφόσον συντρέχουν, προσθέτως περιστατικά αναγόμενα στον ίδιο χρόνο και στην όλη συμπεριφορά τόσο αυτού, όσο και του ασκούντος το δικαίωμα, από τα οποία γεννάται ευλόγως στον υπόχρεο η πεποίθηση ότι δεν πρόκειται να ασκηθεί κατ` αυτού, έτσι ώστε η, με τη μεταγενέστερη άσκηση, επιδίωξη ανατροπής της δημιουργηθείσας καταστάσεως, να συνεπάγεται επαχθείς για τον υπόχρεο επιπτώσεις.
Περαιτέρω, οι πράξεις του υπόχρεου και η διαμορφωθείσα υπέρ αυτού κατάσταση πραγμάτων, είναι αναγκαίο να τελούν σε αιτιώδη σχέση προς την προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου, αφού, κατά τους κανόνες της καλής πίστεως, τις συνέπειες που απορρέουν από πράξεις άσχετες προς αυτή τη συμπεριφορά δεν συγχωρείται να επικαλεσθεί ο υπόχρεος προς απόκρουση του δικαιώματος (ΟλΑΠ 62/1990).
Μόνο το γεγονός ότι η άσκηση του δικαιώματος στη συγκεκριμένη περίπτωση επιφέρει βλάβη έστω και μεγάλη στον οφειλέτη δεν μπορεί να αποτελέσει κατάχρηση δικαιώματος κατ` άρθρον 281ΑΚ, παρά μόνον αν τούτο μπορεί να συνδυασθεί και με άλλες περιπτώσεις ως λ.χ. και όταν ο δανειστής δεν έχει συμφέρον στην άσκηση του δικαιώματος.
Έλλειψη όμως συμφέροντος δεν μπορεί να υπάρχει όταν ο δανειστής, όπως έχει δικαίωμα από τη σύμβαση, αποφασίζει να εισπράξει την απαίτησή του, διότι τούτο αποτελεί δικαίωμα συνυφασμένο με τη διαχείριση της περιουσίας του, τον τρόπο της οποίας (διαχειρίσεως) αυτός μπορεί να αποφασίζει, εκτός αν στη συγκεκριμένη περίπτωση υπάρχει υπέρβαση και δη προφανής των αρχών της καλής πίστεως, των χρηστών ηθών και του οικονομικού και κοινωνικού σκοπού του δικαιώματος (ΟλΑΠ 5/2011, ΑΠ 535/2015).
Η νομική αοριστία της αγωγής, στηρίζει λόγο αναιρέσεως για παραβίαση κανόνος ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθμ. 1ΚΠολΔ), συντρέχει δε αν το δικαστήριο της ουσίας για τη θεμελίωση της αγωγής στον συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου αρκέσθηκε σε στοιχεία λιγότερα ή αξίωσε περισσότερα από εκείνα που ο κανόνας αυτός απαιτεί για τη γένεση του οικείου δικαιώματος, κρίνοντας αντιστοίχως νόμιμη ή μη στηριζομένη στο νόμο αγωγή (ΟλΑΠ 18/1998).
Αντιθέτως, η ποιοτική αοριστία, δηλαδή η επίκληση των στοιχείων του νόμου χωρίς αναφορά περιστατικών και η ποσοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν συγκεκριμενοποιούνται σ’ αυτήν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμον για τη στήριξη του αιτήματος της, τα πραγματικά δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 8 και 14 αντιστοίχως του ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 15/2000).
Ειδικότερα, ο από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη αναγκαία για τη θεμελίωση της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα που όμως δεν εκτίθενται σ' αυτήν ή εάν απέρριψε ως αόριστη ή μη νόμιμη την αγωγή, παραγνωρίζοντας τα εκτιθέμενα για τη θεμελίωση και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα, που με επάρκεια εκτίθενται σ' αυτήν, ενώ ο από το άρθρο 559 αριθ. 14ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο, παρά την μη επαρκή έκθεση σ' αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για την στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη (ΑΠ 45/2016).
Από την επιτρεπτή κατ' άρθρο 561παρ 2 ΚΠολΔ επισκόπηση της ένδικης ανακοπής προκύπτει ότι με το δεύτερο λόγο αυτής η αναιρεσείουσα–καθ’ ης η ανακοπή ισχυρίστηκε ότι καταχρηστικά η αναιρεσίβλητη ανακόπτουσα επέσπευσε αναγκαστική εκτέλεση σε βάρος της, επικαλούμενη ότι: α) ουδέποτε η καθ’ ης της παρέδωσε τον χώρο στάθμευσης (Ρ4) διαμορφωμένο έτσι ώστε να εξυπηρετεί τον προορισμό του, αλλά τον παρέδωσε ως χώρο πρασίνου, παρά το γεγονός ότι εκείνη δεν αγόρασε χώρο πρασίνου αλλά δικαίωμα χρήσης θέσης στάθμευσης, β) ο συγκεκριμένος χώρος διαμορφώθηκε ως χώρος πρασίνου με πρωτοβουλία της καθ' ης και λόγω τεχνικών δυσχερειών κατά την ανέγερση των κατοικιών του συγκροτήματος, με τη ρητή δέσμευση εκ μέρους της (καθ' ης) να προβεί σε τροποποίηση της πράξης σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας, ώστε να της παραχωρηθεί η χρήση του χώρου στάθμευσης (Ρ5), την οποία και της παραχώρησε άτυπα και δωρεάν μέχρι να ολοκληρωθούν οι διατυπώσεις της τροποποίησης, γ) ενώ αρχικά η καθ’ ης δήλωσε ότι μπορούσε να μετατρέψει τον χώρο πρασίνου σε χώρο στάθμευσης, εφόσον το επιθυμούσε (η ανακόπτουσα), στη συνέχεια απαίτησε οι δαπάνες για τις εργασίες μετατροπής να επιβαρύνουν την ίδια (την ανακόπτουσα).
Από τα παραπάνω προκύπτει ότι η ανακόπτουσα και ήδη αναιρεσείουσα, αφ’ ενός μεν δεν αναφέρει ότι λόγω της συμπεριφοράς της καθ’ ής η ανακοπή–αναιρεσίβλητης της δημιουργήθηκε η πεποίθηση ότι δεν θ'ασκήσει το δικαίωμά της και, αφετέρου δεν αναφέρει τις επαχθείς γι'αυτήν συνέπειες από την άσκηση του πιο πάνω δικαιώματος, δηλαδή τις επαχθείς συνέπειες που θα επέλθουν σε βάρος της ανακόπτουσας από την μη παραχώρηση του χώρου στάθμευσης, με αποτέλεσμα να είναι αόριστος ο εκ του άρθρου 281 ΑΚ λόγος ανακοπής της. Επομένως, έτσι που έκρινε και τα ίδια που δέχθηκε το Εφετείο, ως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν υπέπεσε στις αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 559 αρ.8 και 14 ΚΠολΔ και τα αντίθετα υποστηρίζων δεύτερος λόγος της αναίρεσης είναι αβάσιμος.
Κατόπιν τούτων πρέπει, κατά την πλειοψηφούσα γνώμη, να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (αρθ. 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, λόγω της ήττας της (αρθ 176, 183, 191 παρ 2ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 06-06-2019 αίτηση αναίρεσης της Κ. Κ. κατά της 254/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πειραιά.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.
Επιβάλλει σε βάρος της αναιρεσείουσας τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης που ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Ιανουαρίου 2021.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 29 Μαρτίου 2021.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ