Supreme Court allows labor dispute appeal, remands case due to missing 15-year tenure requirement for severance pay.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece allowed the appeal against a labor court judgment awarding early severance pay to an employee. The court found the lower court erred by granting the award despite the employee failing to meet the mandatory fifteen-year tenure requirement stipulated in the private collective agreement. Consequently, the case was remanded for retrial while the appellant was awarded legal costs and the lower court's decision was annulled.
Legislator headnote
AI generatedArticles 648, 649, 653 of the Civil Code; Article 361 of the Labor Code; Article 3 of Law 2112/1920; Article 5 of Law 3198/1955; Article 1 of Law 3248/1955; Article 1 of the International Labour Convention on Wages: A severance payment granted in violation of a mandatory fifteen-year tenure requirement in a collective agreement is invalid, and the lower court must annul such a decision and remand the case for retrial.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 389 / 2020 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)M.K.
Αριθμός 389/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σοφία Καρυστηναίου, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά και Γεώργιο Δημάκη, αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 22α Ιανουαρίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Υπό εκκαθάριση ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΧΑΛΥΒΟΣ Α.Ε. (ΥΠΟ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΗ)", όπως εκπροσωπείται νόμιμα από τους εκκαθαριστές της, που εδρεύει στην ... και παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Γεωργίου Θεοδόση, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσίβλητου: Α. Κ. του Κ., κατοίκου ... ...ς, που παραστάθηκε δια δηλώσεως της πληρεξουσίας δικηγόρου Γιάννας Παναγοπούλου-Μπέκα, η οποία κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19-6-2015 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο ...ς. Εκδόθηκαν η 221/2017 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 1016/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου ...ς. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 4-6-2018 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγητής ορίσθηκε ο αρεοπαγίτης Γεώργιος Δημάκης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Η από 4-6-2018 και με αριθμό κατάθεσης 1827/2018 αίτηση αναίρεσης κατά της 1016/2018 απόφασης του Moνoμελούς Εφετείου ...ς, που εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, επί της ασκηθείσας από τον ενάγοντα έφεσης κατά της 221/2017 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, εκδοθείσας, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, επί της από 19-6-2015 (με αριθμό κατάθεσης 13241/2015) αγωγής, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (ΚΠολΔ 552, 553, 556, 558, 564 παρ.1, 566 παρ.1 και 144).
Συνεπώς, είναι παραδεκτή (ΚΠολΔ 577 παρ.1) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (ΚΠολΔ 577 παρ.3).
2. Από τις διατάξεις των άρθρων 648, 649, 653 και 361 του ΑΚ, 3 παρ. 2 του ν. 2112/1920, 5 παρ. 1 του ν. 3198/1955 και 1 της 95 Διεθνούς Συμβάσεως Εργασίας "περί προστασίας του ημερομισθίου" που κυρώθηκε με το νόμο 3248/1955 συνάγεται ότι ως μισθός στη σύμβαση εργασίας θεωρείται κάθε παροχή την οποία με βάση το νόμο ή τη συμφωνία καταβάλλει ο εργοδότης στον εργαζόμενο ως αντάλλαγμα της παρεχόμενης εργασίας.
Επομένως δεν έχουν το χαρακτήρα μισθού οι πρόσθετες παροχές που δίδονται από τον εργοδότη στον εργαζόμενο εκουσίως από ελευθεριότητα και όχι από νόμιμη υποχρέωση ή με πρόθεση, εκδηλούμενη και από τα δύο μέρη, να αποτελέσουν αντάλλαγμα για την παρεχόμενη εργασία και ως εκ τούτου δεν ιδρύονται υποχρέωση και αντίστοιχο δικαίωμα αναφορικά με τις παροχές αυτές, με αποτέλεσμα ο εργοδότης να έχει τη δυνατότητα να τις ανακαλέσει οποτεδήποτε και να παύσει τη χορήγησή τους.
Οι οικειοθελείς αυτές παροχές δεν είναι δυνατόν να μετατραπούν σε συμβατικές υποχρεώσεις του εργοδότη, ανεξαρτήτως του μακροχρόνιου, του αδιάλειπτου ή του γενικευμένου της καταβολής τους, ιδίως αν αυτός (εργοδότης), κατά την έναρξη της χορήγησής τους, ή έστω πριν δημιουργηθούν οι συνθήκες της δεσμευτικότητάς τους, επιφύλαξε για τον εαυτό του το δικαίωμα να τις διακόψει ελευθέρως και μονομερώς οποτεδήποτε.
Έτσι, στην περίπτωση ομαδικής ασφάλισης του προσωπικού μιας επιχείρησης από τον εργοδότη, ο οποίος συνάπτοντας γνήσια σύμβαση υπέρ τρίτου αναλαμβάνει να καλύπτει αυτός ολικά ή μερικά το ασφάλιστρο, η ασφάλιση αυτή, αν αποτελέσει όρο της μεταξύ αυτού και των μισθωτών του εργασιακής σύμβασης, έχει χαρακτήρα μισθολογικής παροχής, η οποία συνίσταται στο δικαίωμα προσδοκίας που αποκτά ο εργαζόμενος, εωσότου πληρωθούν οι προϋποθέσεις της σύμβασης ασφάλισης για την είσπραξη ενός εφάπαξ χρηματικού ποσού.
Στην περίπτωση δε ανώμαλης εξέλιξης της ενοχής στη γνήσια σύμβαση υπέρ τρίτου, μπορεί ο τρίτος κατά τους όρους της σύμβασης εργασίας να στραφεί κατά του δέκτη της υπόσχεσης (εργοδότη), όταν με τη συμπεριφορά του ο τελευταίος ματαιώνει την καταβολή της παροχής από τον υποσχεθέντα, δηλαδή τον ασφαλιστή, και να αξιώσει αποζημίωση.
Τέτοια περίπτωση είναι και αυτή της μη εκπλήρωσης των υποχρεώσεων του εργοδότη έναντι της ασφαλιστικής εταιρείας και λήξης εντεύθεν της ασφαλιστικής σύμβασης ή εκείνη κατά την οποία το εφάπαξ χρηματικό ποσό, που θα εισέπραττε ο τρίτος (εργαζόμενος) από τον ασφαλιστή, περιορίζεται εξαιτίας συμπεριφοράς του εργοδότη, με συνέπεια να καθίσταται αδύνατη η καταβολή της πρόσθετης αυτής παροχής προς το μισθωτό από υπαιτιότητα του οφειλέτη-εργοδότη, οπότε ο τρίτος (μισθωτός) δικαιούται να αξιώσει την καταβολή αντίστοιχης αποζημίωσης σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 382, 335, 336 και 338 του ΑΚ (ΑΠ 364/2013, 1681/2010).Ακολούθως, η διάταξη του άρθρου 288 του ΑΚ κατά την οποία "ο οφειλέτης έχει υποχρέωση να εκπληρώσει την παροχή όπως απαιτεί η καλή πίστη αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη" εφαρμόζεται σε οποιαδήποτε ενοχή, ασχέτως αν αυτή απορρέει από σύμβαση ετεροβαρή ή αμφοτεροβαρή ή από άλλη δικαιοπραξία ή αν πηγάζει ευθέως από το νόμο, εκτός αν προβλέπεται άλλη ανάλογη ειδική προστασία ή αν συντρέχουν οι ειδικές προϋποθέσεις εφαρμογής, του άρθρου 388 του ΑΚ.
Παρέχει δε η διάταξη αυτή στο δικαστή τη δυνατότητα, όταν λόγω συνδρομής ειδικών συνθηκών, η εμμονή στην εκπλήρωση της παροχής είναι αντίθετη προς την ευθύτητα και εντιμότητα που επιβάλλονται στις συναλλαγές, να την επεκτείνει ή περιορίζει, με βάση αντικειμενικά κριτήρια κατά τις αντιλήψεις, που κρατούν στις συναλλαγές, στο επίπεδο εκείνο το οποίο ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις της συναλλακτικής καλής πίστης.
2. Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ., επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δικογραφίας, προκύπτουν τα ακόλουθα: Ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος με την προαναφερόμενη αγωγή του , την οποία, μαζί με άλλους δεκαέξι ενάγοντες συναδέλφους του εργαζόμενους, απηύθυνε, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου ...ς, κατά της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας, ισχυρίστηκε ότι προσλήφθηκε και έκτοτε απασχολήθηκε από την εναγομένη με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, δυνάμει δε ατομικών συμβάσεων εργασίας η τελευταία του κατέβαλε για λογαριασμό του, πέραν του μισθού και των εργοδοτικών εισφορών, και συγκεκριμένο ποσό για την κάλυψη συμμετοχής του σε πρόγραμμα ομαδικής ασφάλισης του προσωπικού της, οι δε συμβάσεις αυτές στη συνέχεια διαμορφώθηκαν τόσο με το από 27-3-2008 ιδιωτικό συμφωνητικό, που υπογράφηκε από την εναγομένη και το σωματείο εργαζομένων που εκπροσωπούσε τον ενάγοντα , όσο και από την από 5-5-2008 επιχειρησιακή συλλογική σύμβαση εργασίας, δυνάμει δε κυρίως του προαναφερθέντος ιδιωτικού συμφωνητικού η εναγομένη ήταν υποχρεωμένη να προβεί στη σύναψη ομαδικής ασφάλισης σε άλλο ασφαλιστικό φορέα πλην του κυρίου, έτσι ώστε να λάβει ο ενάγων ως πρόσθετη παροχή από την εργασιακή του σύμβαση, εκτός από τις αποδοχές του, εφάπαξ ασφαλιστική αποζημίωση κατά την αποχώρησή του.
Ότι στις 9-5-2008 η εναγομένη κατήρτισε μεν συμβόλαιο ομαδικής ασφάλισης με την αναφερόμενη στην αγωγή ασφαλιστική εταιρία, το οποίο, όμως, κατήγγειλε μονομερώς στις 27-2-2013. Ότι εργάστηκε στην εναγομένη κατά το χρονικό διάστημα που αναφέρεται ειδικότερα στην αγωγή έως στις 2-4-2015, οπότε η εναγομένη κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας του, που επισυνέβη μετά τη λύση της σύμβασης ομαδικής ασφάλισης.
Ότι με τον τρόπο αυτό στερήθηκε την εφάπαξ ασφαλιστική αποζημίωση, υπολογισμένη σε ποσοστό ανάλογα με τα πραγματικά έτη υπηρεσίας του, την οποία υποχρεούται να του καταβάλει η εναγομένη, ως ζημία οφειλόμενη από την υπαίτια αδυναμία της να εκπληρώσει την ανωτέρω παροχή της προς αυτόν, η οποία αποτέλεσε όρο της εργασιακής του σύμβασης ή, επικουρικά, οφειλόταν σε αυτόν λόγω της αρχής της ίσης μεταχείρισης των εργαζομένων, δεδομένου ότι όλοι οι εργαζόμενοι που πληρούσαν τις προβλεπόμενες στο ασφαλιστήριο συμβόλαιο προϋποθέσεις, και αποχώρησαν εντός του έτους 2013, εισέπραξαν την εν λόγω αποζημίωση ή, όλως επικουρικά, δυνάμει των διατάξεων του αδικαιολόγητου πλουτισμού, διότι η εναγομένη εισέπραξε από την ασφαλιστική εταιρία, μετά την καταγγελία της επίμαχης σύμβασης ομαδικής ασφάλισης, τα ασφάλιστρα που κατέβαλε για λογαριασμό των εργαζομένων, τα οποία αποτελούν ίδιες μισθολογικές παροχές, με αποτέλεσμα να καταστεί, κατά τα αντίστοιχα ποσά, πλουσιότερη σε βάρος της δικής του περιουσίας.
Ότι, επιπλέον, η εναγομένη του οφείλει διαφορές αποδοχών για το χρονικό διάστημα από τον Ιανουάριο του 2013 μέχρι τη λύση της σύμβασης εργασίας του, διότι δεν του κατέβαλε την προβλεπόμενη στην από 25-1-2011 επιχειρησιακή σ.σ.ε. και την από 19-12-2011 τροποποίηση αυτής αύξηση ποσοστού 2,7% επί του βασικού μισθού του.
Με βάση το παραπάνω ιστορικό ζήτησε ο ενάγων να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλει για την ασφαλιστική του αποζημίωση αλλά και τη διαφορά αποδοχών λόγω μη καταβληθείσας αύξησης 2,7% επί του βασικού μισθού από 1 η-1 -2013, τα ποσά των: α) 27.098,14 και β) 1.157,09 ευρώ αντίστοιχα με τον νόμιμο τόκο για το υπό στοιχ. (α) ποσό από την επίδοση της αγωγής και για το υπό στοιχ. (β) ποσό από την 1Π του επόμενου μήνα που αντιστοιχεί η κάθε επιμέρους μηνιαία αξίωση.
Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε, η υπ' αριθμ. 221/2017 απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, με την οποία, αφού το Δικαστήριο έκρινε ότι είναι μη νόμιμη η αγωγή ως προς την επικουρική της βάση, τη στηριζόμενη στις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού, αλλά και όσον αφορά το υπό στοιχείο β κονδύλιο, που αφορά τη διαφορά αποδοχών έτους 2013, κεφάλαια ως προς τα οποία δεν προσβλήθηκε με λόγο έφεσης η απόφαση για την ως άνω κρίση της και δεν μεταβιβάστηκε η υπόθεση ως προς τα κεφάλαια αυτά ενώπιον του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, εν τέλει απέρριψε την αγωγή ως ουσία αβάσιμη και κατά το κεφάλαιο που αφορούσε την καταβολή της εφάπαξ ασφαλιστικής αποζημίωσης.
Κατά της απόφασης αυτής, ασκήθηκε η ως άνω έφεση και το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση δέχτηκε εν μέρει την αγωγή και υποχρέωσε την εναγομένη να καταβάλει στον ενάγοντα αυτόν το ποσό των τεσσάρων χιλιάδων τριακοσίων είκοσι ευρώ και ενενήντα επτά λεπτών (4.320,97 €), με τους νόμιμους τόκους από την επίδοση της αγωγής.
3. Στην προκείμενη περίπτωση με την προσβαλλόμενη απόφαση έγιναν δεκτά, κατά το μέρος που ενδιαφέρει τον αναιρετικό έλεγχο, τα εξής: Η εναγόμενη ανώνυμη εμπορική εταιρία, που εδρεύει στην ... ...ς, ιδρύθηκε το έτος 1962 και δραστηριοποιείται στον χώρο της παραγωγής προϊόντων χάλυβα. Η εταιρία αυτή λύθηκε και τέθηκε εκούσια σε εκκαθάριση με το από 24-10-2014 πρακτικό λύσης του Διοικητικού της Συμβουλίου, το οποίο καταχωρήθηκε στο Γ.Ε.ΜΗ.
στις 10-11-2014. Ο ενάγων προσλήφθηκε στις 29-5-2000 από την ανωτέρω εταιρία με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και έκτοτε προσέφερε τις υπηρεσίες του στο τμήμα φούρνων ανόπτησης ως εργατοτεχνίτης μέχρι τις 31-10-2000 , δηλαδή εργάσθηκε για διάστημα 5 μηνών και δύο ημερών. Επαναπροσλήφθηκε στις 16-1-2001 και εργάσθηκε στο ίδιο τμήμα με την ίδια ειδικότητα έως 28-2-2001, στη συνέχεια δε εργάσθηκε ως τις 31-3-2007 στο τμήμα ελάστρου επιφανειακής σκλήρυνσης με την ίδια ειδικότητα και μετά, ως τις 31-8-2009, στο ίδιο τμήμα ως βοηθός ρόλλερ και τέλος, στη συνέχεια εργάσθηκε έως στις 2-4-2015 στο τμήμα προγραμματισμού παραγωγής ως υπάλληλος γραφείου, δηλαδή εργάσθηκε για διάστημα 14 ετών 2 μηνών και 16 ημερών και συνολικά 14 ετών, 7 μηνών και 18 ημερών (βλ.
την από 18-5-2015 βεβαίωση της εναγομένης), οπότε λύθηκε η εργασιακή του σχέση λόγω καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του από την εναγόμενη, δεδομένης της λύσης της και της θέσης της σε εκκαθάριση και την προοδευτική διακοπή των εργασιών της , έλαβε δε από την εναγομένη ως καθαρό ποσό αποζημίωσης απόλυσης το ποσό των 21.589,17 ευρώ.
Η σχέση εργασίας του ενάγοντος διεπόταν από τις έγγραφες ατομικές συμβάσεις εργασίας του και τις εκάστοτε ισχύουσες επιχειρησιακές συλλογικές συμβάσεις εργασίας. Από την 1-1-1975 η εναγομένη χορηγούσε οικειοθελώς, σταθερά και αδιάλειπτα ,στους εργαζόμενους της επιχείρησής της, αποκλειστικά και μόνον από λόγους πρόνοιας προς αυτούς, ως πρόσθετη χρηματική παροχή, πέραν του μισθού τους, συγκεκριμένο ποσό για την κάλυψη προγράμματος ομαδικής ασφάλισης του προσωπικού της, το οποίο είχε συνάψει αρχικά με την ανώνυμη ελληνική εταιρία γενικών ασφαλειών "Η ΕΘΝΙΚΗ" και, ακολούθως, με διάφορες άλλες ασφαλιστικές εταιρίες, που θα αναφερθούν κατωτέρω, για τη χορήγηση, με τους όρους που το πρόγραμμα αυτό προέβλεπε, ασφαλιστικών παροχών προς όλους τους εργαζόμενους στην επιχείρησή της, αναλαμβάνοντας η ίδια να καλύπτει εξ ολοκλήρου τα ασφάλιστρα στις εν λόγω ασφαλιστικές εταιρίες.
Η εναγομένη κατάρτιζε, δηλαδή, συμβάσεις ομαδικής ασφάλισης του προσωπικού της, αναλαμβάνοντας την κάλυψη των ασφαλίστρων, τα οποία κατέβαλλε για λογαριασμό των εργαζομένων - τρίτων στη σύμβαση ασφάλισης, η δε ασφαλιστική εταιρία υποχρεούνταν να καταβάλει ένα χρηματικό εφάπαξ καταβαλλόμενο ποσό (ασφαλιστική παροχή) με τη συμπλήρωση ορισμένων ετών προϋπηρεσίας και συγκεκριμένου ορίου ηλικίας ή και νωρίτερα (πρόωρη λήψη μειωμένης αποζημίωσης).
Την εν λόγω παροχή ελάμβανε και ο ενάγων από την αρχή της πρόσληψής του, όπως και το σύνολο των εργαζομένων στην εναγόμενη εταιρία, αφού η ημερομηνία υπαγωγής των εργαζομένων στο πρόγραμμα ομαδικής ασφάλισης συνέπιπτε με την ημερομηνία πρόσληψής τους. Μέχρι και το τέλος του έτους 1991, η παροχή αυτή καταβαλλόταν οικειοθελώς από την εργοδότρια, δηλαδή χορηγείτο με αποκλειστική πρωτοβουλία της εναγομένης, χωρίς να υπάρχει δέσμευση ούτε από τον νόμο ούτε από τις ατομικές συμβάσεις εργασίας ούτε από συλλογικές κανονιστικές ρυθμίσεις και αποτελούσε αντάλλαγμα για τις υπηρεσίες που προσέφεραν οι εργαζόμενοι, μεταξύ των οποίων και ο ενάγων, στην εργοδότρια εταιρία μέχρι την αποχώρησή τους από την εργασία (επέλευση της ασφαλιστικής περίπτωσης).
Στη συνέχεια, από το έτος 1992, η εναγόμενη εταιρία υποχρεούνταν πλέον να παρέχει προγράμματα ομαδικής ασφάλισης στους εργαζόμενους δυνάμει ρητών όρων, που περιλαμβάνονταν στις εκάστοτε συναφθείσες και ισχύουσες επιχειρησιακές συλλογικές συμβάσεις εργασίας και, συγκεκριμένα, στις από 14-4-1992, 30-5-19 94, 27-3-1995, 8-4-1996 και 17-4-1997 ε.σ.σ.ε..
Έκτοτε, η παροχή αυτή έπαυσε να αποτελεί οικειοθελή παροχή και κατέστη υποχρεωτική, δεσμευτική για την εργοδότρια εταιρία, πηγάζουσα από κανονιστική διάταξη των πιο πάνω επιχειρησιακών σ.σ.ε.. Το προαναφερθέν πρόγραμμα ομαδικής ασφάλισης με την ασφαλιστική εταιρία "Η ΕΘΝΙΚΗ" διακόπηκε την 31-12-1998, ύστερα από καταγγελία της τελευταίας, διότι εμφάνισε σοβαρό έλλειμμα αποθεματικού, λόγω των σημαντικών ελλειμμάτων που συσσώρευσε κατά τα προηγούμενα έτη και, συνεπώς, δεν ήταν βιώσιμο και, κατόπιν τούτου, η εναγομένη εισέπραξε την 18-8-1999 από την ως άνω ασφαλιστική εταιρία το ποσό των 895.801.132 δραχμών, που αποτελούσε το επιστρεφόμενο υπόλοιπο του λογαριασμού καταθέσεων ασφαλίστρων του συναφθέντος με την εν λόγω ασφαλιστική εταιρία υπ' αριθ. 2.046/1975 ασφαλιστηρίου συμβολαίου.
Ακολούθως, η εναγομένη προέβη στην κατάρτιση νέου ομαδικού ασφαλιστικού προγράμματος διαχείρισης κεφαλαίου με την ασφαλιστική εταιρία "ALPHA ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΑΕ", την οποία επέλεξαν τα μέρη, ήτοι αφενός μεν η εργοδότρια εταιρία αφετέρου δε το σωματείο των εργαζομένων με την επωνυμία "ΣΩΜΑΤΕΙΟ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ Α.Ε.Ε.
ΧΑΛΥΒΟΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ Ο ΧΑΛΥΨ", μέλη του οποίου είναι το σύνολο των εργαζομένων στην επιχείρηση της εναγομένης, μεταξύ των οποίων και ο ενάγων και καταρτίσθηκε το ασφαλιστήριο συμβόλαιο ..., το οποίο ίσχυσε μέχρι την 31-7-2007, οπότε καταγγέλθηκε από την ασφαλιστική εταιρία, με επιστολή που κοινοποιήθηκε προς την εναγομένη, με έναρξη ισχύος των αποτελεσμάτων της καταγγελίας την 31-10-2007,καθόσον διαπιστώθηκε από αναλογιστικές μελέτες ότι, λόγω του συνεχώς αυξανόμενου ελλείμματος του αποθεματικού του προγράμματος διαχείρισης κεφαλαίου, το πρόγραμμα αυτό δεν θα είχε τη δυνατότητα σε προβλεπτό χρόνο να καταβάλει τις προσδοκώμενες αποζημιώσεις στους αποχωρούντες εργαζόμενους, που καλύπτονταν από το πρόγραμμα, το δε προϊόν της ρευστοποίησης των περιουσιακών στοιχείων, στα οποία είχε επενδυθεί από την ασφαλιστική εταιρία το διαχειριζόμενο από την ίδια κεφάλαιο του εν λόγω ομαδικού ασφαλιστηρίου, ποσού 1.171.138,54 ευρώ, κατατέθηκε την 5-11-2007 στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων Αθηνών υπέρ της εναγομένης και του σωματείου των εργαζομένων και εκδόθηκε το υπ' αριθμ. 580504/5-1-2007 γραμμάτιο σύστασης παρακαταθήκης, γεγονός που γνωστοποίησε η ασφαλιστική εταιρία προς αυτούς την 6-11-2007 με την από 5-11-2007 εξώδικη δήλωση - γνωστοποίηση, με την οποία τους κάλεσε να εισπράξουν το ως άνω χρηματικό ποσό.
Στη συνέχεια, ακολούθησαν συζητήσεις μεταξύ των μερών για την κατάρτιση, μέσω μιας νέας επιχειρησιακής σ. σ. ε., ενός νέου βιώσιμου ασφαλιστικού προγράμματος διαχείρισης κεφαλαίου. Έτσι, με το από 27-3-2008 ιδιωτικό συμφωνητικό, που υπογράφηκε μεταξύ της εναγόμενης εταιρίας και της ως άνω συνδικαλιστικής οργάνωσης, η εργοδότρια εταιρία ανέλαβε την υποχρέωση να προβεί στην υπογραφή νέου ομαδικού ασφαλιστικού προγράμματος διαχείρισης κεφαλαίου με την ασφαλιστική εταιρία "GENERALI LIFE ΑΕΑΖ", που κατά πάσα βεβαιότητα θα επιλεγόταν, στην οποία η ίδια θα κατέβαλλε εξ ολοκλήρου τα ασφάλιστρα και το οποίο θα κάλυπτε όλους τους εργαζόμενους, που απασχολούνταν στην επιχείρησή της έως τον χρόνο κατάρτισης του συμφωνητικού (27-3-2008) με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ονομαστική κατάσταση των οποίων (421 ατόμων) επισυνάφθηκε στο συμφωνητικό, εξαιρουμένων δηλαδή των απασχολουμένων με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου και των νεοπροσλαμβανόμενων εργαζομένων.
Στο ανωτέρω ιδιωτικό συμφωνητικό περιλήφθηκαν μάλιστα και οι ειδικότεροι όροι, οι οποίοι θα έπρεπε να αποτελέσουν περιεχόμενο του νέου ομαδικού ασφαλιστηρίου, το οποίο θα υπέγραφε η εναγομένη με την ως άνω ασφαλιστική εταιρία και δη το ύψος και ο τρόπος καταβολής των εισφορών, τακτικών, ετήσιων και έκτακτων, που θα κατέβαλλε η εργοδότρια, το ύψος των παροχών - αποζημιώσεων προς τους ασφαλισμένους, καθώς και οι προϋποθέσεις, ο χρόνος και ο τρόπος καταβολής τους.
Ειδικότερα, συμφωνήθηκε, εκτός των άλλων, αναφορικά με τις προϋποθέσεις που έπρεπε σωρευτικά να συντρέχουν για τη λήψη της αποζημίωσης, ότι κατά τη συμπλήρωση του 58ου έτους της ηλικίας του, εφόσον εξακολουθεί να εργάζεται στην εργοδότρια εταιρία (κανονική λήψη αποζημίωσης), ή και νωρίτερα, εάν αποχωρήσει νωρίτερα από την εργασία του για οποιονδήποτε λόγο (πρόωρη λήψη αποζημίωσης λόγω πρόωρης αποχώρησης), εκτός όμως από την περίπτωση θανάτου, που δεν θεωρείται πρόωρη αποχώρηση και δεν θεμελιώνεται δικαίωμα παροχής, ο κάθε εργαζόμενος θα λαμβάνει από την ασφαλιστική εταιρία "GENERALI LIFE ΑΕΑΖ" ως αποζημίωση ένα συγκεκριμένο ποσοστό της.
κανονικής πλήρους αποζημίωσης (όπως αυτή θα προκύπτει για κάθε εργαζόμενο κατά τον αναφερόμενο τρόπο υπολογισμού). Το ποσοστό αυτό θα κυμαίνεται ανάλογα με το πότε λαμβάνει ο εργαζόμενος την αποζημίωση σε σχέση με την ημερομηνία συμπλήρωσης του 58ου έτους της ηλικίας του, σύμφωνα με τους πίνακες που προσαρτήθηκαν στο εν λόγω ιδιωτικό συμφωνητικό.
Σε κάθε περίπτωση, συμφωνήθηκε ότι απαραίτητη προϋπόθεση για την κανονική ή για την πρόωρη λήψη της αποζημίωσης είναι να έχει συμπληρώσει ο εργαζόμενος, που ανήκει στην ασφαλιζόμενη ομάδα, τουλάχιστον δεκαπέντε (15) έτη συνεχούς εργασίας στην εργοδότρια εταιρία από την ημέρα πρόσληψής του στην υπηρεσία της εργοδότριας, άλλως δεν θα θεμελιώνεται υπέρ αυτού δικαίωμα λήψης αποζημίωσης και δεν θα δικαιούται να εισπράξει ο εργαζόμενος οποιαδήποτε αποζημίωση.
Περαιτέρω, μετά την υπογραφή του ως άνω από 27-3-2008 ιδιωτικού συμφωνητικού, ακολούθησε η σύναψη μεταξύ της εναγομένης και του προαναφερθέντος σωματείου της από 5-5-2008 επιχειρησιακής συλλογικής σύμβασης εργασίας, στην οποία επαναλήφθηκαν όσα είχαν ήδη συμφωνηθεί με το εν λόγω ιδιωτικό συμφωνητικό, αναφορικά με την υποχρέωση σύναψης ομαδικού ασφαλιστηρίου και τους ειδικότερους όρους αυτού.
Βάσει του ανωτέρω ιδιωτικού συμφωνητικού και της προαναφερθείσας επιχειρησιακής σ.σ.ε. και σε εκτέλεση αυτών, η εναγομένη προέβη την 9-5-2008 στην υπογραφή του υπ' αριθμόν ... ομαδικού ασφαλιστηρίου συμβολαίου διαχείρισης κεφαλαίου, δεκαετούς διάρκειας, ανανεούμενης αυτόματα κάθε έτος, με ημερομηνία έναρξης την 1-1-2008, με την ασφαλιστική εταιρία "GENERALI LIFE ΑΕΑΖ", στο οποίο περιλαμβάνονταν οι ειδικότεροι όροι, που θα ρύθμιζαν την ισχύ του, οι οποίοι ήταν οι ίδιοι όροι που συμφωνήθηκαν με το ως άνω από 27-3-2008 ιδιωτικό συμφωνητικό και τη σχετική από 5-5-2008 επιχειρησιακή σ.σ.ε.
και μεταφέρθηκαν αυτολεξεί στο πιο πάνω ασφαλιστήριο συμβόλαιο. Το ασφαλιστήριο συμβόλαιο προέβλεπε στον όρο 7 ότι η εναγόμενη εταιρία μπορούσε για οποιονδήποτε λόγο, μετά από διατύπωση γνώμης προς αυτήν από το σωματείο των εργαζομένων να καταγγείλει το ασφαλιστήριο συμβόλαιο μετά από γραπτή προειδοποίηση έξι (6) μηνών πριν από τη λήξη κάθε ασφαλιστικής περιόδου, η οποία θα επιδοθεί νόμιμα στην ασφαλιστική εταιρία.
Το ανωτέρω από 27-3-2008 ιδιωτικό συμφωνητικό δεν αποτελεί προσύμφωνο κατ' άρθρο 166 του ΑΚ για την υπογραφή επιχειρησιακής σ.σ.ε. με αντικείμενο την ομαδική ασφάλιση μέρους του προσωπικού της και ενός σχετικού ασφαλιστηρίου συμβολαίου, διότι το ασφαλιστήριο συμβόλαιο υπογράφηκε από την εναγομένη και την ασφαλιστική εταιρία, που επιλέχθηκε από εκείνη και το σωματείο εργαζομένων, σε εκτέλεση της υποχρέωσης που αναλήφθηκε με το ανωτέρω ιδιωτικό συμφωνητικό, ήτοι της χορήγησης στους εργαζόμενους που ονομαστικά αναφέρονται σε αυτό, μεταξύ των οποίων και ο ενάγων, ομαδικού ασφαλιστικού προγράμματος, με τους ειδικότερους όρους που προβλέφθηκαν σε αυτό.
Η νόμιμη αιτία δηλαδή υπογραφής του ασφαλιστηρίου συμβολαίου υπήρξε η εκπλήρωση συμβατικής υποχρέωσης, που ανέλαβε η εναγομένη, με βάση την καθιέρωση δεσμευτικού όρου χορήγησης της εν λόγω παροχής στους εργαζόμενους από το πιο πάνω ιδιωτικό συμφωνητικό, που κατέστη έκτοτε περιεχόμενο και δεσμευτικός όρος των ατομικών συμβάσεων εργασίας, που διέπει τις σχέσεις εργοδότριας και εργαζομένων.
Από τα ανωτέρω, προκύπτει ότι η επίδικη ασφαλιστική παροχή προς τον ενάγοντα, η οποία ουσιαστικά κατέστη όρος των ατομικών συμβάσεων εργασίας του μετά τη σύναψη του προαναφερθέντος από 27-3-2008 ιδιωτικού συμφωνητικού, δόθηκε ως αντάλλαγμα της παρεχόμενης από αυτόν εργασίας και απέκτησε το χαρακτήρα μισθολογικής παροχής, η οποία συνίσταται στο δικαίωμα προσδοκίας, που αποκτά αυτός μέχρι την πλήρωση των προβλεπόμενων στη σύμβαση ασφάλισης προϋποθέσεων για την είσπραξη της υπολογιζόμενης παροχής.
Στο εν λόγω ιδιωτικό συμφωνητικό, η εναγομένη δεν επιφύλαξε για τον εαυτό της δικαίωμα μονομερούς ανάκλησης της εν λόγω παροχής ούτε προέβη σε συμφωνία με τους εργαζόμενους για την ανάκληση της παροχής αυτής. Τέτοια επιφύλαξη δεν συνιστά η πρόβλεψη στο ασφαλιστήριο συμβόλαιο της δυνατότητας καταγγελίας του εν λόγω συμβολαίου εκ μέρους της εναγομένης, κατά τα προρρηθέντα, καθώς η καταγγελία αυτή δεν αναιρεί την υποχρέωση που ανέλαβε η εναγομένη με το ανωτέρω ιδιωτικό συμφωνητικό να παρέχει στους εργαζομένους της επιχείρησης της την ανωτέρω μισθολογική παροχή.
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι με την από 12-2-2013 εξώδικη δήλωση, που επιδόθηκε την ίδια ημέρα στο σωματείο εργαζομένων της εταιρίας, η εναγομένη εξέθεσε τους οικονομικούς λόγους που καθιστούσαν πλέον ασύμφορη την εξακολούθηση των δύο προγραμμάτων ομαδικής ασφάλισης, ήτοι του ασφαλιστικού προγράμματος διαχείρισης κεφαλαίου και του ασφαλιστικού προγράμματος ζωής, ατυχημάτων και ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης, που είχαν συναφθεί με την ασφαλιστική εταιρία "GENERALI LIFE ΑΕΑΖ", με τους ίδιους όρους και, επικαλούμενη τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 2 της ΠΥΣ 6/28-2-2012, σύμφωνα με την οποία "Συλλογικές συμβάσεις εργασίας, που βρίσκονται σε ισχύ, ήδη 24 μήνες μέχρι την 14-2-2012 ή και περισσότερο, λήγουν στις 14-2- 2013", θεώρησε λήξασα την από 5-5-2008 επιχειρησιακή σ.σ.ε.
αόριστης διάρκειας, η οποία την 14-2-2012 βρισκόταν σε ισχύ για περισσότερους από 24 μήνες και έληξε αυτοδικαίως την 14-2-2013, σε κάθε δε περίπτωση προέβη και σε καταγγελία αυτής, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 12 του ν. 1876/1990. Με την ίδια δε εξώδικη δήλωση ενημέρωσε το σωματείο ότι θα καταγγείλει τα δύο ως άνω ασφαλιστήρια συμβόλαια και κάλεσε τους νομίμους εκπροσώπους του σωματείου να συναντηθούν με τους εκπροσώπους της εναγομένης, προκειμένου να διατυπώσουν τη γνώμη τους, όπως προέβλεπε ο όρος 7 του υπ' αριθμόν ...
ομαδικού ασφαλιστηρίου συμβολαίου διαχείρισης κεφαλαίου και να εξετάσουν από κοινού τη δυνατότητα σύναψης νέας επιχειρησιακής σ.σ.ε., που θα καθόριζε το περιεχόμενο ομαδικής ασφάλισης των ήδη υπαγομένων στις ρυθμίσεις της από 5-5-2008 επιχειρησιακής σ.σ.ε. με βάση τα νέα οικονομικά και νομικά δεδομένα και τις προοπτικές της εταιρίας.
Σε απάντηση της πιο πάνω εξώδικης δήλωσης, το σωματείο των εργαζομένων κοινοποίησε στις 18-2-2013 στην εναγόμενη εξώδικη διαμαρτυρία, δήλωση και πρόσκληση, με την οποία αμφισβήτησε τα περί δυσμενούς και απρόοπτης μεταβολής των οικονομικών συνθηκών και ισχυρίσθηκε ότι στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 2 παρ. 2 της ΠΥΣ 6/2012 δεν ενέπιπταν σ.σ.ε.
όμοιες με την καταγγελλόμενη, ότι οι όροι της είχαν ενσωματωθεί στην από 31-12-2012 επιχειρησιακή σ.σ.ε., η οποία ήταν σε ισχύ και ότι η υποχρέωση τήρησης του προγράμματος δεν έχει απλώς το χαρακτήρα κανονιστικού όρου, αλλά και ενοχικού όρου που δεσμεύει την εργοδότρια εταιρία έναντι κάθε εργαζομένου ατομικά.
Ακολούθως, με την από 27-2-2013 εξώδικη δήλωσή της, η οποία κοινοποιήθηκε αυθημερόν στην παραπάνω ασφαλιστική εταιρία, η εναγομένη κατήγγειλε το επίμαχο ομαδικό ασφαλιστήριο συμβόλαιο, με έναρξη της ισχύος της καταγγελίας από την 31-12- 2013, ήτοι από τη λήξη της τρέχουσας ασφαλιστικής περιόδου, παρά τις αντιρρήσεις που διατυπώθηκαν από τους νόμιμους εκπροσώπους του σωματείου των εργαζομένων.
Η εναγομένη προέβη στην ανωτέρω καταγγελία, θεωρώντας ότι, μετά την αυτοδίκαιη λήξη από 14-2-2013 της από 5-5-2008 επιχειρησιακής σ.σ.ε., δυνάμει του άρθρου 2 παρ. 2 της ΠΥΣ 6/28-2-2012, δεν είχε υποχρέωση να εξακολουθεί να παρέχει στους εργαζόμενους την επίδικη παροχή. Μετά την καταγγελία του ως άνω ομαδικού ασφαλιστηρίου, η εναγόμενη εργοδότρια εταιρία δεν προέβη σε σύναψη νέας συμφωνίας με άλλη ασφαλιστική εταιρία, παραβιάζοντας έτσι ρητό όρο των ατομικών συμβάσεων εργασίας των εργαζομένων, όπως αυτές διαμορφώθηκαν μετά το από 27-3-2008 ιδιωτικό συμφωνητικό, σύμφωνα με το οποίο υποχρεούνταν να έχει ασφαλισμένο το προσωπικό της και σε έναν άλλο, πλην του κυρίου, ασφαλιστικό φορέα και δη με τους ειδικότερους όρους που ορίζονταν σε αυτό.
Εξάλλου, το γεγονός της αυτοδίκαιης λήξης της από 5-5-2008 επιχειρησιακής σ.σ.ε. δεν αναιρεί την ανωτέρω υποχρέωση της εναγομένης, η οποία πηγάζει από τις ατομικές συμβάσεις εργασίας των εργαζομένων, κατά τα προαναφερθέντα. Η καταγγελία του ασφαλιστηρίου συμβολαίου από την εναγόμενη, η οποία δεν είχε δικαίωμα να προβεί στην πράξη αυτή, λόγω δέσμευσής της για την παροχή προγράμματος ομαδικής ασφάλισης από τις ατομικές συμβάσεις των εργαζομένων, δημιουργεί ευθύνη της προς αποζημίωση του ενάγοντος, εξαιτίας της υπαίτιας ματαίωσης του υπό αίρεση δικαιώματος του τελευταίου, της αναμενόμενης δηλαδή είσπραξης ενός εφάπαξ χρηματικού ποσού, με την αποχώρησή του.
Επιπλέον, η επικληθείσα εκ μέρους της εναγομένης οικονομική της αδυναμία να ανταποκριθεί στην πληρωμή των ασφαλίστρων δεν συνιστά γεγονός, για το οποίο αυτή δεν υπείχε ευθύνη, καθότι για την απαλλαγή της από την ευθύνη απαιτείται η ύπαρξη και απόδειξη και άλλων περιστάσεων, εξαιτίας των οποίων η οφειλέτρια αδυνατεί να εκπληρώσει την παροχή της.
Στην προκειμένη όμως περίπτωση τέτοιες περιστάσεις ούτε επικαλέσθηκε η εναγομένη ούτε αποδείχθηκαν, οπότε μόνη η οικονομική αδυναμία, η οποία πάντως δεν αποδείχθηκε, δεν αρκεί, για να απαλλαγεί η εργοδότρια από την υποχρέωση καταβολής στους εργαζόμενους της πρόσθετης ασφαλιστικής παροχής. Τέλος, δεν αποδείχθηκε και σημαντική και σοβαρή οικονομική δυσπραγία της εναγομένης, αφού αποδείχθηκε ότι η ίδια από το έτος 1998 και μετέπειτα αντιμετώπιζε σημαντικά οικονομικά προβλήματα, τελούσα σε διαρκή δανειακή εξάρτηση ιδιαίτερα σημαντικών ποσών, παρά ταύτα όμως, εν γνώσει της εν λόγω οικονομικής της κατάστασης, κατήρτισε το ένδικο ασφαλιστήριο συμβόλαιο και τις συλλογικές συμβάσεις που επακολούθησαν, στοιχείο που καταδεικνύει ότι προχώρησε στη σύναψη της σύμβασης αυτής αναλαμβάνοντας το σχετικό κίνδυνο εκπλήρωσης της εν λόγω συμβατικής της υποχρέωσης.
Κατ' ακολουθία όλων των ανωτέρω, ο ενάγων δεν έχει αξίωση κατά της ασφαλιστικής εταιρείας, δικαιούται όμως, βάσει της μεταξύ αυτού και της εναγομένης σύμβασης εργασίας, να λάβει από την τελευταία ως αποζημίωση, λόγω υπαίτιας αδυναμίας αυτής να εκπληρώσει την παροχή αυτή και στέρησης του δικαιώματος προσδοκίας για τη λήψη της παροχής αυτής με την αποχώρησή του και τη συμπλήρωση τουλάχιστον δεκαπενταετούς υπηρεσίας, αποζημίωση που αποτελεί θετικό διαφέρον, συνιστάμενη σε ό,τι θα μπορούσε να λάβει ο ενάγων εργαζόμενος δανειστής αν ήταν δυνατή η εκπλήρωση της παροχής.
Η παραπάνω αποζημίωση δεν παριστά το ποσό που θα έπρεπε να καταβληθεί σαν να μην είχε λυθεί η σύμβαση ασφάλισης, συντρεχόντων δηλαδή υποχρεωτικά και των όρων της τελευταίας, αλλά αποζημίωση λόγω υπαίτιας αδυναμίας να εκπληρώσει την παροχή αυτή, συνιστάμενη σε ό,τι θα μπορούσε να λάβει ο εργαζόμενος δανειστής αν ήταν δυνατή η εκπλήρωση της παροχής, ήτοι η καταβολή που αντιστοιχεί στο εφάπαξ ποσό που θα έπρεπε κατά το προαναφερθέν δικαίωμα προσδοκίας του να του καταβάλει η εναγομένη με την αποχώρησή του (στην προκειμένη περίπτωση λόγω καταγγελίας της σύμβασής του) με τη συμπλήρωση τουλάχιστον της ελάχιστης δεκαπενταετούς υπηρεσίας , μειωμένου αναλογικά για έτη της πραγματικής υπηρεσίας του, όπως και ορθά ζητείται με την ένδικη αγωγή.
Ειδικότερα, ο ενάγων αυτός κατά την 27-03-2008 υπαγόταν στο κλιμάκιο προϋπηρεσίας No 5. Επιπλέον για τον υπολογισμό του ασφαλιστικού μισθού λαμβάνεται υπόψη ο μέσος όρος των ασφαλιστικών μισθών του τελευταίου έτους πριν την καταγγελία της σύμβασής του και εν προκειμένω από την 3η Απριλίου του 2014 μέχρι την 2η Απριλίου του 2015.
Όπως όμως ορίζεται στους Β2α και Β2β όρους του από 27-03-2008 Ιδιωτικού Συμφωνητικού και της από 05-05-2008 ΕΣΣΕ, που περιλήφθηκε αυτούσιος στο ασφαλιστήριο πρόγραμμα, ως βάση για τον υπολογισμό του πλασματικού μισθού θα ληφθεί υπόψη ο πραγματικός μισθός που λάμβανε ο ενάγων κατά τον χρόνο υπογραφής του Ιδιωτικού Συμφωνητικού και της Ε.Σ.Σ.Ε., όπου λόγω της χρονικής διαφοράς των δύο μηνών (Μάρτιος 2008 και Μάιος 2008 αντίστοιχα) ορίστηκε, εντέλει, από την εναγομένη ως έναρξη του υπολογισμού του πλασματικού μισθού η μισθοδοσία του Μαΐου του 2008 (οπότε και υπογράφηκε η ΕΣΣΕ) με όλες τις εντεύθεν ετήσιες προσαυξήσεις, με την προϋπόθεση ότι δεν θα μπορεί να υπολογισθεί καμία αύξηση στον πραγματικό μισθό που να επηρεάζει τον πλασματικό μισθό ανώτερη του 3% ετησίως.
Το τελευταίο έτος της σύμβασης εργασίας (Απρίλιος 2014 - Απρίλιος 2015) ο μέσος όρος των ασφαλιστικών μισθών του (πλασματικός μισθός), σύμφωνα και με τους υπολογισμούς της ένδικης αγωγής που ουδόλως αμφισβητήθηκαν από την εναγομένη τόσο στο πρώτο όσο και στο παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας, ανήλθε σε 1.910,64 €. Όπως προαναφέρθηκε κατά την καταγγελία της σύμβασής του συμπλήρωσε υπηρεσία 14 ετών, 7 μηνών και 18 ημερών.
Σύμφωνα όμως με τον Β3 όρο του από 27-03-2008 Ιδιωτικού Συμφωνητικού και τον Β4 όρο της από 05-05-2008 ΕΣΣΕ, που περιλήφθηκε αυτούσιος στο ασφαλιστήριο πρόγραμμα, περίοδος μικρότερη του έτους υπολογίζεται αναλογικά, έτσι υπηρεσία μεγαλύτερη των δεκαπέντε (15) ημερών υπολογίζεται ως ένας ολοκληρωμένος μήνας, ώστε τελικά να υπολογίζονται για τον ασφαλιστικό του μισθό ως προϋπηρεσία τα 14 έτη και 8 μήνες, αναλογικά δε 14,66 έτη (ήτοι 14 έτη X 12 μήνες = 168 μήνες + 7 μήνες + 1 μήνας =176 μήνες/12 μήνες = 14,66 έτη).
Περαιτέρω, κατά την ημερομηνία αποχώρησης ο ενάγων ήταν 35 ετών, 3 μηνών και 6 ημερών. Επομένως στον Πίνακα Ποσοστών σε περίπτωση πρόωρης αποχώρησης (Πίνακας 1 για τους άνδρες εργαζόμενους) βρίσκεται μεταξύ της εικοστής τρίτης κατηγορίας (ποσοστό 24,73% με συμπληρωμένο το 35° έτος) και εικοστής δεύτερης κατηγορίας (ποσοστό 26,02% με συμπληρωμένο το 36° έτος), αναλογικά υπολογιζόμενο για τους 3 μήνες, αλλά όχι για τις 6 ημέρες (αφού είναι κάτω από 15 ημέρες) σε ποσοστό 25,051% της παροχής επί της κανονικής αποχώρησης (ήτοι για το 35° έτος το ποσοστό ανέρχεται σε 24,73%.
Η διαφορά μεταξύ 35ου έτους και 36ου έτους ανέρχεται σε 1,29% (ήτοι 26,02% - 24,73%). Επομένως η αύξηση για κάθε μήνα σε αυτήν ηλιακή διαφορά ανέρχεται σε 0,107% (1,29% / 12 μήνες), επομένως για τους 3 συνολικά μήνες η αύξηση ανέρχεται σε 3 X 0,107%=0,321% και συνολικά το τελικό ποσοστό του υπολογίζεται σε 24,73% + 0,321% = 25,051%}. Επομένως, δικαιούται το ποσό των (1.910,64 X 14,66 X 0,25051 =) 7.016,78 €.
Συνακόλουθα, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, κατά κακή εφαρμογή του νόμου και εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε την αγωγή του ενάγοντος με την αιτιολογία ότι δεν δικαιούται την παροχή αυτή, διότι δεν είχε συμπληρώσει την απαραίτητη προϋπηρεσία των 15 ετών, αν και με την αγωγή δεν ζητείτο η καταβολή του εφάπαξ ποσού σαν να μην είχε λυθεί η σύμβαση ασφάλισης, ώστε να πρέπει να συντρέχουν οι απαιτούμενες από τη σύμβαση αυτή προϋποθέσεις, αλλά ζητείτο κατά τα προαναφερθέντα αποζημίωση κατά της εναγομένης, διότι αυτή ενεργούσα εναντίον της καλής πίστης, αφού μικρός χρόνος υπελείπετο για την συμπλήρωση δεκαπενταετίας, από υπαιτιότητά της ματαίωσε το άνω υπό αίρεση δικαίωμα του, δηλαδή την είσπραξη του εφάπαξ ποσού κατά την αποχώρησή του, μειωμένου ανάλογα με τα πραγματικά χρόνια υπηρεσίας του.
Συνακόλουθα, κατά παραδοχή ως βάσιμου ουσιαστικά του μοναδικού λόγου της ένδικης έφεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η ως άνω πλημμέλεια, πρέπει η έφεση να γίνει δεκτή, να εξαφανιστεί η εκκαλούμενη απόφαση, στο σύνολό της, δηλαδή αναγκαίως και κατά τη διάταξη περί δικαστικής δαπάνης, που θα καθορισθεί εξ' αρχής, να κρατηθεί αγωγή και να δικαστεί περαιτέρω (άρθρο 535 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Η εναγομένη για την περίπτωση της εξαφάνισης της προσβαλλόμενης απόφασης επαναφέρει με τις προτάσεις της ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού την νομότυπα στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου με δήλωση, που καταχωρήθηκε στα πρακτικά και αναφορά και στις προτάσεις που κατέθεσε, ένσταση συνυπολογισμού ζημίας και οφέλους του μικτού ποσού που ο ενάγων έλαβε στις 30-1-2014 από την ασφαλιστική εταιρία, ως απόδοση του ατομικού του λογαριασμού από την ανωτέρω σύμβαση λόγω της καταγγελίας αυτής.
Ο ισχυρισμός αυτός είναι νόμιμος, στηριζόμένος στις διατάξεις των άρθρων 298 και 288 ΑΚ (βλ ΑΠ 523/95. ΝοΒ 45,966), αποδεικνύεται δε και ουσία βάσιμος, αφού πράγματι προκύπτει ότι ο ενάγων στις 30-1-2014 έλαβε από την ασφαλιστική εταιρία, ως απόδοση του ατομικού του λογαριασμού από την ανωτέρω σύμβαση, λόγω της καταγγελίας αυτής, το μικτό ποσό των 2.695,81 ευρώ, το οποίο εκπίπτει από το μέρος της αιτούμενης απ' αυτόν ασφαλιστικής αποζημίωσης, κατά τη λύση της σύμβασής του, το οποίο και πρέπει να αφαιρεθεί από το ύψος του παραπάνω δικαιούμενου ποσού ως όφελος που προέκυψε από την καταγγελία.
Επομένως, το συνολικό δικαιούμενο ποσό για τον ενάγοντα ανέρχεται στο ποσό των 4.320,97 ευρώ (7.016,78 - 2.695,81). Συνακόλουθα, πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή η αγωγή αυτή ως ουσιαστικά βάσιμη και να υποχρεωθεί η εναγομένη να καταβάλει στον ενάγοντα το προαναφερθέν ποσό με τους νόμιμους τόκους από την επίδοση της αγωγής και μέχρι την πλήρη εξόφληση.
4. Εν προκειμένω με τον 1° λόγο αναίρεσης ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα ότι η προσβαλλόμενη απόφαση, υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ, Ειδικότερα ισχυρίζεται ότι σύμφωνα με τις ως άνω παραδοχές το Εφετείο αφενός μεν δέχτηκε ότι απαραίτητη προϋπόθεση για τη θεμελίωση του δικαιώματος λήψης της ένδικης αποζημίωσης είναι η συμπλήρωση ελάχιστης συνεχούς προϋπηρεσίας 15 ετών στην εναγομένη και, αφετέρου, ότι ο ενάγων δεν διέθετε την προϋπηρεσία αυτή.
Ακολούθως, κατέληξε στην κρίση ότι ο ενάγων δικαιούται αναλογία της παροχής αυτής, διότι "το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, κατά κακή εφαρμογή του νόμου και εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε την αγωγή του ενάγοντος με την αιτιολογία ότι δεν δικαιούται την παροχή αυτή, διότι δεν είχε συμπληρώσει την απαραίτητη προϋπηρεσία των 15 ετών...
Ενεργώντας δε εναντίον της καλής πίστης, αφού μικρός χρόνος υπελείπετο για την συμπλήρωση δεκαπενταετίας, από υπαιτιότητά της ματαίωσε το άνω υπό αίρεση δικαίωμα του, δηλαδή την είσπραξη του εφάπαξ ποσού κατά την αποχώρησή του, μειωμένου ανάλογα με τα πραγματικά χρόνια υπηρεσίας του". Ο λόγος αυτός είναι βάσιμος, γιατί όπως και η ίδια η προσβαλλομένη δέχεται, υφίστατο σαφής πρόβλεψη στο από 27-3-2008 ιδιωτικό συμ/κό ότι απαραίτητη προϋπόθεση είτε για την κανονική είτε για την πρόωρη λήψη της αποζημίωσης βάσει του Ομαδικού Ασφαλιστηρίου ήταν να έχει συμπληρώσει ο δικαιούχος εργαζόμενος ελάχιστη δεκαπενταετή προϋπηρεσία στην εταιρεία.
Έτσι το Εφετείο με την επιδίκαση της ένδικης αποζημίωσης, κατά παράβαση της ως άνω απόλυτης προϋπόθεσης, σε αντίθεση με την αρχή της καλής πίστης, που απαιτεί την τήρηση των συμφωνηθέντων, και σε αντίθεση με την εκφρασθείσα αντίθετη βούληση των μερών, που γνώριζαν την παραπάνω προϋπόθεση της 15ετίας. Η αντιφατικότητα δε της αιτιολογίας του Εφετείου συνίσταται στο ότι ενώ δέχεται την συμφωνηθείσα προϋπόθεση της 15ετίας, εντούτοις, παρά την μη συμπλήρωσή της προβαίνει στην επιδίκαση της αποζημίωσης. 5.
Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση ενώπιον του ιδίου δικαστηρίου, του οποίου η συγκρότηση από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως, είναι εφικτή (ΚΠολΔ 580 παρ.3). Η έρευνα των υπολοίπων λόγων της αιτήσεως αποβαίνει περιττή.
Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί ο αναιρεσίβλητος στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα της τελευταίου (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2).
6. Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 579 παρ.2 ΚΠολΔ, "αν αποδεικνύεται προαποδεικτικώς εκούσια ή αναγκαστική εκτέλεση της απόφασης που αναιρέθηκε, ο Άρειος Πάγος, αν υποβληθεί αίτηση με το αναιρετήριο ή με τις προτάσεις ή με αυτοτελές δικόγραφο, που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου ως την παραμονή της συζήτησης, διατάζει με την αναιρετική απόφαση την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση". Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με το δικόγραφο της αναίρεσης, ζητεί την επιστροφή του ποσού των 5821,37 ευρώ, το οποίο κατέβαλε, εκουσίως, προς τον αναιρεσίβλητο σε εκτέλεση της αναιρούμενης απόφασης, για το επιδικασθέν κεφάλαιο και τους επ' αυτού δικονομικούς τόκους. Η καταβολή προαποδεικνύεται από την προσκομιζόμενη από 9-5-2018 έγγραφη ιδιωτική απόδειξη υπογεγραμμένη από τον αναιρεσίβλητο. Μετά την αναίρεση της προσβαλλομένης αποφάσεως, πρέπει να υποχρεωθεί ο αναιρεσίβλητος να αποδώσει το εν λόγω ποσό, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της παρούσας.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 1016/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου ...ς .
Παραπέμπει την υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή.
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο να πληρώσει στην αναιρεσείουσα δύο χιλιάδες τριακόσια (2.300) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση πριν από την εκτέλεση της αναιρεθείσας απόφασης.
ΥΠΟΧΡΕΩΝΕΙ τον αναιρεσίβλητο να αποδώσει στην αναιρεσείουσα το ποσό των πέντε χιλιάδων οχτακοσίων είκοσι ένα ευρώ και τριάντα επτά λεπτών ( 5821,37) με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της παρούσας.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 28 Ιουνίου 2020.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 15 Απριλίου 2020.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ