389/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 389 / 2016 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 389/2016
Legislator headnote
AI generated389/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 389 / 2016 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 389/2016
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 389 / 2016 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 389/2016
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Δημήτριο Κράνη, Αντώνιο Ζευγώλη και Γεώργιο Κοντό, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Νοεμβρίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων - αναιρεσιβλήτων: 1) Α., συζύγου Α. Ζ., το γένος Η. Π. και 2) Α. Ι. Ζ., αμφοτέρων κατοίκων ... οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Βασίλειο Σπανουδάκη.
Της αναιρεσιβλήτου - αναιρεσείουσας: Μ. συζύγου Τ. Α., το γένος Γ. και Ε. Σ., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Μανιάτη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3-2-2008 αγωγή της Μ. συζύγου Τ. Α. και την από 25-9-2010 ανταγωγή των: 1) Α., συζύγου Α. Ζ. και 2) Α. Ι. Ζ., που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ηρακλείου και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 398/2011 του ίδιου Δικαστηρίου και 30/2015 του Μονομελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με τις από 8-4-2015 και 9-4-2015 αιτήσεις τους.
Κατά τη συζήτηση των αιτήσεων αυτών, που εκφωνήθηκαν από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Γεώργιος Κοντός, ανέγνωσε τις από 3-11-2015 εκθέσεις του, με τις οποίες εισηγήθηκε την απόρριψη των κρινόμενων αιτήσεων. Οι πληρεξούσιοι των διαδίκων ζήτησαν να γίνουν δεκτά τα αιτήματά τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, οι υπό κρίση, υπ' αριθμ. 12/9-4-2015 και 13/14-4-2015 αντίθετες αιτήσεις αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμ. 30/2015 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης, πρέπει να συνεκδικασθούν, κατά τα άρθρα 246 και 573 Κ.Πολ.Δ., αφού έτσι διευκολύνεται η διεξαγωγή της δίκης και επέρχεται μείωση των εξόδων.
Επειδή, η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα και αναιρεσίβλητος, με την ένδικη αγωγή της επικαλούμενη προσβολή της προσωπικότητας της, ζήτησε να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι, ήδη αναιρεσίβλητοι και αναιρεσείοντες να της καταβάλουν εις ολόκληρον έκαστος ως χρηματική ικανοποίηση το χρηματικό ποσό των 70.000 € για την προσβολή της τιμής και της υπόληψής της εξαιτίας των επικαλουμένων σ'αυτή παρανόμων και υπαίτιων ενεργειών τους. Επίσης, οι εναγόμενοι, με τις προτάσεις τους ενώπιον του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, άσκησαν ανταγωγή, με την οποία ζήτησαν επίσης την επιδίκαση χρηματικής ικανοποιήσεως 40.000 € για την ηθική βλάβη που υπέστησαν από την περιγραφόμενη σ' αυτήν αδικοπρακτική συμπεριφορά της αντεναγομένης. Με την πρωτόδικη απόφαση απερρίφθη η ανταγωγή και έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή, ενώ με την αναιρεσιβαλλόμένη απόφαση, έγινε δεκτή η ασκηθείσα από τους εναγομένους έφεση, εξηφανίσθηκε η πρωτόδικη απόφαση και εκδικασθείσης κατ' ουσίαν της υποθέσεως, απερρίφθησαν η αγωγή και η ανταγωγή. Η τελευταία αυτή απόφαση πλήττεται ήδη με τις υπό κρίση αντίθετες αιτήσεις των διαδίκων, κατά το μέρος που απέρριψε την αγωγή και ανταγωγή αυτών αντιστοίχως.
Επειδή, κατά το άρθρο 57 του Α.Κ. όποιος προσβάλλεται παρανόμως στην προσωπικότητα του έχει δικαίωμα να απαιτήσει να αρθεί η προσβολή και να μην επαναληφθεί στο μέλλον, ενώ αξίωση αποζημιώσεως σύμφωνα με τις διατάξεις για τις αδικοπραξίες δεν αποκλείεται, κατά δε το άρθρο 59 ίδιου Κώδικα και στην περίπτωση του άρθρου 57, το δικαστήριο με την απόφαση του, ύστερα από αίτηση αυτού που έχει προσβληθεί και αφού λάβει υπόψη το είδος της προσβολής, μπορεί επιπλέον να καταδικάσει τον υπαίτιο να ικανοποιήσει την ηθική βλάβη αυτού που έχει προσβληθεί. Η ικανοποίηση συνίσταται σε πληρωμή χρηματικού ποσού, σε δημοσίευμα, ή σε οτιδήποτε επιβάλλεται από τις περιστάσεις. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 914 του Α.Κ. "όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει", κατά δε το άρθρο 932 ίδιου Κώδικα "Σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη κατά την κρίση του χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Αυτό ισχύει ιδίως για εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνείας του ή στερήθηκε την ελευθερία του...". Για να γεννηθεί αξίωση προστασίας από προσβολή της προσωπικότητας, κατά τις διατάξεις των άρθρων 57, 59, 914, 932 του Α.Κ., θα πρέπει η προσβολή να είναι παράνομη, να αντίκειται δηλαδή σε διάταξη που απαγορεύει συγκεκριμένη πράξη, με την οποία προσβάλλεται έκφανση αυτής, είναι δε αδιάφορο σε ποιο τμήμα δικαίου βρίσκεται η διάταξη που απαγορεύει την προσβολή. Έτσι, η προσβολή μπορεί να προέλθει και από ποινικώς κολάσιμη πράξη, όπως απάτη, εξύβριση, απλή ή συκοφαντική δυσφήμηση, πράξεις που προβλέπονται και τιμωρούνται από τις διατάξεις των άρθρων 386 , 361, 362 και 363 του Π.Κ.. Για τη στοιχειοθέτηση της υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος της δυσφημήσεως, απαιτείται γνώση του δράστη ότι το ισχυριζόμενο ή διαδιδόμενο απ' αυτόν ενώπιον τρίτου γεγονός είναι κατάλληλο να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη άλλου και θέληση του ιδίου να ισχυρισθεί ή να διαδώσει ενώπιον τρίτου το βλαπτικό για άλλον γεγονός, ενώ για τη στοιχειοθέτηση της υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφημήσεως απαιτείται επιπλέον και γνώση του δράστη ότι το γεγονός είναι ψευδές. Έτσι σε περίπτωση που ο δράστης δεν γνώριζε το ψεύδος του γεγονότος που ισχυρίσθηκε ή διέδωσε ή είχε αμφιβολίες γι' αυτό, δεν στοιχειοθετείται μεν το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφημήσεως σε βάρος άλλου, παραμένει όμως ως έγκλημα η απλή δυσφήμιση, που προσβάλλει επίσης την προσωπικότητα του άλλου σε βαθμό μη ανεκτό από την έννομη τάξη. Όμως ως αστικό αδίκημα η δυσφήμηση θεμελιώνεται υποκειμενικώς και σε απλή αμέλεια του δράστη και συνεπώς όποιος από πρόθεση ή από αμέλεια ισχυρίζεται ή διαδίδει προς τρίτους γεγονότα αναληθή που βλάπτουν την επαγγελματική ή γενικότερα την οικονομική ελευθερία άλλου και κατ' αυτήν την έννοια θίγουν την τιμή και την υπόληψή του, προσβάλλοντας παρανόμως την προσωπικότητα του, έχει υποχρέωση, εφόσον γνωρίζει ή υπαιτίως αγνοεί την αναλήθεια των γεγονότων αυτών, να αποζημιώσει τον παθόντα και να ικανοποιήσει και την ηθική βλάβη του, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις προβλεπόμενες στο αρθρ. 367 παρ. 1 του Π.Κ. περιπτώσεις, που αίρουν τον άδικο χαρακτήρα της πράξεως του τόσο ως ποινικού όσο και ως αστικού αδικήματος, αφού οι διατάξεις των αρθρ. 361-367 Π.Κ. εφαρμόζονται αναλογικώς για την ενότητα της εννόμου τάξεως και στο χώρο του ιδιωτικού δικαίου. Επομένως, αιρομένου του αδίκου χαρακτήρος των προαναφερθεισών αξιοποίνων πράξεων (με την επιφύλαξη της διατάξεως του άρθρου 367 παρ. 2 του Π.Κ.) αποκλείεται και το στοιχείο του παρανόμου της επιζήμιας συμπεριφοράς, ως όρου της αντίστοιχης αδικοπραξίας του αστικού δικαίου. Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ.: "Αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών". Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή. Στην περίπτωση δε που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, τα οποία ανελέγκτως εδέχθη ως αποδειχθέντα το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν προφανή την παραβίαση. Επίσης, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ., "Αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης". Ο λόγος αυτός ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία). Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμον αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα, και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της αποφάσεως, ώστε στο πλαίσιο της ερευνωμένης διατάξεως του άρθρου 559 αριθ. 19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο λόγος αυτός αναιρέσεως ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικώς τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων. Τέλος, κατά το άρθρο 559 αριθμ. 11 περ. γ' του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται "αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν". Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, για την ίδρυση του σχετικού λόγου αναιρέσεως αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη προσκομισθέντων με επίκληση αποδεικτικών μέσων, τα οποία, κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 341 και 346 Κ.Πολ.Δ., το δικαστήριο έχει υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη (Ολ.Α.Π. 2/2008). Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την απόφαση ότι ελήφθησαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίσθηκαν και των οποίων έγινε επίκληση. Συνήθως αρκεί προς τούτο η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.), χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολογήσεως καθενός και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη. Μη λήψη υπόψη, πάντως, δεν συνάγεται από μόνο το γεγονός ότι μνημονεύονται στην απόφαση ορισμένα μόνο από τα προσκομισθέντα με επίκληση έγγραφα όχι όμως και τα φερόμενα ως αγνοηθέντα. Εξάλλου ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι αυτό έχει, αφού η σχετική εκτίμηση δεν υπόκειται, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., στον έλεγχο του Αρείου Πάγου.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφαση του, δέχθηκε κατά το ενδιαφέρον την παρούσα αναιρετική διαδικασία μέρος, τα εξής: "Με το υπ' αριθμ. .../9-7-2004 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Ηρακλείου...οι εκκαλούντες (ήδη αναιρεσίβλητοι στην από 9-4-2015 αναίρεση) αγόρασαν...από την εφεσίβλητη (ήδη αναιρεσείουσα) στην ως άνω αναίρεση ένα ακίνητο εκτάσεως 2.193,24 τ.μ.,.στη θέση "..."...του Δήμου ..., όπως αυτό αποτυπώνεται στο συνημμένο στο συμβόλαιο...τοπογραφικό διάγραμμα του...στο οποίο διάγραμμα περιλαμβάνεται υπεύθυνη δήλωση του ως άνω μηχανικού του ν. 651/77, ότι "το ακίνητο είναι εκτός ορίων του οικισμού αλλά εντός της ζώνης των 500 μ. από τον οικισμό. Είναι άρτιο και οικοδομήσιμο κατά παρέκκλιση, εφόσον υφίσταται κατά την 24-4-88 ημέρα δημοσίευσης του από ΠΔ/5.4.77...σύμφωνα με τις ισχύουσες πολεοδομικές διατάξεις. Το παραπάνω αγροτεμάχιο δεν αποτελεί τμήμα μεγαλύτερης έκτασης, δεν δεσμεύεται από δουλεία διέλευσης ρεύματος υψηλής τάσης ΔΕΗ και δεν υπάγεται στις διατάξεις του Ν. 1337/83 περί εισφοράς σε γη και χρήμα". Η παραπάνω δήλωση συμπεριλήφθη στο αγοραπωλητήριο συμβόλαιο. Το τίμημα που καταβλήθηκε από τους εκκαλούντες αγοραστές προς την εφεσίβλητη πωλήτρια για την ανωτέρω αγοραπωλησία, ανερχόταν στο ποσό των 143.700 ευρώ...Περαιτέρω, η εφεσίβλητη δήλωσε στο ίδιο συμβόλαιο ότι απέκτησε το πωλούμενο "με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, αφού ασκεί από το 1960 αδιάλειπτα και αδιατάρακτα έως σήμερα τις προσιδιάζουσες στη φύση του ακινήτου... πράξεις νομής, όπως αναγνωρίσθηκε και από τη με αριθμό 154/2003 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου...". Μερικούς μήνες μετά τη μεταβίβαση, οι εκκαλούντες...ανέθεσαν στον πολιτικό μηχανικό...και στον αρχιτέκτονα ... την εκπόνηση σχεδίων και μελέτης κατασκευής κατοικίας επί του ακινήτου, οι οποίοι υπέβαλαν τα απαιτούμενα δικαιολογητικά στην αρμόδια πολεοδομία, πλην όμως μετά την...γνωμοδότηση της νομικής συμβούλου της Πολεοδομίας Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Ηρακλείου, αυτή απεφάνθη πως το εν λόγω ακίνητο δεν είναι άρτιο και οικοδομήσιμο κατά παρέκκλιση, διότι δεν υπήρχε το έτος 1977, καθόσον τότε αποτελούσε τμήμα ενιαίου μείζονος ακινήτου έκτασης 35 στρεμμάτων περίπου μέχρι και το έτος 1990 και απορρίφθηκε η αίτηση για έκδοση οικοδομικής αδείας. Ακολούθως, οι εκκαλούντες άσκησαν εναντίον της εφεσίβλητης την από 8.3.2006...αγωγή, με την οποία επικαλούμενοι τα παραπάνω ελαττώματα του ακινήτου, δήλωσαν ότι υπαναχωρούν από τη σύμβαση αγοραπωλησίας και ζήτησαν την καταβολή του συνολικού ποσού των 153.043 ευρώ που αφορά την επιστροφή το τιμήματος των 143.700 ευρώ πλέον τόκων...και περαιτέρω άσκησαν αίτηση ασφαλιστικών μέτρων, με την οποία ζήτησαν την εγγραφή προσημείωσης υποθήκης για εξασφάλιση απαίτησης ύψους 200.000 ευρώ. Ενόψει αυτών, η πωλήτρια εφεσίβλητη, με την από 28-4-2006 εξώδικη δήλωση της αναγνώρισε την οφειλή και υποσχέθηκε ότι θα καταβάλει το αιτηθέν με την από 8-3-2006 αγωγή, προσκαλώντας τους αγοραστές σε σύμπραξη για ακύρωση του συμβολαίου, προκειμένου να γίνει αναμεταβίβαση του ακινήτου. Στη συζήτηση δε της αίτησης των ασφαλιστικών μέτρων...η εφεσίβλητη συναίνεσε στην εγγραφή της προσημείωσης υποθήκης...Στη συνέχεια, οι εκκαλούντες άσκησαν εναντίον της εφεσίβλητης και την από 6-5-2006...παρεμπίπτουσα αγωγή, με την οποία επικαλούμενοι αδικοπρακτική συμπεριφορά της πωλήτριας, αιτήθηκαν την καταβολή τόκων και εξόδων συνολικού ποσού 28.675 ευρώ επί του αιτηθέντος με την...κύρια αγωγή, ποσού του τιμήματος των 143.700 ευρώ και αποζημίωση ποσού 100.000 ευρώ, όπως αναλύεται στην αγωγή. Η πωλήτρια εφεσίβλητη μετά την άσκηση των παραπάνω αγωγών, οι οποίες είχαν προσδιορισθεί να συνεκδικασθούν στις 27-9-2006...και πριν τη συζήτηση αυτών...,επέστρεψε στους αγοραστές...το ποσό του τιμήματος των 143.014,30 ευρώ και ποσό 10.000 ευρώ ως έξοδα εκ της καταρτίσεως του διαλυθέντος συμβολαίου, οπότε εξοφλήθηκε το κεφάλαιο που αποτελεί το αγωγικό αίτημα της από 8-3-2006 αγωγής και παρέδωσε συνάμα στους αγοραστές την υπ αρ. ... επιταγή της Αγροτικής Τράπεζας, ποσού 37.663 ευρώ πληρωτέα μετά την έκδοση απόφασης επί των τόκων, ενώ υπογράφηκε σχετικά το από 26-9-2006 ιδιωτικό συμφωνητικό. Πράγματι επί του αιτήματος των τόκων εκδόθηκε η υπ αρ. 516/2007 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου, που επιδίκασε τους νομίμους τόκους του φερόμενου στο συμβόλαιο τιμήματος των 1259,36 ευρώ από την επομένη της καταβολής την 27-9-2006 και επί του υπολοίπου ποσού των 151.754,94 ευρώ από την επομένη της επίδοσης της αγωγής ως και την καταβολή των δικαστικών εξόδων από 4.900 ευρώ. Ωστόσο, με την υπ' αρ. .../9-10-2006 πράξη του συμβολαιογράφου Ηρακλείου, έγινε η αναμεταβιβαση της κυριότητας του εν λόγω ακινήτου στην εφεσίβλητη. Υπό τις ανωτέρω συνθήκες, η εφεσίβλητη-πωλήτρια, άσκησε εναντίον των εκκαλούντων - αγοραστών την από 3-2-2008 αγωγή, με την οποία....αιτήθηκε την καταβολή του ποσού των 70.000 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση, επικαλούμενη την προσβολή της προσωπικότητας της εκ του περί απάτης ισχυρισμού που ανέφεραν οι εκκαλούντες στα παραπάνω αγωγικά δικόγραφα. Ειδικότερα, στη σελίδα 3 της από 9-3-2006 αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων, οι εκκαλούντες ισχυρίστηκαν μεταξύ άλλων επί λέξει ότι: "...Έτσι διέπραξε εις βάρος μας τόσο αστική, όσο και ποινική σε βαθμό κακουργήματος απάτη για τις εκ της οποίας αξιώσεως μας ρητώς επιφυλασσόμαστε...". Στις σελίδες 2 και 3 της από 8-6 (εννοείται 3)-2006 αγωγής ισχυρίστηκαν μεταξύ άλλων ότι "...Η εναγόμενη ρητώς υπεσχέθη και εγγυήθη το πωλούμενο ως άρτιο και οικοδομήσιμο "κατά παρέκκλιση" ενώ εγνώριζε ότι τούτο δεν έχει την ιδιότητα αυτή, μετήλθε δε την εις βάρος μας απάτη γιατί εγνώριζε ότι στην αγορά προβαίναμε για να κτίσουμε σπίτι και επομένως αν μας αποκάλυπτε την αλήθεια δεν θα επιτύγχανε την πώληση. Έτσι διέπραξε σε βάρος μας τόσο αστική, όσο και ποινική σε βαθμό κακουργήματος απάτη για τις εκ της οποίας αξιώσεως μας ρητώς επιφυλασσόμεθα ...". Τον αυτόν ως άνω ισχυρισμό... επανέλαβαν και στη σελίδα 3 της ... παρεμπίπτουσας αγωγής, ενώ...προσέθεσαν ότι "...Με την ιστορηθείσα συμπεριφορά της ετέλεσε σε βάρος μας η εναγομένη το ποινικό αδίκημα της απάτης σε βαθμό κακουργήματος, αποκρύπτοντας δολίως την ελλείπουσα ιδιότητα του πωληθέντος με σκοπό να προσποριστεί όφελος 143.700 ευρώ, το οποίο και επέτυχε δια της εκ μέρους μας καταβολής του ποσού τούτου σε αυτήν...". Από το σύνολο του αποδεικτικού υλικού δεν προέκυψε ότι η πωλήτρια μετήλθε σε απατηλή συμπεριφορά σχετικά με την ύπαρξη των ανωτέρω ελαττωμάτων του πωληθέντος ακινήτου, δεδομένου ότι δεν αποδείχθηκε με σαφήνεια ο δόλος αυτής ως προς την ιδιότητα του πωληθέντος ακινήτου, όσον αφορά την κατά παρέκκλιση αρτιότητα αυτού και τη δυνατότητα οικοδόμησης. Ειδικότερα, η ίδια ανέθεσε σε τοπογράφο μηχανικό τη σύνταξη του τοπογραφικού διαγράμματος, το οποίο επισυνάφθηκε στο συμβόλαιο αγοραπωλησίας, χωρίς να έχει τη δυνατότητα να αμφισβητήσει την υπεύθυνη δήλωση του μηχανικού αυτού, δεδομένου ότι αυτή στερείτο ειδικών τεχνικών γνώσεων. Η μεταγενέστερη του συμβολαίου, απόρριψη της αίτησης για έκδοση οικοδομικής αδείας...δεν ήταν δυνατόν να προβλεφθεί από την πωλήτρια κατά το χρόνο της σύνταξης του συμβολαίου αγοραπωλησίας. Δεν αποδείχθηκε από μέρους της εφεσίβλητης τέτοια συμπεριφορά συνοδευόμενη με ενσυνείδητη ενέργεια και πρόθεση για να διατηρήσει ή να ενδυναμώσει τη βούληση των αγοραστών στην κατάρτιση της δικαιοπραξίας ή ότι υπήρχε ψευδής παράσταση περιστατικών που αποτελούσαν ιδιότητα του πωληθέντος ή ελάττωμα που δόλια αποσιώπησε... Εξάλλου, δεν αποδείχθηκε οιαδήποτε συνεργασία αυτής με τον ανωτέρω τοπογράφο μηχανικό, προκειμένου να αποκομίσει παράνομο περιουσιακό όφελος επί σκοπώ βλάβης των αγοραστών... αυτή υποσχέθηκε την ύπαρξη της ιδιότητας αυτής στο αγοραπωλητήριο συμβόλαιο στηριζόμενη στα εχέγγυα της δήλωσης του ανωτέρω τοπογράφου μηχανικού, χωρίς να κατέχεται από οιαδήποτε πρόθεση παραπλάνησης των αγοραστών. Τούτο δε ενισχύεται και από την μετέπειτα συμπεριφορά της πωλήτριας, η οποία εξωδίκως αποδέχθηκε έγκαιρα την αναμεταβίβαση του ακινήτου και έστω μετά την άσκηση τα παραπάνω αγωγών, προέβη στην επιστροφή όλων των αιτηθέντων προς τους αγοραστές κατόπιν της υπαναχώρηση τους από τη σύμβαση αγοραπωλησίας. Εξάλλου, προέκυψε ότι και οι αγοραστές είχαν προβεί σε νομικό και τεχνικό έλεγχο του ακινήτου πριν τη σύναψη της αγοραπωλησίας... και ως εκ τούτου είχαν την...δυνατότητα να αντιληφθούν τα παραπάνω ελαττώματα... Επομένως,...δεν ευσταθούν οι ισχυρισμοί περί απατηλής συμπεριφοράς της πωλήτριας έναντι των αγοραστών.. Περαιτέρω, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα, αποδείχθηκε ότι η εκ μέρους των εκκαλούντων εναγομένων... αναφορά στα παραπάνω δικόγραφα, σε βάρος της ενάγουσας για την πράξη της απάτης υπό κακουργηματική μορφή, που της προσάπτουν (άνευ της συνδρομής των στοιχείων του νόμου) το ανωτέρω σοβαρής ηθικής απαξίας αδίκημα ως ισχυρισμός γεγονότος (ήτοι ανακοίνωση περιστατικού εμπλοκής της σε απάτη) ήταν αντικειμενικώς ικανό να προσβάλει την τιμή και την υπόληψη της ενάγουσας και την εν γένει προσωπικότητα της, οι δε εναγόμενοι γνώριζαν ότι τούτο ήταν πρόσφορο να βλάψει την τιμή και την υπόληψη της ενάγουσας, αφού εμπεριέχει αμφισβήτηση της ηθικής υπόστασης της τελευταίας και αφορά στην ηθική ακεραιότητα αυτής. Η συγκεκριμένη δε κατηγορία περιήλθε σε γνώση αορίστου αριθμού προσώπων (δικαστών, υπαλλήλων του Πρωτοδικείου αλλά και προσώπων του κοινωνικού και επαγγελματικού περιβάλλοντος της ενάγουσας) και είχε ως αποτέλεσμα την τρώση της τιμής και της υπόληψης αυτής η οποία εμφανίστηκε ότι ενέχεται στην ως άνω αξιόποινη πράξη. Επομένως, αυτοί τέλεσαν σε βάρος της ενάγουσας το αδίκημα της απλής και όχι της συκοφαντικής δυσφήμησης. Από τον τρόπο όμως της εκδήλωσης και τις περιστάσεις που τελέστηκε η ανωτέρω πράξη, δεν προκύπτει ότι ο σκοπός των... εναγομένων, κατευθυνόταν ειδικά στην προσβολή της τιμής και της αξιοπρέπειας της ενάγουσας, αλλά αυτοί ενήργησαν αποκλειστικά από δικαιολογημένο ενδιαφέρον για τη διαφύλαξη των οικονομικών και επαγγελματικών συμφερόντων τους, αιτούμενοι δικαστική προστασία, με σκοπό τη νομιμότοκη απόδοση του καταβληθέντος τιμήματος και των εξόδων της μεταβίβασης αναγράφοντας με τις φράσεις αυτές, όσα από τα νόμο απαιτούνται για το ορισμένο της αδικοπρακτικής, λόγω απάτης, αγώγιμης αξίωσης τους εκθέτοντας αναγκαίως τόσο τα αντικειμενικά όσο και τα υποκειμενικά στοιχεία του πραγματικού των κανόνων των άρθρων 914, 298 ΑΚ και 386 ΠΚ. ... Οι φράσεις αυτές, με τον τρόπο και το ύφος που συντάχθηκαν, δεν υπερέβαιναν το επιβαλλόμενο και αντικειμενικά αναγκαίο προς τούτο μέτρο για το δικαιολογημένο ενδιαφέρον της διαφύλαξης και προστασίας των δικαιωμάτων τους, καθόσον ήταν αναγκαίο να αναφερθούν τα παραπάνω περιστατικά, για τη νομική στήριξη των ισχυρισμών τους, δεδομένου ότι τίποτε άλλο πέραν του πραγματικού του κανόνα δικαίου αναφέρθηκε σε βάρος της προσωπικότητας της πωλήτριας όσον αφορά την τιμή και την υπόληψη της. Η επισκόπηση του περιεχομένου της αναφοράς, που έγινε στα δικόγραφα, οδηγεί σε κρίση ότι σκοπός υποβολής αυτής ήταν να γίνει σχετική δικαστική διερεύνηση και να αξιολογηθούν τα περιστατικά, ώστε οι αγοραστές να μην στερηθούν δικαστικής προστασίας....Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτή ως βάσιμη κατ' ουσίαν η ένσταση, που κατ' άρθρο 367 παρ. 1 εδ. γ Π.Κ. πρόβαλαν παραδεκτά οι εναγόμενοι με τις προτάσεις τους στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και επαναφέρουν στην παρούσα δίκη με συναφή λόγο της εφέσεως. Κατόπιν των ανωτέρω, έσφαλε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο ως προς την εφαρμογή του νόμου και την εκτίμηση των αποδείξεων, που με την εκκαλουμένη απόφαση του έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή, αναγνωρίζοντας την υποχρέωση των εναγομένων να καταβάλουν στην ενάγουσα το ποσό των 30.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση...". Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλομένη απόφαση του την έφεση και εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση. Δικάζοντας δε ακολούθως την υπόθεση κατ' ουσίαν και δεχόμενο την εκ του άρθρου 367 παρ. 1 Π.Κ. ένσταση των αναιρεσιβλήτων, απέρριψε εξ ολοκλήρου την αγωγή όπως επίσης και την ανταγωγή. Έτσι, κρίνοντας το Εφετείο, ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε τις προεκτεθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 914 Α.Κ. 361, 362, 363 και 367 παρ. 1 Π.Κ., δεν εστέρησε δε την απόφαση του νομίμου βάσεως, καθόσον διέλαβε σ' αυτήν σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις, αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή εφαρμογή των εν λόγω διατάξεων, τις οποίες έτσι δεν παρεβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου. Ειδικότερα δε εκτίθενται με σαφήνεια και πληρότητα στην απόφαση τα, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Εφετείου, γενόμενα δεκτά ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, τα οποία καταφάσκουν την ουσιαστική βασιμότητα της δεκτής γενομένης, ως άνω, ενστάσεως των αναιρεσιβλήτων και δη ότι οι ισχυρισμοί αυτών στην αίτηση ασφαλιστικών μέτρων και στην αγωγή εναντίον της αναιρεσείουσας δεν στοιχειοθετούν το αδίκημα της συκοφαντικής, αλλά της απλής δυσφημήσεως, ο άδικος χαρακτήρας της οποίας όμως αίρεται, διότι οι αναιρεσίβλητοι προέβησαν στις συγκεκριμένες αναφορές τους όχι με πρόθεση να πλήξουν την τιμή και την υπόληψη της αναιρεσείουσας αλλά αποκλειστικώς και μόνο από δικαιολογημένο ενδιαφέρον για την διαφύλαξη των οικονομικών τους συμφερόντων (απόδοση του καταβληθέντος τιμήματος και των εξόδων της μεταβιβάσεως του ακινήτου), που αποτελούσαν το αντικείμενο των εν λόγω δικογράφων, για την θεμελίωση των οποίων ήταν αναγκαίες και οι επίμαχες αναφορές , το ύφος και ο τρόπος διατυπώσεως των οποίων δεν υποδηλώνουν σκοπό εξυβρίσεως της αναιρειούσης. Επομένως ο περί του αντιθέτου μοναδικός λόγος αναιρέσεως της εναγούσης, με τον οποίον προσάπτονται στην προσβαλλομένη απόφαση πλημμέλειες εκ του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ. για ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση των διατάξεων τούτων, τυγχάνει αβάσιμος.
Εξάλλου, οι εναγόμενοι με την συνεκδικαζομένη αντίθετη αίτηση των και με τον μοναδικό από το άρθρο 559 αριθμ.11 περ. γ' Κ.Πολ.Δ., λόγο αυτής, ισχυρίζονται ότι το Εφετείο, κατά την διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος δεν έλαβε υπόψη νομίμως ενώπιον του προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα, κρίσιμα για την απόδειξη την αδικοπρακτικής ευθύνης της αναιρεσιβλήτου και δη τις από 28-11-2002 δύο εικονικές αγωγές αυτής κατά του αδελφού της Μ. Σ. ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου, το συνημμένο σ' αυτές σχεδιάγραμμα του μηχανικού Κ. Δ., την δήλωση του εναγομένου κατά την εκδίκαση των αγωγών και τις εκδοθείσες επί των αγωγών αυτών υπ' αριθμ. 154/2003 και 242/2003 αντίστοιχες αποφάσεις του ανωτέρω Δικαστηρίου και τέλος το υπ' αριθμ. .../67 δηλωτικό του συμβολαιογράφου Ηρακλείου Γ. Τσαγκατάκη που μεταγράφηκε στο αρμόδιο Υποθηκοφυλακείο, με το οποίο η αναιρεσίβλητη αποδέχθηκε την κληρονομιά του παππού της με αντικείμενο το μείζον και κατατμηθέν το 2002 ακίνητο. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι από τη βεβαίωση του Εφετείου στην προσβαλλομένη απόφαση του ότι στην περί πραγμάτων κρίση του κατέληξε από την εκτίμηση της ενόρκου καταθέσεως της μάρτυρος στην πρωτόδικη δίκη, από την ένορκη βεβαίωση που λήφθηκε με την επιμέλεια των εναγομένων στα πλαίσια προγενεστέρας δίκης και από όλα τα νομίμως, από τους διαδίκους, προσκομιζόμενα έγγραφα, αλλά και από τις σκέψεις και παραδοχές της αποφάσεως που αφορούν τους ισχυρισμούς των αναιρεσειόντων προς απόδειξη των οποίων επικαλέσθηκαν τα προαναφερόμενα έγγραφα δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο, κατά την διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μετά των λοιπών αποδείξεων και τα φερόμενα ως αγνοηθέντα, ως άνω, έγγραφα.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, οι συνεκδικαζόμενες αιτήσεις αναιρέσεως πρέπει να απορριφθούν και να συμψηφισθούν εν όλω μεταξύ των διαδίκων τα δικαστικά αυτών έξοδα, λόγω της κατά την αυτή έκταση νίκης και ήττης αυτών (άρθρα 178 παρ.1, 183 και 191 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.) και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που κατέθεσαν οι διάδικοι ως αναιρεσείοντες στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ.4 Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Συνεκδικάζει : α) την από 8 Απριλίου 2015 αίτηση των 1) Α. συζ. Α. Ζ. και 2) Α. Ι. Ζ. και β) την από 9 Απριλίου 2015 αίτηση της Μ. Α. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 30/2015 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης.
Απορρίπτει τις ανωτέρω αιτήσεις αναιρέσεως.
Διατάσσει την εισαγωγή των κατατεθέντων από τους αναιρεσείοντες παραβόλων στο Δημόσιο Ταμείο. Και
Συμψηφίζει μεταξύ των διαδίκων τα δικαστικά αυτών έξοδα.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 8 Μαρτίου 2016.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 24 Μαΐου 2016.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ