389/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 3 Μαρτίου 2015, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις υπ' αριθ. 60/3-11-2010 και 43/12-7-2011 αγωγές της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Φλώρινας. Συνεκδικάσθηκαν και εκδόθηκαν οι αποφάσεις:53/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 42/2014 του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 14-7-2014 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Ανδρέας Δουλγεράκης ανέγνωσε την από 20-2-2015 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνουν δεκτοί οι πρώτος, έκτος και ενδέκατος λόγοι της αναίρεσης και να απορριφθούν οι λοιποί.
Legislator headnote
AI generated389/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Κατά την διάταξη του άρθ. 559 αριθ. 11 περ. α' ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει, από δε τις διατάξεις του άρθ. 671§1 εδ. α' ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην κατ' έφεση δίκη, σύμφωνα με το άρθ. 674§2 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι στις υποθέσεις που εκδικάζονται κατά την ειδική διαδικασία των άρθ. 663 επ.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 389 / 2015 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 389/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Νικόλαο Λεοντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο, Μιχαήλ Αυγουλέα και Χρήστο Βρυνιώτη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 3 Μαρτίου 2015, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Θ. Κ. του Χ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Γιαννόπουλο και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσίβλητων: 1. Της ανώνυμης εμπορικής εταιρίας με την επωνυμία "Β. & Κ. Η' Μ. Ν. ΑΕ- ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ" και το διακριτικό τίτλο "HOTEL KING ALEXANDER" και εκπροσωπείται νόμιμα και εδρεύει στη Φλώρινα, 2. Του Α. Ν. του Β., ως τέως Προέδρου Διευθύνοντος Συμβούλου και διαχειριστή της κατοίκου ..., οι οποίοι ανωτέρω εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Μάριο Καργιώτη και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις υπ' αριθ. 60/3-11-2010 και 43/12-7-2011 αγωγές της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Φλώρινας. Συνεκδικάσθηκαν και εκδόθηκαν οι αποφάσεις:53/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 42/2014 του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 14-7-2014 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Ανδρέας Δουλγεράκης ανέγνωσε την από 20-2-2015 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνουν δεκτοί οι πρώτος, έκτος και ενδέκατος λόγοι της αναίρεσης και να απορριφθούν οι λοιποί.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την, από 20-10-2010, αγωγή της η ενάγουσα ζήτησε α) να αναγνωριστεί η ακυρότητα τόσο της, από 16-8-2010, όσο και της, από 21-9-2010, καταγγελίας της σύμβασης εργασίας της, β) να υποχρεωθεί η εναγομένη να της καταβάλει τα αναφερόμενα ποσά για μισθούς υπερημερίας, επίδομα Πάσχα, επίδομα αδείας, διαφορά δεδουλευμένων αποδοχών, διαφορά επιδόματος Πάσχα, διαφορά επιδόματος αδείας, διαφορά επιδόματος Χριστουγέννων, γ) να υποχρεωθεί να αποδέχεται τις υπηρεσίες της και δ) να αναγνωριστεί η υποχρέωσή της να της καταβάλει το ποσό των 35.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίησή της για την ηθική βλάβη.
Επικουρικά, ζήτησε να υποχρεωθεί η εναγόμενη να της καταβάλει για αποζημίωση απόλυσης το ποσό των 37.267,68 ευρώ, άλλως το ποσό των 18.633,84 ευρώ. Περαιτέρω, με την από 12-7-2011 αγωγή της ζήτησε να υποχρεωθεί η εναγόμενη να της καταβάλει τα αναφερόμενα ποσά για μισθούς υπερημερίας από το Νοέμβριο του 2010 μέχρι τη συζήτηση της αγωγής, για επίδομα Χριστουγέννων 2010, Πάσχα 2011, αδείας 2011, καθώς και το ποσό των 10.000 ευρώ, ως αποζημίωση για τη ζημία που υπέστη λόγω της κακόπιστης και αντισυμβατικής συμπεριφοράς των εναγομένων.
Το Μονομελές Πρωτοδικείο Φλώρινας με την 53/2013 απόφαση, δέχθηκε κατά ένα μέρος τις αγωγές και ειδικότερα 1) σε σχέση με την πρώτη αγωγή α) αναγνώρισε την ακυρότητα τόσο της από 16-8-2010 όσο και της από 21-9-2010 καταγγελίας της σύμβασης β) υποχρέωσε την πρώτη εναγομένη να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 51.681,74 ευρώ, γ) αναγνώρισε την υποχρέωση των εναγομένων να καταβάλουν στην ενάγουσα το ποσό των 2.000 ευρώ για χρηματική ικανοποίηση και δ) υποχρέωσε την πρώτη εναγομένη να αποδέχεται τις υπηρεσίες της ενάγουσας και 2) σε σχέση με τη δεύτερη αγωγή υποχρέωσε την ίδια εναγομένη να καταβάλει στην ενάγουσα νομιμοτόκως το ποσό των 3.105,64 ευρώ.
Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση του, δέχθηκε τα παρακάτω, κρίσιμα για την έρευνα των λόγων αναίρεσης, πραγματικά περιστατικά: Την 1-5-1989 η ενάγουσα, µε σύµβαση εξαρτηµένης εργασίας αορίστου χρόνου, προσλήφθηκε, µε την ειδικότητα της υπαλλήλου υποδοχής, από την εναγομένη ανώνυµη εταιρεία, που διατηρούσε ξενοδοχειακή µονάδα στην πόλη της Φλώρινας και είχε ως πρόεδρο του διοικητικού της συµβουλίου, διευθύνοντα σύµβουλο και νόµιµο εκπρόσωπό της µέχρι τον lούνιο του 2010 το Β.
Ν. του Α., ενώ από τον Ιούλιο του 2010 και εφεξής τον εναγόμενο, γιο του προηγούµενου νόµιµου εκπροσώπου της. Απασχολούνταν στην επιχείρηση οκτώ ώρες ηµερησίως και πέντε ηµέρες την εβδοµάδα. Λόγω και των στενών προσωπικών της σχέσεων µε το Β. Ν. ο µηνιαίος µισθός της είχε συµφωνηθεί ανώτερος από το νόµιµο και ειδικότερα το 2008 ανερχόταν στο ποσό των 1.552,82 ευρώ.
Εξαιτίας, όµως, της αρχόμενης οικονοµικής κρίσης, στις αρχές του 2009, η εκκαλούσα επιδίωξε την περικοπή των δαπανών της. Μεταξύ άλλων, κατόπιν επαφής της µε την εφεσίβλητη, το Φεβρουάριο του 2009, συµφωνήθηκε η µείωση των αποδοχών της και ο περιορισµός του µηνιαίου µισθού της στο επίπεδο του νοµίµου, που ανερχόταν τότε σε 1.121,36 ευρώ, µε αντίστοιχη µείωση και των σχετικών επιδοµάτων Χριστουγέννων, Πάσχα και άδειας.
Υπήρξε δε υπόσχεση εκ µέρους της εκκαλούσας ότι σε περίπτωση βελτίωσης της οικονοµικής κατάστασης θα υπήρχε και σχετική αύξηση των αποδοχών της εφεσίβλητης. Ακόµη και αν εθεωρείτο ότι η ως άνω µείωση των αποδοχών της εφεσίβλητης έγινε µονοµερώς από την εκκαλούσα, αυτή έγινε αποδεκτή από την εφεσίβλητη και συνεπώς κατέστη περιεχόµενο της σύμβασης εργασίας µεταξύ των διαδίκων.
Λόγω της προσωπικής σχέσης που υπήρχε µεταξύ της εφεσίβλητης και του προηγούµενου νόµιµου εκπροσώπου της εκκαλούσας Β. Ν., ενόψει και της µακρόχρονης απασχόλησής της στην επιχείρηση, υπήρχε µία χαλαρότητα της εφεσίβλητης, ως προς την εκτέλεση των εργασιακών της υποχρεώσεων. Συγκεκριµένα, αυτή συχνά δεν προσερχόταν εγκαίρως στην εργασία της, απομακρυνόταν από το χώρο της ρεσεψιόν, µεταβαίνοντας σε άλλους χώρους του ξενοδοχείου, µε συνέπεια να αναζητείται από τους πελάτες, ενώ δεν επιδείκνυε προσοχή και θέληση για να µάθει πλήρως και να χειρίζεται το νέο ηλεκτρονικό σύστηµα κρατήσεων, που εγκαταστάθηκε περί τα τέλη του 2008, µε αποτέλεσµα συχνά να δημιουργούνται προβλήµατα σ' αυτό.
Στις παρατηρήσεις προς αυτήν εκ µέρους του Α. Ν., ως νοµίµου εκπροσώπου της εκκαλούσας, η εφεσίβλητη δεν συμμορφωνόταν, στηριζόµενη στο γεγονός της στήριξης που είχε από τον προηγούµενο νόµιµο εκπρόσωπο της εκκαλούσας Β. Ν.. Όµως, οι σχέσεις μεταξύ του Α. Ν. και του Β. Ν., που ήταν µέλος του Δ. Σ. της επιχείρησης, διαρρήχθηκαν λόγω των οικονοµικών διαφορών τους, που αναφέρονταν στην ξενοδοχειακή επιχείρηση, η οποία αντιμετώπιζε σοβαρά οικονοµικά προβλήµατα, λόγω και της επιδεινούμενης γενικότερης οικονοµικής κατάστασης.
Ενόψει των ανωτέρω, στις 10-8-2010, ενόσω η εφεσίβλητη βρισκόταν σε ρεπό, ο λογιστής της επιχείρησης Π. Σ. γνωστοποίησε σε αυτήν την πρόθεση της επιχείρησης να την απολύσει. Κατόπιν αυτού, στις 14-8-2010, όταν η εφεσίβλητη επανήλθε από το ρεπό της στην επιχείρηση για να εργασθεί, δημιούργησε έντονο επεισόδιο, καθόσον διαμαρτυρόταν µε φωνασκίες προς τον Αντώνιο Ναϊδη για την πρόθεση της επιχείρησης να την απολύσει, προκαλώντας σοβαρή διαταραχή στην εύρυθµη λειτουργία της, καθόσον το γεγονός αυτό δημιούργησε κακή εικόνα στους πελάτες του ξενοδοχείου.
Κατά τη διάρκεια του επεισοδίου αυτού ο εκκαλών εκνευρίσθηκε σφοδρά και υπερέβη τα επιτρεπτά όρια αντίδρασης αποκαλώντας την εφεσίβλητη "ηλίθια", µειώνοντας έτσι την τιµή και την υπόληψή της ενώπιον των συναδέλφων της και πελατών του ξενοδοχείου. Κατά τη διάρκεια αυτού του επεισοδίου ο Α. Ν. δήλωσε στην εφεσίβλητη ότι µετά την πάροδο της οριζόμενης στο νόµο προθεσµίας, θα απολυθεί.
Την επόμενη ηµέρα, 15-8-2010, όταν επανήλθε η εφεσίβλητη στην επιχείρηση για να εργασθεί, ενόψει της πλήρους διατάραξης των σχέσεων µεταξύ των µερών, ο Α. Ν. υπέδειξε σ' αυτήν το χώρο όπου θα έπρεπε να βρίσκεται εφεξής. Ο χώρος αυτός ήταν το λογιστήριο της επιχείρησης, που βρισκόταν δίπλα στη ρεσεψιόν, µε οπτική επαφή προς αυτήν, ήταν ευπρεπής και εργαζόταν εκεί ο λογιστής της επιχείρησης, όταν προσερχόταν σ' αυτήν.
Μάλιστα σ' αυτό το χώρο η εφεσίβλητη πολλές φορές προηγουµένως µετέβαινε αυτοβούλως και περνούσε µεγάλο µέρος της βάρδιας της. Κατά τη µετακίνησή της δεν της ανατέθηκε από τους εκκαλούντες η εκτέλεση οποιωνδήποτε καθηκόντων. Την επόμενη 16-8-2010 η εκκαλούσα κατήγγειλε τη σύµβαση εργασίας της εφεσίβλητης µε προειδοποίηση έξι µηνών κατ' εφαρµογή του άρθρου 74 παρ. 2 ν. 3863/2010.
Κατόπιν αυτού, η εφεσίβλητη µετέβαινε στην επιχείρηση, στο χώρο που της είχε καθοριστεί, χωρίς να απασχολείται σε κάποιο αντικείµενο, λαµβάνοντας όµως κανονικά της αποδοχές της. Στις 10-9-2010 η εφεσίβλητη έλαβε αναρρωτική άδεια µέχρι τις 18-9-2010. Τη 14-9-2010 η εφεσίβλητη κοινοποίησε στην εκκαλούσα την από 14-9-2010 εξώδικη δήλωσή της, µε την οποία διαμαρτυρόταν για τη µείωση των αποδοχών της από το Φεβρουάριο του 2009 και για τον καθορισµό ως χώρου παραµονής της στην επιχείρηση του λογιστηρίου χωρίς την ανάθεση σ' αυτήν κάποιου αντικειµένου εργασίας.
Ισχυριζόµενη δε ότι τα ανωτέρω συνιστούν βλαπτική µεταβολή της σύμβασης εργασίας της και ότι η ως άνω καταγγελία της σύμβασης της, που έγινε από λόγους εκδίκησης προς το πρόσωπό της είναι άκυρη, ζητούσε τις διαφορές των αποδοχών της από το Φεβρουάριο του 2009 και εφεξής, δηλώνοντας ότι εµµένει στους όρους της σύμβασης της, όπως είχαν πριν τις ως άνω βλαπτικές μεταβολές και καλώντας την εκκαλούσα να συμμορφωθεί προς αυτούς.
Ακολούθησε νέα εξώδικη δήλωση της εφεσίβλητης με ημερομηνία 20-9-2010, που κοινοποιήθηκε στην εκκαλούσα την 20-9-2010. Σ' αυτήν επανέλαβε εν συντομία τους ίδιους ισχυρισμούς της δηλώνοντας ότι εμμένει στη σύμβαση εργασίας της και ζητώντας από την αντίδικό της να αποδεχθεί την προσφερόμενη εργασία της στην πριν από τη μεταβολή θέση της, καθώς επίσης και τις διαφορές αποδοχών, που θεωρούσε ότι της οφείλονται, ύψους 9.435,33 ευρώ.
Μετά τη λήξη της αναρρωτικής της άδειας, δεν προσήλθε στην επιχείρηση για δύο ημέρες, ήτοι στις 19-9-2010 και στις 20-9- 2010. Στις 21-9-2010, η εκκαλούσα κοινοποίησε στην εφεσίβλητη την από 21-9-2010 εξώδικη δήλωσή της, στην οποία αναφέρει ότι θεωρεί την αδικαιολόγητη μη προσέλευση στην εργασία της επί διήμερο ως οικειοθελή αποχώρησή της, δηλώνοντας προς αυτήν ότι πλέον δεν τη θεωρεί εργαζόμενή της.
Ακολούθησε η από 23-9-2010 εξώδικη δήλωση της προς την εκκαλούσα, στην οποία, αφού επαναλαμβάνει εκτενώς όλες τις ανωτέρω θέσεις της, δηλώνει ότι ασκεί δικαίωμα επίσχεσης της εργασίας της, απέχοντας από αυτήν, προσθέτοντας ότι το ως άνω δικαίωμά της άρχισε να το ασκεί από τις 20-9-2010. Ακολούθησαν οι από 12-10-2010, 23-12-2010,11-1-2011 και 3-3-2011 εξώδικες δηλώσεις της εφεσίβλητης προς την εκκαλούσα, στις οποίες, αφού δηλώνει ότι εμμένει στην ως άνω επίσxεση εργασίας της, ζητεί να της καταβληθούν οι διαφορές αποδοχών, που θεωρούσε ότι της οφείλονται και να κληθεί από την αντίδικό της για να παράσχει τις υπηρεσίες της με τους όρους που ίσχυαν πριν τις ως άνω βλαπτικές μεταβολές της σύμβασης της.
Συνεχίζοντας το εφετείο δέχεται ότι, η από 16-8-2010 καταγγελία τις σύμβασης εργασίας της εφεσίβλητης, που της είχε προαναγγελθεί από το λογιστή της επιχείρησης, έγινε λόγω της εργασιακής συμπεριφοράς της και της διατάραξης των σχέσεων της με την εκκαλούσα μέχρι τις 10-8-2010, ενώ δεν αποδείχθηκε ότι η απόλυσή της με προειδοποίηση έγινε για λόγους εκδίκησης προς το πρόσωπό της, όπως αυτή ισχυρίζεται.
Δηλαδή η ως άνω καταγγελία ήταν καθ' όλα έγκυρη και θα επέφερε τη λύση της εργασιακής σχέσης των μερών μετά την εξάμηνη πάροδο της προθεσμίας προμήνυσης, οπότε η εκκαλούσα θα όφειλε να καταβάλει στην εφεσίβλητη το μισό της αποζημίωσης απόλυσης, χωρίς προειδοποίηση. Λόγω της διάρρηξης των σχέσεων μεταξύ των μερών, ιδίως μετά το περιστατικό της 14-8-2010 και της επιθυμίας των εκκαλούντων να μην υπάρξουν δυσμενείς επιπτώσεις στην πελατεία του ξενοδοχείου από τις διαμαρτυρίες της εφεσίβλητης και τις ενδεχόμενες εντάσεις που θα υπήρχαν με αυτήν, εφόσον συνέχιζε να βρίσκεται στη ρεσεψιόν και να έρχεται σε επαφή με τους πελάτες, οι εκκαλούντες επέλεξαν, μέχρι την παρέλευση του εξαμήνου για τη λύση της εργασιακής σχέσης της εφεσίβλητης μετά την καταγγελία της σύμβασης της, στην οποία θα προέβαιναν, όπως άλλωστε της είχαν προαναγγείλει από τις 10-8-2010, να της καταβάλλουν τις αποδοχές της χωρίς να αποδέχονται τις υπηρεσίες της.
Γι' αυτό άλλωστε τοποθετήθηκε στον ως άνω xώρο του λογιστηρίου, όπου δεν είχε αντικείμενο εργασίας. Η ως άνω ενέργεια της εκκαλούσας διά του νομίμου εκπρόσωπου της ήταν καταρχήν νόμιμη, διότι ο εργοδότης δεν έχει καταρχήν, εκτός από αντίθετη συμφωνία, υποχρέωση να απασχολεί το μισθωτό και η μη αποδοχή εκ μέρους του των προσφερόμενων υπηρεσιών αυτού δεν έχει άλλες συνέπειες εκτός από εκείνες που επέρχονται από την υπερημερία του.
Η διήμερη μη προσέλευση της εφεσίβλητης στην επιχείρηση της αντιδίκου της, μετά τη λήξη της αναρρωτικής της άδειας, που έλαβε χώρα ενόσω η εφεσίβλητη βρισκόταν σε κακή ψυχολογική κατάσταση και είχε σύγχυση για τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της σε σχέση με την αντίδικό της, ενώ οπωσδήποτε αυτή δεν είχε καμία πρόθεση προς λύση της σύμβασης της, ενόψει των εν γένει περιστάσεων και ιδίως του γεγονότος ότι αυτή ουδεμία υπηρεσία παρείχε κατά την παραμονή της στην επιχείρηση της εκκαλούσας λόγω μη αποδοχής των υπηρεσιών της, κατ' αντικειμενική κρίση, δεν πρέπει να θεωρηθεί ως σιωπηρή εκ μέρους της καταγγελία της σύμβασης εργασίας της.
Επομένως, δεν υπήρξε σιωπηρή καταγγελία της σύμβασης εργασίας της εκ µέρους της εφεσίβλητης και η εκκαλούσα εσφαλµένα θεώρησε ότι υπήρξε τέτοια µε την προαναφερόµενη από 21-9-2010 εξώδικη δήλωσή της. Ενόψει των ανωτέρω, µη νοµίµως ασκήθηκε από την εφεσίβλητη το δικαίωµα επίσχεσης της εργασίας της, αφού δεν συνέτρεχαν προς τούτο οι αναγκαίες προϋποθέσεις.
Όµως, από το περιεχόµενο της από 21-9-2010 εξώδικης δήλωσης της εκκαλούσας είναι σαφές ότι αυτή δεν αποδεχόταν πλέον ούτε την παρουσία της εφεσίβλητης στην επιχείρησή της, όπου, όπως προαναφέρθηκε, µετά τις 15-8-2010 δεν αποδεχόταν τις προσφερόµενες υπηρεσίες της. Συνακόλουθα, η σύµβαση µεταξύ των διαδίκων παρέµεινε υφιστάμενη µέχρι τη λήξη της εξάµηνης προθεσµίας προµήνυσης, ήτοι µέχρι τη 17-2-2011, οπότε λύθηκε αυτοδικαίως.
Μέχρι τότε η εφεσίβλητη δικαιούται των νόµιµων αποδοχών της και επιπλέον το µισό της αποζηµίωσης απόλυσης, που θα ελάµβανε κατά νόµο χωρίς προειδοποίηση. Ο νόµιµος µηνιαίος µισθός της εφεσίβλητης από1-7-2009 έως 31-12-2010 ανερχόταν σε 1.175,61 ευρώ και από 1-1-2011 και εφεξής σε 1.187,25 ευρώ. Εποµένως, αυτή δικαιούται τις νόµιµες αποδοχές της, που δεν έλαβε, των µηνών Σεπτεμβρίου - Δεκεµβρίου 2010, του Ιανουαρίου 2011 και µέρους του Φεβρουαρίου 2011 Επίσης, δικαιούται το επίδοµα Πάσχα 2010, που δεν της είχε καταβάλει, καθώς επίσης το επίδοµα άδειας 2010 και το επίδοµα Χριστουγέννων 2010, την αναλογία επιδόµατος Πάσχα 2011 και το επίδοµα αδείας 2011.
Συνολικά δηλαδή οφείλεται για τις ανωτέρω αιτίες στην εφεσίβλητη το ποσό των 9.879,31 ευρώ. Από το ποσό αυτό όµως πρέπει να αφαιρεθεί το ποσό των 1784,61 ευρώ συνολικά, που κατέθεσε η εκκαλούσα στις 25-10-2010 στο µισθοδοτικό λογαριασµό της εφεσίβλητης για την πληρωµή των κατά την κρίση της οφειλών της προς αυτήν, ήτοι για µέρος του Σεπτεμβρίου 2010, ποσό 671,53 ευρώ, για επίδοµα άδειας 2010 ποσό 493,76 ευρώ και για επίδοµα Χριστουγέννων 2010 ποσό 619,35 ευρώ, σύµφωνα µε την ένσταση µερικής εξόφλησης, που πρόβαλε νοµίµως.
Δηλαδή, το ποσό που οφείλεται από τις ανωτέρω αιτίες ανέρχεται σε 8094,67 ευρώ. Περαιτέρω, η εφεσίβλητη δικαιούται να λάβει ως αποζηµίωση απόλυσης το µισό του ποσού, που θα ελάµβανε απολυόμενη χωρίς προειδοποίηση, δηλαδή, εφόσον είχε συµπληρωµένα 21 έτη υπηρεσίας, δικαιούται 1187,25 ευρώ+1/6 αυτού (1187,25:6=197,88 ευρώ)=1385,13Χ8,5 µήνες=11773,60 ευρώ.
Τέλος,δέχθηκε ότι η εφεσίβλητη υπέστη ηθική βλάβη λόγω της προσβολής της προσωπικότητάς της από την παράνοµη και υπαίτια συµπεριφορά του νοµίµου εκπροσώπου της εκκαλούσας, για την αποκατάσταση της οποίας προσδιόρισε το ύψος της χρηματικής ικανοποίησης στο ποσό των 1.000 ευρώ. Με βάση τα παραπάνω, δέχθηκε την έφεση των εναγομένων, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση, δέχθηκε, κατά ένα μέρος, κατά την κύρια και επικουρική βάση της, την από 20-10-2010 αγωγή, καθώς επίσης και την από 12-7-2011 αγωγή και υποχρέωσε την εναγομένη να καταβάλει νοµιµοτόκως στην ενάγουσα από την επίδοση της αγωγής τα οφειλόµενα ποσά για τα επιδόµατα Πάσχα και αδείας 2010 ήτοι 681,84 ευρώ, και αναγνώρισε ότι η εναγόµενη οφείλει να καταβάλει στην ενάγουσα τις µη καταβληθείσες αποδοχές της περιόδου Σεπτεμβρίου 2010 - Φεβρουαρίου 2011, ποσού 6025,49 ευρώ και ως αποζηµίωση απόλυσης το ποσό των 11.773,60 ευρώ.
Τέλος, αναγνώρισε ότι η εναγοµένη υποχρεούται να καταβάλει στην ενάγουσα ως χρηµατική της ικανοποίηση το ποσό των 1.000 ευρώ. Εξάλλου, αναφορικά µε την από 12-7-2011 αγωγή, υποχρέωσε την εναγοµένη να καταβάλει στην ενάγουσα για µέρος επιδόµατος Χριστουγέννων 2010, επιδόµατος Πάσχα 2011 και επιδόµατος αδείας 2011 το συνολικό ποσό των 1387,34 ευρώ.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" θεωρούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων οι οποίοι τείνουν στη θεμελίωση ή κατάλυση ασκηθέντος ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, είτε ως επιθετικού, είτε ως αμυντικού.
Με τον πρώτο, από τον αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγο της αναίρεσης, κατ' εκτίμηση του περιεχομένου του, η αναιρεσείουσα προβάλλει την αιτίαση ότι το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στην κρίση του περί του ύψους των αποδοχών της, έλαβε υπόψη το μη προβληθέντα ισχυρισμό ότι, με μεταγενέστερη συμφωνία των διαδίκων, τροποποιήθηκαν οι όροι της αρχικής σύμβασης και οι μηνιαίες αποδοχές της μειώθηκαν και ορίστηκαν στο ποσό των 1.121,36 ευρώ.
Όπως προαναφέρθηκε, το Εφετείο δέχθηκε, πράγματι, με την απόφαση του, ότι λόγω και των στενών προσωπικών της σχέσεων µε το Β. Ν. ο µηνιαίος µισθός της ενάγουσας είχε συµφωνηθεί ανώτερος από το νόµιµο και ειδικότερα το 2008 ανερχόταν στο ποσό των 1.552,82 ευρώ. Εξαιτίας, όµως, της αρχόμενης οικονοµικής κρίσης, στις αρχές του 2009, η εκκαλούσα (εναγομένη) επιδίωξε την περικοπή των δαπανών της.
Μεταξύ άλλων, κατόπιν επαφής της µε την εφεσίβλητη (ενάγουσα), το Φεβρουάριο του 2009, συµφωνήθηκε η µείωση των αποδοχών της και ο περιορισµός του µηνιαίου µισθού της στο επίπεδο του νοµίµου, που ανερχόταν τότε σε 1.121,36 ευρώ, µε αντίστοιχη µείωση και των σχετικών επιδοµάτων Χριστουγέννων, Πάσχα και άδειας.
Υπήρξε δε υπόσχεση εκ µέρους της αναιρεσίβλητης ότι σε περίπτωση βελτίωσης της οικονοµικής κατάστασης θα υπήρχε και σχετική αύξηση των αποδοχών της ενάγουσας και συνεπώς, ακόµη και αν εθεωρείτο ότι η ως άνω µείωση των αποδοχών της εφεσίβλητης έγινε µονοµερώς από την εκκαλούσα, αυτή έγινε αποδεκτή από την εφεσίβλητη και κατέστη περιεχόµενο της σύμβασης εργασίας µεταξύ των διαδίκων.
Όμως, από την επισκόπηση των εγγράφων προτάσεων και της έφεσης της αναιρεσίβλητης, δεν προκύπτει ότι η τελευταία υπέβαλε ρητά και κατά τρόπο σαφή και ορισμένο το σχετικό ισχυρισμό, ο οποίος είναι αυτοτελής και ουσιώδης, ενόψει του ότι, όντας αληθής, περιορίζει, πράγματι, το δικαίωμα της εργαζομένης για την καταβολή μισθού και κατ'επέκταση των επιδομάτων αδείας, δώρων εορτών και την καταβολή αποζημίωσης απόλυσης.
Επομένως, είναι βάσιμος ο λόγος αναίρεσης.
Κατά την διάταξη του άρθ. 559 αριθ. 11 περ. α' ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει, από δε τις διατάξεις του άρθ. 671§1 εδ. α' ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην κατ' έφεση δίκη, σύμφωνα με το άρθ. 674§2 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι στις υποθέσεις που εκδικάζονται κατά την ειδική διαδικασία των άρθ. 663 επ.
αυτού (διαδικασία εργατικών διαφορών) λαμβάνονται υπόψη στη δευτεροβάθμια δίκη, προς απόδειξη ή ανταπόδειξη ασκούντος ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ισχυρισμού, και αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου, όπως και έγγραφα αχρονολόγητα, ανεπικύρωτα ή άκυρα, όχι, όμως, πλαστά ή μη γνήσια, διότι και στη διαδικασία αυτήν δεν συγχωρείται η χρησιμοποίηση ψευδών αποδεικτικών μέσων (Ολ ΑΠ 15/2003), ως εκ τούτου δε, κατά την έννοια της παραπάνω διάταξης, μη επιτρεπόμενο αποδεικτικό μέσο είναι και έγγραφο, του οποίου αμφισβητήθηκε η γνησιότητα του περιεχομένου του και της επ' αυτού υπογραφής του εκδότη του.
Ειδικότερα: (1) Από τις διατάξεις των άρθ.455, 457§§1-3 και 458 ΚΠολΔ συνάγεται ότι τα ιδιωτικά έγγραφα σε αντίθεση με τα δημόσια δεν έχουν το τεκμήριο γνησιότητας και εντεύθεν η επίκληση και προσκομιδή, προς απόδειξη ουσιώδους ισχυρισμού, ιδιωτικού εγγράφου εμπεριέχει και τον ισχυρισμό του διαδίκου περί της γνησιότητάς του, ο δε αντίδικός του φέρει το βάρος της άρνησης της γνησιότητας του εγγράφου και ο διάδικος που το προσκομίζει με επίκληση της απόδειξης της γνησιότητας αυτής, εφόσον αμφισβητηθεί (2) Εάν το έγγραφο είναι ενυπόγραφο, αδιάφορα αν φέρει την υπογραφή εκείνου κατά του οποίου προσκομίζεται ή τρίτου, η μη αμφισβήτηση αμέσως της γνησιότητας της επ' αυτού υπογραφής εκ μέρους του αντιδίκου του προσκομίζοντος αυτό δημιουργεί αμάχητο τεκμήριο για την γνησιότητα του υπερκειμένου της υπογραφής και καλυπτομένου απ' αυτήν περιεχομένου του εγγράφου, το οποίο (στην περίπτωση αυτή της ως άνω αναγνώρισης της γνησιότητας της υπογραφής ή της απόδειξης αυτής, εφόσον αμφισβητηθεί) ανατρέπεται μόνο με την προσβολή του εγγράφου ως πλαστού (άρθ. 457§§2 και 3) (3) Η απόδειξη της γνησιότητας της αμφισβητηθείσας υπογραφής ιδιωτικού εγγράφου επιβάλλεται, όχι μόνον όταν γίνεται χρήση του εγγράφου αυτού προς άμεση απόδειξη, αλλά και όταν τούτο χρησιμεύει για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (4) Αν αποδειχθεί κατά τη διαδικασία, κατά την οποία δικάζεται η υπόθεση και προσκομίζεται το έγγραφο, η μη γνησιότητά του, δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη, ενώ αν προκύπτει ότι είναι γνήσιο λαμβάνεται υπόψη, αν, όμως, το δικαστήριο, καίτοι προβλήθηκε άρνηση της γνησιότητάς του, λάβει (ή δεν λάβει) υπόψη το έγγραφο αυτό, υποπίπτει στην πλημμέλεια του άρθ. 559 αριθ. 11α ΚΠολΔ, αφού εκτιμά (ή δεν εκτιμά) έγγραφο, πριν διαπιστώσει, όπως οφείλει, αν αποτελεί επιτρεπόμενο ή μη κατά νόμον αποδεικτικό μέσο. (5) Από τις ανωτέρω διατάξεις σε συνδυασμό με εκείνες των άρθ. 237§§1-3, 238 και 562§2 ΚΠολΔ συνάγεται ότι η αμφισβήτηση της γνησιότητας της υπογραφής ιδιωτικού εγγράφου πρέπει να γίνεται κατά την ίδια συνεδρίαση, κατά την οποία προσκομίζεται (για πρώτη φορά) το έγγραφο, με προσθήκη στις προτάσεις και να είναι ρητή, σαφής και ειδική, χωρίς ενδοιαστικές ή υποθετικές εκφράσεις, αν δε αυτό δεν γίνει, θωρείται, όπως προαναφέρθηκε, ότι αναγνωρίσθηκε η γνησιότητα του εγγράφου και τυχόν αμφισβήτηση αυτής σε μεταγενέστερη συζήτηση, και δη ενώπιον του Εφετείου, είναι απαράδεκτη.
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον έκτο λόγο αναίρεσης, από τους αρ. 8 και 11 περ. α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του (α) το προσκομισθέν, με επίκληση και φερόμενο ως συνταγέν στις 14.8.2010 έγγραφο, µε εκδότη την αναιρεσίβλητη, παραλήπτη την ίδια και τίτλο "Αντισυμβατική συµπεριφορά µισθωτού" (β) το προσκομισθέν, με επίκληση, από την αναιρεσίβλητη, φερόµενο ως συνταγέν στις 16.8.2010 έγγραφο µε τίτλο "Αντισυμβατική συµπεριφορά µισθωτού", εκδότη την αναιρεσίβλητη και παραλήπτη την ίδια (γ) το δίχως χρονολογία, προσκομισθέν με επίκληση και φερόµενο ως συνταγέν από την αναιρεσίβλητη έγγραφο, χωρίς τίτλο, με εκδότη την αναιρεσίβλητη και παραλήπτη την Επιθεώρηση Εργασίας Φλώρινας (δ) το από 13.9.2010 "έγγραφο" της αναιρεσίβλητης µε φερόµενο παραλήπτη την ίδια και εκδότη την αναιρεσίβλητη.
Ότι σε όλα τα ανωτέρω έγγραφα εµφανίζεται η φερόμενη εκδότρια να της απευθύνει συστάσεις παραπονούμενη για τη δήθεν πληµµελή εκτέλεση των καθηκόντων της και ειδικώς στο ανωτέρω υπό στοιχ. γ' έγγραφο να παραπονείται στην Επιθεώρηση Εργασίας Φλώρινας για µια σειρά από παραβατικές συμπεριφορές της και στο από 13.9.2010 εξώδικο εµφανίζεται η αναιρεσίβλητη να διαμαρτύρεται για διάφορες υποτιθέμενες παραβάσεις της, ως προς το χρόνο προσέλευσης στην εργασία της και να την καλεί να τηρεί το ωράριο.
Ότι, αν και αμφισβήτησε τη γνησιότητα των παραπάνω εγγράφων, ως προς το χρόνο σύνταξης, την ταυτότητα του παραλήπτη τους και την παραλαβή τους και µάλιστα ειδικά σε ό,τι αφορά το από 13.9.2010 στο οποίο παραπέμπει η αναιρεσίβλητη ήδη στην από 21.9.2010 εξώδικη της, εντούτοις το δικάσαν εφετείο έλαβε υπόψη όλα τα ανωτέρω έγγραφα του προκειµένου, να απορρίψει τον ισχυρισμό της, περί καταχρηστικής άσκησης της από 16.8.2010 καταγγελίας, χωρίς προηγουµένως να αποφανθεί επί του παραπάνω ισχυρισµού της.
Από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθ. 561§1 ΚΠολΔ) και ειδικότερα των προτάσεων των διαδίκων, προκύπτει ότι από την αναιρεσίβλητη εναγομένη προσκομίσθηκαν πρωτοδίκως, με επίκληση, τα παραπάνω έγγραφα. Με την προσθήκη στις πρωτόδικες προτάσεις της η αναιρεσείουσα, αμφισβήτησε, ειδικά, τη γνησιότητα των παραπάνω εγγράφων, στην αμφισβήτηση δε αυτή προέβη και κατά τη συζήτηση της έφεσης, με τις προτάσεις της.
Επομένως, το Εφετείο που έλαβε υπόψη τα έγγραφα αυτά ως γνήσια, χωρίς να ερευνήσει την ως άνω άρνηση της αμφισβήτησης της γνησιότητας των, υπέπεσε στις επικαλούμενες αναιρετικές πλημμέλειες και είναι βάσιμος ο παραπάνω λόγος της αναίρεσης.
Μετά από αυτά, παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων αναίρεσης, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση,στο σύνολο της, να παραπεµφθεί η υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από δικαστές άλλους, από εκείνους που την εξέδωσαν (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως ισχύει µετά την αντικατάσταση του µε το άρθρο 65 παρ.1 Ν.4139/2013) και να καταδικαστούν οι αναιρεσίβλητοι, ως ηττώμενοι, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, (άρθρο183 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζονται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί, την 42/2014 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας.
Παραπέµπει την υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει τούς αναιρεσίβλητους, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2300) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Μαρτίου 2015. Δηµοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δηµόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του την 1 Απριλίου 2015.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ