389/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 389 / 2012 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 389/2012
Legislator headnote
AI generated389/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 389 / 2012 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 389/2012
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 389 / 2012 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 389/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο, Χαράλαμπο Δημάδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη και Ερωτόκριτο Καλούδη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 2 Νοεμβρίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Α.Ε. με την επωνυμία "ΜΥΡΤΩ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΤΕΧΝΙΚΗ ΟΙΚΟΔΟΜΙΚΗ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ - ΚΤΗΜΑΤΙΚΗ - ΕΣΤΙΑΤΟΡΙΑ - ΛΕΣΧΕΣ ΑΝΑΨΥΧΗΣ - ΜΗΧΑΝΕΣ - ΑΝΤΑΛΛΑΚΤΙΚΑ", και τον διακριτικό τίτλο "ΜΥΡΤΩ Α.Τ.Ο.Ε.Ε.", η οποία εδρεύει στην Αθήνα, όπως εκπροσωπείται νόμιμα η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χαράλαμπο Μερίκα.
Του αναιρεσίβλητου: Β. Μ. του Θ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θ. Λύτρα.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 13-10-2006 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Τριπόλεως. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 152/2007 του ίδιου Δικαστηρίου και 232/2009 του Εφετείου Ναυπλίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 25-8-2010 αίτησή της και με τους από 9-9-2011 πρόσθετους λόγους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ερωτόκριτος Καλούδης ανέγνωσε την από 24-10-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και των πρόσθετων λόγων αυτής.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Οι γενικοί ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση που υφίσταται κενό σε δικαιοπραξία ή γεννιέται αμφιβολία για την έννοια των δηλώσεων βούλησης. Παραβιάζονται δε οι διατάξεις των άρθρων αυτών στην περίπτωση που το δικαστήριο της ουσίας, παρά τη διαπίστωση, έστω και έμμεση, κενού ή αμφιβολίας για την έννοια της δικαιοπραξίας, είτε παραλείπει να προσφύγει σ'αυτές για να διαπιστώσει την αληθινή βούληση των δικαιοπρακτούντων, ή δεν παραθέτει στην απόφασή του τα πραγματικά στοιχεία από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή των διατάξεων αυτών, είτε προβαίνει σε κακή εφαρμογή τους. Έμμεση διαπίστωση κενού ή αμφιβολία σχετικά με τη δήλωση βούλησης προκύπτει, όταν, παρά τη ρητή διαβεβαίωση της ανυπαρξίας τους, το δικαστήριο προβαίνει σε ερμηνεία της δικαιοπραξίας, από την οποία αποκαλύπτεται, ότι το δικαστήριο αντιμετώπισε κενό ή αμφιβολία σχετικά με την έννοια της δήλωσης βούλησης των δικαιοπρακτούντων, συνεπεία των οποίων δημιουργήθηκε η ανάγκη προσφυγής σε ερμηνεία της δήλωσης βούλησης. Η έμμεση αυτή διαπίστωση κενού ή αμφιβολίας μπορεί να προκύπτει εκ του γεγονότος ότι το δικαστήριο για την αληθινή έννοια της δικαιοπραξίας έλαβε υπόψη του και άλλα αποδεικτικά στοιχεία που βρίσκονται έξω από το κείμενο της δικαιοπραξίας ή χρησιμοποιεί επιχειρήματα. Ειδικότερα, επί διαθηκών, εφόσον υπάρχει κενό ή αμφίβολο σημείο στη δήλωση βούλησης του διαθέτη, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 173 ΑΚ, για την πλήρωση ή άρση, αντίστοιχα, του σημείου αυτού, αναζητείται η αληθινή βούληση του διαθέτη χωρίς προσήλωση στις λέξεις, με μοναδικό κριτήριο την υποκειμενική άποψη, ως μη έχοντας εφαρμογή - επί διαθηκών- της διάταξης του άρθρου 200 ΑΚ, ενώ συγχωρείται στην περίπτωση αυτή η λήψη υπόψη και περιστατικών ή στοιχείων εκτός του ερμηνευόμενου κειμένου της διαθήκης, που προκύπτουν ιδίως από έγγραφα, τα οποία, εφόσον προτείνονται από τους διαδίκους ως συντελεστικά στην εξεύρεση της αληθινής βούλησης του διαθέτη, αποτελούν "πράγματα", κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ.8 ΚΠολΔ και συνεπώς η μη λήψη αυτών υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας επάγεται την αναίρεση της απόφασής του με βάση την τελευταία αυτή διάταξη. Εξάλλου εκ πλαγίου παραβίαση της διάταξης του άρθρου 173 ΑΚ υπάρχει - οπότε και ιδρύεται λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ - όταν, μολονότι διαπιστώθηκε η ανάγκη ερμηνείας (κενό κ.λπ.), η εν λόγω διάταξη εφαρμόσθηκε κατά τρόπο που καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή εφαρμογή της, όπως όταν δεν εκτίθενται στην απόφαση με σαφήνεια και πληρότητα όλα τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν για το σκοπό εξεύρεσης της αληθινής βούλησης του διαθέτη. Στην προκείμενη περίπτωση - επί της ένδικης διεκδικητικής της κυριότητας του επίδικου ακινήτου αγωγής του αναιρεσιβλήτου κατά της ήδη αναιρεσείουσας εναγομένης, με την οποία ο αναιρεσίβλητος είχε ισχυριστεί ότι είναι συγκύριος του επίδικου ακινήτου κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου με παράγωγο τρόπο, ως εκ διαθήκης κληρονόμος του πατέρα του Θ. Μ. που πέθανε το έτος 1989, εφόσον αποδέχτηκε την κληρονομία και μετέγραψε την περί αποδοχής της κληρονομίας αυτής δήλωσή του - το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε τα ακόλουθα, αναφορικά με τις αιτιάσεις που προβάλλει η αναιρεσείουσα με τους πρώτο, τρίτο και τέταρτο λόγους της αναίρεσης από τους αριθμούς 1, 19 και 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αντίστοιχα: "Το επίδικο είναι ένα ακίνητο που βρίσκεται στην Τρίπολη εντός του εγκεκριμένου σχεδίου του Δήμου Τρίπολης στο υπ'αριθ.382 Ο.Τ. (και) έχει έκταση 204 τ.μ ... Βόρεια του επιδίκου υφίσταται ακίνητο το οποίο περιήλθε στον πατέρα του ενάγοντος ... βρίσκεται στο ίδιο Ο.Τ. με το επίδικο ... έχει έκταση 337,10 τ.μ. ... (και) υπάρχει σ' αυτό κτίσμα, δηλαδή ισόγειο με αποθήκη και περιστερώνα ... Ο πατέρας του ενάγοντος απεβίωσε την 29-3-1989. Κατά το χρόνο του θανάτου του κατέλιπε την παρακάτω μυστική διαθήκη που δημοσιεύθηκε νόμιμα από το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών κατά τη συνεδρίασή του την 7η Ιουλίου 1989, συνταχθέντος του υπ' αριθ. 2243/7-7-1989 πρακτικού του. Με τη διαθήκη αυτή όρισε τα ακόλουθα: "οδός Σεραγίου αριθμός 1 εχό ένα σπίτι ησόγιο τον 2 δωματίον με κουζίνα λουτρό ταφίνο στον Κ. Θ. Μ. το μισό και τάλο το μισό στον Σ. Θ. Μ., έχι και αποθίκι την περιστεργιόνα. Με διάδρομο πλάτος 3-2-ήσοδος. Από το ηκοπεδο και Ήσοδο του σπιτιού θάχι 2 1/2 Μέτρα για να βγει στον καινούργιο δρόμο που θα χαράζουν το σπίτι έχι τιλέφονο. Η κουζίνα έχι ψιγίο πετροκαζί έχι ελεχτικη εγκατάσταση το Λουτρό Ηνε κοπλέ θερμοσίφονο μπανέρο Ηδε Και όσα ηκόπεδα θα καθαρισι ο Αναλογισμός και θα σας μίνουν θα τα μιράσουτε η 3 ο Β. Μ. Κ. Μ. και Σ. Μ. ...". Με την παραπάνω διάταξη, όπως απ' αυτή προκύπτει, ο θανών θέλει να ωφελήσει και τα τρία τέκνα του. Κατά το χρόνο σύνταξης της διαθήκης το επίδικο ρυμοτομείτο σε τμήμα του από την προβλεπόμενη στο σχέδιο πόλεως οδό Παπαρηγοπούλου ανατολικά αυτού επρόκειτο να διανοιχθεί η οδός Ξάνθου, εκκρεμούσε δε κατά το χρόνο αυτό και το χρόνο θανάτου του διαθέτη η αναθεώρηση του ρυμοτομικού σχεδίου πόλης Τρίπολης. Έτσι ο θανών με τη φράση του "και όσα οικόπεδα θα καθαρίσι ο αναλογισμός και θα σας μίνουνε θα τα μοιράσουτε η 3 ο Β. Μ., Κ. Μ. και Σ. Μ." κατέλιπε το επίδικο κατ' ισομοιρία και στα τρία παραπάνω τέκνα του, στο οποίο, μάλιστα, πρέπει να σημειωθεί, ότι δεν υπάρχουν κτίσματα. Έτσι, η αληθινή βούληση του διαθέτη όσον αφορά το επίδικο κατά την υποκειμενική άποψη αυτού και ανεξαρτήτως πως το αντιλήφθηκαν οι διάδικοι είναι να περιέλθει το επίδικο και στα τρία τέκνα του κατ' ισομοιρία. Ανεξαρτήτως όμως τούτου και ο δεύτερος εναγόμενος αδελφός του ενάγοντος στο από 26-5-2003 έγγραφό του προς το Δήμο Τριπόλεως αναφέρει ότι το ακίνητο είναι εξ αδιαιρέτου κληρονομία από πατέρα σε τρία μερίδια, μεταξύ των οποίων μεριδίων και αυτό του ενάγοντος, (βλ το υπ' αριθ. πρωτ. 8790/2003 έγγραφο προς το Δήμο Τρίπολης)". Έτσι, που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 173 ΑΚ, εφόσον προσέφυγε στην ερμηνευτική της διαθήκης διάταξη αυτή, διότι διαπίστωσε αμφιβολία ως προς την έννοια της δήλωσης βούλησης του διαθέτη αναφορικά με το επίδικο και κατέληξε ότι η αληθινή βούλησή του, είναι "να περιέλθει το επίδικο και στα τρία τέκνα του κατ' ισομοιρία" αφού έλαβε επιτρεπτά υπόψη και τα πιο πάνω περιστατικά που κείνται εκτός του ερμηνευόμενου κειμένου της διαθήκης, τα οποία εκτίθενται με σαφήνεια και πληρότητα, ώστε να είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή εφαρμογή της, γι' αυτό και οι πρώτος και τρίτος λόγοι της αναίρεσης από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους, υπό τις αντίστοιχες αιτιάσεις, υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Οι περιλαμβανόμενες στον πρώτο αναιρετικό λόγο αιτιάσεις, επίσης, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, γιατί το Εφετείο, 1) με το να δεχθεί "ότι ο διαθέτης εγκατέστησε ως κληρονόμους στο επίδικο οικόπεδο και τα τρία παιδιά του, ενώ από το περιεχόμενο της απόφασης η οποία ενσωματώνει το περιεχόμενο της διαθήκης και το καθιστά έτσι και περιεχόμενό της, δεν προκύπτει τέτοια θέληση του διαθέτη", εσφαλμένα εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 1712 ΑΚ, περί του περιεχομένου διαθήκης, 2) παραβίασε α)τη διάταξη του άρθρου 1800 παρ.2 ΑΚ, την οποία εσφαλμένα δεν εφάρμοσε, με το "να θεωρήσει τα οικόπεδα που - ενδεχομένως - θα προέκυπταν από τη ρυμοτομία ως κληρονομιαία, (ενώ), ως ειδικά αντικείμενα, έπρεπε - κατ' εφαρμογήν της ως άνω διάταξης του άρθρου 1800 παρ.2 ΑΚ - να τα θεωρήσει ότι είναι κληροδοτήματα", και β)τις διατάξεις των άρθρων 1980, 1984 παρ.1 και 1797 ΑΚ σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 201, 208 παρ.2 και 209 ΑΚ, τις οποίες εσφαλμένα δεν εφάρμοσε, με το να "μην ερευνήσ(ει) αν τα οικόπεδα αυτά ανήκαν στο διαθέτη κατά το χρόνο του θανάτου του (και στην περίπτωση αυτή) αν η αίρεση-δηλαδή της ρυμοτομίας τους - υπό την οποία τελούσε η διάταξη αυτή ήταν αδύνατη και συνεπώς - κατ' εφαρμογήν των πιο πάνω διατάξεων - άκυρη ή αν πληρώθηκε η αίρεση αυτή, και γ)παραβίασε τις ως άνω διατάξεις των άρθρων 1712 και 1800 παρ.2 ΑΚ, γιατί, ενώ "κατά την ανέλεγκτη κρίση του, έμμεσα διαπίστωσε αμφιβολία ως προς την έννοια της βούλησης του διαθέτη αναφορικά με το επίδικο" έπρεπε, προσφεύγοντας στην ερμηνευτική διάταξη του άρθρου 173 ΑΚ, να δεχθεί, κατ' εφαρμογήν αυτής και των πιο πάνω διατάξεων, ότι "ο διαθέτης κατέλιπε το επίδικο (και το όλο ακίνητο) στους κληρονόμους Κ. και Σ., βεβαρημένους με κληροδοσία υπέρ αυτών και του Β. των οικοπέδων που θα προέκυπταν, υπό την αναβλητική αίρεση ότι θα προέκυπταν από τη ρυμοτόμηση αυτού και άλλα οικόπεδα", πρέπει οι απ'αυτές -αιτιάσεις- υπό στοιχ.1, 2α και 3, να απορριφθούν ως απαράδεκτες, διότι ο αναιρεσείων, υπό την επίκληση της παραβίασης των ουσιαστικού δικαίου πιο πάνω κανόνων, πλήττει την ανέλεγκτη από τον Άρειο Πάγο εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ), αφού στις ως άνω αιτιάσεις αναφέρεται, ότι το Εφετείο έπρεπε να δεχθεί άλλα από εκείνα που δέχτηκε εσφαλμένα ως προς το κατ'ουσίαν βάσιμο της αγωγής, την οποία και έπρεπε να απορρίψει, ενώ η υπό στοιχεία 2β αιτίαση, ως αόριστη, πρέπει, προεχόντως, να απορριφθεί, εφόσον δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο αν ο ισχυρισμός - ένσταση - περί της προβαλλόμενης ακυρότητας της διάταξης της διαθήκης, στον οποίο στηρίζεται, είχε προταθεί νόμιμα στο Εφετείο, ώστε να είναι παραδεκτή η προβολή του στον Άρειο Πάγο, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 562 παρ.2 ΚΠολΔ. Εξάλλου, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, αντιμετώπισε και απέρριψε στην ουσία εκ του πράγματος τα περιστατικά που η αναιρεσείουσα επικαλέστηκε με τις προτάσεις της της συζήτησης μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση για την ερμηνεία της πιο πάνω διαθήκης, δηλαδή, ότι ο διαθέτης είχε μεγάλη υποχρέωση τακτοποίησης των τέκνων του Κ. Μ. και Σ. Μ., ως αλυσιτελή και επουσιώδη, εφόσον δέχτηκε, - όσον αφορά το επίδικο -, ότι ο διαθέτης θέλησε με τη διαθήκη να ωφελήσει και τα τρία τέκνα του, δηλαδή και τον αναιρεσίβλητο και ο περί του αντιθέτου τέταρτος λόγος της αναίρεσης, από τον αριθμό 8 περ.β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
ΙΙ. Ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ ιδρύεται, αν για την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσία την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται. Περαιτέρω, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν στο αιτιολογικό, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, και, έτσι, δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε. Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε και τα εξής: "Το επίδικο ακίνητο (το οποίο, όπως προεκτέθηκε) βρίσκεται στην Τρίπολη εντός του εγκεκριμένου σχεδίου του δήμου Τρίπολης στο υπ' αριθ. 382 Ο.Τ. και έχει έκταση 204 τμ. συνορεύει βόρεια σε μήκος 52μ. με ιδιοκτησία Κ. (σε μήκος 22,95μ.) και με ιδιοκτησία κληρονόμων Μ. (σε μήκος 29,05 μ.), νότια σε μήκος 50μ. με την οδό Παπαρηγοπούλου και ιδιοκτησία Κ., ανατολικά σε μήκος 4,4 μ. με ιδιοκτησία δήμου Τρίπολης, απ' όπου θα διέλθει η οδός Ξανθού, και δυτικά σε μήκος 4μ. με την οδό Σεραγίου. Το ακίνητο αυτό είχε περιέλθει στον πατέρα του ενάγοντος Θ. Μ., την κυριότητα του οποίου επ' αυτού δεν αμφισβητούν οι εναγόμενοι, δυνάμει του υπ' αριθ. .../68 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Τρίπολης Γεωργίου Παζιωτόπουλου που μεταγράφηκε νόμιμα. Βόρεια του επιδίκου - όπως προεκτέθηκε- υφίσταται ακίνητο το οποίον περιήλθε στον πατέρα του ενάγοντος κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου από αγορά δυνάμει του υπ' αριθ. .../40 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθηνών Ιωάννη Καραβάσου που μεταγράφηκε νόμιμα, κατά δε το υπόλοιπο ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου περιήλθε σ' αυτόν ως προίκα αδιατίμητη δυνάμει του υπ' αριθ .../31 προικοσυμφώνου του συμβολαιογράφου Τρίπολης Πολύβιου Παπαδόπουλου, με το οποίο συνεστήθη προίκα υπέρ της μητέρας του ενάγοντος Α. θυγ. Κ. Ο., με την οποία ο πατέρας του ήλθε σε γάμο. Δυνάμει των υπ' αριθ. .../64 και .../67 συμβολαίων των συμβολαιογράφων Τρίπολης Χρήστου Σωτηρακόπουλου και Γεωργίου Παζιωτόπουλου, αντίστοιχα, που μεταγράφηκαν νόμιμα, ο Θ. Μ., ενεργώντας για τον εαυτό του αλλά και ως διαχειριστής της προικώας περιουσίας και μετά από νόμιμη άδεια (βλ. τις υπ' αριθ. 807/63, και 172/65 αποφάσεις του Δικαστηρίου Πρωτοδικών Τρίπολης) μεταβίβασε στους αγοραστές Θ. Κ. και Η. Κ. (με το πρώτο συμβόλαιο) και στους Β. Π. και Α. Π. (με το δεύτερο συμβόλαιο) τμήματα του παραπάνω (μη επίδικου) ακινήτου. Με το υπ' αριθ. .../74 προικώο συμβόλαιο δε του συμβολαιογράφου Τρίπολης Γεωργίου Παζιωτόπουλου που μεταγράφηκε νόμιμα και μετά από νόμιμη άδεια (βλ την υπ' αριθ. 176/74 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Τρίπολης) οι Θ. και Α. Μ. συνέστησαν προίκα υπέρ της θυγατέρας τους Μάρθας παραχωρώντας σ' αυτή ως προίκα και ένα ακόμη τμήμα του παραπάνω ακινήτου. Έτσι σήμερα από το ακίνητο αυτό (μη επίδικο) έχει απομείνει συνολική έκταση 337,10 τμ. Αυτό βρίσκεται στο ίδιο Ο.Τ. με το επίδικο και βόρεια αυτού, έχει έκταση όπως προαναφέρθηκε 337,10 τ.μ. και συνορεύει, βόρεια σε πλευρά μήκους 39,5 μ. με ιδιοκτησία Φ. Κ. και ιδιοκτησία Δήμου Τρίπολης, από όπου θα διέλθει η οδός Ξάνθου, νότια σε πλευρά μήκους 39,25 μ. με το επίδικο και με ιδιοκτησία Δήμου Τρίπολης, απ' όπου θα διέλθει η οδός Ξάνθου, ανατολικά σε πλευρά μήκους 8,10μ. με ιδιοκτησία Δήμου Τρίπολης απ' όπου θα διέλθει η οδός Ξάνθου, και δυτικά με ιδιοκτησία Κ. ... Η μητέρα του ενάγοντος απεβίωσε την 21-6-2002 αδιάθετη, ο δε πατέρας του απεβίωσε - όπως προεκτέθηκε - την 29-3-1989". Στη συνέχεια ακολουθούν τα προεκτεθέντα περιστατικά που αφορούν τη διαθήκη, με την οποία - όπως δέχτηκε το Εφετείο - ο διαθέτης θέλησε να περιέλθει το επίδικο και στα τρία τέκνα του κατ'ισομοιρία (δηλαδή και στον αναιρεσίβλητο κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου) και αμέσως μετά - το Εφετείο - δέχτηκε και τα ακόλουθα: " Την παραπάνω κληρονομιά αποδέχτηκε ο ενάγων νόμιμα δυνάμει της υπ' αριθ. .../3-7-06 πράξης αποδοχής κληρονομιάς της συμβολαιογράφου Αθηνών Ταρσίας Μιχαλόπουλου ως και της υπ' αριθ. .../6-10-06 πράξης διόρθωσης επανάληψης αποδοχής κληρονομιάς της αυτής συμβολαιογράφου που μεταγράφηκαν νόμιμα και έτσι κατέστη συγκύριος του επιδίκου κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου. Ο δεύτερος εναγόμενος με την υπ' αριθ. .../20-10-2000 πράξη αποδοχής κληρονομιάς της συμβολαιογράφου Αθηνών Ευσταθίας Μπόλιτη, που μεταγράφηκε νόμιμα, αποδέχτηκε την κληρονομιά του πατέρα του. Εμφανίζει όμως στην αποδοχή του αυτή τα δύο προαναφερθέντα ακίνητα (επίδικο και μη επίδικο) ως ένα ενιαίο ακίνητο έκτασης 541,10 τ.μ. και ως εκ διαθήκης κληρονόμος αποδέχεται την κληρονομιά αυτή κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου. Στη συνέχεια δε με το υπ' αριθ. 1719/20-10-2000 συμβόλαιο της αυτής πιο πάνω συμβολαιογράφου που μεταγράφηκε νόμιμα ο δεύτερος εναγόμενος πώλησε το παραπάνω μερίδιο του επί του ενιαίου ακινήτου στον τρίτο εναγόμενο. Η τέταρτη εναγομένη μοναδική εξ αδιαθέτου κληρονόμος του πατέρα της Σ. Μ. (τέκνου του Θ. Μ. τιμημένου με την παραπάνω διαθήκη) και μετά την αποποίηση της κληρονομιάς αυτού (Σ.) από τη σύζυγο του και μητέρα της τέταρτης εναγομένης αποδέχτηκε την επαχθείσα σ' αυτή κληρονομιά από τον αποβιώσαντα την 11-3-02 πατέρα της Σ. Μ. και την κληρονομιά που επήχθη σ' αυτόν από τον πατέρα του Θ. με την παραπάνω διαθήκη δυνάμει της υπ' αριθ. .../27-4-05 πράξης αποδοχής κληρονομιάς της συμβολαιογράφου Αθηνών Μαργαρίτας Αναστασάκη - Παραβάντη που μεταγράφηκε νόμιμα. Αποδέχτηκε δε και αυτή όπως και ο δεύτερος εναγόμενος ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου επί του παραπάνω φερόμενου ενιαίου ακινήτου. Στη συνέχεια ο τρίτος εναγόμενος άσκησε κατά της τέταρτης εναγομένης την από 6-10-04 αγωγή διανομής ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Τρίπολης, με την οποία ισχυριζόμενος ότι οι στη δίκη εκείνη διάδικοι είναι συγκύριοι κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου ο κάθε ένας του ενιαίου ακινήτου έκτασης 541,10 τμ. στο οποίο συμπεριλαμβάνεται και το επίδικο, ζήτησε τη διανομή αυτού. Η τέταρτη εναγομένη στη δίκη εκείνη άσκησε την από 25-4-05 ανταγωγή διανομής, με την οποία, ισχυριζόμενη και αυτή ότι οι διάδικοι είναι συγκύριοι κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου του παραπάνω ακινήτου, ζήτησε ομοίως τη διανομή αυτού. Επί της αγωγής και ανταγωγής, που συνεκδικάστηκαν, εκδόθηκε η υπ' αριθ. 59/2005 απόφαση του παραπάνω Δικαστηρίου, με την οποία, αφού έγιναν δεκτές αγωγή και ανταγωγή, διατάχτηκε η δια πλειστηριασμού πώληση του κοινού, δηλαδή του ακινήτου έκτασης 541,10 τμ, στο οποίο συμπεριλαμβάνεται και το επίδικο. Το ακίνητο αυτό εκπλειστηριάστηκε την 5-4-06 ενώπιον του ορισθέντα με την παραπάνω απόφαση υπαλλήλου του πλειστηριασμού συμβολαιογράφου Τρίπολης Βασιλείου Αρτόπουλου, συντάχθηκε δε η υπ' αριθ. .../5-4-2006 έκθεση πλειστηριασμού του συμβολαιογράφου αυτού, αναδειχθείσης ως υπερθεματίστριας της πρώτης εναγομένης. Στη συνέχεια δε συντάχθηκε η υπ' αριθ. 22222.../19-4-2006 περίληψη κατακυρωτικής έκθεσης του παραπάνω συμβολαιογράφου που μεταγράφηκε νόμιμα. Έκτοτε δε η πρώτη εναγομένη κατέλαβε και κατέχει το ακίνητο που εκπλειστηριάστηκε στο οποίο συμπεριλαμβάνεται και το επίδικο. Με τις παραπάνω ενέργειες τους όλοι οι εναγόμενοι αμφισβητούν τη συγκυριότητα του ενάγοντος επί του επιδίκου, η δε πρώτη (ήδη αναιρεσείουσα) κατέλαβε και κατέχει αυτό και κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου συγκυριότητας του ενάγοντος (ήδη αναιρεσιβλήτου) έχοντας αποβάλει αυτόν απ' αυτό. Ισχυρίζονται οι εναγόμενοι ότι αυτοί (ο δεύτερος και τέταρτη ως καθολικοί διάδοχοι του Θ. Μ. και οι λοιποί ως ειδικοί διάδοχοι των πρώτων) κατέστησαν κύριοι του επιδίκου με τα προσόντα της τακτικής χρησικτησίας, διότι νέμονται το ακίνητο από τότε που περιήλθε σ' αυτούς και μάλιστα από το θάνατο του Θ. Μ. (29-3-1989) νέμονται αυτό κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου ο δεύτερος εναγόμενος και ο δικαιοπάροχος της τετάρτης, τον οποίο, θανόντα το έτος 2002, κληρονόμησε αυτή στη νομή του επιδίκου και στη συνέχεια ο τρίτος εναγόμενος ως ειδικός διάδοχος του δευτέρου από την αγορά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου απ' αυτόν δυνάμει του παραπάνω συμβολαίου που μεταγράφηκε νόμιμα και η πρώτη ως υπερθεματίστρια στον πλειστηριασμό που προαναφέρθηκε με καλή πίστη και με νόμιμο τίτλο την προαναφερθείσα διαθήκη του Θ. Μ.. Ο ισχυρισμός τους αυτός πρέπει ν' απορριφθεί, διότι, πέραν της αοριστίας του, αφού οι εναγόμενοι δεν αναφέρουν συγκεκριμένες πράξεις νομής τους επί του επιδίκου, η βούληση συγκυρίου να χρησιδεσπόσει στο κοινό ακίνητο πρέπει να εκφράζεται ρητά ή να προκύπτει από πράξεις εκδήλωσης της απόφασης αυτού περί αντιποίησης της νομής του συγκυρίου ως και γνώση αυτών από τους λοιπούς συγκυρίους. Τέτοιες, όμως, πράξεις, εκδηλωτικές της απόφασης αντιποίησης της νομής του εκκαλούντος από τους εφεσίβλητους και γνώση αυτών από τον πρώτο, δεν επικαλούνται οι εφεσίβλητοι ούτε προκύπτουν. Αντίθετα ο δεύτερος εναγόμενος με την πιο πάνω αναφερθείσα επιστολή του προς το Δήμο Τρίπολης αναγνωρίζει την επί του επιδίκου συγκυριότητα του εκκαλούντος. Τέλος, ισχυρίζονται οι εφεσίβλητοι, ότι το ασκούμενο με την αγωγή δικαίωμα ασκείται καταχρηστικά, διότι, παρότι ο εκκαλών γνώριζε ότι το ακίνητο νέμονταν τα αδέλφια του, Κ. και Σ., μετά το θάνατο του πατέρα τους, καθώς και οι καθολικοί και ειδικοί διάδοχοι αυτών αδράνησε για περισσότερο από 15 έτη από το θάνατο του πατέρα τους και δεν αντέδρασε κατά τον πλειστηριασμό αυτού, με αποτέλεσμα να τους δημιουργηθεί εύλογα η πεποίθηση, ότι δεν θα ασκηθεί τυχόν δικαίωμα του, η άσκηση του οποίου αντίκειται στον κοινωνικό και οικονομικό σκοπό αυτού. Ο ισχυρισμός αυτός, που συνιστά ένσταση στηριζόμενη στο αρθ. 281 ΑΚ, πρέπει ν' απορριφθεί, διότι ο ενάγων, πληροφορηθείς τον πλειστηριασμό του ακινήτου, ο οποίος έλαβε χώρα την 5-4-06, άσκησε την κρινόμενη από 13-10-06 αγωγή του. Περαιτέρω, αυτός αποδέχτηκε την κληρονομιά του πατέρα του, όπως προαναφέρθηκε, υπέβαλε τη σχετική δήλωση φόρου κληρονομιάς (βλ δήλωση φόρου κληρονομιάς αριθ. δήλωσης 3658/96 αρ. φακέλου Θ 757/89 προς την ΔΟΥ Α' κεφ. Αθηνών) και κατέβαλε στο Δήμο Τρίπολης οφειλή σχετικά με το ακίνητο προερχόμενη από τη συντέλεση αναλογισμού και απαλλοτριώσεων ακινήτων στην περιοχή του κατά το μέρος που αφορά το μερίδιο του. Από τις πράξεις του αυτές δεν αποδεικνύεται αδράνεια του εκκαλούντος όσον αφορά το ένδικο δικαίωμα του, η οποία, άλλωστε, μόνη δεν αρκεί να καταστήσει καταχρηστική την άσκηση του δικαιώματος του, το οποίο, εξάλλου, όπως προαναφέρθηκε, αναγνώρισε ο δεύτερος εναγόμενος και με την πιο πάνω επιστολή του προς τον Δήμο Τρίπολης. Μετά απ' αυτά το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που απέρριψε την αγωγή, έσφαλε και πρέπει, αφού γίνει δεκτή η έφεση, κατά παραδοχή του συμφώνου προς τα παραπάνω λόγου της, να εξαφανιστεί η εκκαλούμενη απόφαση, και, αφού κρατηθεί η υπόθεση από το Δικαστήριο αυτό, να γίνει δεκτή η αγωγή ως βάσιμη στην ουσία της, ν' αναγνωριστεί ο ενάγων κύριος του επιδίκου κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου και να υποχρεωθεί η πρώτη εναγομένη να του αποδώσει αυτό κατά το παραπάνω ποσοστό". Έτσι, που έκρινε το Εφετείο και ειδικότερα με το να δεχθεί, ότι ο διαθέτης εγκατέστησε τον αναιρεσίβλητο γιο του κληρονόμο του κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου στο επίδικο ακίνητο, την κυριότητα του οποίου είχε αποκτήσει με το προεκτιθέμενο .../1968 συμβόλαιο που έχει νόμιμα μεταγραφεί, δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 2 παρ.1 ν.δ.690/1948, το οποίο είχε καταργηθεί με το άρθρο 3 παρ.1 α.ν.625/1968 και επαναφέρθηκε σε ισχύ με το άρθρο 6 παρ.1 του ν.651/1977, και σύμφωνα με το οποίο απαγορεύεται η μεταβίβαση της κυριότητας οικοπέδου αν με αυτή (μεταβίβαση) δημιουργούνται μη άρτια οικόπεδα, αφού, εξαιτίας της διάταξης αυτής της διαθήκης, δεν επήλθε κατάτμηση του επιδίκου, ούτε, συνακόλουθα, παραβίασε το άρθρο 1980 ΑΚ, σύμφωνα με το οποίο, είναι άκυρη η κληροδοσία της οποίας η παροχή κατά το θάνατο του διαθέτη αντιβαίνει στο νόμο, αφού το άρθρο αυτό δεν εφαρμόσθηκε διότι δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του. Επίσης το Εφετείο περιέλαβε στην απόφασή του πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογία, ως προς το ουσιώδες ζήτημα της απόκτησης από τον αναιρεσίβλητο κυριότητας στο επίδικο κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου με τον παράγωγο πιο πάνω τρόπο της κληρονομικής διαδοχής, και, συνεπώς ο πρώτος πρόσθετος λόγος αναίρεσης από τα άρθρα 559 αριθ.1 και 19 ΚΠολΔ, με τον οποίο, υπό τις αντίστοιχες αιτιάσεις, υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Ακολούθως, το Εφετείο, με το να απορρίψει την ένσταση από την ΑΚ 281 της ήδη αναιρεσείουσας (εναγομένης) για το λόγο που αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ως και κατ'ουσίαν αβάσιμη, δεν παραβίασε την εν λόγω διάταξη, περιέλαβε δε στην απόφασή του πλήρη σαφή και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογία και συνεπώς ο περί του αντιθέτου έκτος, κατά το δεύτερο και τρίτο μέρος του, πρόσθετος λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Παραπονείται όμως η αναιρεσείουσα γιατί το Εφετείο απέρριψε την ένστασή της από την ΑΚ 281, χωρίς να έχει λάβει υπόψη περιστατικά που επικαλέστηκε νόμιμα με τις προτάσεις της συζήτησης μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, συνιστάμενα στο ότι ο αναιρεσίβλητος γνώριζε, πάντοτε, την εκ μέρους των δικαιοπαρόχων της αποκλειστική με διάνοια κυρίων άσκηση πράξεων νομής στο επίδικο, καθώς και τη βούληση του διαθέτη ότι εκείνος-αναιρεσίβλητος- δεν είναι συγκληρονόμος του επιδίκου, και ότι αυτή κατέβαλε 134.050 ευρώ για την αγορά - ως ενιαίου ακινήτου και 26.264 ευρώ για φόρο μεταβίβασης. Υπό τα επικαλούμενα όμως πιο πάνω περιστατικά η άσκηση του ένδικου δικαιώματος δεν εμπίπτει στη θεσπιζόμενη από τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ απαγόρευση και, επομένως, το Εφετείο, που έκρινε τα εν λόγω περιστατικά, ως μη θεμελιωτικά της εν λόγω ένστασης και τα απέρριψε σιωπηρά, δεν υπέπεσε στην από τον αριθμό 8 περιπτ.β'του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γι' αυτό ο και ήδη ερευνώμενος πρόσθετος λόγος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
ΙΙΙ. Στην περίπτωση που το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης στηρίζεται αυτοτελώς σε περισσότερες επάλληλες αιτιολογίες, με την αναίρεση δε πλήττονται όλες ή μία απ'αυτές, η προσβολή όμως της μιας δεν τελεσφορεί, οι λόγοι αναίρεσης που προσβάλλουν τις λοιπές είναι απορριπτέοι ως αλυσιτελείς. Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, αναφορικά με την ένσταση της αναιρεσείουσας (εναγομένης) περί κτήσης της κυριότητας του επιδίκου με τακτική χρησικτησία, δέχτηκε, ότι: "Ο ισχυρισμός τ(ης) αυτός πρέπει ν' απορριφθεί, διότι, πέραν της αοριστίας του, αφού οι εναγόμενοι δεν αναφέρουν συγκεκριμένες πράξεις νομής τους επί του επιδίκου, η βούληση συγκυρίου να χρησιδεσπόσει στο κοινό ακίνητο πρέπει να εκφράζεται ρητά ή να προκύπτει από πράξεις εκδήλωσης της απόφασης αυτού περί αντιποίησης της νομής του συγκυρίου ως και γνώση αυτών από τους λοιπούς συγκυρίους. Τέτοιες όμως πράξεις εκδηλωτικές της απόφασης αντιποίησης της νομής του εκκαλούντος (αναιρεσιβλήτου) από τους εφεσιβλήτους (την αναιρεσείουσα δηλαδή και τους λοιπούς εφεσιβλήτους συνεναγομένους της) και γνώση αυτών από τον πρώτο (αναιρεσίβλητο) δεν επικαλούνται οι εφεσίβλητοι ούτε προκύπτουν". Το Εφετείο όμως με την πιο πάνω επάλληλη αιτιολογία περί της απόρριψης δηλαδή της εν λόγω ένστασης ως αβάσιμης και κατ' ουσίαν δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του αριθμού 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, γιατί παρά το νόμο απέρριψε την ίδια ένσταση ως αόριστη, γι'αυτό και ο συναφής αντίθετος έκτος λόγος της αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί ως αλυσιτελής, αφού η επάλληλη ως άνω αιτιολογία- για απόρριψη κατ' ουσίαν της ίδιας ένστασης- δεν πλήττεται επιτυχώς με λόγο αναίρεσης, στηρίζει δε αυτοτελώς το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης. Εξάλλου, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο έλαβε υπόψη την ως άνω ένσταση της αναιρεσείουσας και την απέρριψε ρητά. Επομένως, ο περί του αντιθέτου έβδομος λόγος της αναίρεσης, από τον αριθμό 8 περ.β'του άρθρου 559 ΚΠολΔ πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Το Εφετείο επομένως με το να απορρίψει την ένσταση της αναιρεσείουσας περί κτήσης ίδιας κυριότητας στο επίδικο ακίνητο με τακτική χρησικτησία, δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 974 και 1041 ΑΚ, και ο περί του αντιθέτου όγδοος λόγος της αναίρεσης, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
IV. Με το δεύτερο πρόσθετο λόγο προσάπτεται, κατ' ορθή εκτίμησή του, η από τον αριθμό 8 περιπτ.β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του αυτοτελή ισχυρισμό της αναιρεσείουσας, που προτάθηκε με τις προτάσεις τους της συζήτησης μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, προς απόρριψη της ένδικης αγωγής ως νόμω και ουσία αβάσιμης, περί του ότι το επίδικο ακίνητο αποτελεί τμήμα του ενός και μόνο ενιαίου οικοπέδου, που προήλθε από τη συνένωση των δύο συνεχόμενων και ανηκόντων στο Θ. Μ. οικοπέδων, του οποίου απαγορεύεται η κατάτμηση με την επίμαχη διαθήκη και το οποίο-επίδικο και μόνο-ρυμοτομήθηκε. Ο εξεταζόμενος αυτός αναιρετικός λόγος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, εφόσον το Εφετείο, με την παραδοχή ότι ο διαθέτης είχε αποκτήσει την κυριότητα του επιδίκου, στο οποίο εγκατέστησε τον αναιρεσίβλητο γιο του κληρονόμο του κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου, με το προεκτιθέμενο .../1968 συμβόλαιο, ενώ το μη επίδικο ακίνητο που κείται βόρεια του επιδίκου, είχε περιέλθει σ' αυτόν κατά το 1/2 εξ αδιαιρέτου ως προίκα δυνάμει του προεκτιθέμενου .../1931 συμβολαίου (η οποία επομένως από τις 18.2.1983 είχε επιστρέψει αυτοδικαίως κατά πλήρες δικαίωμα στη σύζυγό του και μητέρα του αναιρεσιβλήτου, η οποία πέθανε αδιάθετη στις 21.6.2006 - μετά το θάνατο του συζύγου της-διαθέτη-) το οποίο, κατά το χρόνο σύνταξης της διαθήκης, "και ρυμοτομείτο σε τμήμα του από την προβλεπόμενη στο σχέδιο πόλεως οδό Παπαρηγοπούλου", έλαβε υπόψη τον αμέσως πιο πάνω ισχυρισμό της αναιρεσείουσας και τον απέρριψε ρητά ως ουσιαστικά αβάσιμο. Και αυτά ανεξάρτητα από το ότι, όπως επίσης δέχθηκε το Εφετείο, η αναθεώρηση του ρυμοτομικού σχεδίου Τρικάλων όπου βρίσκεται το επίδικο επήλθε μετά τη σύνταξη της διαθήκης του Θ. Μ. και δεν ασκεί επιρροή στη βούληση του διαθέτη, την οποία αναζήτησε το Εφετείο με ορθή εφαρμογή του άρθρου 173 ΑΚ, όπως ήδη έχει ειπωθεί.
V. Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11 περ.γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κατά τον οποίο επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, ελέγχεται ουσιαστικά αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι προς απόδειξη των ισχυρισμών τους. Προς τούτο αρκεί η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο, χωρίς την ανάγκη ειδικής μνείας και αξιολόγησης εκάστου και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη. Στην προκείμενη περίπτωση, με τους συναφείς πέμπτο του κύριου δικογράφου της αναίρεσης και τρίτο, κατά το πρώτο μέρος του των προσθέτων λόγους προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 11 περιπτ.γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη και δεν συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις και τα, ειδικότερα, μνημονευόμενα σ' αυτή αποδεικτικά μέσα, που η αναιρεσείουσα επικαλέστηκε με τις προτάσεις της συζήτησης, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση προς απόδειξη του ουσιώδους ισχυρισμού της περί της ερμηνείας της επίμαχης διαθήκης, καθώς και των ενστάσεών της, δηλαδή την κατάθεση του μάρτυρα ανταπόδειξης Δ. Γ. στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, καθώς και τα ακόλουθα έγγραφα, ήτοι, 1)το 595/7-8-1995 φύλλο της εφημερίδας της Κυβέρνησης (τεύχος τέταρτο), 2)τη 2/1996 πράξη αναλογισμού και αποζημίωσης, 3)την 5.549/13.12.2002 απόφαση του Νομάρχη Αρκαδίας, 4)το με χρόνο μελέτης Ιούλιος 1993 και ημερομηνία θεώρησης 21-4-1998 τοπογραφικό διάγραμμα-κτηματολογικό πίνακα του μελετητή Ι. Λ., 5)το από 28-3-2000 τοπογραφικό διάγραμμα του αρχιτέκτονα μηχανικού Π. Γ., 6)το με αριθμό πρωτ. 464/20-1-2000 πιστοποιητικό της ΚΑ' ΔΟΥ Αθηνών, 7)το με αριθμό πρωτ. 6192/21-4-2005 έγγραφο της τεχνικής Υπηρεσίας του Δήμου Τρίπολης, 8)τη με αριθμό 326/2001, αριθμό φακέλου Θ-757/89 και ημερομηνία 12-6-2001 πράξη προσδιορισμού φόρου κληρονομίας της ΔΟΥ ΚΑ' Αθηνών, 9)την από 12-6-2001 έκθεση ελέγχου της ίδιας ΔΟΥ -ΚΑ'Αθηνών-, 10)τη με αριθμό 162/2001, αριθμό φακέλου Θ.757/89 και ημερομηνία 12.6.2001 πράξη επιβολής προστίμου 60.000 δρχ. και 11)το από 10-2-2003 έγγραφο του Δήμου Τρίπολης Αρκαδίου. Οι ερευνώμενοι αυτοί αναιρετικοί λόγοι πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι, αφού, από την υπάρχουσα στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαίωση, κατά την οποία τα περιστατικά που έγιναν δεκτά από το πιο πάνω Δικαστήριο ως αποδεικνυόμενα αναφορικά με τους ισχυρισμούς των διαδίκων αποδείχθηκαν, μεταξύ άλλων και "από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάστηκαν ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και περιέχονται στα ταυτάριθμα -152/2007- με την εκκαλούμενη απόφαση πρακτικά του και από όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι προσκομίζουν και επικαλούνται", σε συνδυασμό και με το γεγονός ότι στο αιτιολογικό της απόφασης δεν υπάρχει κανένα απολύτως στοιχείο από το οποίο να μπορεί να δημιουργηθεί αμφιβολία για το αν το Εφετείο έλαβε υπόψη του και τα παραπάνω αποδεικτικά μέσα, δεν καταλείπεται καμιά αμφιβολία, ότι το εν λόγω Δικαστήριο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, ως προς τους κρίσιμους ισχυρισμούς των διαδίκων, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε και τα αποδεικτικά αυτά μέσα, χωρίς να είναι υποχρεωμένο να κάνει ειδική μνεία ή χωριστή αξιολόγηση του καθενός.
VI. Από τα άρθρα 339 και 352 ΚΠολΔ συνάγεται ότι ομολογία είναι η παραδοχή της συνδρομής ενός κρίσιμου (ουσιώδους δηλαδή κατά το άρθρο 335) γεγονότος, η οποία γίνεται από τον αντίδικο εκείνου που φέρει το βάρος επίκλησης και απόδειξής του. Είναι δε δικαστική ομολογία αυτή που απευθύνεται στο δικαστήριο που δικάζει την υπόθεση με σκοπό αποδοχής της και είναι σαφής και ορισμένη. Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο, κατά το δεύτερο μέρος του, πρόσθετο λόγο αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθ.11 περ.γ' ΚΠολΔ, η αναιρεσείουσα ψέγει την προσβαλλόμενη απόφαση, γιατί το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τη δικαστική ομολογία του αντιδίκου της, που αποτελεί πλήρη απόδειξη αναφορικά με τον ουσιώδη αυτοτελή-άγοντα σε απόρριψη της αγωγής-ισχυρισμό της, ότι η διαθήκη είναι άκυρη κατά τη διάταξη της που αφορά το επίδικο, εφόσον αυτό- επίδικο-ως αποτελούν όχι αυτοτελές οικόπεδο, αλλά τμήμα ενιαίου ρυμοτομούμενου οικοπέδου, δεν μπορούσε εγκύρως, κατά τα προεκτεθέντα, να μεταβιβαστεί από το διαθέτη χωριστά στα τρία ως άνω παιδιά του, περιεχόμενη στα ακόλουθα έγγραφα: 1)τη με αριθμό .../3.7.2006 πράξη αποδοχής κληρονομιάς της συμβολαιογράφου Αθηνών Ταρσίας Ιωάννου Μιχαλόπουλου και το 34/2143/26.7.2006 πιστοποιητικό μεταγραφής της του Υποθηκοφύλακα Τρίπολης Βορείου Πλευράς, 2)το με αριθμό πρωτ.17874/23-10-2003 έγγραφο του Τμήματος Εσόδων και Προμηθειών της Διεύθυνσης Οικονομικών Υπηρεσιών του Δήμου Τρίπολης, 3)το με αριθμό 4388/24.11.2003 Διπλότυπο Είσπραξης της Ειδικής Ταμειακής Υπηρεσίας του ίδιου Δήμου, 4)τη με αριθμό 2.279/14.7.1995 απόφαση του Νομάρχη Αρκαδίου, 5)τη με αριθμό 2/1996 πράξη αναλογισμού αποζημίωσης και τακτοποίησης ιδιοκτησιών που εκδόθηκε από το Τμήμα Δομημένου Περιβάλλοντος της Διεύθυνσης Υποδομών της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Αρκαδίας, 6)την κυρώσασα αυτή, με αριθμό 1449/1.6.1998 Απόφαση του Νομάρχη Αρκαδίας και 7)τη με αριθμό 5549/13-12-2002 Απόφαση του Νομάρχη Αρκαδίας, σε συνδυασμό με το Β.Δ. της 23-10-1953 και το με αριθμό 9/21-11-1955 Β.Δ. "Περί καθορισμού των όρων και περιορισμών δομήσεως των οικοπέδων του ρυμοτομικού σχεδίου Τριπόλεως", δυνάμει των οποίων το επίδικο οικόπεδο ρυμοτομούνταν σε τμήμα του από την προβλεπόμενη στο σχέδιο πόλης οδό Παπαρρηγόπουλου τα οποία - έγγραφα - ο αναιρεσίβλητος επικαλέστηκε με τις προτάσεις του της συζήτησης μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση. Ο λόγος αυτός της αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί, προεχόντως, ως αόριστος, εφόσον δεν γίνεται στο αναιρετήριο μνεία της επίκλησης στο Εφετείο από την αναιρεσείουσα τέτοιας ομολογίας, και δεν συντρέχει εδώ καμιά από τις εξαιρέσεις που προβλέπονται στη διάταξη του άρθρου 562 παρ.2 ΚΠολΔ.
VII. Ο προβλεπόμενος από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση εγγράφου συνίσταται στο διαγνωστικό λάθος της απόδοσης από το δικαστήριο της ουσίας σε αποδεικτικό, με την έννοια των άρθρων 339 και 432 ΚΠολΔ, έγγραφο, περιεχομένου καταδήλως διαφορετικού από το αληθινό, εξαιτίας του οποίου καταλήγει σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα. Δεν περιλαμβάνει όμως και την περίπτωση που το δικαστήριο, από την εκτίμηση και αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου, έστω και εσφαλμένα, καταλήγει σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο που θεώρησε ως ορθό ο αναιρεσείων, γιατί τότε πρόκειται για αιτίαση σχετική με την εκτίμηση πραγμάτων, η οποία δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο. Πρέπει δε την παραπάνω επιζήμια κρίση του για τον αναιρεσείοντα να σχημάτισε το δικαστήριο αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από το έγγραφο που φέρεται ως παραμορφωμένο, προϋπόθεση, η οποία δεν συντρέχει, όταν το εν λόγω έγγραφο εκτιμήθηκε μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρεται η σημασία του σε σχέση με το πόρισμα για την αλήθεια ή αναλήθεια του γεγονότος που αποδείχθηκε, γιατί στην τελευταία αυτή περίπτωση δεν είναι δυνατή η εξακρίβωση της ιδιαίτερης αποδεικτικής σημασίας του (Ολ.ΑΠ 2/2008). Στην προκείμενη περίπτωση, με το δεύτερο του κύριου δικογράφου της αναίρεσης και τέταρτο και πέμπτο πρόσθετους λόγους η αναιρεσείουσα μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλειες από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, γιατί το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο των πιο κάτω εγγράφων, δηλαδή: α)της επίμαχης διαθήκης με το να παραλείψει να αναγνώσει τη στο περιθώριό της προστεθείσα παραπομπή "στο σπίτι μου Τρίπολι", που τέθηκε από το διαθέτη μετά τη φράση "και όσα Ηκόπεδα θα καθαρίσει ο Αναλογισμός" και πριν τη φράση "και θασας Μίνουν θατά Μιρασουτε η 3 ο Β. Μ. Κ. Μ. και Σ. Μ." και έτσι δεν ανέγνωσε πλήρη τη διάταξη αυτή της διαθήκης, η οποία είναι "Και όσα Ηκόπεδα θα καθαρίσει ο αναλογισμός στο σπίτι μου Τρίπολι και θασας Μίνουν θατά Μιρασουτε η 3 ο Β. Μ. Κ. Μ. και Σ. Μ.", με αποτέλεσμα, λόγω της ελλιπούς αυτής ανάγνωσης της διαθήκης, να δεχθεί ότι ο διαθέτης κατέλιπε το επίδικο στους Θ., Κ. και Σ. Μ. κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου στον καθένα απ'αυτούς ως εκ της εν λόγω διαθήκης συγκληρονόμους, ενώ αν αναγίγνωσκε ορθά το κρίσιμο αυτό έγγραφο της διαθήκης, στο οποίο αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στήριξε το αποδεικτικό του πόρισμα, αν δηλαδή δεν παρέλειπε την στο περιθώριο αναγραφείσα ως άνω φράση, όφειλε να δεχθεί, ότι ο διαθέτης δεν κατέλειπε το επίδικο στα τρία αδέλφια Β., Κ. και Σ. κατά 1/3 εξ αδιαιρέτου στον καθένα ως κληρονόμους αυτού, αλλά ότι αα)κατέλειπε το σπίτι, περιλαμβανομένου του επιδίκου, στους Κ. και Σ. κατά 1/2 εξ αδιαιρέτου στον καθένα και ββ)στους Β., Κ. και Σ. συνέστησε κληροδοσία και εγκατέστησε αυτούς ως κληροδόχους σε όσα οικόπεδα θα προέκυπταν υπό την αναβλητική αίρεση ότι θα προέκυπταν και άλλα οικόπεδα από τη ρυμοτομία, με βεβαρημένους τους κληρονόμους Κ. και Σ., στους οποίους έπρεπε να παραμείνει το σπίτι στην Τρίπολη στην περίπτωση που θα ματαιωνόταν η εν λόγω αίρεση, ήτοι που δεν θα προέκυπταν και άλλα οικόπεδα από τη ρυμοτομική τακτοποίηση του σπιτιού του. Ούτε (ότι) είχε την πρόθεση να αφήσει το σπίτι του στον Κ. και το Σ. προσωρινά μέχρι να ολοκληρωθεί η ρυμοτομία και στη συνέχεια να τον κληρονομήσουν και οι τρεις (Β.ς, Κ., Σ.), ακόμη και αν απέμενε ένα και μόνο και μάλιστα μη οικοδομήσιμο οικόπεδο (ο δεύτερος του κύριου δικογράφου λόγος). β)Των εγγράφων αα)με αριθμό 17884/23.10.2003 του Τμήματος Εσόδων και Προμηθειών της Διεύθυνσης Οικονομικών Υπηρεσιών του Δήμου Τρίπολης και ββ)με αριθμό 4388/24-11-2003 Διπλότυπου Είσπραξης της Ειδικής Ταμειακής Υπηρεσίας του Δήμου Τρίπολης, με το να δεχθεί (το Εφετείο), ότι ο αναιρεσίβλητος "... κατέβαλε στο Δήμο Τρίπολης οφειλή σχετικά με το ακίνητο προερχόμενη από τη συντέλεση αναλογισμού και απαλλοτριώσεως ακινήτων στην περιοχή του κατά το μέρος που αφορά το μερίδιό του", δηλαδή ότι ο αναιρεσίβλητος κλήθηκε από το Δήμο Τρίπολης και κατέβαλε σ' αυτόν το 1/3 της αναλογούσας σ'αυτόν αποζημίωσης, λόγω αποζημίωσης του επιδίκου, ενώ αν αναγίγνωσκε ορθά τα ως άνω κρίσιμα έγγραφα, στα οποία κατά κύριο λόγο στήριξε το αποδεικτικό του πόρισμα και τα οποία αναφέρονταν στη συντέλεση της απαλλοτρίωσης του ενός ενιαίου οικοπέδου και όχι στο επίδικο τμήμα αυτού, τότε όφειλε να δεχθεί ότι με την κατά τον ως άνω τρόπο ερμηνεία της διαθήκης τέθηκε άκυρος όρος, άγων σε άκυρη κατάτμηση του οικοπέδου στο επίδικο και το βόρειο αυτού κείμενο (ο τέταρτος των προσθέτων λόγος). Και γ)του από 26.5.2003 εγγράφου του Κ. Μ. προς τη Δημαρχία Τρίπολης, με το να δεχθεί (το Εφετείο) εσφαλμένα, ότι το αναγραφόμενο στο εν λόγω έγγραφο ακίνητο αφορά το επίδικο, ενώ στο έγγραφο αυτό χωρίς αμφιβολία νοείται ως ακίνητο όλο το ενιαίο οικόπεδο και όχι το επίδικο (ο πέμπτος των προσθέτων λόγος). Ο τέταρτος και πέμπτος των προσθέτων λόγοι αναίρεσης (με τα στοιχεία ως άνω β και γ) πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι, αφού με αυτούς δεν αποδίδεται διαγνωστικό σφάλμα ως προς το αληθινό περιεχόμενο των πιο πάνω εγγράφων που αφορούν οι λόγοι αυτοί, δηλαδή λάθος κατά την ανάγνωση, αλλά σφάλμα ως προς την εκτίμηση και ερμηνεία του περιεχομένου τους. Ο δε δεύτερος του κυρίου δικογράφου της αναίρεσης (υπό στοιχείο α') λόγος πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, εφόσον το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, προκειμένου να καταλήξει στη δικανική του κρίση, ότι ο διαθέτης θέλησε "να περιέλθει το επίδικο (δηλαδή όχι και το πιο πάνω μη επίδικο ακίνητο στο οποίο υπάρχει το σπίτι και το οποίο αφήνει στους Κ. Θ. Μ. και Σ. Θ. Μ. από μισό στον καθένα) και στα τρία τέκνα του κατ' ισομοιρία", δηλαδή στον αναιρεσίβλητο κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου, στηρίχτηκε σε περισσότερα αποδεικτικά μέσα, δηλαδή στις καταθέσεις των μαρτύρων "που εξετάστηκαν ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου" και σε όλα τα λοιπά έγγραφα, που με επίκληση προσκόμισαν ενώπιόν του οι διάδικοι- από τα οποία ειδική μνεία γίνεται στο από 26.5.2003 έγγραφο του αδελφού του ενάγοντος (αναιρεσιβλήτου) προς το Δήμο Τρίπολης, ότι σ' αυτό ο αδελφός του αναφέρει "ότι το ακίνητο είναι εξ αδιαιρέτου κληρονομιά από πατέρα σε τρία μερίδια μεταξύ των οποίων μεριδίων και αυτό του ενάγοντος (αναιρεσιβλήτου)-, χωρίς να στηρίξει το επί της ουσίας πόρισμά του αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στην επίμαχη ως άνω διαθήκη.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 25.8.2010 αίτηση της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΜΥΡΤΩ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΤΕΧΝΙΚΗ ΟΙΚΟΔΟΜΙΚΗ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ - ΚΤΗΜΑΤΙΚΗ - ΕΣΤΙΑΤΟΡΙΑ - ΛΕΣΧΕΣ ΑΝΑΨΥΧΗΣ - ΜΗΧΑΝΕΣ - ΑΝΤΑΛΛΑΚΤΙΚΑ" και το διακριτικό τίτλο "ΜΥΡΤΩ Α.Τ.Ο.Ε.Ε." και τους από 9-9-2011 πρόσθετους λόγους της, για αναίρεση της 232/2009 απόφαση του Εφετείου Ναυπλίου.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα την 1 Φεβρουαρίου 2012.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 7 Μαρτίου 2012.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ