389/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 389 / 2011 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 389/2011
Legislator headnote
AI generated389/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 389 / 2011 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 389/2011
Full text
Απόφαση 389 / 2011 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 389/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Κομνηνάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 15 Φεβρουαρίου 2011, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Γ. Α. του Ξ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως με την ιδιότητά του ως δικηγόρος, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης βιομηχανικής και εμπορικής εταιρείας με την επωνυμία "ΚΕΡΑΜΕΙΑ ΑΛΛΑΤΙΝΗ ΑΒΕΤΕ", που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Φωκά με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 20-11-1995, 20-3-1997, 1-10-1997, 25-2-1999 (αριθμ. καταθ. 221/1999), 10-8-1999, 31-12-2002, 14-1-2003, 23-9-2004, 28-9-2004 και 20-12-2004 αγωγές του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 169/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2657/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο αναιρεσείων με την από 2-5-2006 αίτησή του.
Εκδόθηκε η 2124/2007 απόφαση του Αρείου Πάγου, που αναίρεσε την 2657/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Εκδόθηκε η 2196/2009 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 12-10-2009 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Πάσσος διάβασε την από 7-2-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του με στοιχ. II λόγου αναίρεσης κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος του και την απόρριψη αυτού κατά τα λοιπά, καθώς και των υπολοίπων λόγων της κρινόμενης αίτησης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. (Α) Από την διάταξη του αριθ. 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που ορίζει ότι αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη, προκύπτει ότι ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχεται "πράγματα" χωρίς να έχει προσκομισθεί οποιαδήποτε απόδειξη ή όταν δεν εκθέτει από ποιά αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξη γι' αυτά, δεν απαιτείται, όμως, το δικαστήριο να αξιολογεί τα επιμέρους αποδεικτικά μέσα ή να εξειδικεύει τα έγγραφα (Β) Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθ. 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ συνάγεται, ότι το δικαστήριο της ουσίας, για να σχηματίσει την κρίση του σχετικά με τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λάβει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι προς απόδειξη ή ανταπόδειξη αυτών, η παράβαση δε της υποχρέωσης αυτής ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθ. 559 αριθ. 11 περ.
γ' ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης. Εξάλλου, κατά το άρθ. 261 εδ. β' ΚΠολΔ , εφόσον δεν αμφισβητήθηκε η αλήθεια κάποιου πραγματικού ισχυρισμού, απόκειται στον δικαστή να κρίνει σε συνδυασμό με την τυχόν γενική άρνηση και το σύνολο των ισχυρισμών των διαδίκων, αν συνάγεται ομολογία ή άρνηση. Από την διάταξη αυτή προκύπτει ότι προϋπόθεση για να συναγάγει το δικαστήριο της ουσίας από την γενική άρνηση του διαδίκου και από το σύνολο των ισχυρισμών του ομολογία για κάποιον πραγματικό ισχυρισμό που αποτελεί στοιχείο της ιστορικής βάσης της αγωγής ή της ένστασης και του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή αυτή ή την ένσταση είναι η μη ειδική αμφισβήτηση του πραγματικού αυτού ισχυρισμού.
Επομένως, αν δεν υπάρχει τέτοια ειδική αμφισβήτηση, η ύπαρξη ή μη της οποίας και μόνο ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, ο τρόπος άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου, δηλ. η διακριτική ευχέρεια να συναγάγει ομολογία ή άρνηση του συγκεκριμένου ισχυρισμού, δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο, διότι αποτελεί εκτίμηση πραγμάτων (άρθ. 561 § 1 ΚΠολΔ).
Στην προκειμένη περίπτωση από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης αυτής (άρθ. 561 § 2 ΚΠολΔ) προκύπτουν τα εξής: (1) Με την 2124/2007 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου αναιρέθηκε ενμέρει η 2657/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κατά παραδοχή λόγου της ασκηθείσης κατ' αυτής αναίρεσης από τον και τώρα αναιρεσείοντα από το άρθ. 559 αριθ. 9 περ.
γ ' ΚΠολΔ, μόνο κατά το μέρος της, κατά το οποίο το Εφετείο άφησε αδίκαστο το ιδιαίτερο αγωγικό αίτημα για επιδίκαση κατ' άρθ. 296 § 1 ΑΚ τόκων για οφειλομένους τόκους υπερημερίας, που περιεχόταν σε κάθε μία από τις συνεκδικασθείσες (μαζί και με άλλες) αγωγές του αναιρεσείοντος κατά της αναιρεσίβλητης εταιρείας (με αντικείμενο αξιώσεις του από μεταξύ τους σύμβαση έμμισθης εντολής για την παροχή σ' αυτήν των υπηρεσιών του ως δικηγόρου κ.λπ.), δηλ. (α) στις από 20-11-1995, 20-3-1997 και 27-4-1999, όπως αυτές συμπληρώθηκαν με την από 23-9-2004 αγωγή του (β) στην από 20-8-2001, όπως αυτή διορθώθηκε με την από 28-9-2004 αγωγή αυτού και (γ) στην από 14-1-2003 αγωγή του, όπως αυτή συμπληρώθηκε με την από 23-9-2004 αγωγή, καθώς και το ιδιαίτερο (μερικότερο) αγωγικό αίτημα που περιεχόταν στην από 23-9-2004 αγωγή για επιδίκαση του ποσού των 984.000 δρχ.
μηνιαίως για πάγιες αμοιβές του για το χρονικό διάστημα από 10-6-2004 μέχρι την επίδοση της αγωγής (2) Το Εφετείο Αθηνών, στο οποίο παραπέμφθηκε με την ως άνω αναιρετική απόφαση η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση κατά το μέρος που αναιρέθηκε η προαναφερθείσα απόφαση, με την τώρα αναιρεσιβαλλομένη 2196/2009 απόφασή του και όπως απ' αυτήν προκύπτει (α) απέρριψε τις αγωγές αυτές κατά το αίτημά τους για την επιδίκαση τόκων επί των οφειλομένων τόκων υπερημερίας ως αόριστες και (β) δέχθηκε, ότι από τα έγγραφα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νόμιμα οι διάδικοι δεν αποδείχθηκε η ύπαρξη απαίτησης του αναιρεσείοντος ενάγοντος ύψους 984.000 δρχ.
μηνιαίως για το χρονικό διάστημα από 10-6-2004 μέχρι την επίδοση της από 23-9-2004 αγωγής του και απέρριψε κατ' ουσίαν την αγωγή αυτή κατά το αίτημα τούτο, καθώς και την έφεση του αναιρεσείοντος κατά το μέρος της που εισήχθη προς εκδίκαση. Σύμφωνα με τα προεκτεθέντα: (1) Ο κατ' ορθή αρίθμηση με στοιχ. ΙΙ λόγος αναίρεσης, κατά τον οποίο κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων του άρθ. 559 αριθ. 1, 8, 11, 16 και 19 ΚΠολΔ και εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων το Εφετείο δέχθηκε ότι από τα με επίκληση προσκομισθέντα έγγραφα δεν αποδείχθηκε η ύπαρξη απαίτησης του ενάγοντος ύψους 984.000 δρχ.
μηνιαίως για το χρονικό διάστημα από 10-6-2004 μέχρι την επίδοση της αγωγής και απέρριψε κατ' ουσίαν το σχετικό αίτημα της από 23-9-2004 αγωγής, πρέπει ν' απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι υπό την επίφαση των ως άνω αναιρετικών πλημμελειών στην πραγματικότητα πλήττεται με αυτόν η εκτίμηση των αποδείξεων και η επί της ουσίας της υπόθεσης κρίση του Εφετείου, ανεξάρτητα από την πλήρη αοριστία του, αφού ουδέν συγκεκριμένο σφάλμα προσάπτεται στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση δυνάμενο να θεμελιώσει κάποιον από τους αναιρετικούς αυτούς λόγους (2) Ο με στοιχ.
IΙΙ λόγος, με τον οποίο προβάλλεται ότι δεν αναφέρονται στην προσβαλλομένη απόφαση τα έγγραφα, τα οποία το δικαστήριο συνεκτίμησε και από τα οποία δεν αποδεικνύεται η ύπαρξη της ως άνω απαίτησης του αναιρεσείοντος, κατ' εκτίμηση αυτού από τον αριθ. 10 του ως άνω άρθρου, πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι η μη εξειδίκευση των ληφθέντων υπόψη εγγράφων δεν θεμελιώνει τον αναιρετικό αυτόν λόγο (3) Οι με στοιχ.
ΙV και V λόγοι από τον αριθμό 11 περ. γ' του ίδιου άρθρου, ενιαίως λαμβανόμενοι, με τους οποίους και κατ' εκτίμηση αυτών προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο, αναφορικά με την ως άνω απαίτηση του αναιρεσείοντος, δεν έλαβε υπόψη ομολογία της αναιρεσίβλητης, η οποία με τις προτάσεις της δεν επικαλέσθηκε ότι δεν οφείλει τους επίδικους μισθούς ούτε ότι τους κατέβαλε, πρέπει ν' απορριφθούν ως απαράδεκτοι, αφού η ευχέρεια του δικαστηρίου να συναγάγει ή όχι ομολογία ανάγεται στην μη υποκειμένη σε αναιρετικό έλεγχο εκτίμηση πραγμάτων.
Τέλος, απορριπτέος ως απαράδεκτος κρίνεται και ο με στοιχ. VI (και τελευταίος) λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται ότι από τα διαδικαστικά έγγραφα προκύπτει ότι η αναιρεσίβλητη οφείλει στον αναιρεσείοντα τους επίδικους μισθούς και ότι εσφαλμένα απορρίφθηκε με την προσβαλλομένη απόφαση το σχετικό κονδύλιο, διότι πλήττει ευθέως την επί της ουσίας κρίση του Εφετείου.
III. Κατά την διάταξη του άρθρου 296 παρ. 1 του ΑΚ "Για τόκους κάθε είδους οφείλεται τόκος, αν τέτοιος τόκος συμφωνηθεί ή αν ζητηθεί με αγωγή, και στις δύο περιπτώσεις μόνο για οφειλόμενους τόκους ενός ολοκλήρου τουλάχιστον έτους ή μιας χρήσης αν πρόκειται για το δημόσιο. Η συμφωνία για πληρωμή τέτοιου τόκου πρέπει να γίνεται, ή η αγωγή να επιδίδεται, αφού λήξει το έτος ή η χρήση".
Από την διάταξη αυτή προκύπτει ότι ο ανατοκισμός είναι επιτρεπτός, αν αυτός συμφωνηθεί ή αν ζητηθεί με καταψηφιστική αγωγή από το δανειστή, σε αμφότερες δε τις περιπτώσεις με τον περαιτέρω περιορισμό ότι καθυστερούνται απαιτητοί τόκοι τουλάχιστον ενός έτους (ή μιας χρήσης αν πρόκειται για το Δημόσιο) και η συμφωνία καταρτίστηκε ή η αγωγή ασκήθηκε μετά την πάροδο ενός τουλάχιστον έτους (ή μιας χρήσης για το Δημόσιο), δηλαδή, αφού έχει συμπληρωθεί κατά την κατάρτιση της συμφωνίας ή την άσκηση της αγωγής ετήσια ή και μεγαλύτερη χρήση του κεφαλαίου και, συνεπώς, εφόσον θα υπάρχουν δεδουλευμένοι, ήτοι ληξιπρόθεσμοι και απαιτητοί, τόκοι τουλάχιστον ενός έτους ή μιας χρήσης.
Αίτημα της αγωγής με την οποία ζητούνται τόκοι τόκων, είναι η επιδίκασή τους από την επίδοσή της, αφού ο ανατοκισμός δεν ανατρέχει στο παρελθόν, έως την εξόφληση του τοκοφόρου ποσού των τόκων, η οποία διακόπτει και τον ανατοκισμό. Περαιτέρω, από την παραπάνω διάταξη προκύπτει ειδικότερα ότι για τη γένεση της αξίωσης για τόκους τόκων δεν αρκεί κατά το ουσιαστικό δίκαιο άσκηση της κυρίας αγωγής για τη νομιμότοκη καταβολή του οφειλόμενου κεφαλαίου, όπως αρκεί κατ` άρθρο 346 ΑΚ η άσκηση της αγωγής αυτής για τη γένεση τόκων επί του κεφαλαίου αυτού (η απαίτηση για τους οποίους είναι παρεπόμενη του κεφαλαίου που ζητείται με την αγωγή), αλλά απαιτείται, εάν δεν υπάρχει συμφωνία περί ανατοκισμού, η άσκηση ξεχωριστής αγωγής για τους τόκους τόκων (με τη συνδρομή των προϋποθέσεων που προαναφέρθηκαν), αφού το αίτημα της καταβολής τόκων επί του ποσού των καθυστερούμενων τόκων δεν θεωρείται παρεπόμενο της κυρίας απαίτησης, τούτο δε με την έννοια ότι είναι επιτρεπτή και παραδεκτή η υποβολή με το δικόγραφο της αγωγής για την κύρια απαίτηση ( άρθρο 218 παρ. 1 ΚΠολΔ) και του αιτήματος, με την αντίστοιχη βάση, για την καταβολή τόκων επί των καθυστερούμενων τόκων του κεφαλαίου (εφόσον συντρέχουν οι ως άνω ουσιαστικές προϋποθέσεις), οι οποίοι είναι ήδη δεδουλευμένοι (ληξιπρόθεσμοι και απαιτητοί).
Από τα ανωτέρω συνάγεται, ότι για να είναι ορισμένη η περί ανατοκισμού οφειλομένων τόκων αγωγή πρέπει να περιέχει, σύμφωνα με το άρθρο 216 ΚΠολΔ, εκτός των άλλων, σαφή έκθεση (α) του ποσού των δεδουλευμένων τόκων, τους οποίους οφείλει ο οφειλέτης, καθόσον το κεφαλοποιημένο αυτό ποσό των ληξιπροθέσμων τόκων αποτελεί το κύριο αντικείμενο της δίκης περί ανατοκισμού (β) της χρονικής περιόδου της τοκογονίας, η οποία θα πρέπει να είναι, κατ` ελάχιστο, περίοδος ενός έτους και (γ) της άσκησης της αγωγής μετά την συμπλήρωση του ελάχιστου, κατά τα παραπάνω, χρονικού διαστήματος.
Στην προκειμένη περίπτωση, με τις ως άνω ένδικες αγωγές του, κατά το μέρος που παραπέμφθηκαν προς περαιτέρω εκδίκαση με την 2124/2007 αναιρετική απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, όπως αυτές συμπληρώθηκαν και διορθώθηκαν ως κατωτέρω, ο αναιρεσείων ενάγων εξέθεσε ότι με απόφαση του Εφετείου Αθηνών του έτους 1993 επιδικάσθηκε σ' αυτόν το ποσό των 13.028.000 δρχ.
για οφειλόμενους μισθούς του χρονικού διαστήματος από 1-1-1988 έως 4-2-1994 και περαιτέρω (α) με την από 20-11-1995 αγωγή, όπως συμπληρώθηκε με την από 23-9-2004 αγωγή του, ότι οι οφειλόμενοι νόμιμοι τόκοι υπερημερίας που αντιστοιχούν στο επιδικασθέν κεφάλαιο για το διάστημα 1-1-1988 έως 20-11-1995 ανέρχονται σε 20.000.000 δρχ. (β) με την από 20-3-1997 αγωγή, όπως συμπληρώθηκε με την αυτήν ως άνω από 23-9-2004 αγωγή, ότι οι οφειλόμενοι τόκοι του ως άνω επιδικασθέντος ποσού για το διάστημα από 20-11-1995 έως 20-3-1997 ανέρχονται σε 5.767.000 δρχ. (γ) με την από 27-4-1999 αγωγή, όπως συμπληρώθηκε με την ίδια πιο πάνω από 23-9-2004 αγωγή του, ότι οι οφειλόμενοι τόκοι του ως άνω επιδικασθέντος ποσού για το διάστημα από 20-3-1997 μέχρι 27-4-1999 ανέρχονται σε 5.790.000 δρχ. (δ) με την από 20-8-2001 αγωγή του, όπως διορθώθηκε με την από 28-9-2004 αγωγή του, ότι οι οφειλόμενοι τόκοι του αυτού ποσού για το διάστημα από 27-4-1999 έως 20-8-2001 ανέρχονται σε 4.429.000 δρχ.
και (ε) με την από 14-1-2003 αγωγή του, όπως αυτή συμπληρώθηκε με την από 23-9-2004, ότι οι οφειλόμενοι τόκοι του ως άνω επιδικασθέντος ποσού για το χρονικό διάστημα από 20-8-2001 έως 14-1-2003 ανέρχονται σε 4.429.519 δρχ., ζήτησε δε με κάθε μία απ' αυτές να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλει τόκους επί των ως άνω επιμέρους οφειλομένων τόκων υπερημερίας από την άσκηση κάθε μίας από τις αγωγές αυτές μέχρι την εξόφληση.
Το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του έκρινε ότι κατά το αίτημά τους αυτό για επιδίκαση τόκων επί οφειλομένων τόκων υπερημερίας οι ένδικες αγωγές είναι αόριστες και για τον λόγο αυτόν απορριπτέες, διότι δεν εκτίθενται τα επιμέρους στοιχεία για κάθε μία απ' αυτές, από τα οποία να δύναται το δικαστήριο να ελέγξει την ορθότητα των αναφερομένων τόκων υπερημερίας, επί των οποίων ζητείται επιδίκαση τόκων, ήτοι δεν αναφέρεται ως προς το επιδικασθέν κεφάλαιο το επιμέρους ποσό κάθε μηνιαίας παροχής και το ληξιπρόθεσμο αυτής, ώστε να υπολογισθεί το συνολικό ποσό των τόκων υπερημερίας, παρά μόνο το τελευταίο (δηλ.
το ποσό των τόκων υπερημερίας, επί του οποίου ζητείται η επιδίκαση τόκων). Με την κρίση του αυτή το Εφετείο, δεχθέν δηλ. ότι οι ένδικες αγωγές κατά το περιεχόμενο σε κάθε μία απ' αυτές αίτημα για την επιδίκαση τόκων επί των οφειλομένων τόκων υπερημερίας (ανατοκισμός) ήταν αόριστες, αν και σε αυτές αναφέρεται ακριβώς το κεφαλοποιημένο ποσό των τόκων, επί των οποίων ζητείται η επιδίκαση τόκων, παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτο λόγω αοριστίας και επομένως πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος ο με στοιχ.
Ι λόγος αναίρεσης κατά το α' σκέλος του αληθώς από τον αριθ. 14 (και όχι 1, όπως φέρεται) του άρθ. 559 ΚΠολΔ, παρελκούσης της έρευνας του λόγου αυτού κατά τα λοιπά σκέλη του από τους αριθ. 18 και 16 του ίδιου που πλήττουν το αυτό κεφάλαιο της αναιρουμένης ήδη απόφασης.
Σύμφωνα με τα παραπάνω πρέπει ν' αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση κατά το ως άνω μέρος της, να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά τούτο προς περαιτέρω εκδίκαση στο δικαστήριο που εξέδωσε την αναιρουμένη απόφαση, εφόσον μπορεί να συγκροτηθεί από άλλους δικαστές (άρθ. 580 § 3 ΚΠολΔ), και να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη σε μέρος των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 2196/2009 απόφαση του Εφετείου Αθηνών κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος της.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση κατά το μέρος τούτο στο ως άνω δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη σε μέρος των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος που ορίζει σε χίλια εξακόσια (1600) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 1η Μαρτίου 2011. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 15 Μαρτίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ