Legislator Case Law & Legislation
389/2009 AI generated

389/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 389/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 19 Δεκεμβρίου 2008, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4/4/1999 αίτηση του ήδη αναιρεσιβλήτου, την από 25/5/1999 αίτηση των ήδη αναιρεσειόντων και προσώπων που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη, και τις με αριθμούς καταθέσεως 1830/1999, 1954/1999, 1748/1999 και 4194/1999 αιτήσεις προσώπων που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη για καθορισμό οριστικής τιμής μονάδος αποζημιώσεως, που κατατέθηκαν στο Εφετείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3012/2001 προδικαστική-παρεμπίπτουσα και 503/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση των οποίων ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με την από 10/2/2005 αίτησή τους.

Legislator headnote

AI generated

389/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Και τούτο διότι η διάταξη αυτή αφορά την αύξηση ή μείωση του απαλλοτριούμενου μέρους, που το κατά το Σύνταγμα πλήρες της αξίας του κρίνεται κατά το χρόνο της απαλλοτριώσεως και όχι μετά την εκτέλεση του έργου. Ενώ, αντιθέτως, η αποζημίωση για την υποτίμηση κατά την παρ. 4 του άρθρου 13 αφορά το απομένον στον ιδιοκτήτη μέρος, που εξακολουθεί να αποτελεί περιουσία του, και μετά την εκτέλεση του έργου για το οποίο η απαλλοτρίωση (Ολ.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 389 / 2009 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 389/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Πετράκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Πολυζωγόπουλο, Ελευθέριο Μάλλιο, Γεωργία Λαλούση και Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 19 Δεκεμβρίου 2008, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Χ1, 2) Χ2, κατοίκων Κοινότητας ......, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Μιχαήλ Βαρότσο και δεν κατέθεσαν προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Του Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομίας-Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα και εν προκειμένω από τον Γενικό Γραμματέα Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας, που κατοικοεδρεύει στη Θεσσαλονίκη, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Κωνσταντίνο Παπαγεωργίου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους που ανακάλεσε την από 18/12/2008 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε αυτοπροσώπως και δεν κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4/4/1999 αίτηση του ήδη αναιρεσιβλήτου, την από 25/5/1999 αίτηση των ήδη αναιρεσειόντων και προσώπων που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη, και τις με αριθμούς καταθέσεως 1830/1999, 1954/1999, 1748/1999 και 4194/1999 αιτήσεις προσώπων που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη για καθορισμό οριστικής τιμής μονάδος αποζημιώσεως, που κατατέθηκαν στο Εφετείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3012/2001 προδικαστική-παρεμπίπτουσα και 503/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση των οποίων ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με την από 10/2/2005 αίτησή τους.

Εκδόθηκε η 430/2008 απόφαση του Αρείου Πάγου, που κήρυξε την συζήτηση απαράδεκτη. Την υπόθεση επανέφεραν προς συζήτηση οι αναιρεσείοντες με την από 15/4/2008 κλήση τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου, ανέγνωσε την από 10/1/2008 έκθεση του τότε Αρεοπαγίτη και νυν Aντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεωργίου Πετράκη, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή ως προς όλους τους λόγους η αίτηση αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή κατά τη διάταξη του άρθρου 13 παρ. 4 του ν.δ. 797/1971, σε περίπτωση απαλλοτριώσεως τμήματος ακινήτου, εξαιτίας της οποίας το τμήμα, που απομένει, υφίσταται σημαντική υποτίμηση της αξίας του ή καθίσταται άχρηστο για τη χρήση, που προορίζεται, με την ίδια απόφαση, που καθορίζει την αποζημίωση, προσδιορίζεται και παρέχεται για την υποτίμηση αυτή ιδιαίτερη αποζημίωση. Το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της από 4-11-1950 Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για την προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), που κυρώθηκε, μαζί με τη σύμβαση, αρχικά με το ν. 2329/1953 και εκ νέου με το ν.δ. 53/1974 και έχει, σύμφωνα με το άρθρο 28 του Συντάγματος, αυξημένη ισχύ έναντι των κοινών νόμων, ορίζει ότι κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του και κανένας δεν μπορεί να στερηθεί της ιδιοκτησίας του παρά μόνο για λόγους δημόσιας ωφέλειας και υπό τους όρους, που προβλέπονται από το νόμο και τις γενικές αρχές του διεθνούς δικαίου. Με τη διάταξη αυτή προστατεύονται και τα ενοχικά περιουσιακά δικαιώματα του προσώπου, όπως και το δικαίωμα αποζημιώσεως για την προσγενόμενη ζημία στην περιουσία του. Έλλειψη δε σεβασμού της περιουσίας στην περίπτωση αυτή υπάρχει, όταν η συνεπεία του λόγου της αποζημιώσεως μείωση της περιουσιακής δυναμικότητας του προσώπου δεν αποκαθίσταται πλήρως.

Συνεπώς, στην περίπτωση, που, λόγω απαλλοτριώσεως μέρους του ακινήτου, το απομένον τμήμα αυτού, που εξακολουθεί να αποτελεί στοιχείο περιουσίας του ιδιοκτήτη, υφίσταται σημαντική υποτίμηση της αξίας του ή καθίσταται άχρηστο για τη χρήση, που προορίζεται, το αναγνωριζόμενο από την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 13 παρ. 4 του ν.δ. 797/1971 δικαίωμα αποζημιώσεως ικανοποιείται πλήρως και εντεύθεν διασφαλίζεται ο σεβασμός στην περιουσία του ιδιοκτήτη, όταν η αποζημίωση καλύπτει όχι μόνο την εκ της απαλλοτριώσεως και μόνο της εκτάσεως του όλου ακινήτου ζημία, αλλά και εκείνη, που επήλθε από την εκτέλεση του έργου, για το οποίο κηρύχθηκε η απαλλοτρίωση του μέρους του ακινήτου.

Διότι, άλλως, κατά την τελευταία αυτή ζημία το παραμένον στον ιδιοκτήτη μέρος του ακινήτου και επομένως η περιουσία του θα παρέμεινε χωρίς αποκατάσταση. Ανεξαρτήτως δε του ότι το περιεχόμενο αυτό της αποζημιώσεως είναι απότοκο της εφαρμογής της ως άνω υπερνομοθετικής ισχύος διατάξεως του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Συμβάσεως της Ρώμης, είναι αδιάφορη, στην περίπτωση αυτή, η διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 13 του ν.δ. 797/1971, που ορίζει ότι "δεν λαμβάνεται υπόψη για τον υπολογισμό της αξίας του απαλλοτριουμένου η επαύξηση ή μείωση της αξίας λόγω εκτελέσεως του έργου".

Και τούτο διότι η διάταξη αυτή αφορά την αύξηση ή μείωση του απαλλοτριούμενου μέρους, που το κατά το Σύνταγμα πλήρες της αξίας του κρίνεται κατά το χρόνο της απαλλοτριώσεως και όχι μετά την εκτέλεση του έργου. Ενώ, αντιθέτως, η αποζημίωση για την υποτίμηση κατά την παρ. 4 του άρθρου 13 αφορά το απομένον στον ιδιοκτήτη μέρος, που εξακολουθεί να αποτελεί περιουσία του, και μετά την εκτέλεση του έργου για το οποίο η απαλλοτρίωση (Ολ.

ΑΠ 31/2005). Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και έτσι ιδρύεται ο εκ του άρθρου αυτού λόγος αναιρέσεως, όταν στις αιτιολογίες της, που συνιστούν την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος, που έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κι έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα, που εφαρμόστηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου, που δεν εφαρμόστηκε.

Είναι δε ανεπαρκής η αιτιολογία, όταν τα εκτιθέμενα στην απόφαση περιστατικά δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία, του πραγματικού του κανόνα δικαίου για την επέλευση της απαγγελθείσης έννομης συνέπειας. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επιτρεπτώς επισκοπούμενη από το δικαστήριο τούτο (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) από 25.5.1999 αίτηση καθορισμού οριστικής αποζημιώσεως απαλλοτριωθέντων ακινήτων, που άσκησαν, μεταξύ των άλλων, και οι αναιρεσείοντες, οι τελευταίοι ζήτησαν, εκτός άλλων, τον καθορισμό ιδιαίτερης αποζημιώσεως, κατά το άρθρο 13 παρ. 4 του ΝΔ 797/1971, τόσον για την εναπομείνασα, μετά την απαλλοτρίωση τμήματος εκ 2525 τμ., του υπό στοιχεία ΚΠ 84 ακινήτου τους, συνολικού εμβαδού 6.182 τμ, εδαφική έκταση εμβαδού 3657 τμ, η αξία της οποίας μειώθηκε κατά ποσοστό 80%, λόγω του ότι κατέστη μη άρτια και οικοδομήσιμη, όσο και για τις επικείμενες επί του μη απαλλοτριωθέντος τμήματος ακινήτου εγκαταστάσεις, που αποτελούσαν μέρη του λειτουργούντος στο όλο ακίνητο εργοστασίου παραγωγής σκυροδέματος και συναφών υλικών, του οποίου οι κύριες εγκαταστάσεις συναπαλλοτριώθηκαν ως επικείμενα του απαλλοτριωθέντος μέρους, εξαιτίας του ότι, μετά την απότμηση των τελευταίων, οι άλλες αυτές εγκαταστάσεις κατέστησαν άχρηστες.

Επί του αιτήματος αυτού το Εφετείο, αναφορικώς με το πιο πάνω ακίνητο και τα συστατικά του, καθώς και με άλλα ακίνητα, για τα οποία δεν καθόρισε ιδιαίτερη αποζημίωση, δέχθηκε με την προσβαλλόμενη δεύτερη απόφαση (οριστική) 503/2004, όπως το περιεχόμενό της, κατά τη σχετική περικοπή, ορθώς εκτιμάται από νοηματική άποψη (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), ότι πέρα από τα ακίνητα, για τα οποία έκρινε ότι συντρέχει περίπτωση καθορισμού ιδιαίτερης αποζημιώσεως, λόγω μειώσεως της αξίας των απομενόντων, μετά την απαλλοτρίωση μέρους, τμημάτων δεν αποδείχθηκε ζημία από την απαλλοτρίωση άλλων ακινήτων, με βάση δε την παραδοχή αυτή απέρριψε ως αβάσιμη κατ' ουσίαν την πιο πάνω αίτηση των αναιρεσειόντων.

Όμως, από την παραδοχή αυτή δεν προκύπτει σαφώς, για το πιο πάνω ακίνητο των αναιρεσειόντων, αν μετά την απότμηση του απαλλοτριουμένου μέρους, η εναπομείνασα εδαφική έκταση, καθώς και τα επ' αυτού συστατικά, που φέρονται ότι αποτελούν μέρος του βιομηχανικού εργοστασίου, έχουν υποστεί μείωση της αξίας και έχουν καταστεί άχρηστα για τη χρήση, που προορίζονταν, αντιστοίχως.

Ειδικότερο, όσον αφορά το εναπομείναν εδαφικό τμήμα, δεν εκτίθεται, αν τούτο ενόψει της εκτάσεώς του παραμένει άρτιο και οικοδομήσιμο, όπως ήταν το όλο ακίνητο πριν από την απαλλοτρίωση, ή όχι ή αν με την απότμηση του απαλλοτριωθέντος επηρεάζεται γενικώς η οικοδομησιμότητά του, αλλά και δεν αναφέρει ποια είναι η απόσταση από το όριο της απαλλοτριώσεως και από τα όρια ασφαλείας, στοιχείο που επηρεάζει την οικοδομησιμότητα, όσον αφορά δε τα επί του εναπομείναντος εδαφικού τμήματος συστατικά, αν αυτά αποτελούν εγκαταστάσεις του βιομηχανικού εργοστασίου, που είναι αναποσπάστως συνδεδεμένες με αυτό, έτσι ώστε με την συναπαλλοτρίωση των άλλων εγκαταστάσεων του εργοστασίου, που βρίσκονταν επί του απαλλοτριωθέντος τμήματος του ακινήτου, καθίστανται άχρηστες ολικώς ή μερικώς για την χρήση, που προορίζονταν, ή όχι.

Ενόψει, λοιπόν, των ως άνω ελλείψεων της προσβαλλομένης αποφάσεως, δεν καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής των προαναφερθεισών διατάξεων ουσιαστικού δικαίου, κατά τους βάσιμους πρώτο και δεύτερο λόγους της αναιρέσεως, κατ' ορθή εκτίμηση μόνο από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ και όχι και από τον αριθμό 1 του ίδιου άρθρου, που επικαλούνται οι αναιρεσείοντες.

Επειδή το άρθρο 17 παρ. 1, 2 και 4 του Συντάγματος ορίζει ότι: "Η ιδιοκτησία τελεί υπό την προστασία του Κράτους, τα δικαιώματα όμως που απορρέουν από αυτή δεν μπορούν να ασκούνται σε βάρος του γενικού συμφέροντος. 2. Κανένας δεν στερείται την ιδιοκτησία του παρά μόνο για δημόσια ωφέλεια που έχει αποδεχθεί με τον προσήκοντα τρόπο, όταν και όπως ο νόμος ορίζει και πάντοτε αφού προηγηθεί πλήρης αποζημίωση. ... 4.

Η αποζημίωση ορίζεται από τα αρμόδια δικαστήρια. ... Νόμος μπορεί να προβλέπει την εγκαθίδρυση ενιαίας δικαιοδοσίας, κατά παρέκκλιση από το άρθρο 94, για όλες τις διαφορές και υποθέσεις που σχετίζονται με απαλλοτρίωση καθώς και την κατά προτεραιότητα διεξαγωγή των σχετικών δικών". Το δε άρθρο 17 παρ. 1 του ν.δ. 797/1971, ορίζει ότι ο προσδιορισμός της αποζημιώσεως γίνεται με δικαστική απόφαση.

Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, ερμηνευομένης ενόψει της ως άνω διατάξεως του Συντάγματος, καθώς και του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Συμβάσεως της Ρώμης που, κατά τα προεκτεθέντα, κυρώθηκε με το ν.δ. 53/1974 και κατά το άρθρο 28 του Συντάγματος έχει αυξημένη έναντι των κοινών νόμων ισχύ, το οποίο (άρθρο) ορίζει ότι "παν φυσικό ή νομικό πρόσωπο δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του ...", αντικείμενο της δίκης του καθορισμού αποζημιώσεως είναι η αποζημίωση εν συνόλω λαμβανομένη, δηλαδή η χορήγηση αποζημιώσεως σε σχέση με την αξία του απαλλοτριωθέντος ακινήτου, ο προσδιορισμός της ωφέλειας του ιδιοκτήτη αυτού, όπου η ύπαρξή της επηρεάζει τις εκ της απαλλοτριώσεως αξιώσεως του, κάθε άλλο θέμα συναφές με την απαλλοτρίωση και η δικαστική δαπάνη.

Ο δε προβλεπόμενος στην διάταξη αυτή περιορισμός της αρμοδιότητας του Εφετείου σε μόνο τον προσδιορισμό της αποζημιώσεως είναι ανίσχυρος, ως προσκρούων στην ως άνω διάταξη του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ. Επομένως, υποβαλλομένου αιτήματος στα πλαίσια του οριστικού προσδιορισμού της αποζημιώσεως περί αναγνωρίσεως ότι ο ιδιοκτήτης του απαλλοτριουμένου ακινήτου, που αποκτά πρόσωπο σε διανοιγόμενη εθνική οδό, δεν είναι ωφελούμενος και συνεπώς δεν υποχρεούται σε αποζημίωση τρίτων ιδιοκτησιών ούτε σε αυτοαποζημίωση, το Εφετείο είναι αρμόδιο να εξετάσει ενιαίως κατά τη διαδικασία αυτή α) τη χορήγηση αποζημιώσεως σε σχέση με την αξία του απαλλοτριουμένου ακινήτου, β) την αναγνώριση δικαιούχων της αποζημιώσεως, γ) την ύπαρξη ή όχι ωφέλειας του ιδιοκτήτη του απαλλοτριουμένου ακινήτου, που αποκτά πρόσωπο σε διανοιγόμενη εθνική οδό και εντεύθεν την υποχρέωση ή μη της συμμετοχής του στις δαπάνες απαλλοτριώσεως κατά τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 1 και 3 του ν. 653/1977 και δ) το αίτημα περί της δικαστικής δαπάνης (Ολ.

ΑΠ 10 και 11/2004). Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την συμπροσβαλλόμενη πρώτη απόφαση, το Εφετείο απέρριψε για έλλειψη δικαιοδοσίας το αίτημα των αναιρεσειόντων, που με την αίτησή τους, περί καθορισμού τιμής μονάδας αποζημιώσεως για τα αναγκαστικώς απαλλοτριωθέντα ακίνητα, την οποία δίκασε κατά τη σχετική ειδική διαδικασία, υπέβαλαν να αναγνωριστεί ότι παρανόμως επιβάλλεται σ' αυτούς, αυτοαποζημίωση και υποχρέωση αποζημιώσεως τρίτων, ως ωφελουμένους παρόδιους από την απαλλοτρίωση, ενώ βλάπτονται από αυτή.

Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, παραβίασε ευθέως, με εσφαλμένη ερμηνεία, τις προαναφερόμενες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου κατά το βάσιμο τρίτο (τελευταίο) λόγο της αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται η από το άρθρο 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ πλημμέλεια.

Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να αναιρεθεί α) η προσβαλλομένη οριστική απόφαση (503/2004), εν μέρει, ήτοι μόνο κατά το κεφάλαιό της που αφορά τον καθορισμό ιδιαίτερης αποζημιώσεως για την εναπομείνασα μετά την απαλλοτρίωση μέρους του ακινήτου των αναιρεσειόντων εδαφική έκταση και για τα επ' αυτής συστατικά (εγκαταστάσεις βιομηχανικού εργοστασίου) και β) η συμπροσβαλλομένη παρεμπίπτουσα απόφαση (3012/2001) μόνο κατά το μέρος της που αφορά την απόρριψη του αιτήματος των αναιρεσειόντων ότι δεν υποχρεούνται σε αυτοαποζημώιση και σε αποζημίωση τρίτων ως ωφελούμενοι παρόδια από την απαλλοτρίωση, να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά το αναιρούμενο αυτό μέρος της, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο εκδόσαν τις αποφάσεις ίδιο δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές (άρθ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί το αναιρεσίβλητο, ως ηττηθείς διάδικος, στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων (άρθ. 176, 183 ΚΠολΔ), οι οποίοι δεν κατέθεσαν προτάσεις.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί, εν μέρει τις 503/2004 οριστική και 3012/2001 παρεμπίπτουσα (προδικαστική) αποφάσεις του Εφετείου Θεσσαλονίκης και δη κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος τους.

Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές.

Καταδικάζει το αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, το ποσό των οποίων ορίζει σε χίλια τριακόσια (1.300) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 27 Ιανουαρίου 2009. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 18 Φεβρουαρίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ