Legislator Case Law & Legislation
389/2007 AI generated

389/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 389/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Ιανουαρίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14 Σεπτεμβρίου 2000 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων , που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 16258/2001 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2294/2003 οριστική του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με την από 16 Δεκεμβρίου 2003 αίτησή τους, επί της οποίας εκδόθηκε η 1723/2005 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, με την οποία κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Η υπόθεση εισάγεται εκ νέου για συζήτηση με την από 5 Μαϊου 2006 κλήση των ήδη αναιρεσίβλητων.

Legislator headnote

AI generated

389/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Συνεπώς πρέπει να απορριφθεί, με αυτεπάγγελτη ενέργεια, η αναίρεση του ...., προεχόντως ως εκπρόθεσμη και απαράδεκτη.

Keywords

AI generated
commercial lessee monopoly duty on-premises contracts electrical installation monopoly violation of zoning regulations rights of landlord
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 389 / 2007 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 389/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ΄ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κρητικό, Αντιπρόεδρο, Αχιλλέα Νταφούλη, Ελένη Μαραμαθά, Πλαστήρα Αναστασάκη και Αντώνιο Παπαθεοδώρου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Ιανουαρίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων - καθών η κλήση: αναφέρονται 5 αναιρεσείοντες. Οι υπό στοιχεία 1. Α. και 2. Α. αναιρεσείουσες παραστάθηκαν με την πληρεξούσια δικηγόρο τους Χριστίνα Φαϊτάκη, η οποία δήλωσε ότι οι ως άνω αναιρεσείουσες ουδέποτε έδωσαν εντολή στον πληρεξούσιο δικηγόρο των λοιπών αναιρεσειόντων Νικόλαο Σίμογλου για την άσκηση της από 14 Σεπτεμβρίου 2000 αγωγής, που κατατέθηκε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης ούτε και εντολή για την άσκηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, από το δικόγραφο της οποίας παραιτούνται. Οι λοιποί αναιρεσείοντες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Σίμογλου. Των αναιρεσίβλητων - καλούντων: 1. Ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία ".... Ο.Ε.", που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα και 2. ..., για τον εαυτό του ατομικά και ως ομόρρυθμου μέλους, νόμιμου εκπροσώπου και διαχειριστή της ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία ".... Ο.Ε.", οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Θεόδωρο Ασπασίδη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14 Σεπτεμβρίου 2000 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων , που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 16258/2001 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2294/2003 οριστική του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με την από 16 Δεκεμβρίου 2003 αίτησή τους, επί της οποίας εκδόθηκε η 1723/2005 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, με την οποία κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Η υπόθεση εισάγεται εκ νέου για συζήτηση με την από 5 Μαϊου 2006 κλήση των ήδη αναιρεσίβλητων.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όλοι, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αχιλλέας Νταφούλης, ανάγνωσε την από 26 Απριλίου 2005 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Η πληρεξούσια των υπό στοιχεία 1.Α. και 2.Β. αναιρεσειουσών ζήτησε να καταργηθεί η δίκη ως προς τις ως άνω αναιρεσείουσες. Ο πληρεξούσιος των λοιπών αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Με δήλωση της πληρεξούσιας δικηγόρου τους Χριστίνας Φαϊτάκη πριν από την προφορική συζήτηση της υπόθεσης, που καταχωρίστηκε στα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά συνεδρίασης, οι αναιρεσείουσες.... και ..... που εμφανίστηκαν στο ακροατήριο και υποστήριξαν ότι ουδέποτε έδωσαν εντολή στο δικηγόρο Νικόλαο Σίμογλου να ασκήσει κατά των αναιρεσιβλήτων την από 14.9.2000 αγωγή και την κρινόμενη από 16-12-2003 αναίρεση, παραιτήθηκαν από το δικόγραφο της τελευταίας. Η παραίτηση αυτή είναι σύννομη (άρθρα 294, 295 παρ. 1, 297, 299, 495 παρ. 1 και 573 παρ. 1 ΚΠολΔικ) και συνεπάγεται κατάργηση της δίκης, ως προς τις αναιρεσείουσες αυτές.

ΙΙ. Από την προσκομιζόμενη με επίκληση από τους αναιρεσίβλητους (με τις από 26-4-2005 και 12-1-2007 προτάσεις τους) 13575/11-9-2003 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας Θεσσαλονίκης ...., αποδεικνύεται, ότι ακριβές αντίγραφο της αναιρεσιβαλλόμενης 2294/2003 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης επιδόθηκε νόμιμα στον αναιρεσείοντα ....στις 11-9-2003, ενώ η αναίρεση ασκήθηκε, όπως απ' αυτή προκύπτει, με κατάθεση στη γραμματεία του Εφετείου Θεσσαλονίκης στις 16-12-2003, δηλαδή εκπρόθεσμα, μετά την παρέλευση της προθεσμίας των δεκαπέντε ημερών που ορίζει το άρθρο 652 παρ. 1 ΚΠολΔικ.

Συνεπώς πρέπει να απορριφθεί, με αυτεπάγγελτη ενέργεια, η αναίρεση του ...., προεχόντως ως εκπρόθεσμη και απαράδεκτη.

ΙΙΙ. Ρητά ορίζεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 556 ΚΠολΔικ, ότι οι ειδικοί διάδοχοι έχουν δικαίωμα να ασκήσουν αναίρεση, όμως προϋπόθεση είναι ότι αυτοί διαδέχονται το διάδικο όχι μόνο στην έννομη σχέση του ουσιαστικού δικαίου, αλλά και στην έννομη σχέση της δίκης. Αν οι ειδικοί διάδοχοι απέκτησαν την ιδιότητα αυτή πριν από την έναρξη της δίκης, δεν μπορούν να προσβάλουν με αναίρεση την απόφαση που εκδόθηκε κατά του δικαιοπαρόχου τους, η οποία βέβαια δεν αποτελεί δεδικασμένο κατ' αυτών.

Αντίθετα εκείνοι που έγιναν ειδικοί διάδοχοι μετά την έναρξη της δίκης έχουν τέτοιο δικαίωμα. Στην προκείμενη περίπτωση, αποδεικνύεται από τα παρακάτω έγγραφα που προσκομίζονται με επίκληση, αλλά και συνομολογούν τα διάδικα μέρη στις προτάσεις τους, ότι οι μεν υπό στοιχεία 1Βα και β αναφερόμενοι στο αναιρετήριο αναιρεσείοντες....

και .... απέκτησαν την ιδιότητα του ειδικού διαδόχου της διαδίκου ...., δυνάμει του ....πωλητηρίου διαμερίσματος συμβολαίου της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης ...που μεταγράφηκε νόμιμα στα οικεία βιβλία μεταγραφών, δηλαδή πριν από την έναρξη της δίκης, ενώ η υπό στοιχεία 2β μνημονευόμενη αναιρεσείουσα ....έχει καταστεί ειδική διάδοχος της διαδίκου ...., δυνάμει του ...πωλητηρίου διαμερίσματος συμβολαίου της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης...

που μεταγράφηκε νόμιμα στα άνω βιβλία, δηλαδή μετά την έναρξη της δίκης που ανοίχτηκε με την από 14-9-2000 αγωγή. Σύμφωνα με αυτά, η αναίρεση που άσκησαν κατά της προσβαλλόμενης απόφασης οι παραπάνω ειδικοί διάδοχοι .... και ..... είναι απαράδεκτη και πρέπει για το λόγο αυτό προεχόντως να απορριφθεί, με αυτεπάγγελτη επίσης ενέργεια, κατά παραδοχή βάσιμου σχετικού ισχυρισμού άλλωστε των αναιρεσιβλήτων, που προκύπτει από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης.

Αντίθετα η αναίρεση της ...., ειδικής διαδόχου της αρχικής διαδίκου .... όπως και των άλλων αναιρεσειόντων, είναι νομότυπη, εμπρόθεσμη και παραδεκτή, επομένως ερευνητέα περαιτέρω για το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της. IV.- Λόγος αναίρεσης από το εδάφιο 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν με σαφήνεια από το αιτιολογικό της τα περιστατικά που συγκροτούν το πραγματικό του κανόνα ουσιαστικού δικαίου ο οποίος εφαρμόστηκε (υπαγωγικός συλλογισμός), ώστε καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής της διάταξης, καθώς και όταν η απόφαση έχει ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες στο νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Αντίθετα δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης όταν πρόκειται για ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγομένου απ΄ αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔικ, εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Εφετείο δέχτηκε ανέλεγκτα τα παρακάτω: Οι διάδικοι είναι ιδιοκτήτες διαιρετών χώρων στην πολυώροφη οικοδομή, που έχει κατασκευασθεί περί το έτος 1977, στην περιοχή "...." Θεσσαλονίκης, στη συμβολή των οδών ....και ... αρ.... Στην οικοδομή έχει συσταθεί νομίμως οριζόντια ιδιοκτησία και οι σχέσεις μεταξύ των συνιδιοκτητών έχουν ρυθμισθεί με Κανονισμό (βλ.

το .... συμβόλαιο του συμ/φου Θες/νίκης Χρήστου Βακαρέλλη, μεταγραμμένο νομίμως). Η οικοδομή κτίστηκε με το γνωστό σύστημα "της αντιπαροχής", σε οικόπεδο που ανήκε στην αποκλειστική κυριότητα της (μη διαδίκου) ... συζύγου ....υ, το γένος...[που αποβίωσε την 11-6-1997, πριν από την άσκηση της αγωγής]. Κατασκευαστής υπήρξε η πρώτη από τους εναγομένους (αναιρεσίβλητη) εργολάβος ομόρρυθμη εταιρία, της οποίας νόμιμος εκπρόσωπος είναι ο δεύτερος (αναιρεσίβλητος) από τους εναγομένους.

Οι ενάγοντες (αναιρεσείοντες) είναι οι ιδιοκτήτες ορισμένων από τα διαμερίσματα της οικοδομής [όχι όλων]. Η πρώτη από τους εναγομένους είναι ιδιοκτήτρια του ισογείου καταστήματος, που καταλαμβάνει "ολόκληρον την οικοδομητέαν επιφάνειαν, πλην της εισόδου της οικοδομής, του κλιμακοστασίου και του φρεατίου του ανελκυστήρος...μετά του ύπερθεν αυτού μεσωρόφου" [σύμφωνα με τη διατύπωση του Κανονισμού], στο οποίο [κατάστημα και πατάρι] αναλογεί ποσοστό 17 % επί του οικοπέδου [όλα τα παραπάνω συνομολογούνται].

Κατά την ανέγερση της οικοδομής, η εργολάβος εταιρία πραγματοποίησε αποκλίσεις από την χορηγηθείσα οικοδομική άδεια, οι οποίες συνίστανται [μεταξύ άλλων και] στο ότι επέκτεινε το πατάρι του καταστήματος αφ' ενός επάνω από ολόκληρη την επιφάνεια αυτού και αφ' ετέρου επάνω από την κεντρική είσοδο της οικοδομής.

Με τον τρόπο αυτό η εργολάβος εταιρία δημιούργησε ένα πλήρη ημιώροφο, στον οποίο προσέδωσε αυτοτέλεια, διότι τον απέκοψε από το κατάστημα [δεν κατασκεύασε την κλίμακα εσωτερικής επικοινωνίας, που προβλεπόταν αρχικά και που θα καθιστούσε το πατάρι παρακολούθημα του καταστήματος] και τον συνέδεσε με το κλιμακοστάσιο της οικοδομής, προς το οποίο άνοιξε δύο θύρες επικοινωνίας, όμοιες με αυτές των υπολοίπων διαμερισμάτων.

Οι ενέργειες αυτές ολοκληρώθηκαν πριν από την 27-11-1979, γι 'αυτό και κατά τη σύνταξη του Κανονισμού ορίσθηκαν σχετικώς τα εξής: α) Ότι στο ισόγειο της οικοδομής βρίσκονται η κυρία είσοδος της πολυκατοικίας, η κυρία κλίμακα ανόδου προς τα διαμερίσματα, ο χώρος των υδρομέτρων, το ερμάριο των γνωμόνων της ΔΕΗ και ο χώρος του φρεατίου του ανελκυστήρα, τα οποία [και μόνο, διότι η εν λόγω περιγραφή είναι εμφανές ότι γίνεται περιοριστικώς] αποτελούν κοινόκτητους και κοινόχρηστους χώρους της οικοδομής, ενώ ο υπόλοιπος εναπομένων χώρος του ισογείου καταλαμβάνεται από το κατάστημα και το μεσώροφο-πατάρι [όπως ρητώς αναφέρεται στην περιγραφή της οικοδομής, που γίνεται στο 7ο φύλλο του Κανονισμού].

β) Ότι στις κοινές, λειτουργικές δαπάνες της συνιδιοκτησίας [για την ύδρευση, τον ηλεκτροφωτισμό, την καθαριότητα κλπ των κοινόχρηστων χώρων] συμμετέχει και ο μεσώροφος της οικοδομής, "εφ' όσον γίνεται χρήσις των προς το κοινόχρηστον κλιμακοστάσιον θυρών αυτού έστω και μερική", ο οποίος, επίσης, συμμετέχει στις δαπάνες λειτουργίας και συντηρήσεως του ανελκυστήρα, που έχει στάση και στον ημιώροφο [όπως αναφέρεται στο 8ο φύλλο του Κανονισμού και εμφαίνεται στις στήλες 9 και 11 του πίνακα κατανομής ποσοστών που επισυνάπτεται σ'αυτόν].

γ) Ότι η απαγόρευση περαιτέρω διαιρέσεως των διαμερισμάτων της οικοδομής σε μικρότερες αυτοτελείς ιδιοκτησίες δεν ισχύει για το ισόγειο και τον μεσώροφο "άτινα δύνανται ως εκ της φύσεώς των να διαχωριστούν εις περισσοτέρας της μιας διαιρετάς ιδιοκτησίας" [άρθρο 7, 14ο φύλλο του Κανονισμού], χωρίς αυτό να υποδηλώνει κατ' ανάγκη ότι η διαίρεσή τους επιτρέπεται να γίνει μόνο καθέτως.

Και δ) ότι εάν από τη χρησιμοποίηση διαμερίσματος ή του μεσωρόφου ως επαγγελματικής στέγης παρουσιάζεται μεγάλη κίνηση επισκεπτών, η γενική συνέλευση των συνιδιοκτητών δύναται με απλή πλειοψηφία να μεταβάλει την κατανομή της δαπάνης για τη λειτουργία του ανελκυστήρα, έτσι ώστε η τελική επιβάρυνση του διαιρετού χώρου που προκαλεί την αυξημένη κίνηση να είναι ανάλογη προς αυτήν [άρθρο 11, 15ο φύλλο του Κανονισμού].

Κατά το έτος 1983, σύμφωνα με ειδική νομοθεσία που ίσχυσε τότε, οι εν λόγω πολεοδομικές αποκλίσεις νομιμοποιήθηκαν. Ο μεσώροφος χρησιμοποιήθηκε επί σειρά ετών ως επαγγελματική στέγη του δευτέρου από τους εναγομένους και της θυγατέρας του, που είναι αρχιτέκτονας, χωρίς κάποια αντίδραση εκ μέρους των υπολοίπων συνιδιοκτητών της οικοδομής.

Κατά το έτος 1998 και μετά από κάποια ανακαίνιση και εσωτερική διευθέτηση, ο χώρος αυτός εκμισθώθηκε προς τρίτον [το μη διάδικο ....], ο οποίος εγκατέστησε επιχείρηση φοροτεχνικού και λογιστικού γραφείου. Με αφορμή τη διενέργεια των εργασιών ανακαίνισης και, αργότερα, την εκ μέρους του εν λόγω μισθωτή πραγματοποίηση κάποιων σεμιναρίων επιμόρφωσης συναδέλφων του επάνω σε νεότερες νομοθετικές ρυθμίσεις που αφορούν τον κλάδο τους, παρατηρήθηκε αυξημένη κίνηση προσώπων στην οικοδομή και κάποιοι από τους ιδιοκτήτες διαμερισμάτων [στην πραγματικότητα ο τρίτος, τέταρτος και πέμπτος από τους ενάγοντες, δεδομένου ότι οι πρώτη και δεύτερη ζουν μονίμως στην Αθήνα] διαμαρτυρήθηκαν, αρχικώς με καταγγελίες στη Διεύθυνση Πολεοδομίας και κατόπιν με την άσκηση αγωγής [μιας πρώτης, που απορρίφθηκε ως αόριστη και της κρινόμενης].

Από τα παραπάνω αποδεικτικά μέσα, αποδεικνύονται, ακόμη, τα εξής: Ο τρόπος επιλογής της χρήσεως του ημιώροφου, ως παταριού του καταστήματος ή ως αυτοτελούς χώρου, αποτελεί ζήτημα που ανάγεται στο απόλυτο, συναφές δικαίωμα του ιδιοκτήτη του ισογείου της οικοδομής [στο οποίο τυπικώς υπάγεται και ο ημιώροφος, σύμφωνα με την πράξη συστάσεως της οριζόντιας ιδιοκτησίας, που ενσωματώνεται στον Κανονισμό].

Κατά συνέπεια, περιορισμός του ιδιοκτήτη στην άσκηση του δικαιώματος αυτού θα ήταν δυνατό να γίνει μόνο με τη συνδρομή βλάβης της χρήσεως των άλλων ιδιοκτητών ή μείωσης της ασφάλειας αυτών ή της οικοδομής (άρθρο 3 παρ. 1 του ν.3741/1929 και ΑΚ 1002, 1117). Στη συγκεκριμένη περίπτωση ούτε η χρήση των εναγόντων παραβλάπτεται [διότι παραπονούνται μόνο για αύξηση των δαπανών από τη λειτουργία του ανελκυστήρα, η οποία, όπως προαναφέρθηκε, μπορεί να αντιμετωπισθεί με άλλο τρόπο, ούτε η ασφάλεια της οικοδομής διακυβεύεται [διότι οι μεταβολές στον μεσώροφο έχουν νομιμοποιηθεί πολεοδομικώς].

Περαιτέρω, οι δύο θύρες που ανοίχθηκαν στον μεσώροφο για την επικοινωνία του με το κλιμακοστάσιο και την κεντρική είσοδο της οικοδομής, προβλέπονται στον Κανονισμό και δεν μπορούν να θεωρηθούν ως "νέες θύρες", το άνοιγμα των οποίων, πράγματι, απαγορεύεται. 'Αλλωστε, η πρόβλεψη των θυρών αυτών επιβεβαιώνεται από τη δημιουργία στάσεως του ανελκυστήρα στον ημιώροφο και τη συμμετοχή του ισογείου [στο οποίο συμπεριλαμβάνεται τυπικώς και ο ημιώροφος] στις δαπάνες του ανελκυστήρα.

Ακόμη, ο χώρος που βρίσκεται επάνω από την κεντρική είσοδο της οικοδομής δεν συγκαταλέγεται σ' αυτούς που ρητώς και περιοριστικώς καθορίζονται ως κοινόχρηστοι στον Κανονισμό, αλλά στους υπόλοιπους, μη κοινόκτητους και κοινόχρηστους χώρους, οι οποίοι, σύμφωνα και με το εργολαβικό συμβόλαιο, εκτός από εκείνους που ρητώς παραμένουν στην ιδιοκτησία της οικοπεδούχου [τα διαμερίσματα του πρώτου, του δευτέρου ορόφου και της εσοχής], περιέρχονται άπαντες, ως οριζόντιες ιδιοκτησίες, στην εργολάβο εταιρία.

Κατά συνέπεια, η ενσωμάτωση του χώρου αυτού στον μεσώροφο του ισογείου καταστήματος και η μετά ταύτα αυτοτελής του χρησιμοποίηση δεν αναφέρεται σε κοινόχρηστο χώρο. Τέλος, η αληθινή έννοια του άρθρου 11 του Κανονισμού, στο οποίο, πλην της περικοπής που προαναφέρθηκε, γράφεται ότι "παν διαμέρισμα της πολυκατοικίας δύναται να χρησιμοποιηθεί μόνον ως κατοικία, απαγορευομένης της εν τοις διαμερίσμασι εγκαταστάσεως γενικώς γραφείων, τοιούτων βιομηχανικής, βιοτεχνικής και εμπορικής εκμεταλλεύσεως" και ότι "απαγορεύεται ρητώς και απολύτως η χρησιμοποίησις οιουδήποτε χώρου της οικοδομής, υπογείου και καταστήματος, ως οίκου ανοχής ή τόπου δι' ανηθίκους συνεντεύξεις, ως πολιτικού γραφείου, κλινικής, οικοτροφείου, οίκου ευγηρίας, ξενοδοχείου, χοροδιδασκαλείου, λέσχης, ωδείου, πειραματικού χημείου και γενικώς δια πάσαν χρήσιν αντικειμένην εις τους νόμους, τας αστυνομικάς διατάξεις και τα χρηστά ήθη", η οποία συνάγεται χωρίς προσήλωση στις λέξεις [που περιέχουν αντίφαση], αλλά με αναζήτηση της αληθινής βούλησης σύμφωνα με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη σε όμοιες περιπτώσεις (ΑΚ 173, 200), είναι ότι η εκμετάλλευση του μεσωρόφου ως επαγγελματικής στέγης δεν απαγορεύεται [αφού ρητώς προβλέπεται η δυνατότητα αυτή στην περίοδο του ίδιου άρθρου του Κανονισμού, που παρεμβάλλεται μεταξύ των εν λόγω], αλλά τελεί υπό τους άνω περιορισμούς, για τους οποίους δεν πρόκειται στη συγκεκριμένη περίπτωση.

Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με την εκκαλούμενη απόφαση δέχθηκε, ότι υπάρχει παράβαση του Κανονισμού και κατάληψη κοινόχρηστου χώρου της οικοδομής, εφάρμοσε εσφαλμένως τις ως άνω διατάξεις και αξιολόγησε πλημμελώς το αποδεικτικό υλικό που είχε τεθεί στην κρίση του. Επομένως, με παραδοχή του πρώτου και δεύτερου λόγου της εφέσεως, πρέπει αυτή να γίνει δεκτή ως ουσιαστικώς βάσιμη.

Η εκκαλούμενη απόφαση πρέπει να εξαφανισθεί και το Δικαστήριο αυτό, κρατώντας την υπόθεση και δικάζοντας εκ νέου την αγωγή (ΚΠολΔ 535 παρ.1), πρέπει να την απορρίψει στο σύνολό της". Κρίνοντας έτσι το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή των διατάξεων του ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκαν.

Δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση. Ούτε δέχτηκε παρά το νόμο πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Αντίθετα στήριξε την κρίση του στα πιο πάνω αποδεικτικά μέσα που μνημονεύονται.

Συνεπώς δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια από το εδάφιο 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ και ο αντίθετος τρίτος λόγος του αναιρετηρίου πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.- V. Για να είναι ορισμένος ο από το άρθρο 559 εδ. 1 ΚΠολΔικ λόγος αναίρεσης, που ιδρύεται όταν υπάρχει παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, πρέπει στο αναιρετήριο να αναφέρεται με σαφήνεια ο κανόνας του ουσιαστικού δικαίου που φέρεται ότι παραβιάστηκε, οι σχετικές παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας και το υπαγωγικό σφάλμα του.

Όταν δε οι διατάξεις που φέρονται ότι παραβιάστηκαν είναι περισσότερες της μιας, τότε πρέπει να εξειδικεύονται, για κάθε μία από αυτές, οι σχετικές παραδοχές του δικαστηρίου και το υπαγωγικό σφάλμα του (Ολ ΑΠ 1/2995). Στην προκείμενη περίπτωση οι αναιρεσείοντες στο εισαγωγικό μέρος του αναιρετηρίου εκθέτουν περιληπτικά το περιεχόμενο της από 14-9-2000 αγωγής τους κατά των αναιρεσίβλητων και παραθέτουν κρίσιμες παραδοχές, τόσο της πρωτόδικης 16258/2001 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσ/κης που την έκανε δεκτή, όσο και της προσβαλλομένης που τελικά την απέρριψε κατ' ουσίαν ως αβάσιμη.

Στη συνέχεια οι αναιρεσείοντες, στον πρώτο λόγο αναίρεσης, παραθέτουν και άλλες κρίσιμες γι' αυτούς παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης και προβάλλουν παραβίαση των διατάξεων: α) του γενικού οικοδομικού κανονισμού (Γ.Ο.Κ) που ίσχυε τότε (άρθρο 84 παρ. 4 και 6 του ν.δ. 8 της 9/9-6-1973), β) του άρθρου 2 παρ. 1 του ν. 3741/1929 και του Κανονισμού της πολυκατοικίας και γ) των άρθρων 15 παρ. 1α, 4α και 5 και 16 παρ. 3 του ν.1337/1983, χωρίς όμως να διευκρινίζουν σε τι συνίσταται το σφάλμα του Εφετείου κατά την ερμηνεία ή εφαρμογή των παραπάνω διατάξεων ουσιαστικού δικαίου.

Συνεπώς, ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως αόριστος και σε κάθε περίπτωση ως αβάσιμος, διότι: α) σε οριζόντια ή κάθετη ιδιοκτησία το κύρος των συμφωνιών που συνάπτουν οι συνιδιοκτήτες με τον κανονισμό, δεν θίγεται από τις ισχύουσες κάθε φορά διατάξεις της πολεοδομικής νομοθεσίας ή της νομοθεσίας για αυθαίρετες κατασκευές (Ολ ΑΠ 583/1983, 380/1977 και 7/1992, ΑΠ 121/2003, 1841/1999 και 1102/1994), β) οι επικαλούμενες διατάξεις του άρθρου 2 παρ. 1 του ν. 3741/1929 είναι ενδοτικού δικαίου (Ολ Απ 380/1977), γ) η παραβίαση πολεοδομικών διατάξεων μπορεί να επισύρει διοικητικές και ποινικές κυρώσεις, όμως δεν θίγει το κύρος της μεταξύ των οροφοκτητών συμφωνίας (ΑΠ 1102/1994), δ) οι διατάξεις της πράξης σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας και κανονισμού πολυκατοικίας στις μεταξύ των συνιδιοκτητών σχέσεις έχουν ισχύ νόμου (ΑΠ 179/1980) και ε) κατά τις ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλομένης δεν παραβιάστηκε ο κανονισμός στον οποίο ενσωματώθηκε η πράξη σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας, ούτε η χρήση των αναιρεσειόντων (εναγόντων) παραβλάπτεται, ούτε η ασφάλεια της οικοδομής διακυβεύεται.

VI.- Κατά το εδάφιο 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ. αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Για το ορισμένο του λόγου αυτού πρέπει στο αναιρετήριο να αναφέρεται, στην μεν πρώτη από τις δύο διαλαμβανόμενες περιπτώσεις ποια ήσαν τα πράγματα που παρά το νόμο το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη, μολονότι δεν προτάθηκαν ή προτάθηκαν απαράδεκτα και ποια επίδραση άσκησαν στην έκβαση της δίκης.

Συνακόλουθα, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης με τον οποίο οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στο Εφετείο την από την παραπάνω διάταξη πλημμέλεια, γιατί δέχτηκε ότι "κατά το έτος 1983 σύμφωνα με τη νομοθεσία που ίσχυσε τότε, οι εν λόγω πολεοδομικές αποκλίσεις νομιμοποιήθηκαν", δηλαδή έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ενώ οι αναιρεσίβλητοι με την έφεση και τους λόγους της παραπονέθηκαν κατά της πρωτόδικης απόφασης για εσφαλμένη εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού που οδήγησε σε κρίση ότι "όλες οι μετατροπές και προσθήκες έγιναν μετά το έτος 1983", είναι απορριπτέος προεχόντως ως αόριστος, διότι στο αναιρετήριο δεν εξειδικεύονται οι αυτοτελείς εδώ ισχυρισμοί που δεν προτάθηκαν, ούτε διευκρινίζεται ποια συγκεκριμένη επίδραση άσκησαν στην έκβαση της δίκης.

Σε κάθε περίπτωση ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι προκύπτει από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης και μάλιστα την από 21-9-2001 έφεση και τους από 17-4-2003 πρόσθετους λόγους (με προτάσεις) των αναιρεσιβλήτων, ότι οι τελευταίοι στο Εφετείο προέβαλαν ισχυρισμούς για νομιμοποίηση όλων των επίδικων κατασκευών κατά παρέκκλιση της άδειας, σύμφωνα με τη διαδικασία του ν. 1337/1983 κ.λ.π., για το ζήτημα δε αυτό κατέθεσε και ο μάρτυράς τους ...., που είπε ότι "το 1983 τα είχε νομιμοποιήσει ο ...", πράγμα που έλαβε υπόψη η αναιρεσιβαλλομένη σαν διευκρινιστικό της αγωγής περιστατικό (βλ. 16258/2001 πρακτικά συνεδρίασης Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσ/κης).-

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Καταργεί τη δίκη που ανοίχτηκε με την από 16-12-2003 αίτηση των ...και ..... Κατά των ανιαρεσιβλήτων, για αναίρεση της 2294/2003 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Απορρίπτει την ίδια από 16-12-2003 αίτηση των λοιπών αιτούντων ..., ....,...., ...., ...., ....,....και ...., για αναίρεση της ίδιας 2294/2003 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και

Καταδικάζει τους αμέσως πιο πάνω αιτούντες - αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων την οποία ορίζει σε χίλια πεντακόσια σαράντα (1540) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 24 Ιανουαρίου 2007. Και

Δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του στην Αθήνα στις 23 Φεβρουαρίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ